Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Τα πορτοκάλια της αγάπης (βιωματικό διήγημα, αφιερωμένο στη μνήμη του αξέχαστου Γιάννη Καζαζάκη)

Σύντομος πρόλογος

     Η μικρή και πέρα για πέρα αληθινή βιωματική ιστορία αυτή, ίσως μπορεί να διδάξει εκείνους που στη σημερινή εποχή θεωρούν πολλά πράγματα εύκολα και δεδομένα, νομίζουν ότι πάντα ήταν έτσι. Μόλις λίγες δεκαετίες πριν, πολλά από τα εύκολα και δεδομένα σήμερα, μπορεί και να ήταν όχι μόνο αδύνατα, αλλά και αδιανόητα. Και μαζί μ’ αυτό, το διήγημα αναμφισβήτητα καταδεικνύει και την πατρική αγάπη ανθρώπων που δεν έχουν καμία σχέση με τους φυσικούς γονείς, όμως το ήθος τους και η προσφορά τους τούς έχει καταγράψει στη συνείδηση πολλών ως γονείς!
***
     Ήταν τις πρώτες μέρες της σχολικής χρονιάς στο χωριό μου, το Λειβάρτζι του δήμου Καλαβρύτων, το 1968. Την ώρα που σχολάγαμε το μεσημέρι, δύο στρατιωτικά αυτοκίνητα, ένα μεγάλο κι ένα μικρότερο, ανέβαιναν στο προς κέντρο του χωριού. Όλο το «τσούρμο» παιδιών που επιστρέφαμε στα σπίτια μας, κάναμε την ίδια σκέψη, κοιτάζοντάς τα με δέος: Ότι θα φέρνουν σχολικά συσσίτια στα μαγειρεία, όπως είχε γίνει και άλλες φορές την προηγούμενη χρονιά.
     Την άλλη μέρα, μας περίμενε κάτι πρωτόγνωρο στο σχολείο: Οι δάσκαλοι μας «μοίρασαν» βιβλία! Ήταν τα πρώτα σχολικά βιβλία της δωρεάν παιδείας που έφταναν στο χωριό μας και στα χέρια μας! Οι οδηγίες των δασκάλων μας ήταν σαφείς: Να τα ντύσουμε και να προσέχουμε, γιατί στο τέλος της χρονιά θα να παραδώσουμε για τους μικρότερους μαθητές.
     Την άλλη μέρα, ξεκινήσαμε για το σχολείο πολύ πρωί με την αδελφή  μου την Αθανασία, «Σούλα» για όλους μας από τη στιγμή που βαπτίστηκε, τετάρτη δημοτικού εγώ και πρώτη εκείνη. Έπρεπε να έχουμε αρκετή ώρα στη διάθεσή μας, να περάσουμε από το «μαγαζί του Καζαζάκη» - καφεπαντοπωλείο, να πάρουμε «ντύματα» να τα ντύσουμε.
     Το ντύσιμο των βιβλίων ήταν μια πραγματική τέχνη, που έπρεπε να γίνει με λεπτομέρεια, επιμέλεια και ακριβείς κινήσεις, ώστε να είναι και ευπαρουσίαστο και να μείνει έτσι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. (Περισσότερα για το ντύσιμο των βιβλίων μπορείτε να δείτε σε άλλο άρθρο μου, «πατώντας» ΕΔΩ).
     Ο «μπάρμπα-Γιάννης ο Καζαζάκης», -με το όνομα αυτό τον αναφέραμε στους διαλόγους μεταξύ μας όλα τα παιδιά-, ήταν ένας καλοκάγαθος, πολύ ευσυνείδητος επαγγελματίας, ιδιαίτερα φιλήσυχος και πολύ αγαπητός απ’ όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο του χωριού μας, αλλά και των γύρω χωριών. Στο έμπα του χωριού το μαγαζί του, εύρισκες πάντα εκεί «ό,τι ήθελες», μα προπάντων την αγάπη του, την προθυμία του και την ευαισθησία του.
     Μόλις είχε ανοίξει εκείνο το πρωί. Ζητήσαμε «ντύματα», καθίσαμε με την αδελφή μου σ’ ένα τραπεζάκι του καφενείου κι επιδοθήκαμε στο ντύσιμο των βιβλίων μας, για να είμαστε έτοιμοι και να έχουμε φτάσει στο σχολείο την ώρα που θα χτυπούσε το κουδούνι για το πρώτο μάθημα.
     Άλλος πελάτης ή θαμώνας δεν υπήρχε εκείνη την ώρα μέσα στο μαγαζί. Ο μπάρμπα-Γιάννης σιγοσφύριζε κάποιο τραγούδι φτιάχνοντας τον καφέ του κι έκατσε σ’ ένα τραπεζάκι κάπως κοντά μας, να τον απολαύσει. Από εκεί μας έκανε κάποιες ερωτήσεις σχετικά με τους νέους δασκάλους που ήρθαν στο σχολείο μας με την ευχή «καλή χρονιά»...
     Για μια στιγμή, πήγε το μάτι μου σ’ ένα σακί γεμάτο πορτοκάλια, που είχε σε μια γωνία του μαγαζιού του. Προφανώς τα είχε πάρει από κάποιον πλανόδιο μανάβη που πέρασε την προηγούμενη μέρα, αφού ήταν γεμάτο κι ακόμα δεμένο στην κορυφή του. Από εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου δεν ξεκολλούσαν από εκεί, αλλά πάντα οι ματιές μου ήταν πολύ διακριτικές και προσεγμένες. Δεν ήθελα με τίποτα να καταλάβει ο μπάρμπα-Γιάννης τη λαχτάρα μου για ένα πορτοκάλι!
Επάνω: Σε χιονισμένο τοπίο το πλακοσκέπαστο τότε μαγαζί του αξέχαστου "μπάρμπα-Γιάννη" στο Λειβάρτζι, αλλά στην ακμή του!
(Φωτογραφία της δεκαετίας του 1960 ή και νωρίτερα. Άγνωστο ακόμα το ηλεκτρικό ρεύμα,
άγνωστοι και οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι στο χωριό.
Πηγή: Λεύκωμα του Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας, 
"Το Λειβάρτζι χτες και σήμερα", έκδοση του Συλλόγου - 2005.  
Κάτω: Φθινόπωρο στο Λειβάρτζι (πρόσφατη φωτογραφία),
φθινόπωρο και στη καρδιά του ανακαινισμένου μεν, έρημου δε μαγαζιού του μπάρμπα-Γιάννη.
Πηγή: Ρούλα Νικολούλη-Καζαζάκη

     Είδος πολυτελείας για το χωριό μας τα πορτοκάλια, αφού οι πορτοκαλιές μάς ήταν άγνωστες. Δεν ευδοκιμούσαν εκεί, λόγω του ορεινού κλίματος. Κάποιοι, λίγο «ψαγμένοι», που έφεραν φυτώριο να πειραματιστούν, το αποτέλεσμα ήταν «άδικος κόπος».
     Τα πορτοκάλια στο σακί, είδε και η αδελφή μου. Έσκυψε στο αυτί μου και μου είπε ψιθυριστά, σε μια στιγμή που ο μπάρμπα-Γιάννης είχε βγει για λίγο έξω, να ταχτοποιήσει τα τραπέζια του καφενείου του, για την υποδοχή των πρώτων του πελατών στην αυλή:
     «Νίκο, πες του να μας δώσει ένα πορτοκάλι…»!
     Ένοιωσα τη λαχτάρα της περισσότερο από τη δική μου! Όμως, πώς; Έσκυψα κι εγώ στο αυτί της:
     «Σσσς! Δεν έχουμε λεφτά!», της απάντησε πάλι ψιθυριστά.
     Έμεινε στη θέση της παραπονεμένη και με τα χειλάκια σουρφωμένα, αλλά τα μάτια της δεν έφευγαν καθόλου από το «μαύρο χαβιάρι» μέσα στο σακί.
     Γυρνώντας ο μπάρμπα-Γιάννης πάλι μέσα στο μαγαζί του, πήγε κι άνοιξε το σακί κι ανακάτευε τα πορτοκάλια σιγοτραγουδώντας πάλι. Δεν ξέρω αν διάβασε τη λαχτάρα στα μάτια μας για «ένα πορτοκάλι», αλλά παρατηρώντας τον διακριτικά πάντα, είδα ότι διάλεξε δύο από τα καλύτερα! Τα κράταγε το ένα στο ένα χέρι και το άλλο στο άλλο και ήρθε μπροστά μας!
     «Ελάτε να σας φιλέψω από ένα πορτοκάλι», μας είπε, και άπλωσε τα χέρια του να μας τα δώσει!
     «Ευχαριστούμε πολύ!», είπαμε, απλώνοντας δειλά τα χέρια να τα πάρουμε και η ευτυχία μας εκείνη δεν είχε προηγούμενο! Σίγουρα μεγαλύτερη κι «από τον πρώτο λαχνό του κρατικού λαχείου»!
     Βάλαμε με προσοχή στην τσάντα μας τα πανάκριβα δώρα της αγάπης του μπάρμπα-Γιάννη. Περιμέναμε με ανείπωτη τη λαχτάρα να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα, να απολαύσουμε το δυσεύρετο εκείνο «χαβιάρι»!
     «Θα μοιραστούμε το ένα! Το άλλο θα το πάμε σπίτι, για τους γονείς μας και τους παππούδες μας!», είπα στην αδελφή μου, μόλις βγήκαμε διάλειμμα κι έτσι έγινε. Μα μόλις τα δώσαμε στη μητέρα μας, εκείνη χαμογέλασε, μας φίλησε και μας χάιδεψε στο κεφάλι, με τα λόγια:
     «Αυτά είναι δικά σας! Εσείς τα έχετε πιο πολύ ανάγκη, για να μεγαλώσετε»!
     Και δεν ήταν μόνο αυτός ο μπάρμπα-Γιάννης! Τί να πρωτοθυμηθώ… Που μας συμβούλευε να μη γυρίζουμε άσκοπα και να μην παίζουμε μέχρι αργά, για να μένουμε σπίτι μας να διαβάσουμε; Που μας μάλωνε, να μην σκοτώνουμε τα πουλιά με τις σφεντόνες; Που με τα μικροψώνια μας, τα τετράδια και τα μολύβια, μας έδινε κι από μια καραμέλα; Ή μήπως που στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του όταν γυρνούσαμε από το σχολείο κι έβρεχε πολύ, καλώντας μας να μπούμε μέσα, μέχρι να σταματήσει η βροχή!
     Αχ, μπάρμπα-Γιάννη, πατέρα όλων μας! Πήραν πολλοί μετά από σένα το μαγαζί σου στο χωριό, μα η αγάπη σου και η απέραντη καλοσύνη σου, έχουν αφήσει το όνομά σου ανεξίτηλα εκεί! Και σήμερα που παραμένει κλειστό για χρόνια, το τοπωνύμιο «στου Καζαζάκη» παραμένει και θα παραμένει για πάντα, αν και το οίκημα δεν ήταν ποτέ δικό σου!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 21.9.2026

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Η λαϊκή φράση «έχει νέφτι στον κ--ο»: Η προέλευσή της και η αλληγορική σημασία της (λαογραφική καταγραφή)

 

     Το νέφτι ή ο νέφτης, κατ’ άλλους, που πρόκειται για λανθασμένη διατύπωση, είναι ελαιώδες, μη πτητικό και εύφλεκτο υγρό, που χρησιμοποιείται κατά κύριον λόγον ως διαλύτης ελαιωδών χρωμάτων, της γνωστής λαδομπογιάς. Η επαφή του με το δέρμα μπορεί να προκαλέσει πόνο, μέχρι και έγκαυμα, ενώ η επαφή του σε βλεννογόνο ή σε ανοιχτό τραύμα προκαλεί οπωσδήποτε πολύ δυνατό πόνο, σαν να «καίει».
     Η φράση «έχει νέφτι στον κώλο», ή «του βάλανε νέφτι στον κώλο» ή απλά «του βάλανε νέφτι», υπονοώντας στο βλεννογόνο του πρωκτού, έχει προέλθει από τα ιπποειδή ζώα, κυρίως από τα συμπαθέστατα γαϊδουράκια. Παλαιότερα, που τα αξιαγάπητα αυτά τετράποδα ήταν πολύ διαδεδομένα για τις ανάγκες του ανθρώπου, ήταν διαδεδομένη και η αγοραπωλησία τους και η ανταλλαγή τους. Όπως και σήμερα ανταλλάσσουμε ένα αυτοκίνητο για άλλο καλύτερο, το ίδιο γινόταν τότε και με τα ζώα. Την μεγαλύτερη διακίνηση την έκαναν συνήθως οι τσιγγάνοι, ιδίως στις εμπορο-ζωοπανηγύρεις, αλλά και κάθε στιγμή του χρόνου μπορούσε να γίνει μια τέτοια συναλλαγή/ανταλλαγή και από τον οποιονδήποτε. Τα γέρικα γαϊδουράκια, λοιπόν, που οι δυνάμεις τους είχαν αρχίσει να τα εγκαταλείπουν, τα έπαιρναν οι μεσάζοντες «μπιρ-παρά» και τους έκαναν την απαιτούμενη «περιποίηση», νια μα μπορέσουν να τα μοσχοπουλήσουν εύκολα. Το «ρετουσάρισμα» - η  περιποίηση αυτή, συνήθως περιλάμβανε κάποιο κούρεμα, αν χρειαζόταν, ίσως και βάψιμο του τριχώματος! Μπορεί ακόμα να περιλάμβανε και καθαρισμό ή τρόχισμα των δοντιών, να μην φαίνεται η μαυρίλα τους, που ήταν ένδειξη μεγάλης ηλικίας! Συνήθως οι μεσάζοντες ήταν τσιγγάνοι, όπως ειπώθηκε, και χωρίς αυτό να είναι νόμος. Μπορούσε να το κάνει και ο οποιοσδήποτε ήθελε να ξεφορτωθεί ένα γέρικο γαϊδουράκι, αλλά και να εξασφαλίσει κάποιο καλό οικονομικό όφελος μαζί! Εφάρμοζαν, λοιπόν, αυτό το αλάνθαστο «κόλπο»: Του έβαζαν «νέφτι στον κώλο!
     Λίγες σταγόνες νέφτι με κάποιο βαμβάκι ή κάποιο κουρελάκι στο βλεννογόνο του πρωκτού, προκαλούσε πόνο στο ταλαίπωρο ζώο, το οποίο βάδιζε γρήγορα και ζωηρά, πιστεύοντας πως έτσι θ’ απομακρυνθεί από την αιτία που του προκαλούσε τον πόνο, όπως και όταν το έδερναν! Το νέφτι το έβαζαν, ή αφού η συμφωνία με τον αγοραστή έτεινε να κλείσει και λίγο πριν του το παραδώσουν. Το έκαναν, όμως και λίγο νωρίτερα, για την «επίδειξη του προϊόντος» και να είναι ορατή η «ζωηράδα» του!  Η καυστική δράση του μη πτητικού υγρού είχε διάρκεια κι αυτό εξασφάλιζε την «φερεγγυότητα» του εμπόρου, αν ο αγοραστής δεν ήταν πονηρεμένος! Φυσικά, το «κόλπο» γινόταν γρήγορα – «ταχυδακτυλουργικά» και σε σημείο αόρατο από τον ενδιαφερόμενο αγοραστή!
     Η φράση «έχει νέφτι στον κ--ο», έχει επικρατήσει να λέγεται και μεταφορικά για τον άνθρωπο που είναι αεικίνητος και ανήσυχος, μη μπορώντας να καθίσει ή να σταθεί σ' ένα σημείο, εξ αιτίας της συνεχούς κινητικότητάς του ή και σοβαρών θεμάτων που τον απασχολούν.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.9.2026