Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Η παρουσίαση του βιβλίου μου «Πιστοποιητικό πατρότητας» στα Γιάννενα

                                        

     Ήταν μια ιδιαίτερα τιμητική πρόταση από τις αδελφικές μου φίλες, την αρχαιολόγο-υποψ. διδάκτορα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και παράλληλα φοιτήτρια στο Φιλοσοφικό Τμήμα του ίδιου Πανεπιστημίου Κωνσταντίνα Ζήδρου και την φιλόλογο - πρώην Διευθύντρια Πολιτισμού του Δήμου Ιωαννιτών Μαρία Βλάχου, από την πρώτη στιγμή που εκδόθηκε το βιβλίο μου «Πιστοποιητικό πατρότητας» - μυθιστόρημα, την άνοιξη του 2026, από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές. Η πολύ αγαπημένη «δυάδα» έγινε αγαπημένη «τριάδα», αφού προστέθηκε και η δημοσιογράφος – ραδιοφωνική παραγωγός στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων, Πόπη Στεφανίδη. Η αποδοχή της Πόπης -και πριν καν ακόμα με γνωρίσει καλά(!)-, ήταν τόσο ενθουσιώδης, τόσο αυθόρμητη, τόσο καθοριστική και με περισσή προθυμία, που ό,τι και να πω είναι λίγο και θα την αδικήσω!
     Η παρουσίαση προγραμματίστηκε και έγινε στην αγαπημένη μου πόλη, στα Γιάννενα, στις 30 Οκτωβρίου 2026. Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες και οι προετοιμασίες να προβλεφθεί και η τελευταία λεπτομέρεια, υπήρξαν συνεχείς και με μεγάλο ενθουσιασμό απ’ όλη την «τριάδα» και με τη δική μου συμμετοχή, δίνοντας και σε μένα πολλά και δυνατά συναισθήματα, αλλά και υποχρεώσεις και άγχος να φανώ αντάξιος της αγάπης τους, των προσδοκιών τους και της εμπιστοσύνης τους. Από την πλευρά τους κλείστηκε ο πολυχώρος, το  «cafe “έργον”» και σε κοινή και αρμονική συνεργασία προτάθηκαν οι ομιλητές, που και αυτοί με τον ίδιο ενθουσιασμό και με την ίδια αγάπη αποδέχθηκαν!
     Τα τηλεφωνήματα, η αφίσα –δημιουργία της Πόπης Στεφανίδη–, το «Δελτίου Τύπου που προωθήθηκε πάλι από την Πόπη και δημοσιεύτηκε στον ηλεκτρονικό και έντυπο τοπικό Τύπο, προκάλεσαν το ενδιαφέρον και έφεραν τους προσκεκλημένους. Άλλη μια ευχάριστη έκπληξη, απετέλεσε η τιμητική πρόσκλησή μου από την Πόπη σε συνέντευξη, το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας (29.10.2026), στην ραδιοφωνική εκπομπή της «Συναντήσεις», στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων.
     Μετά το καλωσόρισμα από την συντονίστρια, χαιρετισμό σε όλους και με τιμητικά λόγια για για τη διοργάνωση, το βιβλίο και τον συγγραφέα, απηύθυναν ο εκπρόσωπος της Εταιρίας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου κ. Αλέξανδρος Φαρμάκης και ο πρόεδρος του Συλλόγου Γοργομυλιωτών Ιωαννίνων, κ. Κώστας Πλακαλής.
     Ο συντονισμός της εκδήλωσης από την Πόπη Στεφανίδη ήταν πολύ αριστοτεχνικός και  διεξήχθη με απόλυτη επιτυχία. Η Πόπη όχι μόνο συντόνισε, αλλά διάβασε απόσπασμα από το βιβλίο μου, απήγγειλε ποιήματά μου, και υπέβαλε ερωτήσεις. Πριν την παρουσίαση του βιβλίου, έκανε μια σύντομη αναφορά σε όλη την συγγραφική και λογοτεχνική μου διαδρομή και σε όλα μου τα βιβλία. Ενδιάμεσα απήγγειλαν ποιήματά μου και διάβασαν αποσπάσματα από προηγούμενα βιβλία μου οι:
-  Δήμητρα Λυμπεροπούλου, ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου «ΕΚΘΕΣΙΣ», το οποίο διακινεί και βιβλία μου στα Γιάννενα.
-  Απόστολος Τσόλας, φοιτητής Ιστορικού και Αρχηγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
-  Μαρία Βλάχου, φιλόλογος, πρώην Διευθύντρια του Πολιτισμού του Δήμου Ιωαννιτών.
-  Μια ξεχωριστή ευχάριστη έκπληξη απετέλεσε και ο εκ Καλαβρύτων πατριώτης μου και με πολλές ακόμα ιδιότητες Παναγιώτης Τσιακούλιας: Αδελφικός φίλος, συντ. τελωνιακός, συγγραφέας, καθηγητής βυζαντινής μουσικής και πρωτοψάλτης του ναού αγίου Γεωργίου του Πόρου. Με πολλή χαρά και ενθουσιασμό ο αδελφός Παναγιώτης, παρέκαμψε από την ομαδική εκδρομή – προσκύνημα στη Μονή Στομίου, με αφετηρία και επιστροφή στον Πόρο, παρευρέθη και συμμετείχε ενεργά στην εκδήλωσή μας, απαγγέλοντας ένα βραβευμένο σε διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης ποίημα μου, στη Σερβία.  
     Για το βιβλίο μου «Πιστοποιητικό πατρότητας», μίλησαν:
-  Η Κωνσταντίνα Ζήδρου, αρχαιολόγος - συγγραφέας.
-  Ο εκπαιδευτικός Α΄/βάθμιας εκπαίδευσης Χρήστος Γάλλιος.
     Και οι δύο ομιλητές έκαναν μια άριστη προσέγγιση και πολύ βαθιά διείσδυση στις θεματικές ενότητες του βιβλίου. Αποσπάσματα, εκτός από την Πόπη Στεφανίδη, διάβασαν, η σύζυγός μου Ελένη και η αφεντιά μου.
     Ένα πολύ ιδιαίτερο και ξεχωριστό χρώμα, έδωσε η μουσικός Βαρβάρα Καρασάββα, μαθήτρια Μουσικού Σχολείου Ιωαννίνων, που εκτός από τα νιάτα της και τη δροσιά της, γέμισε με τον καλύτερο τρόπο την ατμόσφαιρα του χώρου και τις καρδιές μας με τη μουσική του ακορντεόν της, πλαισιώνοντας και με αυτόν τον τρόπο την εκδήλωση πολιτισμού!
     Κλείνοντας την αναφορά μου στην εξόχως επιτυχημένη εκδήλωση προς τιμήν της του πνευματικού μου έργου και ταπεινότητάς μου, ευχαριστώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου τους πρωτοστάτες, τους διοργανωτές, τους συντελεστές, όλους όσους μας τίμησαν και με την παρουσία τους, καθώς και το κατάστημα «café “έργον”» για την φιλοξενία.
     Η προσοχή με την οποία παρακολουθούσαν συντελεστές και προσκεκλημένοι και ο ενθουσιασμός όλων με τη λήξη, ήταν μια πραγματικά μεγάλη αμοιβή για όλους μας!

      Οι φωτογραφίες που ακολουθούν, είναι της Μαρίας Βλάχου, που ευγενώς μας τις παραχώρησε. 

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.11.2026

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Γκλίτσα από κέρατο ζώου (λαογραφική καταγραφή)


     Η γκλίτσα, γνωστή και ως κλίτσα, που βλέπουμε σήμερα και πολύ εύκολα μπορούμε να προμηθευτούμε, ως «είδος πολιτισμού», από κάποιο κατάστημα αναμνηστικών και ειδών λαϊκής τέχνης, είναι πολύ αμφίβολο αν θα την βρίσκαμε το ίδιο εύκολα και σε τόση ποικιλία στο παρελθόν. Ίσως οι λόγοι να είναι περισσότεροι από έναν: Η γκλίτσα μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, ήταν αποκλειστικό εργαλείο, αλλά και αρχηγικό σκήπτρο του βοσκού στο «βασίλειό» του, το κοπάδι του, και σε άλλα χέρια να φανέρωνε «βλαχιά». Επομένως, ελάχιστοι θα ήθελαν να κρατούν μια τέτοια «ταυτότητα».
     Τα μέρη της γκλίτσας είναι δύο: Το ραβδί («κλιτσόραβδο») και η λαβή, ή κεφαλή. Για το ραβδί επιλέγεται ένα ίσιο και ανθεκτικό ξύλο, π.χ. κρανιά, πουρνάρι, και παραδοσιακά κατασκευαστής του είναι ο ίδιος ο βοσκός. Γίνεται η κατάλληλη επεξεργασία, όπως ξεφλούδισμα και ίσιωμα, αμέσως μετά την κοπή του, που είναι ακόμα χλωρό. Σημαντική βοήθεια σ’ αυτό, προσφέρει και η φλόγα της φωτιάς. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιες φορές το βλέπουμε σε ορισμένα σημεία και μαυρισμένο. Κατόπιν ακινητοποιείται με απόλυτα ίσιο με βαριές πέτρες και σε απόλυτα επίπεδη επιφάνεια, μέχρι να ξεραθεί καλά, γιατί διαφορετικά θα στραβώσει. Με τον ίδιο τρόπο γίνεται και η μαγκούρα, που το πάνω μέρος της -η λαβή της, διαμορφώνεται εύκολα και αυτή με τη φλόγα. Κατόπιν δένεται γερά με σύρμα, ώστε να μην επανέλθει - να μην ισιώσει κι αλλάξει σχήμα, μέχρι να ξεραθεί καλά.
      Η κατασκευή της κεφαλής (λαβής) της γκλίτσας, ήταν μία κατά πολύ δυσκολότερη και επίπονη διαδικασία από το κλιτσόραβδο, από τον ίδιο τον βοσκό κι αυτή. Πρώτη ύλη ήταν το κέρατο του ζώου, του κριαριού ή του τράγου. Για την επιλογή του έπαιζε ρόλο το μέγεθος, το πάχος του και το σχήμα του.
     Η επεξεργασία – διαμόρφωση του κέρατου απαιτούσε χρόνο, υπομονή, μεράκι, γνώσεις και, οπωσδήποτε, προσοχή για την αποφυγή τραυματισμού. Του κριαριού ίσως να προσφέρεται περισσότερο από του τράγου. Το πρώτο είναι πιο πολύ «κοντά» στο σχήμα της γκλίτσας, ενώ, αν του τράγου είναι ελικοειδές, ο τελικός σχηματισμός απαιτεί περισσότερη δουλειά κι έχει μεγαλύτερη δυσκολία. Πρώτα το έβραζαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως και για μέρες. Με τον τρόπο αυτό «μαλάκωνε» και αποκτούσε κάποια ευλυγισία, ώστε να δοθεί το απαραίτητο σχήμα. Τότε μπορούσε να κοπεί στα επιθυμητά σημεία, να καθαριστεί και να λειανθούν οι ανώμαλες επιφάνειες που πάντα υπάρχουν, ώστε να λάβει το απαιτούμενο εύρος. Στην επεξεργασία αυτή συνέβαλαν τα ειδικά κοπίδια και οι λίμες που είχε ο βοσκός-τεχνίτης. Αν χρειαζόταν να μαλακώσει κι άλλο μετά την πρώτη επεξεργασία αυτή, το έβραζαν πάλι. Μετά τη φωτιά και με αρκετή – πολλή δύναμη στα χέρια, μπορεί εδώ να χρειάζεται και η συμβολή των γονάτων(!), τού έδιναν το τελικό σχήμα σε εργονομική λαβή και το έδεναν με ανθεκτικό σύρμα, ώστε να μην αλλάξει μορφή, μέχρι να κρυώσει και να στερεοποιηθεί έτσι. Τότε γινόταν και η απαραίτητη τρύπα, να εισχωρήσει σ’ αυτή και να παραμείνει απόλυτα σταθερό το κλιτσόραβδο. Με το κέρατο, επίσης, έφτιαχναν και το «παπίρι»: Ένα είδος «μανικετόκουμπου», που μ’ αυτό κούμπωναν και ασφάλιζαν τις «βεζές» (βεζά: ξύλινο στεφάνι, που συγκρατεί το κουδούνι/την κουδούνα στο λαιμό του ζώου – βλ. εικόνα). Για την προστασία από την υγρασία, κέρωναν με κερί μέλισσας τη λαβή κι αυτό επαναλαμβανόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
Εικόνα: Αλέξης Λεχουρίτης
Διαμόρφωση: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος

     Η προσεγμένη, η περίτεχνη και περισσότερο η σκαλισμένη με σχέδια γκλίτσα, χαρακτήριζε περισσότερο  τον  τσοπάνη: Δήλωνε μεράκι, δήλωνε αρχοντιά, του έδινε εικόνα αρχιτσέλιγκα! Την περίτεχνη γκλίτσα, ο βοσκός την έπαιρνε σχεδόν πάντα και την αγορά ή στο καφενείο, ως μέσο επίδειξης και εξουσίας! Χαρακτηριστική η φράση βοσκού στο χωριό μου – άκουσμα των παιδικών μου χρόνων: «Η κλίτσα είναι το δεξί μου χέρι»! Όμως, ο υπερήφανος βοσκός, δεν την έπαιρνε ποτέ στην εκκλησία, γιατί εκεί έπρεπε να μπαίνει ταπεινός!
     Και μια λεπτομέρεια για το καλά επεξεργασμένο κέρατο της γκλίτσας: Είναι ημιδιαφανές.
     Περισσότερα στοιχεία για το απαραίτητο αυτό εργαλείο του τσοπάνη, μπορείτε να βρείτε και να διαβάσετε σε παλαιότερο άρθρο μου, με θέμα «ο εξοπλισμός του τσοπάνη», στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, εδώ: ΕΔΩ.
----------------------------------
Εικόνα ανάρτησης: Από τη συλλογή του παραδοσιακού Ηπειρώτη κτηνοτρόφου Σπύρου Βάσιου, από τον Γοργόμυλο Πρέβεζας. Τον ευχαριστούμε, όπως τον ευχαριστούμε και για τις αρκετές πληροφορίες που μας έδωσε για  την κατασκευή της!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.11.2026

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Το «σιδέρωμα» των γαϊδουριών: Πότε γίνεται και γιατί (λαογραφική καταγραφή)

         

     Όλα τα ιπποειδή (άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια), κουράζονται και αυτά από τις δουλειές, όπως και ο άνθρωπος. Και όχι μόνο κουράζονται, αλλά και κρυώνουν, όπως, επίσης, και ο άνθρωπος. Το αφεντικό τους, που γνωρίζει τη συμπεριφορά τους, καταλαβαίνει και το πρόβλημά τους, που και στη μία περίπτωση και στην άλλη (κούραση ή κρυολόγημα), εφαρμόζεται η ίδια ανακουφιστική - θεραπευτική συνταγή: Το σιδέρωμα!
     Το σιδέρωμα δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι πρακτική θεραπευτική πράξη και μάλιστα με πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα. Με το σίδερο σιδερώματος ρούχων (ηλεκτρικό ή παλαιότερα το παραδοσιακό με τα κάρβουνα), αλλά σε χαμηλή θερμοκρασία για την αποφυγή πρόκλησης εγκαύματος, τα σιδερώνουν στην πλάτη κάπως πιεστικά και με αργές κινήσεις, ίδιες με εκείνες του σιδερώματος ρούχων!
     Τα αγαπημένα τετράποδα, και χωρίς υπερβολή μέλη των οικογενειών των ανθρώπων, αφού συμβάλλουν τα μέγιστα στη ζωή και στην οικονομία, δέχονται με ευχαρίστηση το σιδέρωμα αυτό από τα χέρια του αφεντικού τους! Από τις αντιδράσεις «ευχαρίστησής» τους, καταλαβαίνει εύκολα κανείς πόσο ανακουφίζονται!
     Αν θα θέλαμε να αντιστοιχίσουμε το σιδέρωμα των ζώων στους ανθρώπους, αυτό δεν θα ήταν τίποτα άλλο, παρά οι βεντούζες! Να σημειωθεί, ακόμα, ότι, σε περιπτώσεις αδυναμίας εφαρμογής βεντουζών στο ανθρώπινο σώμα (π.χ. έλλειψη ποτηριών, φοβία κλπ), γίνεται κι εδώ σιδέρωμα με τον ίδιο τρόπο!
     Αν και αυτή η πρακτική θεραπευτική πράξη είναι συνηθισμένη περισσότερο στο συμπαθέστατο γαϊδουράκι, μάλλον αυτό δεν σημαίνει ότι κουράζεται ή κρυολογεί ευκολότερα ή λιγότερο από τα άλλα τετράποδα του είδους του.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 21.10.2026

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ (Ποίημα)*


                                            Λίγο χώμα το δέντρο κρατάει
                                            και στέκει στο βράχο ολόρθο ψηλά.
                                            Μαζί τη ζωή του κι εκείνο περνάει
                                            με χιόνια, χαλάζια και κρύο βοριά.
 
                                            Το δέντρο και πάλι κρατάει το χώμα,
                                            σαν να ’ναι αδέρφι στις ρίζες, γερά,
                                            πιασμένα σφιχτά και σώμα με σώμα,
                                            για χρόνια και χρόνια στην ίδια αγκαλιά.
 
                                            Μ' αν πάψουν να είναι δοσμένα,
                                            στης αγάπης αυτό τον ωραίο δεσμό,
                                            δίχως άλλο, και τα δυο πληγωμένα,
                                            θα βρεθούνε πεσμένα μαζί στο γκρεμό.
---------------------------------------
Εικόνα: Κως, Θερμά (λουτρά) ή Εμπρός Θερμές (προσωπικό μου αρχείο).
 
*  Το Ποίημα «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ», βραβεύτηκε στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης «ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟ ΔΟΥΝΑΒΗ 2026», στη Σερβία.


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 12.10.2026

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Πώς θεραπεύονται οι μυρμηγκιές (λαογραφική καταγραφή)

      Οι μυρμηγκιές, ή (μ)παρδαβίτσες ή και με άλλες ονομασίες που μπορεί να είναι γνωστές κατά τόπους στη χώρα μας, λέγονται και «αστερίτσες», επειδή ορισμένοι πιστεύουν ότι «προκαλούνται» ειδικά στα παιδιά, όταν μετράνε τ’ αστέρια στον έναστρο νυχτερινό ουρανό! Αυτός είναι ο λόγος που σε πολλούς από εμάς στην παιδική μας ηλικία, μας πρότρεπαν και επέμεναν οι γονείς μας και οι παππούδες μας, να μην μετράμε τ’ αστέρια τη νύχτα! «Όσα αστέρια μετρήσεις, τόσες μπαρδαβίτσες θα βγάλεις», μας έλεγαν!
     Επιστημονικά, πρόκειται για τον ιό που προκαλεί τα ανθρώπινα θηλώματα, τον HPV, και είναι γνωστές και με τις γενικότερες ονομασίες, θηλώματα ή βλατίδες. Πρόκειται για μικρά, σκληρά καλοήθη εξογκώματα στο ανώτερο σημείο του δέρματος και εμφανίζονται, κυρίως, στην εξωτερική πλευρά της παλάμης των χεριών, στα δάχτυλα και στα πέλματα. Ειδικά όταν εμφανιστούν πολλές, προκαλούν μια άσχημη εικόνα στα χέρια, γι’ αυτό και δεν είναι λίγοι εκείνοι οι ασθενείς, που «κρύβουν» τα χέρια τους! Μεταδίδονται εύκολα με άμεση επαφή, π.χ. χειραψία, ή και με έμμεση, όπως κοινή χρήση αντικειμένων. Μπορούν να εμφανιστούν και σε άλλα σημεία του σώματος εκτός από τα αναφερόμενα, αλλά αυτό είναι κάπως πιο σπάνιο. Υποχωρούν και χωρίς θεραπεία, ίσως όμως να χρειαστεί και ιατρική βοήθεια και φαρμακευτική αγωγή.
     Όταν ο άνθρωπος ήταν ακόμα μακριά από την επιστήμη, είτε για λόγους άγνοιας, είτε για λόγους αποστάσεων και οικονομίας, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει πολλές ασθένειες με διάφορους πρακτικούς τρόπους, όπως τα ξόρκια, πολλές μορφές φυσικής αντιμετώπισης, π.χ. θερμά ή ψυχρά επιθέματα κλπ. Οι πιο συνηθισμένοι πρακτικοί τρόποι θεραπείας της μυρμηγκιάς, είναι και οι εξής:
     1: Με ξόρκια. Υπάρχουν άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, που «ξέρουν τα λόγια» και τις κινήσεις, π.χ. «σταύρωμα» στα πάσχοντα σημεία.
     2: Το «αμίλητο νερό». Πάει ο ίδιος ο ασθενής στη βρύση, ή στο πηγάδι το απόγευμα και παίρνει νερό μ’ ένα δοχείο. Επιστρέφοντας στο σπίτι του, δεν μιλάει σε κανέναν στο δρόμο και πριν μπει μέσα, πλένει τα χέρια του με το νερό αυτό έξω από την πόρτα. Υποστηρίζουν ορισμένοι, πως το πλύσιμο πρέπει να γίνει την ώρα της δύσης του ηλίου, που και μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν πρέπει να μπει στο σπίτι και το νερό να μείνει «αμίλητο». Υπάρχουν και κάποιοι ακόμα, που για καλύτερο αποτέλεσμα, υποστηρίζουν ότι το πλύσιμο των χεριών πρέπει να γίνει με το ίδιο τελετουργικό στη δύση του ηλίου, αλλά μπροστά από το ιερό κάποιας εκκλησίας.
     3: Με το διάβασμα στην εκκλησία. Την ώρα που ο παππάς διαβάζει το Ευαγγέλιο, ο ασθενής να πάει και να γονατίσει μπροστά του. Συνήθως τότε ο παπάς τον «σκεπάζει» με το πετραχήλι. Η «μέθοδος» αυτή είναι κοινή και για άλλες ακόμα ασθένειες.
     4: Με το ματωμένο ξυλάκι. Ο ασθενής παίρνει ένα ξύλο, προκαλεί μικρή αιμορραγία σε μια μυρμηγκιά, βάζει λίγο αίμα στο ξύλο και το πετάει στο ποτάμι να το πάρει το νερό. Μία άλλη «μέθοδος» με το ξύλο είναι η εξής: Ο ασθενής βάζει λίγο αίμα από τη μυρμηγκιά σ’ ένα φροντισμένο ξύλο, π.χ. μια καλή, ίσια και ξεφλουδισμένη βέργα, και την αφήνει σ’ ένα σταυροδρόμι, ώστε να την πάρει κάποιος που θα περάσει από εκεί και θα δει τη βέργα να του αρέσει. Λέγεται ότι τότε η μυρμηγκιά θα φύγει από αυτόν που την έχει και θα πάει σ’ εκείνον που πήρε το ξύλο.
     Αν και όλοι αυτοί οι «μέθοδοι θεραπείας» της μυρμηγκιάς, ίσως και πολλοί ακόμα, μπορεί να φαίνονται αστείες και να προκαλούν γέλιο, κρύβουν όμως και μυστήριο, γιατί έχουν αποδειχθεί πράγματι αποτελεσματικές. Πιστεύεται ότι εδώ παίζει σημαντικό ρόλο η αυθυποβολή. Πείθεται, δηλαδή, ο ασθενής ότι με τον τρόπο αυτό θα θεραπευτεί, η πίστη αυτή ενισχύει τον οργανισμό και τα αποτελέσματα είναι θετικά.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 8.10.2026


Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Παραινέσεις προς «Μαυρογιαλούρους» (σατιρικό ποίημα)


                                   «Μαυρογιαλούροι» κι εκλογές, πάνε μαζί παρέα,
                               με λόγια μεγαλόστομα και με το «θα» σημαία!
                               Ψέματα που αρέσουνε έχουν πολλά να πούνε,
                               μα άκρα τους η σιωπή γι’ αλήθειες που πονούνε.
                               Τα πλούτη τους ν’ αυξήσουνε, αυτό μόνο τους νοιάζει.
                               Για το φτωχούλη το λαό... «άστον και δεν πειράζει»!
                               Στα… υψηλά πιστεύω τους, «πιστοί» είναι ορισμένοι,
                               που «γυρολόγοι» εύκολα γίνονται οι καημένοι!
                               Καημένοι κι όσοι  πρόθυμα τους περιτριγυρίζουν
                               με υποκλίσεις δουλικές, αντί να τους «μαυρίζουν».
                               Πόρτες με άνεση χτυπούν μεγάλη, κι ευκολία.
                               Μετά είναι τα δύσκολα, μετά κι η αλαζονεία!
                               Κι ο λαουτζίκος που διψά να τον παραμυθιάζουν,
                               την «τέχνη» τους επάνω του με χάρη δοκιμάζουν!
                               «Μαυρογιαλούροι», πούχετε τις εκλογές παζάρι,
                               δεν θα αργήσει ο λαός με πέτρες να σας πάρει!
                               Μετρήστε τις κουβέντες σας, μην είναι όλες κούφιες!
                               Όσο τα «θα» περισσότερα, περισσότερες κι οι μούντζες!
                               Με «αδειανά πουκάμισα» μην βγαίνετε τον κόσμο, 
                               γιατί οι ψηφοφόροι σας γνωρίζουν κι άλλο δρόμο.
                               Έλληνα, ευκολόπιστε, μην ζεις με ουτοπίες.
                               Κόλπα «Μαυρογιαλούρικα» δεν φέρνουν σωτηρίες.
      
Εικόνα ανάρτησης: Ο αξέχαστος Λάμπρος Κωσταντάρας στο ρόλο του «υπουργού Μαυρογιαλούρου», στην διαχρονική ταινία «υπάρχει και φιλότιμο».

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος,

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Τα πορτοκάλια της αγάπης (βιωματικό διήγημα, αφιερωμένο στη μνήμη του αξέχαστου Γιάννη Καζαζάκη)

Σύντομος πρόλογος

     Η μικρή και πέρα για πέρα αληθινή βιωματική ιστορία αυτή, ίσως μπορεί να διδάξει εκείνους που στη σημερινή εποχή θεωρούν πολλά πράγματα εύκολα και δεδομένα, νομίζουν ότι πάντα ήταν έτσι. Μόλις λίγες δεκαετίες πριν, πολλά από τα εύκολα και δεδομένα σήμερα, μπορεί και να ήταν όχι μόνο αδύνατα, αλλά και αδιανόητα. Και μαζί μ’ αυτό, το διήγημα αναμφισβήτητα καταδεικνύει και την πατρική αγάπη ανθρώπων που δεν έχουν καμία σχέση με τους φυσικούς γονείς, όμως το ήθος τους και η προσφορά τους τούς έχει καταγράψει στη συνείδηση πολλών ως γονείς!
***
     Ήταν τις πρώτες μέρες της σχολικής χρονιάς στο χωριό μου, το Λειβάρτζι του δήμου Καλαβρύτων, το 1968. Την ώρα που σχολάγαμε το μεσημέρι, δύο στρατιωτικά αυτοκίνητα, ένα μεγάλο κι ένα μικρότερο, ανέβαιναν στο προς κέντρο του χωριού. Όλο το «τσούρμο» παιδιών που επιστρέφαμε στα σπίτια μας, κάναμε την ίδια σκέψη, κοιτάζοντάς τα με δέος: Ότι θα φέρνουν σχολικά συσσίτια στα μαγειρεία, όπως είχε γίνει και άλλες φορές την προηγούμενη χρονιά.
     Την άλλη μέρα, μας περίμενε κάτι πρωτόγνωρο στο σχολείο: Οι δάσκαλοι μας «μοίρασαν» βιβλία! Ήταν τα πρώτα σχολικά βιβλία της δωρεάν παιδείας που έφταναν στο χωριό μας και στα χέρια μας! Οι οδηγίες των δασκάλων μας ήταν σαφείς: Να τα ντύσουμε και να προσέχουμε, γιατί στο τέλος της χρονιά θα να παραδώσουμε για τους μικρότερους μαθητές.
     Την άλλη μέρα, ξεκινήσαμε για το σχολείο πολύ πρωί με την αδελφή  μου την Αθανασία, «Σούλα» για όλους μας από τη στιγμή που βαπτίστηκε, τετάρτη δημοτικού εγώ και πρώτη εκείνη. Έπρεπε να έχουμε αρκετή ώρα στη διάθεσή μας, να περάσουμε από το «μαγαζί του Καζαζάκη» - καφεπαντοπωλείο, να πάρουμε «ντύματα» να τα ντύσουμε.
     Το ντύσιμο των βιβλίων ήταν μια πραγματική τέχνη, που έπρεπε να γίνει με λεπτομέρεια, επιμέλεια και ακριβείς κινήσεις, ώστε να είναι και ευπαρουσίαστο και να μείνει έτσι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. (Περισσότερα για το ντύσιμο των βιβλίων μπορείτε να δείτε σε άλλο άρθρο μου, «πατώντας» ΕΔΩ).
     Ο «μπάρμπα-Γιάννης ο Καζαζάκης», -με το όνομα αυτό τον αναφέραμε στους διαλόγους μεταξύ μας όλα τα παιδιά-, ήταν ένας καλοκάγαθος, πολύ ευσυνείδητος επαγγελματίας, ιδιαίτερα φιλήσυχος και πολύ αγαπητός απ’ όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο του χωριού μας, αλλά και των γύρω χωριών. Στο έμπα του χωριού το μαγαζί του, εύρισκες πάντα εκεί «ό,τι ήθελες», μα προπάντων την αγάπη του, την προθυμία του και την ευαισθησία του.
     Μόλις είχε ανοίξει εκείνο το πρωί. Ζητήσαμε «ντύματα», καθίσαμε με την αδελφή μου σ’ ένα τραπεζάκι του καφενείου κι επιδοθήκαμε στο ντύσιμο των βιβλίων μας, για να είμαστε έτοιμοι και να έχουμε φτάσει στο σχολείο την ώρα που θα χτυπούσε το κουδούνι για το πρώτο μάθημα.
     Άλλος πελάτης ή θαμώνας δεν υπήρχε εκείνη την ώρα μέσα στο μαγαζί. Ο μπάρμπα-Γιάννης σιγοσφύριζε κάποιο τραγούδι φτιάχνοντας τον καφέ του κι έκατσε σ’ ένα τραπεζάκι κάπως κοντά μας, να τον απολαύσει. Από εκεί μας έκανε κάποιες ερωτήσεις σχετικά με τους νέους δασκάλους που ήρθαν στο σχολείο μας με την ευχή «καλή χρονιά»...
     Για μια στιγμή, πήγε το μάτι μου σ’ ένα σακί γεμάτο πορτοκάλια, που είχε σε μια γωνία του μαγαζιού του. Προφανώς τα είχε πάρει από κάποιον πλανόδιο μανάβη που πέρασε την προηγούμενη μέρα, αφού ήταν γεμάτο κι ακόμα δεμένο στην κορυφή του. Από εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου δεν ξεκολλούσαν από εκεί, αλλά πάντα οι ματιές μου ήταν πολύ διακριτικές και προσεγμένες. Δεν ήθελα με τίποτα να καταλάβει ο μπάρμπα-Γιάννης τη λαχτάρα μου για ένα πορτοκάλι!
Επάνω: Σε χιονισμένο τοπίο το πλακοσκέπαστο τότε μαγαζί του αξέχαστου "μπάρμπα-Γιάννη" στο Λειβάρτζι, αλλά στην ακμή του!
(Φωτογραφία της δεκαετίας του 1960 ή και νωρίτερα. Άγνωστο ακόμα το ηλεκτρικό ρεύμα,
άγνωστοι και οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι στο χωριό.
Πηγή: Λεύκωμα του Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας, 
"Το Λειβάρτζι χτες και σήμερα", έκδοση του Συλλόγου - 2005.  
Κάτω: Φθινόπωρο στο Λειβάρτζι (πρόσφατη φωτογραφία),
φθινόπωρο και στη καρδιά του ανακαινισμένου μεν, έρημου δε μαγαζιού του μπάρμπα-Γιάννη.
Πηγή: Ρούλα Νικολούλη-Καζαζάκη

     Είδος πολυτελείας για το χωριό μας τα πορτοκάλια, αφού οι πορτοκαλιές μάς ήταν άγνωστες. Δεν ευδοκιμούσαν εκεί, λόγω του ορεινού κλίματος. Κάποιοι, λίγο «ψαγμένοι», που έφεραν φυτώριο να πειραματιστούν, το αποτέλεσμα ήταν «άδικος κόπος».
     Τα πορτοκάλια στο σακί, είδε και η αδελφή μου. Έσκυψε στο αυτί μου και μου είπε ψιθυριστά, σε μια στιγμή που ο μπάρμπα-Γιάννης είχε βγει για λίγο έξω, να ταχτοποιήσει τα τραπέζια του καφενείου του, για την υποδοχή των πρώτων του πελατών στην αυλή:
     «Νίκο, πες του να μας δώσει ένα πορτοκάλι…»!
     Ένοιωσα τη λαχτάρα της περισσότερο από τη δική μου! Όμως, πώς; Έσκυψα κι εγώ στο αυτί της:
     «Σσσς! Δεν έχουμε λεφτά!», της απάντησε πάλι ψιθυριστά.
     Έμεινε στη θέση της παραπονεμένη και με τα χειλάκια σουρφωμένα, αλλά τα μάτια της δεν έφευγαν καθόλου από το «μαύρο χαβιάρι» μέσα στο σακί.
     Γυρνώντας ο μπάρμπα-Γιάννης πάλι μέσα στο μαγαζί του, πήγε κι άνοιξε το σακί κι ανακάτευε τα πορτοκάλια σιγοτραγουδώντας πάλι. Δεν ξέρω αν διάβασε τη λαχτάρα στα μάτια μας για «ένα πορτοκάλι», αλλά παρατηρώντας τον διακριτικά πάντα, είδα ότι διάλεξε δύο από τα καλύτερα! Τα κράταγε το ένα στο ένα χέρι και το άλλο στο άλλο και ήρθε μπροστά μας!
     «Ελάτε να σας φιλέψω από ένα πορτοκάλι», μας είπε, και άπλωσε τα χέρια του να μας τα δώσει!
     «Ευχαριστούμε πολύ!», είπαμε, απλώνοντας δειλά τα χέρια να τα πάρουμε και η ευτυχία μας εκείνη δεν είχε προηγούμενο! Σίγουρα μεγαλύτερη κι «από τον πρώτο λαχνό του κρατικού λαχείου»!
     Βάλαμε με προσοχή στην τσάντα μας τα πανάκριβα δώρα της αγάπης του μπάρμπα-Γιάννη. Περιμέναμε με ανείπωτη τη λαχτάρα να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα, να απολαύσουμε το δυσεύρετο εκείνο «χαβιάρι»!
     «Θα μοιραστούμε το ένα! Το άλλο θα το πάμε σπίτι, για τους γονείς μας και τους παππούδες μας!», είπα στην αδελφή μου, μόλις βγήκαμε διάλειμμα κι έτσι έγινε. Μα μόλις τα δώσαμε στη μητέρα μας, εκείνη χαμογέλασε, μας φίλησε και μας χάιδεψε στο κεφάλι, με τα λόγια:
     «Αυτά είναι δικά σας! Εσείς τα έχετε πιο πολύ ανάγκη, για να μεγαλώσετε»!
     Και δεν ήταν μόνο αυτός ο μπάρμπα-Γιάννης! Τί να πρωτοθυμηθώ… Που μας συμβούλευε να μη γυρίζουμε άσκοπα και να μην παίζουμε μέχρι αργά, για να μένουμε σπίτι μας να διαβάσουμε; Που μας μάλωνε, να μην σκοτώνουμε τα πουλιά με τις σφεντόνες; Που με τα μικροψώνια μας, τα τετράδια και τα μολύβια, μας έδινε κι από μια καραμέλα; Ή μήπως που στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του όταν γυρνούσαμε από το σχολείο κι έβρεχε πολύ, καλώντας μας να μπούμε μέσα, μέχρι να σταματήσει η βροχή!
     Αχ, μπάρμπα-Γιάννη, πατέρα όλων μας! Πήραν πολλοί μετά από σένα το μαγαζί σου στο χωριό, μα η αγάπη σου και η απέραντη καλοσύνη σου, έχουν αφήσει το όνομά σου ανεξίτηλα εκεί! Και σήμερα που παραμένει κλειστό για χρόνια, το τοπωνύμιο «στου Καζαζάκη» παραμένει και θα παραμένει για πάντα, αν και το οίκημα δεν ήταν ποτέ δικό σου!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 21.9.2026