Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Η φιλοξενία (διήγημα)


     Η βροχή που είχε αρχίσει από το απόγευμα δεν έλεγε να σταματήσει, αρχές του Γενάρη εκείνης της χρονιάς, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Στα βουνά χιόνιζε και το κρύο έτσουζε. Κόντευε να νυχτώσει και μια το νερό ακουγόταν περισσότερο στη σκεπή του σπιτιού, μια λιγότερο. Ο μπάρμπα-Στέφανος μάζεψε και ταχτοποίησε νωρίτερα από άλλες μέρες το μικρό κοπάδι του, για να μη φάει έξω όλο το κρύο και τη βροχή. Με το που μπήκε στο σπίτι του και ταυτόχρονα με την «καλησπέρα», κάρφωσε το βλέμμα του στους δυο μεσήλικους άγνωστους επισκέπτες που κάθονταν στο τζάκι, έναν άνδρα και μια γυναίκα και έμοιαζαν για ζευγάρι. Εκείνοι σηκώθηκαν από τα σκαμνάκια, σε ένδειξη σεβασμού στο νοικοκύρη του σπιτιού. Αμέσως η νύφη του, η Αντιγόνη, του σύστησε τους επισκέπτες:
     «Πατέρα, ο κύριος Σωκράτης και η γυναίκα του, η Ελευθερία, έχουν μύλο στο μακρινό χωριό τους. Ήρθαν εδώ, γιατί έμαθαν ότι στον τόπο μας μπορεί να βρουν καλή μυλόπετρα και θέλουν να ψάξουν. Έτυχε να τους δω που περνούσαν στο δρόμο και τους φώναξα να έρθουν μέσα, να γλιτώσουν τη βροχή. Θα μείνουνε εδώ απόψε και αύριο το πρωί, να ξημερώσει καλά τη μέρα ο Θεός, θα συνεχίσουν να δουν αν θα βρουν την πέτρα που θέλουν για τη δουλειά τους…».
     «Καλώς ορίσατε!», ήταν ο χαιρετισμός του πρώτου νοικοκύρη του σπιτιού και τους έδωσε εγκάρδια και με χαμόγελο το χέρι να τους χαιρετίσει. Εκείνοι ανταποκρίθηκαν πρόθυμα, αλλά αρκετά συνεσταλμένα, αφού αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο στο σπίτι του. Νοιώθοντας ο μπάρμπα-Στέφανος την αμηχανία τους, τους ενθάρρυνε, χωρίς δεύτερη σκέψη.
     «Καλά κάνατε και ήρθατε στο κονάκι μου! Θα μου κακοφαινόταν αν μάθαινα ότι ήρθαν ξένοι στο χωριό  μου και ταλαιπωρήθηκαν από τη βροχή».
     Γινόταν άλλος τόσος ο μπάρμπα-Στέφανος, κάθε φορά που έπαινε μουσαφίρης στο σπίτι του. Του φαινόταν πως, έστω και για λίγο, ξαναγέμιζαν οι θέσεις που κάθονταν τα τρία παιδιά του, που είχαν αναζητήσει τις τύχες τους μακριά του, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο: Ο Γιάννης και η Αρετή στην κοντινότερη μεγαλούπολη και ο βενιαμίν της οικογένειας, ο Απόστολος, στη μακρινή Αμερική. Αν και ήταν γεμάτο το σπίτι του από τη φαμίλια του, τη γυναίκα του την Αριστέα -γνωστή στους μεγαλύτερους χωριανούς και ως Βασίλαινα, από το όνομα του πρώτου της άντρα, του Βασίλη-, το γιό του το Μιλτιάδη, τη νύφη του την Αντιγόνη και τα δυο παιδιά τους, τον Βασιλάκη και την Αριστέα που πήγαιναν σχολείο και είχαν τα ονόματα του παππού και της γιαγιάς. Μα τα παιδιά του τα ξενιτεμένα πάντα του έλειπαν και τις γιορτές και τις μεγάλες ημέρες πολύ περισσότερο.
    Επισκέπτες και νοικοκυραίοι σε σχήμα πέταλου γύρω από το τζάκι, απολάμβαναν τη θαλπωρή που χάριζαν τα κούτσουρα που τριζοβολούσαν. Η κουβέντα επικεντρωνόταν μεταξύ του μπάρμπα-Στέφανου και του Σωκράτη, αφού είχαν γνωριστεί πλέον και μιλούσαν με άνεση ο ένας στον άλλον, σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Συμμετείχε με λίγα λόγια στην κουβέντα και ο Μιλτιάδης, που μπήκε λίγο αργότερα στο σπίτι, μετά τις τελευταίες δουλειές της ημέρας, φέρνοντας ένα ακόμα κούτσουρο για τη φωτιά, να ζεσταθούν καλύτερα. Δείχνοντας σεβασμό στον πατέρα του και του ξένο, μίλαγε πολύ λιγότερο από αυτούς.
     Η θειά-Αριστέα με την Ελευθερία έλεγαν χαμηλόφωνα τα δικά τους, γύρω από πλεξίματα, γνεσίματα, κεντήματα, μαγειρέματα και άλλες δουλειές των νοικοκυριών τους. Η Αντιγόνη είχε βάλει το φαΐ στη φωτιά, μια κότα που στα γρήγορα είχε σφάξει και ετοιμάσει, για να βγει ασπροπρόσωπη στους ξένους που η ίδια κάλεσε σπίτι τους.
     Για μια στιγμή, που μεσολάβησε χωρίς κουβέντες, η Αντιγόνη παρατήρησε κάποια ανησυχία στον πεθερό της, που σκάλιζε σκεπτικός τη φωτιά με τη μασιά. Το συνήθιζε, όταν κάτι τον απασχολούσε και η νύφη του δεν δίστασε να τον ρωτήσει:
     «Τι σκέπτεσαι, πατέρα;».
     Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι ν’ απαντήσει, μα και η απάντησή του βγήκε με δισταγμό:
     «…Μωρέ να… Μου παρήγγειλε κάτι μέρες τώρα εκείνος ο ανιψιός μου, ο Αρίστος, ότι μπορεί να ερχόταν απόψε, με την Φωτεινή και τα παιδιά… Αλλά με τέτοιο καιρό, πού να ξεκινήσει;… Δεν είναι η βροχή μόνο… Είναι και το κρύο…».
     «Σώπα, πατέρα! Πού να ξεκινήσει με τέτοιον καιρό, δύο-δυόμισι ώρες δρόμο από το άλλο χωριό;».
     «Μωρέ, άλλο φοβάμαι εγώ. Μην ξεκινήσανε και τους έπιασε η βροχή στο δρόμο. Κατά πού να κάνουν; Μπροστά ή πίσω;…»
     Η Αντιγόνη προβληματίστηκε και μαζί της και όλοι οι άλλοι.
     «Και γιατί δεν μας είπες τίποτα, πατέρα, να έχω κάνει κουμάντο για περισσότερο φαΐ;… Να έχω φτιάξει και μια πίτα…».
     «Δεν σε φοβάμαι εσένα! Είσαι πολύ άξια κοπέλα και πάντα βγάζεις ασπροπρόσωπο το κονάκι μας!». Με λίγο φαΐ, μπορείς να φέρεις γύρω έναν ολόκληρο στρατό!...
     Χαμογέλασε ικανοποιημένη τώρα η Αντιγόνη, νοιώθοντας μια ακόμα επιβράβευση του πεθερού της,  μαζί με τις πολλές άλλες, μέσα κι έξω από το σπίτι, παρουσία της και απουσία της.
     Τα εγγόνια του μπάρμπα-Στέφανου κοιτάχτηκαν με νόημα στην κουβέντα του παππού με τη μητέρα τους, μα η χαρά που στιγμιαία ένοιωσαν, αμέσως σβήστηκε από τα πρόσωπά τους. Τι όμορφα περνούσαν μια-δυο φορές το χρόνο που ερχόταν ο θείος Αρίστος με τη θεία τη Φωτεινή και τις ξαδέρφες τους, την  Βιβή και τη Δώρα! Απόψε, όμως, το όνειρο αυτό έσβησε πολύ νωρίς.
     «Θ’ αργήσει λίγο το φαΐ, γιατί η κότα δεν είναι μικρή πουλακίδα να βράσει γρήγορα», ενημέρωσε την οικογένειά της και τους επισκέπτες της η Αντιγόνη.
     «Καλά, πότε πρόλαβες, μωρέ νύφη; Κανείς δεν σε πήραμε χαμπάρι!», σχολίασε ο μπάρμπα-Στέφανος.
     «Άξια κοπέλα η Αντιγόνη! Τυχερός ο Μιλτιάδης», συμπλήρωσε η θειά-Αριστέα.
     «Τυχεροί όλοι μας!», επιβεβαίωσε ο μπάρμπα-Στέφανος.
     «Δεν πειράζει κι αν αργήσει το φαΐ. Ίσα ίσα, θα έχουμε τον καιρό να κουβεντιάσουμε και να γνωριστούμε καλύτερα», είπε ο Σωκράτης.
     Η βροχή συνεχιζόταν αδιάκοπα κι ένα ακόμα κούτσουρο μπήκε στη φωτιά από το Μιλτιάδη, αφού το κρύο αγρίευε όσο προχωρούσε το βράδυ. Το γαύγισμα του σκυλιού, που είχε φωλιάσει στο χαλάκι της εξώπορτας, κάτω από το υπόστεγο, να προφυλαχτεί από το κρύο και τη βροχή, τους έκοψε απότομα την κουβέντα τους. Όλοι στο σπίτι που ήξεραν τη γλώσσα του αγαπημένου τους φύλακα, κατάλαβαν ότι τους ειδοποιούσε πως «κάποιος έρχεται». Αμέσως ο Μιλτιάδης βγήκε στην πόρτα και οι πρώτες οι ενθουσιώδεις φωνές χαράς με τα καλωσορίσματα ακούστηκαν καθαρά και σε όλους γύρω από το αναμμένο τζάκι.
     «Βρε, καλώς τους! Βρε, καλώς τους!...».
     Αμέσως  βγήκε στην πόρτα και η Αντιγόνη, που μετά το καλωσόρισμα, τις ζεστές αγκαλιές και τα φιλιά, βοήθησε τους νέους επισκέπτες να κλείσουν τις ομπρέλες τους και να βγάλουν από πάνω τους τα χοντρά μάλλινα ρούχα, που είχαν για αδιάβροχα. Χωρίς να χάσει καιρό κι ο Μιλτιάδης, ξεφόρτωσε τα ταγάρια τους από το γαϊδούρι και το πήρε να το δέσει στο κατώι, μαζί με το δικό τους και να του ρίξει σανό.
     Καλωσορίσματα, αγκαλιές και ασπασμοί, επιφωνήματα χαράς, ενθουσιασμού, μα και απορίας ακολούθησαν μέσα στο σπίτι, πώς πήραν την απόφαση να ξεκινήσουν από το χωριό τους με τέτοιο καιρό, μαζί με τις απαραίτητες συστάσεις για τους δύο άγνωστους επισκέπτες που είχαν πάει νωρίτερα. Τα παιδιά, τέσσερα μαζί τώρα, εκδήλωναν κι αυτά με χοροπηδήματα και με συνεχή σφιχταγκαλιάσματα τη χαρά τους.
     «Μωρέ, μπάρμπα, μας γέλασε ο καιρός. Ξεκινήσαμε και είχε ακόμα ήλιο. Για πότε συννέφιασε, για πότε έπιασε βροχή μετά τα μισά του δρόμου, ούτε που καταλάβαμε. Αλλά, χειμώνας είναι, μπέσα δεν έχει. Ευτυχώς, είχαμε πάρει μαζί μας και χοντρά ρούχα. Αυτά μας γλίτωσαν και από κρύο και από την πολλή βροχή… Δεν ήρθαμε και στη γιορτή σου, του αγίου Στεφάνου, που ερχόμαστε κάθε χρόνο και μας βάραινε αυτή η απουσία μας», ήταν η απάντηση του Αρίστου στο μπάρμπα-Στέφανο.
     Αμέσως η αμηχανία ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα του Σωκράτη και της Ελευθερίας και κοιταζόντουσαν ερευνητικά μεταξύ τους για το τι θα κάνουν, αφού ένοιωσαν πολύ άβολα, ως μακρινοί και ξένοι. Ο μπάρμπα-Στέφανος διάβασε αμέσως τα βλέμματά τους και τους είπε ορθά κοφτά, κοιτάζοντάς τους κατάματα, μία εκείνον, μία εκείνη:
     «Σωκράτη και Ελευθερία, καταλαβαίνω τι περνάει από το μυαλό σας. Δεν έχετε να πάτε πουθενά! Στο σπίτι μου μόνο ο οξαποδώ δεν χωράει! Αν κακοπεράσουμε, θα κακοπεράσουμε όλοι μαζί! Να ιδούμε πώς θα ξημερώσει ο Θεός την ημέρα και το πρωί βλέπετε τι θα κάνετε…».
     Το ξένο ζευγάρι κοιτάχτηκαν πρώτα κατάματα κάπως καθησυχασμένοι κι αμέσως τον ευχαρίστησαν, μα η αμηχανία δεν έφυγε από το πρόσωπό τους.
     Μικροί και μεγάλοι από τους τέσσερις νέους επισκέπτες, έβγαλαν τα βρεγμένα παπούτσια τους και τα ρούχα τους και φόρεσαν άλλα, ζεστά και καθαρά, που τους έδωσε η Αντιγόνη από τα μπαούλα κι άπλωσε τα βρεγμένα να στεγνώσουν. Μεγάλωσε η παρέα γύρω από το τζάκι, μεγάλωσε κι άλλο και η φωτιά, για να ζεσταθούν καλύτερα οι κρυωμένοι και ταλαιπωρημένοι που ήρθαν, όλοι σαν μια οικογένεια. Όσο κι αν οι παρατηρήσεις ήταν συνεχείς στα τέσσερα παιδιά να είναι φρόνιμα και να κάνουν ησυχία, για να ακούγονται οι κουβέντες των μεγάλων, εκείνα συχνά παραβίαζαν τον άγραφο εκείνο νόμο της ησυχίας των παιδιών, από τη χαρά τους που ξαναβρέθηκαν μαζί. Τα πολύ χαρούμενα συναισθήματά τους και τα γέλια τους δεν μπορούσαν να τα πνίξουν.
     Άξια πάντα η Αντιγόνη σε όλες της τις δουλειές, μέσα και έξω από σπίτι, όπως της είχε πει και λίγο πριν, αλλά και πολλές άλλες φορές ο πεθερός της, μα και αθόρυβη πάντα, έκοψε μικρότερους τους μεζέδες της κότας κι έριξε περισσότερο νερό και μετά χυλοπίτα στην κατσαρόλα, για να φτάσει να φάνε καλά όλοι.
     Σε νέα που έφερναν χαρές, αλλά και νέα που έφερναν λύπες, σε δουλειές που έγιναν, σε άλλες δουλειές που είχαν μείνει πίσω, σε δυσκολίες και ταλαιπωρίες του χειμώνα, στα ζωντανά που γεννούσαν περιστρέφονταν οι κουβέντες τους. Έδωσαν την ευκαιρία και στο Σωκράτη να μιλήσει για τις δικές του δουλειές, που για όλους τους άλλους ήταν άγνωστες. Μετά οι άντρες συνέχισαν με την ρευστή πολιτική κατάσταση της εποχής, αν και η ενημέρωση έφτανε σ’ αυτούς με έναν και δυο μήνες καθυστέρηση, από εφημερίδες χιλιοδιαβασμένες που έπεφταν στα χέρια τους, είτε από γνωστούς είτε τυχαία, ή από κάποιους που έρχονταν από τις πόλεις, αν και τα ταξίδια στην πόλη δεν ήταν καθόλου εύκολα μες το χειμώνα και μόνο λίγοι τα τολμούσαν.      
     Σαν το φαΐ ετοιμάστηκε και ήρθε και το κρασί στην αλουμινένια κανάτα από το βουτσί στο κατώι, στριμώχτηκαν λίγο όλοι γύρω από το τζάκι και η Αντιγόνη έφερε κι έβαλε το μεγάλο σοφρά. Έστρωσε επάνω κάτασπρο κεντημένο και καλοσιδερωμένο τραπεζομάντηλο κι έφερε ένα καρβέλι ψωμί, που οι συνήθειες όριζαν να το σταυρώνει με το μαχαίρι και να το κόβει ο πεθερός της.
     «Το είχα δει από χτες στο ψωμί, μόλις το έβγαλα από το φούρνο, ότι θα έχουμε μουσαφιραίους...», είπε με χαμόγελο η Αντιγόνη.
     «Το ’λέτε κι εσείς αυτό; Γιατί κι εμείς το ’ξετάζουμε», παρατήρησε η Ελευθερία κι αμέσως συνέχισε: «Αν βγάζοντας τα ταψιά από το φούρνο, πέσει κάρβουνο επάνω στο ψωμί, από το ψωμί αυτό θα φάει και ξένος».
    «Κι εμείς το λέμε! Πάντα το λέει και η μάνα μου και ποτέ δεν πέφτει έξω», απάντησε η Αντιγόνη.
     «Και βέβαια το λέμε και το παρατηρούμε», συμπλήρωσε και η θειά-Αριστέα.
     Ακολούθησε το σερβίρισμα. Πρώτα στον πεθερό της η νοικοκυρά, αμέσως μετά στους άντρες επισκέπτες, στην πεθερά της, στον άντρα της, στην Ελευθερία, στη Φωτεινή, στα παιδιά και τελευταία στον εαυτό της. Ύστερα από τη σύντομη προσευχή, σαν μουσική ακούγονταν τα τσουγκρίσματα των ποτηριών με το κρασί. Ξανά καλωσορίσματα χαράς, ξανά πλατιά χαμόγελα, μαζί με τις ευχές για τις γιορτές που πέρασαν, τα «χρόνια πολλά» στον μπάρμπα-Στέφανο και τον Αρίστο που γιόρταζαν και για τον καινούργιο χρόνο. Όχι απλά μια γιορτή, αλλά ένα πραγματικό πανηγύρι! Με τις πρώτες μπουκιές και τα παινέματα για την χρυσοχέρα νοικοκυρά και τα παρατεταμένα «μμμμμμμ» απόλαυσης απ’ όλους.
     Με την βοήθεια όλων των γυναικών μαζεύτηκε ο σοφράς μόλις απόφαγαν και ευχαρίστησαν το θεό για το γεμάτο τραπέζι τους, το «βασιλικό» φαγητό και για το πολύ ευχάριστο αντάμωμά τους. «Δόξα τω θεώ που γέμισε κόσμο το σπίτι μου», είπε και ο μπάρμπα-Στέφανος πολύ ευχαριστημένος.
     Οι άντρες συνέχισαν την κουβέντα τους. Οι γυναίκες έπλυναν τα πιάτα κι αμέσως μετά κατέβασαν ρούχα από το γιούκο. Το κρεβάτι του του Μιλτιάδη και της Αντιγόνης παραχωρήθηκε στον Αρίστο και στη Φωτεινή, παρά τις αντιρρήσεις τους να κοιμηθούν εκείνοι κάτω. Τα δυο παιδικά κρεβάτια, πλάι το ένα στο άλλο, στρώθηκαν για το Σωκράτη και την Ελευθερία, ενώ για το αντρόγυνο του σπιτιού ετοιμάστηκε στρωματσάδα στο πάτωμα και λίγο πιο δίπλα τους μια δεύτερη, για τα τέσσερα παιδιά.
     Πού να κοιμηθούν τα παιδιά! «Ψιλοκουβέντα», πειράγματα, τσιμπήματα και γαργαλήματα κάτω από τα ρούχα, μαζί με επιφωνήματα ευχάριστου πόνου και γέλια! Από τις συνεχείς αυστηρές παρατηρήσεις των μεγάλων, αργότερα σιώπησαν και βρέθηκαν όλα στην αγκαλιά του Μορφέα. Η βροχή ακουγόταν νανουριστικά στη σκεπή και η κούραση έφερε πολύ γρήγορα τον ύπνο στα μάτια και των μεγάλων.
     Το πρωί η βροχή είχε σταματήσει. Στα βουνά είχε ρίξει και φρέσκο χιόνι πάνω στο παλιό και ήταν κάτασπρα. Λίγα μόνο τα συννεφάκια στον ουρανό και ήλιος βγήκε λαμπερός πίσω από το βουνό, σκορπίζοντας ελπίδα κι αισιοδοξία. Πριν ακόμα σηκωθεί κάποιος άλλος από το κρεβάτι του, η Αντιγόνη είχε ανάψει μεγάλη φωτιά στο τζάκι, να ζεσταθούν όλοι μόλις ξυπνήσουν.
     Καθιερωμένη η ερώτηση του μπάρμπα-Στέφανου κάθε φορά που φιλοξενούσε μουσαφιραίους στο σπίτι του, αναμενόμενη και η απάντηση από εκείνους, που ήταν και πολύ καλή αμοιβή στο νοικοκύρη:     
     «Πώς κοιμηθήκατε απόψε;».
     «Καλύτερα από το σπίτι μας!».
------------------------------------
Εικόνα θέματος από το διαδίκτυο: Η φιλοξενία του Αβραάμ, η Αγία Τριάδα, υπό μορφή τριών Αγγέλων.
(https://kappadokis.eu/index.php?route=product/product&product_id=473)

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 7.2.2024

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Περί μπομπότας: Ιστορικά στοιχεία, χρήσεις, θρεπτική αξία, εύκολη και γρήγορη συνταγή παρασκευής


     Η μπομπότα είναι το ψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι. Το χρώμα του είναι κίτρινο, όπως κίτρινο είναι και το καλαμπόκι. Το γευόμαστε σήμερα, ενίοτε ως «είδος πολυτελείας» σε διάφορα αρτοσκευάσματα από το εμπόριο, με προσμίξεις και άλλων σιτηρών που του αλλοιώνουν τη γεύση του και καμία σχέση δεν έχει με το παραδοσιακό καλαμποκίσιο ψωμί. Η δε ονομασία, «μπομπότα», φαίνεται να είναι Βενετική (bobota - λεξικό Μπαμπινιώτη). Όσο για την ονομασία «καλαμπόκι», πιθανότατα η ρίζα της να προέρχεται από γειτονικές μας και όμορες χώρες.
     Αραβόσιτος η επιστημονική Ελληνική ονομασία του καλαμποκιού και στην καθομιλουμένη ως αραποσίτι, καλαμπόκι και ρόκα, ίσως και με άλλες ονομασίες, δηλώνει την προέλευσή του (αραβόσιτος=σίτος των Αράβων), αφού η καλλιέργειά του έγινε γνωστή στην Ελλάδα από τη βόρεια Αφρική, τον 17ο αιώνα. Η καταγωγή του, όμως, είναι πολύ παλαιότερη και καλλιεργήθηκε στην Αμερικανική Ήπειρο από τους Μάγια και τους Αζτέκους. Αλλά και σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν την μεγαλύτερη ετήσια παραγωγή παγκοσμίως. Σε περιοχές της χώρας μας που η ονομασία του καλαμποκιού έχει επικρατήσει ως «ρόκα», και το αλεύρι και το ψωμί λέγονται «ροκίσιο».
     Στην πολύ ταραγμένη και δύσκολη εποχή της γερμανικής κατοχής στη χώρα μας, η μπομπότα έσωσε πολύ κόσμο από την πείνα και το θάνατο. Αργότερα περιφρονήθηκε, ίσως επειδή θύμιζε τα δεινά των χρόνων αυτών. Εκτός από ψωμί, το καλαμποκάλευρο (μπομποτάλευρο) καταναλώθηκε εκείνη την εποχή και ως «χυλός, που έδινε καλύτερη αίσθηση κορεσμού, αφού και ως ποσότητα ήταν περισσότερη. Πολυτέλεια τότε και το πετιμέζι, ως γλυκαντικό στο χυλό, που τον έκανε πιο εύγευστο. Οι ανάγκες επιβίωσης και διατροφής, όμως, και η εύκολη καλλιέργειά του και η απόδοσή του, ανάγκαζαν πολλά φτωχά νοικοκυριά, ιδίως της υπαίθρου, να τρέφονται με μπομπότα και για αρκετά χρόνια ακόμα μετά την γερμανική κατοχή, ενώ το σιταρένιο ψωμί ήταν σπάνιο και μόνο «γιορτινό».
     Εκτός από την παραδοσιακή μπομπότα, και «χίλιες δυο» ακόμα οι χρήσεις του καλαμποκάλευρου στη μαγειρική και στη ζαχαροπλαστική. Πασίγνωστο το άνθος αραβοσίτου, το αραβοσιτέλαιο, η παραγωγή αμυλούχων προϊόντων, αλλά και ιδανική ζωοτροφή. Ζωοτροφή, επίσης, είναι και η καλαμιά του, αλλά και τα φύλλα του στο περιελθόν γέμιζαν τα στρώματα στα φτωχόσπιτα.
    Ποιος μπορεί να ξεχάσει την υπέροχη νοστιμιά τους, που πώς και πώς περιμέναμε ν’ αρχίζουν να ωριμάζουν το καλοκαίρι στο χωράφι, για να τα απολαύσουμε ψητά! Μα και σήμερα, «χρυσές δουλειές» κάνουν οι μικροπωλητές-ψήστες καλαμποκιού σε πλατείες, σε πολυσύχναστα στέκια και σε πανηγύρια.
     Για τη συγκομιδή του, που ήταν ένα πραγματικό πανηγύρι, μπορείτε να δείτε/διαβάσετε σε σχετικό άρθρο μου στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, ΕΔΩ.
     Αν και η μπομπότα έχει περιφρονηθεί και έχει χαρακτηριστεί «το ψωμί των φτωχών», οι επιστήμονες διαιτολόγοι-διατροφολόγοι επιμένουν ότι είναι μεγάλης διατροφικής αξίας και με σημαντικά οφέλη  για την υγεία. Το καλαμποκάλευρο μπορεί να δώσει και αλμυρή και γλυκιά γεύση, ανάλογα με τη συνταγή και τα υπόλοιπα συστατικά. Βρίσκεται στη βάση της Μεσογειακής Πυραμίδας Διατροφής και προτείνεται για συχνή κατανάλωση. Επίσης, η μπομπότα περιλαμβάνεται στον Οδηγό Υγιεινής Διατροφής του Υπουργείου Υγείας της Αυστραλίας σε μια από τις πέντε προτεινόμενες ομάδες τροφίμων. Είναι καλή πηγή φυτικών ινών, που βοηθούν στην καταπολέμηση της δυσκοιλιότητας και προσδίδουν κορεσμό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Περιέχει σε μεγάλο ποσοστό σύνθετους υδατάνθρακες με ισχυρή καρδιοπροστατευτική και αντιλιπιδαιμική δράση.
Έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και αλάτι, χωρίς να περιέχει χοληστερόλη. Ακόμα, έχει πληθώρα βιταμινών, κυρίως του συμπλέγματος Β, αντιοξειδωτικά, καροτενοειδή και φυλλικό οξύ. Περιέχει και πολλά μέταλλα και ιχνοστοιχεία, απαραίτητα για την υγεία, όπως ο σίδηρος και ο ψευδάργυρος.
     Η παραδοσιακή μπομπότα είναι δύο ειδών: Η «ανεβατή» και η «λειψή». Η ανεβατή ζυμώνεται με προζύμι και ζεστό νερό στην ειδική για το ζύμωμα ξύλινη σκάφη. Ειδικά το χειμώνα σκεπάζεται με χοντρά και ζεστά ρούχα σε ζεστό χώρο, π.χ. στο δωμάτιο που είναι το τζάκι, για ώρες, π.χ. όλη τη νύχτα μέχρι να «γίνει» (να φουσκώσει) και το πρωί την βάζουν στα ταψιά, για να ψηθεί στο φούρνο. Η λειψή (ελλιπής, χωρίς προζύμι), συνήθως είναι μικρής ποσότητας-ένα ταψί, για να καλυφθούν έκτακτες ανάγκες (π.χ. απρόσμενοι επισκέπτες στο σπίτι) και ψήνεται αμέσως μετά το ζύμωμα στη γάστρα. Είναι κι αυτή αρκετά νόστιμη και σχετικά αφράτη. Αξίζει να υπογραμμιστεί, ότι ζεστή μπομπότα με τυρί, είναι ένας άριστος συνδυασμός γεύσης και απόλαυσης!
     Η εφευρετικότητα κάθε νοικοκυράς, ανακαλύπτει κι άλλες εναλλακτικές μεθόδους παρασκευής της, καθόλου χρονοβόρες, χωρίς δυσκολίες και, προ πάντων, με εύγευστο αποτέλεσμα. Η συνταγή που ακολουθεί δεν θέλει ούτε ιδιαίτερη προετοιμασία, ούτε χρόνο για να γίνει. Διογκωτικό συστατικό της, που την κρατάει και αφράτη, η πασίγνωστη μαγειρική σόδα.
     Οδηγίες παρασκευής για ένα μεσαίο ταψί:
- Κοσκινίζουμε καθάριο καλαμποκίσιο αλεύρι, περίπου 1,5 κιλό.
- Προσθέτουμε στο αλεύρι 1 κουταλιά του γλυκού σόδα και το ανάλογο αλάτι.
- Το ζυμώνουμε με ζεστό νερό. Στο ζυμάρι προσθέσουμε και λίγο λάδι.
- Λαδώνουμε το (μεσαίο) ταψί, απλώνουμε μέσα το ζυμάρι και το ρίχνουμε στο φούρνο. Τόσο απλά!
  ------------------------------------------------
Πηγές:
-  Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ
-  Διαδίκτυο (Βικιπαίδεια)
-  Επιστημονική σύμβουλος: Αγγελική Νικ. Παπακωνσταντοπούλου, Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος Χαροκοπείου Πανεπιστήμιου Αθηνών, με Μεταπτυχιακό (MSc) στην Προαγωγή & Αγωγή της Υγείας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών-Τμήμα Ψυχολογίας ΕΚΠΑ και Τμήμα Δημόσιας & Κοινοτικής Υγείας ΠΑΔΑ.
 
Φωτογραφία ανάρτησης: Πρόσφατη παρασκευή πεντανόστιμης μπομπότας (με σόδα) στο χωριό μου, και δια χειρών της αδελφής μου Αθανασίας Καλογήρου-Παπακωνσταντοπούλου.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.2.2024

ΜΠΟΡΕΙ… (ποίημα, αφιερωμένο στη σύζυγό μου)

                                                   
   
                                         Μπορεί να σ' έφερε τ' αστέρι              
                                         που άκουσε κρυφή ευχή,
                                         μπορεί κι ευλογημένο χέρι,
                                         μπορεί και κάποια προσευχή.
 
                                         Μπορεί τ’ αλάθητο που ξέρει,
                                         και τα λουλούδια του αγρού,
                                         μπορεί το δροσερό αγέρι
                                         στο κάμα του καλοκαιριού.
 
                                         Μπορεί αόρατος προστάτης,
                                         μπορεί το βλέμμα της στιγμής. 
                                         Ίσως, ο δρόμος της αγάπης,
                                         το φως του ήλιου της αυγής.
 
                                         Μπορεί η μέρα η μεγάλη,
                                         η ανοιξιάτικη Λαμπρή.
                                         Μπορεί τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
                                         σε κάποια νύχτα μαγική.
 
                                         Ό,τι κι αν σ’ έφερε κοντά μου,
                                         από βαθιά ευχαριστώ.
                                         Ζεσταίνεις πάντα την καρδιά μου,
                                         συ, της ζωής μου φυλαχτό.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.10.2024






Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Βιβλιοπαρουσίαση: «ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ ΣΤΟ ΜΕΣΟΧΩΡΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΛΕΙΒΑΡΤΖΙ (1756)»

του καθηγητή κ. Στέλιου Μουζάκη, από τις εκδόσεις «Ηρόδοτος»


     Από τις πλέον ευχάριστες εκπλήξεις με την ανατολή του 2024 η πληροφορία που ήρθε μέσω διαδικτύου, για την έκδοση βιβλίου με θέμα τον ιστορικό ναό του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος στο χωριό μου, το ιστορικό Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων! Λίγες μέρες αργότερα, το εξόχως αξιόλογο αυτό έργο βρισκόταν στα χέρια μου και με πολλή λαχτάρα και υπερηφάνεια ρούφηξα απνευστί και όλο το «μεδούλι» από κάθε σελίδα του!
     Το σκέφθηκα πολύ πριν πιάσω το μολύβι να γράψω αυτή την πολύ σύντομη βιβλιοπαρουσίαση, γιατί είναι βέβαιο πως ό,τι κι αν γράψεις, ότι κι αν πεις γι’ αυτό το βιβλίο, είναι πολύ λίγο και σίγουρα θα το αδικήσεις. Το τολμώ, όμως, γιατί έστω και με αυτόν τον φτωχό τρόπο να πρέπει τιμηθούν και οι κόποι του συγγραφέως και το  πνευματικό αυτό έργο και να προβληθεί.
     Συγγραφέας του ο Βυζαντινολόγος-καθηγητής του ανοιχτού Πανεπιστημίου Κηφισιάς και φίλος του Λειβαρτζίου κύριος Στέλιος Μουζάκης. Μα μια ακόμα μεγάλη ευχάριστη έκπληξη προβάλει στο εξώφυλλο και με κεφαλαία: «ΜΕ ΤΗΝ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΟΥ ΛΕΙΒΑΡΤΙΝΟΥ ΕΥΠΑΤΡΙΔΗ ΔΗΜΗΤΡΗ Ι. ΜΥΛΩΝΑ», που δείχνει την αγάπη του με πολλούς τρόπους, και στο παρελθόν και τώρα στη γενέτειρα! Μελίρρυτος και γεμάτος αγάπη και για το έργο και για το χωριό και ο πρόλογος του καταξιωμένου προέδρου του Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας και αεικίνητου πατριδολάτρη κ. Παναγιώτη Φράγκου.
     Με πολλή επιστήμη ο καθηγητής κ. Μουζάκης αναφέρεται στις περισσότερες από 260 σελίδες του βιβλίου του, στην ιστορία του μνημείου, την αρχιτεκτονική, τις τοιχογραφίες και το τέμπλο, όπως προϊδεάζει και τον αναγνώστη από το εξώφυλλο. Η δομή των κεφαλαίων είναι τέτοια, που δεν μένει τίποτα «απέξω».
      Πέραν της πολύ ενδιαφέρουσας ιστορικής εξιστόρησης, εξόχως θαυμαστή και αξιοσημείωτη η μελέτη της εικονογράφησης στο βιβλίο, με ιδιαίτερη και λεπτομερή αναφορά, με επιστήμη πάντα σε κάθε εικόνα, εκθειάζοντας και την αγιογραφική τέχνη του εκ Νεζερών Καλαβρύτων «Αντωνίου», ο οποίος αγιογράφησε και τη Μονή Αγίας Τριάδος και το ιερό του αγίου Γεωργίου Λειβαρτζίου και μεταξύ των ετών 1751-1756 χειροτονήθηκε ιερέας. Ενδεικτικά και μόνο να παραθέσουμε την περιγραφή/μελέτη/ανάλυση στην τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου, σελ. 64-65-66:
     […]Χαμηλότερα, στον πεσσό ανάμεσα στα δύο ανοίγματα του βορινού τοίχου και πάνω σε δίχρωμο σκουρόχρωμο, μαύρο και ανοιχτό ερυθρόμελαν, δυστυχώς άσχημα επιχρωματισμένο κάμπο (φωτ. 13), εικονίζεται ο ΑΓΙΟς ΓΕΩΡΓΙΟς ο τροπαιοφόρος, έφιππος προς τα δεξιά να καρφώνει με το δόρυ του τον δράκοντα που έχει τυλίξει με την ουρά του τα πίσω πόδια του αλόγου, στο ανοιχτό του στόμα. Είναι πάνω σε άσπρο καλοσχεδιασμένο άλογο με δεμένη την ουρά, κόκκινα χαλινάρια και πλούσια υπποσκευή, όπου σταματώντας απότομα τον ελαφρό καλπασμό, έχει σηκωμένα τα μπροστινά του πόδια και το έντονο αψίθυμο βλέμμα του χαμηλά. […]Στην υπποσκευή του, ανοιχτή κόκκινη, διακρίνεται η διακοσμημένη σέλα με το υψηλό οπισθοκούρβιο που στερεώνεται με πλατύ έποχο, τα διπλά πλουμιστά προστερνίδια και οι αναβολείς χωρίς όμως πιεστικούς πτερνιστήρες. Στα καπούλια του αλόγου  κάθεται μεγαλόσωμος ο συνήθης νεαρός σκλάβος, με πορφυρούν χειριδωτό μακρύ ιμάτιο, μαύρα ψηλά υποδήματα, ενώ φέρει στην κεφαλή λευκόφαιο μικρό μαλακό φέσι με κόκκινη φούντα στην κορυφή. […]Ο εικονογραφικός αυτός τύπος ερμηνεύει την αποδιδόμενη στον Άγιο απελευθέρωση του παιδιού από την αιχμαλωσία. Για το λόγο αυτό ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος χαρακτηρίζεται ως “αιχμαλώτων ελευθερωτής”.  
     Ο Άγιος εικονίζεται με φωτοστέφανο, νέος, αγένειος, με βραχεία καστανή κόμη, στεφηφόρος, έχει μιαν ελαφρά κλίση του σώματός του προς τα αριστερά. Φέρει λευκόφαιο χειριδωτό χιτώνα και από πάνω καστανέρυθρο θώρακα με παραλληλόγραμμες πλάκες, διπλή σειρά από δερμάτινα πτερύγια στους ώμους  και τριπλή στη λεκάνη, ζώνη στο στήθος, σφιχτή ζώνη στη μέση και χλαμύδα κεραμόχρουν που έχει δεθεί στο στέρνο, ανεμίζουσα, «αναπετάριν», που αναπτύσσεται με πολλαπλές κυματώσεις πάνω από το σώμα του, καλύπτοντας μέρος από χώρο πάνω από την πυλίδα[…]. Με το δεξί χέρι υπερυψωμένο καρφώνει με το δόρυ τον δράκοντα στο στόμα όπου εξέχουν πελώρια δόντια, ενώ με το αριστερό κρατά τα χαλινάρια του αλόγου. Δεν φαίνεται να κρατά την συνήθη ασπίδα. Χαμηλά στον σκοτεινό κάμπο κείται ο δράκοντας αρκετά μεγάλος, με ερυθρόχρουν φολιδωτό δέρμα[…] ενώ συστρέφεται έχοντας το στόμα ανοιχτό, προς τον άγιο. Ψηλότερα, δεξιά, μέσα από νεφέλη με ακτίνες εξέρχεται η Χ(ΕΙ)Ρ Κ(ΥΡΙ)ΟΥ φέρουσα κεραμόχρουν χειρίδα, να τον ευλογεί[…].
     Το βιβλίο περιλαμβάνει και πολλά σκαριφήματα του ναού, επιγραφές και συντομογραφίες τοιχογραφιών. Στις σελίδες 207-235 παρατίθεται πολύ πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την αγιογράφηση. Μεταξύ των φωτογραφιών αυτών και η «Επιγραφή Ανιστόρησης».
     Ο κύριος Μουζάκης αναφέρεται ακόμα, και τιμά με αναφορά του αυτή, και όλες τις πηγές που άντλησε πληροφορίες για τη συγγραφή του βιβλίου του, καθώς και όλες εκείνες τις πηγές που τον ενέπνευσαν γι’ αυτή τη δημιουργία του. Και θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι ο ίδιος έχει προσφέρει πολύ μεγάλο αριθμό βιβλίων, περί τα 1000(!), στη βιβλιοθήκη «Θεόδωρος Κωνσταντίνου», που στεγάζεται στο Δημοτικό Σχολείο Λειβαρτζίου – νυν «Κέντρο Λαογραφίας και Λειβαρζινής Παράδοσης» (ΚΕ.ΛΑ.ΛΕΙ.ΠΑ.)
     Με ιδιαιτέρως τιμητικά λόγια εκφράζεται ο συγγραφέας σε πολλά σημεία του βιβλίου του και για το Λειβάρτζι. Ενδεικτικά και εδώ, παραθέτουμε την τελευταία παράγραφο από τον  επίλογό του, σελ. 179: «Τελικά ο ναός του Αγίου Θεοδώρου αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τοπικό μνημείο, απόδειξης όχι μόνο της θρησκευτικότητας και της αντοχής των Λειβαρτζινών απέναντι στις αντιξοότητες των εποχών, αλλά και ένας κατ’ εξοχήν χώρος ενδυνάμωσης της πίστης όσο και του εθνικού φρονήματος».
     Να σημειώσουμε, τέλος, ότι οι εισπράξεις από την διανομή του βιβλίου ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ ΣΤΟ ΜΕΣΟΧΩΡΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΛΕΙΒΑΡΤΖΙ (1756)», με μέριμνα του αεικίνητου Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας, θα χρηματοδοτήσουν ένα άλλο βιβλίο, για την ιστορική Μονή Αγίας Τριάδος Λειβαρτζίου, για το οποίο ο κ. Μουζάκης εργάζεται εντατικά και άοκνα.
     Εξόχως θερμές οι ευχαριστίες μας στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, στην Βυζαντινή Υπηρεσία Αρχαιοτήτων, στον Σύλλογο Λειβαρτζινών Αθηνών, καθώς και στον συγχωριανό μας χορηγό του βιβλίου κ. Δημήτρη Μυλωνά.
     Με τις λέξεις «τύχη αγαθή», ξεκινάτε την εισαγωγή του περισπούδαστου βιβλίου σας, καθηγητά Κύριε Στέλιο Μουζάκη! «Τύχη αγαθή» και για το Λειβάρτζι! ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ για την αγάπη σας στο ιστορικό κεφαλοχώρι μας και για την αφιλοκερδή και ανεκτίμητη αυτή προσφορά σας!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 25.1.2024

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Το παράπονο και η ελπίδα των βουνών

 (Από την ποιητική μου συλλογή ΕΜΜΕΤΡΑ», 2008)

Καλοκαίρι: Αγνάντεμα από τα Λειβαρτζινά βουνά, με την ανατολή του ηλίου!
                             
                                  Δύο βουνά γειτονικά και πυκνοδασωμένα
                                  τα πήρα το παράπονο και στέκουν λυπημένα:
                                - Καλά είναι τ’ αγρίμια μας, τα ’λάφια, τα ζαρκάδια
                                  καλά και τ’ άλλα ζωντανά που βγαίνουνε τα βράδια.
                                  Καλά και τα πετούμενα, οι γύπες, τα γεράκια,
                                  σταυραετοί περήφανοι που κατοικούν στα βράχια.
                                  Οι στράτες όμως κλείσανε, οι δρόμοι δεν περνάνε,
                                  οι άνθρωποι εφύγανε, στις πολιτείες πάνε.
                                  Παλιά βελάζαν πρόβατα, ακούονταν κουδούνια,
                                  γίδια σε βράχια κοφτερά ανέβαιναν, μιλιούνια.
                                  Με τέχνη τσοπανόπουλα, σαν μάζευε η μέρα,
                                  στα καταράχια παίζανε γλυκόλαλη φλογέρα.
                                  Οι βοσκοπούλες έρχονταν κρυφά να ’ρωτευτούνε,
                                  στον κρυφαγαπημένο του λόγια κλεφτά να πούνε.
                                  Του φέρνανε ζεστό ψωμί δεμένο στο μεσάλι
                                  και του φιλιού του βιαστικού ενοιώθανε τη ζάλη.
                                  Στα γρέκια μαζευότανε παρέα ζηλεμένη,
                                  τραγούδαγαν και χόρευαν, πάντα ευτυχισμένοι.
                                  Τώρα τα πλάγια ρήμαξαν, οι ράχες μουγκαθήκαν,
                                  λίγα κουδούνια ακούγονται και οι χαρές χαθήκαν.
                                  Το άλλο βουνό εστέναξε! Άκουγε, δε μιλιόταν!
                                  τους κάμπους κάτω κοίταξε, την πόλη καταργιόταν:
                                - Τον κόσμο μας πλανέψατε, πήρατε τις χαρές μας!
                                   ποτέ σας δε θα νοιώσετε τις χάρες τις δικές μας!
                                   Άκουσε την κουβέντα τους κι ο ήλιος πριν να δύσει,
                                   νοιώθει ψηλά τη μοναξιά, γυρνά να τους μιλήσει:
                                 - Όλο τον κόσμο που γυρνώ, εκεί που ταξιδεύω,
                                   βλέπω να μην πολυμιλούν. Τις σκέψεις τους μαζεύω.
                                   Στις πόλεις μπερδευτήκανε, εκεί δε γνωριζόνται,
                                   πολλά καλά αποκτήσανε, όμως δε φχαριστιώνται!
                                   Το γέλιο τους εχάσανε, θαρρώ θα δυστυχήσουν!
                                   Λέτε να το ξανασκεφτούν και να ξαναγυρίσουν;
                                   Και τα βουνά κοιτάχτηκαν και πήραν μια ανάσα!
                                   Στο λιόγερμα τα’ αποψινό, κρυφά χαμογελάσαν!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

Ξύλο με την παντόφλα: Σύγχρονος, αλλά και αρχαίος τρόπος σωφρονισμού!


     Είδος πρόχειρης, ευτελούς αξίας και εύχρηστης υπόδησης για μέσα στο σπίτι και την αυλή η παντόφλα, ή κατ’ άλλους παντούφλα και παντόφολα, πολλοί εξ ημών έχουμε «δοκιμάσει» το ξύλο της! Κι αν δεν έχουμε «δοκιμάσει» το ξύλο της, έχουμε δεχθεί την απειλή του στις διάφορες σκανταλιές μας. Ίσως ήταν/είναι το πιο εύκολο μέσο που μπορεί να χρησιμοποιήσει στην κατάλληλη στιγμή η μητέρα, η γιαγιά ή η θεία για ξυλοδαρμό, είτε για «χάδι», είτε για κάτι πολύ περισσότερο. Σε παλαιότερες εποχές, μάλιστα, που η λαστιχένια παντόφλα ήταν πολύ πιο διαδεδομένη, τα πράγματα δεν ήταν και τόσο απλά, γιατί το λάστιχο πονάει! Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, που πολλά «προσφερόμενα» προς ξυλοδαρμό μέρη του σώματος είναι ακάλυπτα ή καλύπτονται με ελαφρύ ρουχισμό, η αίσθηση του πόνου ήταν πολύ πιο έντονη!
     Αν και η τιμωρία δεν έφτανε πάντα μέχρι τον ξυλοδαρμό, οι προειδοποιήσεις και οι απειλές ήταν το ίδιο ή και περισσότερο συνηθισμένες: «Θα στις βρέξω με την παντό(φο)λα», «θα τις φας με την παντό(φο)λα», «θα φας παντοφλιά», «παντόφλα που σου χρειάζεται», και άλλες ακόμα, που έχουν την έννοια της «βρεγμένης σανίδας». Στην περίπτωση που το παιδί «θύμα» είναι σε κάποια απόσταση από την μητέρα/θεία/γιαγιά «θύτης», η παντόφλα γίνεται «πεταχτή» (του πέταξε παντόφλα). Ακόμη, η φράση «θα πέσει παντόφλα», λέγεται μεταφορικά για τον σύζυγο, που απειλείται από την επίπληξη της γυναίκα του για κάποιο πονηρό παραστράτημά του, ή κάποια αδέξια κίνησή του, κάποια παράλειψή του κλπ.
     Όμως, ούτε η απειλή, ούτε και ο ίδιος ο ξυλοδαρμός με την παντόφλα, η οποία είναι και ένας από τους αρχαιότερους τύπους υποδήματος, είναι κάτι «καινούργιο». Σε αρχαίες παραστάσεις αγαλμάτων, αγγείων αλλά και άλλων αντικειμένων -π.χ. αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας, αρχαιολογικό μουσείο του Τάραντα-, βλέπουμε την θεά Αφροδίτη με το σανδάλι στο χέρι σε στάση απειλής. Στην παράσταση απεικονίζεται ο τραγοπόδαρος θεός Πάνας να πλησιάζει την θεά με ερωτικό σκοπό. Η ευχάριστη, θα λέγαμε, έκφραση του προσώπου της Αφροδίτης, φαίνεται να συνηγορεί προς τούτο, όμως ο  απείθαρχος γιος της, ο Έρωτας, θεός της ερωτικής επιθυμίας, προσπαθεί να τον απομακρύνει, ωθώντας τον από τα κέρατα. Κατά κάποιες ερμηνείες η θεά με το σανδάλι στο χέρι επιδιώκει ή προσποιείται να απομακρύνει τον Πάνα, ενώ κατ’ άλλες ερμηνείες προσπαθεί να απομακρύνει τον Έρωτα.   
Αφροδίτη, Πάνας και Έρωτας
(Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών-πηγή Βικιπαίδεια)

     Εκτός από την παράσταση της Αφροδίτης, και άλλες ακόμα πηγές μας βεβαιώνουν πως η «παντόφλα» ήταν και αρχαίος τρόπος σωφρονισμού, π.χ. από δάσκαλο σε μαθητή.
 
Λαογραφικές και άλλες εκδοχές
 
     Θέση έχει η παντόφλα και στη λαογραφία μας: Η παροιμία που λέγεται για την προτίμηση των εγχώριων προϊόντων, αναφερόμενη ειδικά στην επιλογή συζύγου, «παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο», λέγεται και «παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και παντόφλα». Επίσης, η ακατάστατη προσωρινή ή όχι εναπόθεση των παντοφλών και γενικά των υποδημάτων σε κάποιο μέρος, και ειδικά αν είναι ανάποδα, για ορισμένους θεωρείται γρουσουζιά ή και ότι «μουντζώνουν το Θεό». Κι ακόμα, η φράση «την έφαγε την παντόφλα», που εδώ έχει την έννοια του ψέματος (το έφαγε/το πίστεψε το ψέμα).
     Παλαιότερα το χιλιάρικο είχε και την κωδική ονομασία «παντόφλα», στη συνθηματική γλώσσα. Τότε που η αξία του συγκεκριμένου χαρτονομίσματος ήταν πολύ υπολογίσιμη και δινόταν για «μπροστάντζα» (καπάρο/προκαταβολή), συνηθιζόταν και με αυτή την ονομασία. «Παντόφλα» στη «μάγκικη» γλώσσα λεγόταν και το πορτοφόλι και οι «πορτοφολάδες» «παντοφ(ο)λάδες». Γνωστοί, άλλωστε, και οι στίχοι του «μάγκικου» τραγουδιού, «κάτω στα λεμονάδικα»:
«Εμείς τρώμε τα λάχανα,
τσιμπούμε τις παντόφλες,
για να μάς βλέπουν τακτικά
της φυλακής οι πόρτες»
     Στη γλώσσα των θαλασσινών, «παντόφλες» έχουν επικρατήσει να λέγονται και τα ρηχά ανοιχτά πλοία, τα γνωστά και ως «φέρυ μποτ», αλλά και τα μικρά αποβατικά.
     Με τον ίδιο όρο («παντόφλα») ενέπαιζαν ορισμένοι νεαροί συνομηλίκους τους, που είχαν μεγάλου μεγέθους κινητά, στις πρώτες εκδόσεις του προϊόντος αυτού της σύγχρονης τεχνολογίας.
     Αν και σήμερα οι παντόφλες, και ειδικά οι γυναικείες, διακοσμούνται με διάφορα κεντήματα, στο παρελθόν τις διακοσμούσαν περίτεχνα οι ίδιες οι γυναίκες, αφού οι αυτές τις κατασκεύαζαν.
-----------------------------------------
Πηγές:
-  Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
-  Διαδίκτυο
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 20.1.2024

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

Βιβλιοπαρουσίαση: ΔΩΔΩΝΗ ΙΕΡΟ, ΜΑΝΤΕΙΟ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ, της Αρχαιολόγου Κωνσταντίνας Ζήδρου


     Γνωστή για την επιστημονική και συγγραφική της πληρότητα η αρχαιολόγος και υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Κωνσταντίνα Ζήδρου, προσθέτει ένα ακόμα πολύ αξιόλογο έργο της στη σωρεία του πνευματικού ενεργητικού της. Πρόκειται για το βιβλίο «ΔΩΔΩΝΗ ΙΕΡΟ, ΜΑΝΤΕΙΟ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ», που εξέδωσε πρόσφατα το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών. Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πόνημα, το οποίο ταξιδεύει τον αναγνώστη στον ιερό και ιστορικό χώρο της Αρχαίας Δωδώνης.
     Τόπος λατρείας του Δία, αλλά και άλλων θεών η Δωδώνη, εκεί και το αρχαιότερο Μαντείο της Αρχαίας Ελλάδας. Πολλές οι μεγάλες προσωπικότητες της εποχής που ζήτησαν τους χρησμούς της ιερής βελανιδιάς, πολλοί και οι μεταγενέστεροι ερευνητές που αναζήτησαν στοιχεία της αίγλης του και της ακμής του και πολλοί εκείνοι που θα ακολουθήσουν.
    Πραγματικά ιλιγγιώδης ο αριθμός των ιστορικών πηγών που επικαλείται η αρχαιολόγος και συγγραφέας και τεκμηριώνει το έργο της, αφήνει τον αναγνώστη εκστατικό. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ακόμα, ότι το βιβλίο αυτό της αγαπητής Κωνσταντίνας Ζήδρου, συμπλήρωσε και συνόδεψε την ξενάγηση  του πολύ μεγάλου αριθμού επισκεπτών στην ομαδική έκθεση «Δία, μ’ ακούς;», στον εκθεσιακό πολυχώρο του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ιωαννιτών «Δ. Χατζής», από 27 Νοεμβρίου έως και 13 Δεκεμβρίου 2023. Η έκθεση περιελάμβανε έργα ζωγραφικής, φωτογραφίες, βίντεο και κείμενα. Συμμετείχαν: Μαρία Βλάχου, Χρόνης Δρούγιας, Χάρης Μπινώλης, Σπύρος Μπουκουβάλας, Νίκη Ράτσικα, Παύλος Σπουρέλας, Άννα Μπουκουβάλα, Απόστολος Τσόλας και η αρχαιολόγος και συγγραφέας Κωνσταντίνα Ζήδρου, με θέμα, τι άλλο, την Αρχαία Δωδώνη.
     Σημειώνει χαρακτηριστικά η συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου της «ΔΩΔΩΝΗ ΙΕΡΟ, ΜΑΝΤΕΙΟ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ»: «Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση του ιερού της Δωδώνης με τρόπο σύντομο και σαφή, ώστε να καταστεί ξεκάθαρη και δυνατή η λειτουργία του, η μορφή του, η εξέλιξή του, η θέση και η σημασία του, σε κάθε περίοδο, για την Ήπειρο, και την Ελλάδα γενικότερα, αλλά και να καταδειχθεί η πληθώρα των αρχαιολογικών θησαυρών, που έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στα ιερά χώματά του».
     Κλείνοντας αυτή τη σύντομη βιβλιοπαρουσίαση, θέλω: 1. Να βεβαιώσω την αρχαιολόγο, συγγραφέα και φίλη Κωνσταντίνα Ζήδρου, ότι πράγματι ο σκοπός της αυτός επιτυγχάνεται με τον καλύτερο τρόπο. 2. Να την ευχαριστήσω για το πολύ όμορφο ταξίδι που μου προσέφερε στο χώρο και στο χρόνο, αφιερώνοντάς μου το βιβλίο της. 3. Να τη συγχαρώ ολόθερμα για το βιβλίο της, καθώς και για το εν γένει έργο της, και να της ευχηθώ σύντομα να κρατάει στα χέρια της τον διδακτορικό της τίτλο, τον οποίο θα λάβει επαξιότατα!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 17.1.2024