Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Οδοιπορικό – προσκύνημα στη μονή Στομίου Κόνιτσας


Αντί σύντομου προλόγου
 
     Η πρόταση «έπεσε» με πολύ ενθουσιασμό από τη Δήμητρα, στη γιορτινή ευφορία και απόλαυση της πολύ μεγάλης μας παρέας, την Κυριακή του Πάσχα το μεσημέρι, στο χωριό της συζύγου μου, σε μια στιγμή που οι κουβέντες είχαν χαλαρώσει και τα μαχαιροπίρουνα δεν «μάλωναν» πολύ με το ψητό:
-  Πάμε μεθαύριο στη μονή Στομίου;
     Χωρίς να ειπωθεί κάτι άλλο, ένα μακρόσυρτο «ναιαιαιαιαι» ακούστηκε από κάμποσα στόματα και σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισαν οι ερωτήσεις:
-  Πώς θα πάμε;
-  Είναι μακριά από δω;
-  Θα έχουμε και περπάτημα;
-  Πόσες ώρες είναι;
 - Τί ώρα θα ξεκινήσουμε;
     Η Δήμητρα που είχε προηγούμενη και σχετικά πρόσφατη εμπειρία, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις. Την ίδια ώρα ξεκίνησε και η περιήγηση στα κινητά τηλέφωνα και τα περισσότερα κεφάλια ήταν σκυμμένα, προσπαθώντας να εντοπίσουν τη διαδρομή και άλλες ακόμα πληροφορίες από το μέσον αυτό της σύγχρονης τεχνολογίας που έχει κυριαρχήσει στη ζωή μας. Τελικά, ύστερα από κουβέντα η συμφωνία κλείστηκε να συναντηθούμε την Τρίτη του Πάσχα στα Γιάννενα και να ξεκινήσουμε μαζί από εκεί έξι άτομα: Η Δήμητρα, η Ελένη, η Πηνελόπη, ο Γιώργος, ο Ηλίας και η αφεντιά μου.
 
***
 
     Με πολύ ανοιξιάτικες διαθέσεις ξημέρωσε η Τρίτη του Πάσχα! Η «φύση μες στη γλυκιά της ώρα» μας καλούσε να απολαύσουμε τις ομορφιές της και ξεκινήσαμε πολύ πρωί από το χωριό, με την καλύτερη διάθεση με τη σύζυγό μου. Αν και τον λαμπερό ήλιο «θόλωνε» η Αφρικανική σκόνη, αυτό ήταν κάτι πολύ δευτερεύον και καθόλου δεν μας επηρέαζε. Στο απόλυτο πράσινο το απέραντο τοπίο, με ζωηρό το χρώμα το φύλλωμα των δέντρων στην αναγέννησή τους, μαζί με την πανδαισία των λουλουδιών μας γήτευαν σε κάθε μέτρο της διαδρομής μας. Σε λιγότερο από μία ώρα φτάσαμε στα Γιάννενα, όπου ανταμώσαμε με το Γιώργο, τη Δήμητρα, την Πηνελόπη και τον Ηλία, όλοι μας μες τη χαρά! Μετά από σχεδόν δυο ώρες διαδρομής, φτάσαμε στο μονότοξο, ιστορικό-πέτρινο γεφύρι της Κόνιτσας, όπου αφήσαμε τα αυτοκίνητα. Με το σακίδιό του στην πλάτη ο καθένας μας, με τα απαραίτητα μέσα και τα βοηθητικά μπαστούνια στα χέρια,  ξεκινήσαμε την ανάβαση για το μοναστήρι.
     Απερίγραπτη η μαγεία από τα πρώτα μέτρα της πεζοπόρας διαδρομής μας, πλάι στους μεγάλους όγκους κατακάθαρου νερού του Αώου ποταμού αυτή την εποχή. Χρειαζόταν να μιλάμε δυνατά για μα μπορούμε να συνεννοηθούμε, αφού ο θόρυβος της ροής τους ήταν τόσο δυνατός, σαν ένα μεγάλο και συνεχές «φύσημα». Στη σκέψη και μόνο ποια θα ήταν η ροή τους και σε τι ύψος θα έφταναν από την κοίτη του με τις πολλές βροχές του χειμώνα, μέναμε εκστατικοί! Οι ογκοδέστατες πέτρες που είχαν παρασύρει και εμπόδιζαν την πορεία τους, «μιλούσαν» αυτές για την ορμή τους και την ποσότητά τους λίγους μήνες νωρίτερα!
Όχι ιδιαίτερα δύσκολη η ανάβαση...

     Το βλέμμα μας χανόταν μπροστά στο μήκος του φαραγγιού. Απότομοι και κοφτεροί βράχοι δεξιά κι αριστερά κρέμονταν κυριολεκτικά πάνω από τα κεφάλια μας και μας έκοβαν την ανάσα, όμως ήταν αδύνατο να μην θαυμάζουμε και την επιβλητικότητά τους. Η ιστορική μονή άρχισε να αχνοφαίνεται πολύ μακριά, σε λογότερα από 500 μέτρα πεζοπορίας. Αν και ο δρόμος ήταν βατός, φαρδύς και όχι πολύ ανηφορικός, η απόσταση που έπρεπε να διανύσουμε δεν έμοιαζε καθόλου ως ένας απλός «περίπατος».
Η μονή Στομίου αρχίζει ν' αχνοφαίνεται, φωλιασμένο στο βάθος του φαραγγιού

     Οι μοσχοβολιές από τα πρώτα βλαστάρια των αρωματικών φυτών της φύσης, όπως ρίγανη και τσάι, ανακατεμένα με τη μυρωδιά από το ρετσίνι του πεύκου, έστελναν το δικό τους θυμίαμα στο Δημιουργό και εύφραιναν το δικό μας αισθητήριο όργανο της όσφρησης. Αναγκαίες και οι βαθιές εισπνοές μας για μεγαλύτερη απόλαυση, μας χόρταιναν φύση! Πραγματικό μεγαλείο και οι μελωδίες των αηδονιών και των άλλων πουλιών, από τα πρώτα ανοιξιάτικα ερωτικά τους καλέσματα, αλλά και ο δικός τους πρωινός όρθρος στη μυσταγωγία της μάνας φύσης! 

Προστατευτικά κάγκελα από τα προϊόντα της φύσης δίπλα στο ποτάμι


     Μεγάλος, πολύ μεγάλος ο αριθμός των προσκυνητών απ’ όλη την Ελλάδα και την Κύπρο που ανέβαιναν κατά ομάδες μαζί μας, όπως μεγάλος κι εκείνων που κατέβαιναν μετά το προσκύνημά τους, προκαλούσε εντύπωση. Μα εκείνο που από την πρώτη στιγμή της πεζοπορίας μας το ίδιο μας εντυπωσίασε, ήταν οι αυθόρμητοι και εγκάρδιοι χαιρετισμοί τους:
-  Χριστός Ανέστη! Χρόνια πολλά! Καλό προσκύνημα! Βοήθειά σας!
     Ανταπαντούσαμε με τις ίδιες ευχές ή άλλες φορές ευχόμαστε εμείς πρώτοι και μας ανταπαντούσαν εκείνοι. Η πρόσφατη επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά «από τα Φάρασα στου ουρανό», και είχε δώσει αρκετές πληροφορίες για τον νεοκαταταχθέντα στο ορθόδοξο αγιολόγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη που ασκήτευσε και εκεί, αλλά και προκάλεσε το ενδιαφέρον των πολυάριθμων προσκυνητών στην ιστορική μονή. Ένας κύριος που επέστρεφε με την παρέα του και είχαμε μια σύντομη συνομιλία, εξέφρασε την έκπληξή του, αφού πριν δέκα χρόνια που είχε ξανανέβει στο μοναστήρι, «συνάντησε λιγότερους από δέκα ανθρώπους όλους κι όλους», όπως μας είπε.
     Απαραίτητα τα αστεία και τα χαριτωμένα πειράγματα μεταξύ μας, στην ευχάριστη αυτή διαδρομή. Όχι λίγες και οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις του ενός στον άλλον για τον άγιο Παΐσιο. Απαραίτητες και οι ολιγόλεπτες στάσεις σε κάποια σημεία της ανάβασης, για λίγη ξεκούραση στις πέτρες ή σε πεζούλια που συναντούσαμε. Αναγκαίος και ο «ανεφοδιασμός» με λίγο από το κολατσιό μας που είχαμε στα σακίδιά μας. Οι αρκετές βρύσες με κελαρυστό νεράκι δεξιά κι αριστερά του δρόμου μάς ξεδιψούσαν και δεν χρειάστηκε να βγάλουμε τα μπουκάλια που είχαμε στα σακίδια. Τα παιχνίδια με το νερό, καταβρέχοντας με λίγες σταγόνες ο ένας τον άλλον, έδιναν κι αυτά τη δική τους χαρούμενη νότα στην πεζοπορία μας!
     Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η διαδρομή είναι πολύ δύσκολη. Ειδικά για όσους αγαπούν την πεζοπορία, θεωρείται εύκολη και σίγουρα απολαυστική.
Λίγη ξεκούραση και συνεχίζουμε!
Παιχνίδια με το νερό! - βίντεο
(Για μεγέθυνση κάντε διπλό «κλικ» επάνω στο βίντεο)

Μικρό προσκυνητάρι λίγο πριν την ιστορική μονή, με το καντηλάκι του να καίει

Υπαίθριο - αυτοσχέδιο προσκυνητάρι στη διαδρομή


     Φτάνοντας μετά δυόμισι ώρες από το ξεκίνημά μας από τη γέφυρα της Κόνιτσας, μας «καλωσόρισαν» οι πρώτες ενημερωτικές πινακίδες, μια πέτρινη βρύση και προσκυνητάρια. Μπαίνοντας στον αύλειο χώρο, νοιώσαμε ιδιαίτερο το αίσθημα της εσωτερικής γαλήνης και της πνευματικής ανάτασης, το οποίο ενισχύθηκε όταν προχωρήσαμε εσωτερικότερα και ειδικά στο καθολικό. Το ημίφως στο εσωτερικό του ναού από τα  μικρά παράθυρα και οι χαμηλόφωνοι ψίθυροι των προσκυνητών από σεβασμό στον ιερό χώρο, ενίσχυαν την κατάνυξή μας. Πραγματικά, βρισκόμαστε μεταξύ ουρανού και γης!  
     Το κέρασμα από ένα μεγάλο δίσκο γεμάτο λουκούμια, χαρακτηριστικό όλων των μοναστηριών, που μας «έλεγε» «πάρτε ελεύθερα», μας προσέφερε την μικρή απόλαυση που είχαμε ανάγκη από το λαχάνιασμα της ανάβασης. Σ’ ένα διπλανό κελί, υπήρχαν όλα τα απαραίτητα για την παρασκευή και σερβίρισμα καφέ: Μπρίκια, καφές, ζάχαρη, κουταλάκια, φλιτζάνια, δίσκοι και ποτήρια για νερό από τη βρύση. Ένα χοντρό χαρτόνι συμμετρικά κομμένο και κρεμασμένο προσεγμένα στον τοίχο, έγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα: «Παρακαλούμε να πλένετε όσα σκεύη χρησιμοποιείτε». Διακριτική και η παρουσία των μοναχών, που δεν αρνήθηκαν να απαντήσουν στις διακριτικές ερωτήσεις μας και σε ερωτήσεις άλλων προσκυνητών για την ιστορία της μονής ή και γεωγραφικές απορίες.
«Καλωσορίσματα» της μονής στο επισκέπτη

     Απορεί και εξίσταται ο προσκυνητής/επισκέπτης στον ιερό αυτό χώρο, πώς και σε ποιες πλάτες μεταφέρθηκαν ως εδώ όλα τα υλικά για την ανέγερση, την ανοικοδόμηση και τη συντήρηση της μονής, των ένδεκα συνολικά παρακείμενων κτιριακών εγκαταστάσεων και τη διαμόρφωση του χώρου!
    Λίγο παραδίπλα το λιτό κελάκι του αγίου Παΐσίου. Μπαίνοντας, όχι περισσότερα από τρία άτομα, γιατί ο χώρος του είναι στενός, το βρίσκεις πολύ προσεγμένο. Εκεί νοιώθεις το άγγιγμα της χάρης του και το άγγιγμα της χάρης των πολλών, πάρα πολλών ιερών εικόνων αγίων στους τοίχους του.

Ανάβαση για πνευματική αναζήτηση – εμπειρία γεμάτη φυσική ομορφιά!

«Ιερόν κελίον οσίου Παΐσίου»


     Είχε πάει μεσημέρι. Ο καιρός ήταν ευχάριστος, αν και το ελαφρύ κρύο αεράκι λίγο «ενοχλούσε» βγαίνοντας από τους εσωτερικούς χώρους της μονής. Στις αναπαυτικές καρέκλες στον μεγάλο αύλειο χώρο με τραπεζάκια, απολαύσαμε τον καφέ που παρασκεύασε και μας σέρβιρε η σύζυγός μου. Τον συνοδέψαμε με κάποια κομμάτια πασχαλινό τσουρέκι, κομμένο με το χέρι, λίγα κουλούρια, με πολλούς επαίνους «στα χεράκια της» και επιφωνήματα απόλαυσης. Επιστρέψαμε λίγο μετά και πλύναμε το δίσκο, τα φλιτζάνια και τα ποτήρια που χρησιμοποιήσαμε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, αναβαπτισμένοι από τη φύση και την ιερή κατάνυξη. Δύο ώρες περίπου αργότερα, ένα καλό εστιατόριο στην πόλη της Κόνιτσας μας προσέφερε τις δικές του υπηρεσίες με νόστιμα πασχαλιά εδέσματα!
 
Ιστορικά στοιχεία της μονής Στομίου
 
     Σε μια από τις εντυπωσιακότερες τοποθεσίες άγριας ομορφιάς της χώρας μας, στο ύψωμα Καταφίλι της απότομης και σε πολλά σημεία άβατης χαράδρας του Αώου, στις πλαγιές του όρους της Τύμφης, βρίσκεται η μονή της Παναγίας Στομίου ή Παναγίας της Στομιώτισσας. Το μικρών διαστάσεων καθολικό του (ο ναός) είναι σταυροειδής μετά τρούλου, υπάγεται στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης και είναι ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Η ονομασία της «Στομίου», οφείλεται, πιθανότατα, στη γεωγραφική της θέση, καθώς στο φυσικό άνοιγμα (στόμιο) της χαράδρας του ποταμού Αώου, μεταξύ των απόκρημνων ορεινών όγκων Τραπεζίτσας και Γκαμήλας. Κατά άλλη πηγή, που δεν πρέπει να ευσταθεί, το όρος «Άγιος Στόμιος» δεν φαίνεται να σχετίζεται με την ονομασία της. 
     Το πρώτο μοναστήρι ιδρύθηκε το 1442 στις απότομες πλαγιές της Τραπεζίτσας, ακριβώς απέναντι από εκεί που βρίσκεται σήμερα. Μεταφέρθηκε με τα κειμήλιά του στη σημερινή του θέση το 1774, ενώ στην παλιά του θέση διασώζονται κάποια ερείπιά του, με την ονομασία «Παλαιομονάστηρο». Απέκτησε μεγάλη περιουσία και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής, όπως ενίσχυση σχολείων και αγαθοεργίες στους κατοίκους. Από την επιδρομή των ναζιστικών στρατευμάτων το 1943 υπέστησαν ολική καταστροφή οι παρακείμενες εγκαταστάσεις και διασώθηκε μόνο το καθολικό, αλλά κι αυτό όχι αλώβητο. Το 1956 ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες αποκατάστασής του και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν λίγο πριν το τέλος του 20ού αιώνα, ενώ οι εργασίες συντήρησής του είναι συνεχείς. Από τις σημαντικές μορφές που μόνασαν εκεί το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ήταν και ο πρόσφατα αγιοκαταταχθείς γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, στην τετραετία 1958-1962. Στο μικρό αυτό διάστημα εργάστηκε ως μαραγκός, με σημαντική προσφορά στην αποκατάσταση του ιστορικού θρησκευτικού μνημείου. Σήμερα είναι ανδρικό μοναστήρι με πολλές παρακείμενες εγκαταστάσεις και γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, (Γενέθλιον της Θεοτόκου). Επίσης, τιμάται πανηγυρικά και η μνήμη του αγίου Παϊσίου, στις 12 Ιουλίου. Διαθέτει περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο πολλά κειμήλια, βυζαντινές εικόνες και λείψανα πολλών αγίων. Ο επισκέπτης πρέπει να διανύσει πέντε χιλιόμετρα πεζοπορίας από την τοξωτή γέφυρα της Κόνιτσας για να φτάσει εκεί και την αντίθετη διαδρομή για την επιστροφή του. Συνολικά, περίπου τέσσερις ώρες.
Απόψεις εξωτερικά της μονής

Αγναντεύοντας από τον αύλειο χώρο της μονής το άνοιγμα της Κόνιτσας
στο τέλος του φαραγγιού 

Το απόκρημνο βραχώδες ύψωμα Τραπεζίτσα, όπου και το Παλαιομονάστηρο

Ιδιαίτερα ξεχωριστό και το δέος που προκαλεί ο απόκρημνος κάθετος βράχος 
από τη μονή στο φαράγγι και την κοίτη του Αώου (βίντεο)
(Για μεγέθυνση κάντε διπλό "κλικ" στο βίντεο)
Πολύ μεγάλοι οι όγκοι νερού το Αώου
(Για μεγέθυνση κάντε διπλό "κλικ" στο βίντεο)
Ρέμα - μικρός παραπόταμος του Αώου
(Για μεγέθυνση κάντε διπλό "κλικ" στο βίντεο)
Μεγάλη νερομάνα δίπλα στο γεφύρι της Κόνιτσας, γίνεται παραπόταμος του Αώου
(Για μεγέθυνση κάντε διπλό "κλικ" στο βίντεο)


Βράχοι που κόβουν την ανάσα!

Η κορυφή «Γκαμήλα» προκαλεί ξεχωριστό δέος

Σπηλαίωμα στο βράχο, που, ίσως, το χτίσιμο στο άνοιγμά του
ματρυρεί ότι υπήρξε καταφύγιο ερημιτών
   

Μόλις που φαινόμαστε σαν... τελίτσες στην κορυφή του γεφυριού της Κόνιτσας,
 στο τέλος της επιστροφής!

-----------------------------------
Πηγές:
Ξενάγηση μοναχού της Μονής Στομίου.
Ενημερωτικές πινακίδες στην είσοδο και εντός της μονής.
Ενημερωτικό έντυπο του Δήμου Κόνιτσας.
Εικόνες: Από το προσωικό μου αρχείο.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.4.2027




Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Το χρωματιστό χαμόγελο του ουράνιου τόξου», της Γόνης Ζιγγελή

                                   

     Είναι γεγονός ότι σε κάθε πολιτιστική εκδήλωση που έχει σχέση με το βιβλίο, αποδεικνύεται αυτό που πολλές φορές έχει ειπωθεί, λέγεται και θα συνεχίσει να λέγεται: Ότι «το βιβλίο μας φέρνει πιο κοντά». Στο «Φεστιβάλ Όψεις του Φανταστικού» των Εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές, που κάνει κάθε χρόνο το γύρο της Ελλάδας, γνώρισα στον πολυχώρο Rockwood Athens την Γόνη Ζιγγελή, θεατρολόγο-απόφοιτο Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, κάτοχο μεταπτυχιακού τίτλου του Ανοιχτού Πανεπιστημίου της Κύπρου και συγγραφέα παιδικών βιβλίων. Τί κι αν ήταν πολύ σύντομη η εκ του σύνεγγυς γνωριμία μας, τη γνωρίζω πολύ περισσότερο μέσα από το βιβλίο της, αφού ο/η συγγραφέας ξετυλίγει το επίπεδό του και την προσωπικοτητά του στο έργο του/της.
     «Το χρωματιστό χαμόγελο του ουράνιου τόξου», αυτό είναι το βιβλίο της Γόνης Ζιγγελή και πρόκειται για παιδικό παραμύθι, από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές. Τέσσερις αγαπημένοι φίλοι στο «Ουρανοχωριό», το ουράνιο τόξο, ο ήλιος, το σύννεφο και η βροχή παίζουν «κρυμμένο θησαυρό». Το παιχνίδι τους «ζωντανεύει» και την ομαδικότητα και τη φαντασία στα μάτια των παιδιών. Προσωπικά με πισωγύρισε στα ομαδικά παιχνίδια των παιδικών μου χρόνων στις πλατείες και στις αλάνες της πόλης και στα σοκάκια των χωριών! Το σύννεφο είναι λίγο «ζαβολιάρικο»! Κλέβει το θησαυρό που έκρυψε το ουράνιου τόξο, το χρωματιστό του χαμόγελο, γιατί θέλει να μοιάζει σ’ εκείνο που είναι φωτεινό. Τότε οι άλλοι φίλοι του δεν το «τιμωρούν» με το να μην το παίζουν, αλλά με όμορφο τρόπο το κάνουν να καταλάβει το λάθος του. Το σύννεφο μετανοιώνει, του το επιστράφει και η όμορφη παρέα συνεχίζει χαρούμενη ένα άλλο παιχνίδι!
    Συχνά οι διάλογοι μεταξύ των παιδιών-παικτών στο βιβλίο, είναι σε έμμετρο στίχο και ομοιοκαταληξία, κάτι και που μαγεύει τους μικρούς μας φίλους, και που τους κάνει ν' αποστηθίσουν ευκολότερα το παραμύθι και να διδάσκονται καλύτερα μέσα απ’ αυτό.  
     Κάτι άλλο που δεν μένει απαρατήρητο στο βιβλίο, είναι η εικονογράφηση. Η εικονογράφηση είναι μια καινοτομία, ένα πραγματικό χάρισμα των Εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές. Η εικόνα, ειδικά στο παιδικό βιβλίο, παίζει σημαντικό ρόλο στην αφομοίωση του περιεχομένου του.
     Για την αξία των παραμυθιών έχουν μιλήσει μεγάλα στόματα και έχουν γράψει μεγάλα μολύβια. Μην ξεχνάμε ότι και ο μακρινός παππούς Αίσωπος, με μύθους δίδαξε, διδάσκει και θα διδάσκει εις το διηνεκές μικρούς και μεγάλους σ’ όλον τον πλανήτη. Κι ακόμα, ποιος από εμάς δεν νανουρίστηκε με τα παραμύθια της γιαγιάς και της μάνας! Ποιος δεν θα ήθελε να είναι «ο καλός» του παραμυθιού, να κερδίζει την αγάπη των άλλων και να διδάσκει με τον τρόπο αυτό!
     Εύχομαι στην χαρισματική συγγραφέα να συνεχίσει με την ίδια ζέση το όμορφο αυτό έργο της. Σε μια εποχή που το διαδίκτυο αποπροσανατολίζει, δεν είναι «ρομανικοί» όσοι επιμένουν στο παραδοσιακό βιβλίο και στο παραδοσιακό παιχνίδι. Το έντυπο βιβλίο θα το πιάσεις στα χέρια σου, θα το «κανακέψεις», θα μυρίσεις τις σελίδες του, θα κοιμηθείς αγκαλιά μαζί του στο κρεβάτι! Και μέρες Πασχαλιάς που έρχονται, σίγουρα είναι το καλυτερότερο δώρο για τους μικρούς μας φίλους!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.4.2026

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

«Πιστοποιητικό Πατρότητας»: Το νέο μου βιβλίο, από τις «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ»!

                                                                            

     Ένα ακόμα πνευματικό μου «παιδί» βγαίνει στο δρόμο και «περπατάει»! Είναι το βιβλίο μου «Πιστοποιητικό Πατρότητας» - μυθιστόρημα, από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές! Πρόκειται για ένα έργο που περιέχει και σκανδαλοθηρικό περιεχόμενο. Όμως, δεν στέκεται στη σκανδαλοθηρία. Υμνεί Αξίες και για Αξίες στέλνει μηνύματα.
   Η γνωριμία του Σταύρου με τη Δήμητρα πολύ γρήγορα εξελίσεται σε έρωτα και τους οδηγεί σ’ έναν πολύ ευτυχισμένο γάμο. Λίγα χρόνια αργότερα, και ενώ ο Σταύρος φεύγει για δουλειές, μια κάπως ύποπτη συνάντηση της Δήμητρας με συνάδελφό της κι ένα ακόμα περισσότερο ύποπτο ταξίδι και με άλλους συναδέλφους της, τού εγείρουν πολύ σοβαρά ερωτηματικά. Λίγο μετά την επιστροφή του, προκύπτει η δεύτερη εγκυμοσύνη της Δήμητρας. Η σύλληψη προσδιορίζεται από το γιατρό στη χρονική περίοδο που το ζευγάρι δεν ήταν μαζί. Θεωρεί ο Σταύρος την ανακάλυψη μιας κρυφής φωτογραφίας, με τη γυναίκα του αγκαλιά με το Γρηγόρη ατράνταχτη απόδειξη για την απιστία της; Μια σφοδρή θύελλα ξεσπάει στην μέχρι τότε ήρεμη και όμορφη ζωή τους. Με τη γέννησή του το αγοράκι, δείχνει το «πιστοποιητικό» του με το πατώνυμό του. Η συνέχεια αποκαλύπτει αν μπόρεσαν να σταθούν όρθιοι στη θύελλα - αν η ζωή τους επανήλθε στις ράγες της.
     Άπειρες οι ευχαριστίες μου στον Εκδοτικό Οίκο ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ και προσωπικά στον κύριο Γιώργο Σωτήρχο, που πίστεψαν στο βιβλίο και ανέλαβαν την έκδοσή του και στην προώθησή του. Πάγιες οι ευχαριστίες μου και στην οικογένειά μου, τη σύζυγό μου Ελένη και τις κόρες μας Μαρίνα και Αγγελική, που πάντα με στηρίζουν και με εμπνέουν με την ομορφιά τους, την αγάπη τους και τη δροσιά τους. Ολόθερμες και οι ευχαριστίες μου και στις αδελφικές μου φίλες Κωνσταντίνα Ζήδρου, αρχαιολόγο - συγγραφέα και την Μαρία Βλάχου, φιλόλογο - τ. Διευθύντρια Πολιτισμού και Εκπαίδευσης του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ιωαννιτών, που με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ευαισθησία έσκυψαν πάνω από το ταπεινό πνευματικό μου αυτό έργο και με πολλή αγάπη και ευαισθησία το προλογίζουν.
     Τόσο βιβλίο μου «Πιστοποιητικό Πατρότητας», όσο και το προηγούμενο, «Εύθυμες ιστορίες της καθημερινής ζωής» – συλλογή 73 ευθυμογραφημάτων από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, μπορείτε ν' αναζητήσετε και να βρείτε:
     α. Σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
     β. Διαδικτυακά και απευθείας από τον Εκδοτικό Οίκο, ΕΔΩ.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 22.3.2026
(Σύντομο βιογραφικό δείτε ΕΔΩ)






Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Ο γαϊδαράκος του μπάρμπα-Σταμάτη (διήγημα)


     Η μεγάλη εμποροζωοπανήγυρη στο κεφαλοχώρι πλησίαζε και ο μπάρμπα-Σταμάτης φρόντιζε να έχει το γαϊδαράκο του ξεκούραστο, να πάει να τον κάνει τράμπα. Συνηθιζόταν πολύ εκείνα τα χρόνια οι τράμπες στα ζώα σε τέτοια πανηγύρια. Πήγαιναν το γέρικο και το αντάλλαζαν με κάποιο νεότερο, αφού οι δυνάμεις του σιγά σιγά το εγκατέλειπαν και με δυσκολία ανταποκρινόταν στις ανάγκες των νοικοκυραίων. Τα τελευταία χρόνια, που τα γεράματά του άρχισαν να φαίνονται, όπως και του μπάρμπα-Σταμάτη, δεν τον φόρτωνε πολύ, ούτε έκανε και τις δουλειές που έκανε και πριν. Απέφευγε ν’ ανεβαίνει και στο σαμάρι. Το συμμεριζόταν το ζωντανό του.
     Και πάλι, όμως, πολύ σκεπτικός ήταν ο μπάρμπα-Σταμάτης. «Γέρασες κι εσύ, Κίτσο μ’, γέρασα κι εγώ και να δούμε ποιος θα γεροκομήσει τον άλλονε», έλεγε συχνά στο γάιδαρό του, όταν άκουγε τις βαριές ανάσες και το αγκομαχητό του αγαπημένου του ζώου από την κούραση και το φορτίο. Τον ένοιωθε μέλος της οικογένειάς του και τον φρόντιζε σαν άνθρωπο. Με τη δική του βοήθεια μεγάλωσε τα παιδιά του. Και ποιο θα ήταν το τέλος του, όταν τον έπαιρναν οι γύφτοι στην εμποροπανήγυρη; Εκείνοι περισσότερο επιδίδονταν σε τέτοιου είδους δοσοληψίες.
     «Το πιο σίγουρο είναι που θα γίνει ένα καλό γεύμα στα άγρια θηρία κάποιου τσίρκου», αναλογιζόταν και το μυαλό του έφτανε σε αδιέξοδο. Έβαζε τον εαυτό του στη θέση του Κίτσου του, όταν θα αντίκρυζε τους πεινασμένους εκτελεστές του, ίσως κάποια λιοντάρια, κάποιες τίγρεις ή κάποιες αρκούδες. Με τίποτα δεν του άξιζε ένα τέτοιο φρικτό τέλος, όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Ούτε κι ήθελε να πεθάνει στα χέρια του. Του χρειαζόταν ένα νεότερο γαϊδούρι, γιατί μ’ αυτό θα έκανε καλύτερα τις δουλειές του.
    Καλός, φιλήσυχος, ιδιαίτερα εργατικός και πολύ καλός οικογενειάρχης ο μπάρμπα-Σταμάτης, μα ώρες ώρες τον διέκρινε μια αφέλεια. Είχε περάσει και πολλά στη ζωή του, ειδικά στον εμφύλιο. Κι από τότε που έπεσε από τη σκάλα και χτύπησε στο κεφάλι, κάτι φορές έμοιαζε να είναι άλλος άνθρωπος. Τον κατανοούσε για όλα αυτά η γυναίκα του, η Βασίλω, που, αν και νευρικός άνθρωπος, προσπαθούσε να είναι συγκρατημένη. Κατάπινε τα λόγια που της έρχονταν να του πει. Ήταν κωλοπετσωμένη και πετάλωνε τον ψύλλο στον αέρα. Άνθρωπος δεν την γέλαγε εύκολα. Όχι λίγες φορές, έπιανε η ίδια το τιμόνι της οικογένειας.
     Την πρώτη μέρα του εφταήμερου παζαριού, ξεκίνησε πρωί για το κεφαλοχώρι ο μπάρμπα-Σταμάτης. Κράτησε το σαμάρι, γιατί και το άλλο ζώο χωρίς σαμάρι θα το έπαιρνε. Με κάποιες μικρομετατροπές θα το έφερνε στα μέτρα του νέου γαϊδουριού ο σαμαράς.
-  Τήρα μη σε γελάσουνε, ρε! Εφτούνοι δεν έχουνε μπέσα. Την έχουνε ψωμοτύρι τη μπαμπεσιά οι «κουμπάροι», του είπε κάπως αυστηρά, εννοώντας «κουμπάρους» τους τραμπαδόρους όταν ξεκίναγε, αλλά ούτε η καρδιά του, ούτε τα πόδια του πήγαιναν. Ήταν πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση «κουμπάρε» στους τσιγγάνους, επειδή από τους τόπους που περνούσαν και κατασκήνωναν για λίγες μέρες, εκεί βάφτιζαν και τα παιδιά τους, πολλές φορές με νονούς ανθρώπους των χωριών, «λαϊκούς». 
     Σ’ όλο το δρόμο, περισσότερο από δύο ώρες μέχρι να φτάσουν, πότε μίλαγε στο ζωντανό του και πότε τραγούδαγε. Μα ούτε οι κουβέντες του έμοιαζαν με τις γνωστές κουβέντες που του μίλαγε άλλες φορές, ούτε τα τραγούδια του ήταν τραγούδια. Τώρα μονολογούσε περισσότερο και τα λόγια του και τα τραγούδια του μοιρολόγια ήταν.
     Η τεράστια αλάνα λίγο πριν τα πρώτα σπίτια στο κεφαλοχώρι, ήταν αγνώριστη. Γεμάτη γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα κι ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν, αναζητώντας είτε να πουλήσουν, είτε να αγοράσουν είτε να ανταλλάξουν. Έδεσε σε μια άκρη από ένα κλαράκι το γερο-γαϊδαράκο του και μπαίνοντας στην αλάνα, άρχισε την έρευνα, για να κάνει την τράμπα με ένα νεότερο γαϊδούρι. Πριν φτάσει ακόμα μεσημέρι, το ενδιαφέρον ενός από τους τραμπαδόρους του φάνηκε κάπως αξιόπιστο.
-  Σήμερα δεν έχω κάτι, μπάρμπα. Μέχρι το βράδυ όλο και κάτι θα βρω. Άσε μου το γαϊδούρι σου να το δώσω κι εγώ για να σου κρατήσω κάτι καλύτερο. Ξαναέλα αύριο.
     Αποχαιρέτισε τον επί κοντά είκοσι χρόνια «σύντροφό» του και πολύτιμο συνεργάτη του στις δουλειές. Τον φίλησε στο μέτωπο και τα μάτια του τρέξανε. Η καρδιά του ράγισε που τον κοίταζε κι εκείνο στα μάτια, μα η απόφασή του ήταν παρμένη. Ξεκίνησε για το χωριό του, με σκοπό να ξαναπάει το άλλο πρωί, πιστεύοντας ότι κάτι καλύτερο θα είχε να του δώσει ο άνθρωπος που μίλησε μαζί του.
     Την άλλη μέρα ξεκίνησε πάλι πρωί για το κεφαλοχώρι. Με το Δήμο, τον συγχωριανό του, συναντήθηκαν στο έβγα του χωριού, που κι εκείνος πήγαινε στο πανηγύρι με το μουλάρι του, για την ίδια δουλειά. Έλεγαν διάφορα στο δρόμο. Κάπου στα μισά, ο Δήμος ξεπέζεψε για ν’ ανέβει ο μπάρμπα-Σταμάτης στο μουλάρι, που ήταν και αρκετά μεγαλύτερός του. Αν κι εκείνος προσπάθησε να τον αποτρέψει, το είχε ανάγκη να ξεκουραστεί από την πεζοπορία και τον ευχαρίστησε. Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους, μέχρι τον προορισμό τους.
     Αναζητούσε για κάμποση ώρα ο μπάρμπα-Σταμάτης τον άνθρωπο που του είχε αφήσει τον Κίτσο του, μα δεν τον εύρισκε. Ύστερα από ώρες αναζήτηση, πέρναγε από το μυαλό του ότι έφυγε κι έχασε και το γάιδαρό του, έχασε και την ευκαιρία για την τράμπα και άρχισε να «ψέλνει». Κάμποση ώρα μετά, ακούει πίσω του κάποιον να φωνάζει τρεις-τέσσερις φορές: «Μπάρμπα! Μπάρμπα! Ε, μπάρμπα!». Συνειδητοποίησε ότι του ήταν κάπως γνώριμη η φωνή και γύρισε να δει. Ήταν ο «κουμπάρος» που έψαχνε.
-  Έλα, μπάρμπα! Σ’ έχω έτοιμο! Σου ήβρα ένα γαϊδούρι πολύ νεότερο, όπως το θες!
-  Το δικό μου το έχεις; Θα ήθελα να το αποχαιρετίσω, του είπε, με φωνή σπασμένη από τη συγκίνηση.
-  Όχι, μπάρμπα. Το έδωσα το δικό σου…
     Περπάτησαν μαζί μέχρι το σημείο που το είχε δεμένο ο «κουμπάρος». Νεότερο του φάνηκε και τον κοίταξε στα δόντια. Μετά από κάμποση κουβέντα και παζάρια, συμφώνησαν και στην τιμή της ανταλλαγής. Ο μπάρμπα-Σταμάτης άνοιξε το πορτοφόλι του και έβγαλε κάποια λεφτά -τη διαφορά της αξίας-, που υπολόγιζε ότι κάπου τόσα θα του ζήταγε και ο «κουμπάρος» και δεν είχε πέσει έξω. Κάποια ακόμα χαρτονομίσματα, τα είχε καρφιτσωμένα με παραμάνα στην άλλη εσωτερική τσέπη του σακακιού του, να μην φανούνε πολλά στον τραμπαδόρο. Χαιρετήθηκαν εκείνος πήρε τα λεφτά, του ευχήθηκε «καλορίζικο» και οι δρόμοι τους χώρισαν, από τη στιγμή που έλυσε το γάιδαρο και τους τον παρέδωσε.
     Αφού απομακρύνθηκε από το χώρο, κρατώντας το γαϊδούρι από το σκοινί και τραβώντας για το χωριό του, είδε ότι το βήμα του ήταν γρήγορο. «Νέο φαίνεσαι κι έχει όρεξη για δουλειά. Κίτσο θα σε λέω κι εσένα, για να μη μου λείψει και το άλλο», ήταν οι πρώτες του κουβέντες στον καινούργιο συνεργάτη του.
     Φτάνοντας αργότερα στο χωριό του, το γαϊδούρι τράβαγε στο δρόμο ίσα για σπίτι, σαν να τον είχε ξαναπερπατήσει!
-  Γυναίκα! Ε, γυναίκα! Έλα να ιδείς ένα καλό γαϊδούρι που πήρα! Ερχότανε μόνο του στο σπίτι!, φώναξε μόλις έφτασε στην αυλή του σπιτιού του.
     Βγήκε η Βασίλω στην αυλή και περιεργαζόταν το γαϊδούρι, κάνοντας δύο ερευνητικούς κύκλους γύρω απ’ αυτό. Αφού το κοίταξε και το ξανακοίταξε, γύρισε στον άντρα της και του λέει με βεβαιότητα:
-  Σε γελάσανε, ρε μαύρε! Δεν άνοιγες τα μάτια σου να ιδείς; Και σάμπως δεν σου το είπα να έχεις το νου σου; Σου το είχα πει!
     Εκείνος δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήθελε να πει και την κοίταζε με απορία.
-  Το δικό μας γαϊδούρι είναι, ρε κακομοίρη! Δεν το γνώρισες;
-  Σώπα, που είναι το δικό μας γαϊδούρι!, απάντησε εμβρόντητος και άρχισε να το κοιτάζει με προσοχή.
-  Το δικό μας είναι, ρε! Το κουρέψανε, το βάψανε, του κοντύνανε και τις τρίχες στην ουρά! Κάτι τους βάζουνε και στα δόντια και καθαρίζουνε!... Του έβαλε και νέφτι* στον κώλο ο γύφτος κι έτρεχε!… Πολύ θέλει να το καταλάβεις; Για τήρα καλύτερα κι εκείνο το σημάδι που έχει στην κοιλιά!
     Τότε του ήρθε στο μυαλό μια ταχυδακτυλουργική κίνηση του «κουμπάρου», που μόλις του το παρέδωσε με το σκοινί, του σήκωσε και την ουρά, μα τότε δεν έδωσε σημασία. Σκύβει, κοιτάζει στην κοιλιά του και δεν πίστευε στα μάτια του, με τις πολλές υποσχέσεις που του έδινε ο πραματευτής. Στην πραγματικότητα, όμως, χάρηκε μέσα του! Η συγκίνηση τον έκανε και του αγκάλιασε το κεφάλι και το φίλαγε, με βρεγμένα μάτια και με παλλόμενη φωνή.
-  Άι, γαϊδαράκο μ', γέρασες κι εσύ σαν κι εμένα, μα είπανε να σε ξανανιώσουνε! Παλιός γάιδαρος, καινούργια περπατησιά, που λένε! Δεν μπορούμε να ζήσουμε χώρια ο ένας από τον άλλονε εμείς!...
     Του έβαλε πολύ σανό να φάει, γιατί σίγουρα ο «κουμπάρος» θα τον είχε αφήσει νηστικό.
     Πριν ακόμα περάσει ένας χρόνος, ένα πρωί ο μπάρμπα-Σταμάτης βρήκε το «σύντροφό» του νεκρό στο στάβλο. Τον έκλαψε σαν να ήταν αδερφός του. Ανήμπορος ο ίδιος για τέτοια δουλειά, κάλεσε δυο νέα παιδιά από το χωριό και τον έθαψαν σ’ ένα λάκκο που άνοιξαν λίγο πιο πέρα από την αυλή του.
-  Ούτε θέλω, ούτε μπορώ να βρω άλλο γαϊδούρι. Με τη συνταξούλα μας θα ζήσουμε όσο ζήσουμε κι όποτε μπορούμε και να μπορούν κι εκείνα, θα πηγαίνουμε για λίγες μέρες και στα παιδιά μας, στην πόλη, είπε στη γυναίκα του μετά την «κηδεία», αφού σαν πραγματική κηδεία βίωσε και το θάνατό του και την ταφή του. 
------------------------------
*  Συνηθιζόταν να βάζουν νέφτι μ' ένα βαμβακάκι στον βλεννογόνο του πρωκτού των ζώων, κυρίως εκείνων που προορίζονταν ν’ αντικαταστήσουν άλλα. Σαν ελαιώδες και καυστικό υγρό, αργούσε να εξατμιστεί, προκαλούσε πόνο και τα έκανε να βαδίζουν γρήγορα. Έτσι, δινόταν η εντύπωση στον υποψήφιο αγοραστή ότι τάχα είναι νέα και σβέλτα! Χαρακτηριστική και η παροιμιώδης φράση για κάποιον που έχει γρήγορο βάδισμα: «Του έβαλαν νέφτι στον κώλο»!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 10.3.2026

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Μελαία», του Παναγιώτη Φράγκου, εκδόσεις «ΑΡΜΟΣ»


     Σε πολύ μικρό διάστημα από την έκδοση του προηγούμενου βιβλίου του, με τίτλο «Ο Στεναγμός του Ίκαρου», ο Παναγιώτης Φράγκος εξέδωσε και το επόμενο έργο του, με τίτλο «Μελαία, ένας κόσμος νέφους και καταλλαγής», από τις Εκδόσεις «Αρμός». Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία 363 σελίδων, που ο συγγραφέας την κάνει μυθιστόρημα. Πραγματικά καθηλώνει η πλοκή και η λέξη «καθηλώνει» είναι πολύ λίγη να εκφράσει το μέγεθος και την αξία του έργου.
     Μικρά παιδιά η Μελαία και ο Ντινάκος, χάνουν και τους δυο γονείς τους μαζί, από μια κοσμοχαλασιά – φονική καταιγίδα, μπροστά στα μάτια τους. Ο φόβος από τη μανία των στοιχείων της φύσης και η ανείπωτη αυτή απώλεια, «πήραν» τη φωνή του κοριτσιού. Ακόμα και σε τόσο μικρή ηλικία, οι δυσκολίες ενισχύουν αντιστάσεις και ο Ντινάκος έγινε ο πολύτιμος προστάτης της μικρότερης αδελφής του. «Πάλευε ο Ντινάκος να μάθει η Μελαία να μιλά σωστά… Ώρες και μέρες και χρόνια πάλευε[…]». Δεν έκλαψε τους γονείς του, να μην την τρομάξει. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Τέτοια προστασία και στοργή της παρείχε, που εκείνος της σκούπισε τα αίματα που έτρεξαν στα πόδια της και την ενθάρρυνε όταν πρωτοαδιαθέτησε, λέγοντάς της ότι «όλες οι γυναίκες έτσι είναι». Μετά από καιρό η φωνή της επανήλθε, αλλά με προτάσεις των δύο λέξεων μόνο και χωρίς άρθρα. Της αρέσει το διάβασμα, ζητάει βιβλία και επιδιώκει με κάθε τρόπο την κοινωνικοποίηση. Ισορροπίες μέσα της κράταγαν και τα γράμματα της εκκλησίας με τα λόγια του παπά-Αγγελή, που είχαν αποτυπωθεί καλά στο μυαλό και των δυο παιδιών.
     Πολύ εύκολα οι κοινωνίες, και μάλιστα οι μικρές, βάζουν «καρτελάκια» και «ετικέτες» σε άτομα αδύναμα. Και τα «καρτελάκια» της Μελαίας δεν ήταν λίγα: «Ζαβό», «λοξό», «δυστυχισμένο», «όπου γάμος και χαρά» και άλλα ακόμα. Αναγνωρίζει όμως το «βλαμμένο» την προστασία και τη στοργή του αδελφού της. Μα έρχονται και εποχές που και σε καιρούς ειρήνης, «πλακώνει η φοβέρα και σκιάζει η σκλαβιά». Με την κήρυξη της «επανάστασης» την 21η Απριλίου 1967, το καθεστώς τη συλλαμβάνει μαζί με άλλους, «διαφορετικούς». «Η εξουσία, καθώς ραγίζει τις ψυχές όσων δεν μπορούν να υπερασπιστούν την διαφορετικότητά τους, στέλνει ένα μήνυμα στους κανονικούς, ένα μήνυμα συμμόρφωσης».
     Σε λίγες μέρες οι άλλοι επέστρεψαν στον τόπο τους. Η Μελαία όχι. Σύγχρονοι Καιάδες την υποδέχθηκαν, ο ένας μετά τον άλλον, μαζί με πολλούς ακόμα και όχι με τ’ όνομά της, αλλά μ’ έναν αριθμό! Ευτυχώς, όμως, που πάντα βρίσκονται κάποιες «Βερονίκες» και κάποιοι «Σίμωνες Κυρηναίοι», που και θα σκουπίσουν με το μαντήλι τους τον ιδρώτα του προσώπου των βασανισμένων και θα πάρουν το σταυρό τους στην πλάτη, ανεβαίνοντας μαζί το γολγοθά τους. Όπως η Κοντοθοδώρα η καλομάνα, που φρόντιζε την ανατροφή των παιδιών, όπως και η φιλόλογος καθηγήτρια Σοφία, που ενδιαφέρθηκε με πολλή τρυφερότητα και στοργή για τη Μελαία στο φρενοκομείο της Λέρου. Από τη Σοφία ξεκίνησε ο μίτος, να συναντηθεί ο Ντινάκος με την αδελφή του, μετά από πολλά χρόνια! Αυτός είχε παντρευτεί τότε και είχε οικογένεια, αφού ο έρωτας είναι ισχυρότερος ακόμα κι από τέτοιες δυσκολίες. Μα ούτε ο έρωτας, ούτε η οικογένεια τον εμπόδισαν ν’ αναζητήσει την αδελφή του.
     Ο αναγνώστης συμπορεύεται με δέος με τον Ντίνο στα συναισθήματά του και στις αναζητήσεις του, από φρενοκομείο σε φρενοκομείο. Για μικρό χρονικό διάστημα γύρισε σπίτι τους, όμως, αφού τα ενδιαφέροντά της στη Λέρο φαίνεται να την είχαν κερδίσει και γύρισε εκεί με τη θέλησή της: Ένοιωθε χρήσιμη στους «συγκρατούμενούς» της, ως μαγείρισσά τους! Η δημιουργία και η προσφορά, πάντα δίνουν ικανοποίηση!
     Πολύ περιπετειώδης η αληθινή ιστορία της Μελαίας και όχι με την καλή έννοια. Τα γεγονότα σε κάνουν να φρουμάζεις από θυμό. Ζωντανή και η γραφή του Παναγιώτη Φράγκου. Πάμπλουτο σε καλολογικά στοιχεία, πάμπλουτο και σε εικόνες που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Βρίθει, επίσης, και ιδιωματισμών. Δεν είναι καθόλου λίγες οι φράσεις του βιβλίου, που μπορούν με άνεση να χαρακτηριστούν αποφθέγματα, όπως, π.χ., στη σελίδα 115: «Στην ανάγκη, σκέψη και πίστη πρέπει, κι όχι νταηλίκια». Όπως και στη σελίδα 187: «Ανάγκη να υπάρχει ο κόσμος, είναι η ύπαρξη της ανάγκης». 
     Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου κορυφώνεται η αγωνία του αναγνώστη, κορυφώνονται και τα συναισθήματα. Από τη μια οι σκέψεις της Μελαίας: «[…]Στα όνειρα μιλάει. Λέγει τα πολλά, που από τα χείλη της δε βγαίνουν κι έτσι ξωκείλουν στο μυαλό και το αποσβολώνουν… […]Η αλήθεια καθενός μένει αφανέρωτη… Τίποτα και όλα την πονούν… Τι νογούν οι τρελοί από βάσανα; Και οι γνωστικοί από τρέλα; Μα αυτή νογά, μα δεν μιλά… […]Είπε να πάει στην εκκλησιά… Και πήγε… Καλά τα έλεγε ο ψάλτης και από μέσα της τον ακολουθούσε… Τα ήξερε τα λόγια: "Κύριε, τί επληθύνθησαν οι θλίβοντές με…". Μα άκουγε και τα λόγια πίσω της… Σαν δίχτυ θανάτου[…]. Κι από την άλλη, «Χάσκουν μέσα της τ’ ανείπωτα».
« - Μελαία, γιατί;
   - Αλήθεια, κόσμος Μελαίας, γυμνός!».
     Προσωπικά, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το δάκρυ που έτρεξε στα μαγουλά μου διαβάζοντας, ούτε να το κρατήσω κρυφό από εκείνους – εσάς που μιλάω για το έργο αυτό!
     Εξόχως ενδιαφέρον το επίμετρο 47 σελίδων του βιβλίου, του ψυχολόγου-ψυχοθεραπευτή Γιώργου Γιαννούση. «Πατώντας» επάνω στην αληθινή αυτή ιστορία, παραθέτει ένα κείμενο με πολύ ενδιαφέρουσα επιστημονική προσέγγιση, μια θαυμαστή επιστημονική τοποθέτηση.
     Την φιλολογική επιμέλεια του βιβλίου, όπως και στο προηγούμενο (Ο Στεναγμός του Ίκαρου) του Παναγιώτη Φράγκου, έχει η καθηγήτρια γαλλικής φιλολογίας, φίλη του συγγραφέα, φίλη και του χωριού μας και προσωπική μου αδελφική φίλη, η Αγάθη Βαρμάζη, από τη Θεσσαλονίκη. Το εικαστικό εξώφυλλο είναι του αείμνηστου αγιογράφου, αδελφού του συγγραφέα, Αντώνη Φράγκου.
     Εύχομαι στον πολύ αγαπητό μου και υπερπολύτιμο συγχωριανό μου, σύντομα να μας «ξαναξαφνιάσει» το ίδιο ευχάριστα, το ίδιο δημιουργικά, το ίδιο συναισθηματικά!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 9.3.2026
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Παραινέσεις προς «Μαυρογιαλούρους»: Σατιρικό ποίημα-ειδικό βραβείο ποίησης από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών 2025!

     Η συμμετοχή μου στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο Διαγωνισμό Ποίησης της ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ 2025, πλούτισε την πνευματική μου «συγκομιδή» με μία ακόμα μεγάλη τιμητική διάκριση, το ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ! Εκφράζω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου και την απέραντη ευγνωμοσύνη μου στον Πρόεδρο του αρχαιότερου Ελληνικού Λογοτεχνικού Σωματείου (έτος ιδρύσεως 1930), Κύριο Λευτέρη Τζόκα, όλο το Διοικητικό Συμβούλιο και την Κριτική Επιτροπή του Διαγωνισμού.
     Η απονομή των βραβείων έγινε σε ειδική πανηγυρική τελετή της ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, την 4η Μαρτίου 2026. 
     Παραθέτω το σατιρικό ποίημα μου που βραβεύτηκε:
 
              Παραινέσεις προς «Μαυρογιαλούρους» (σατιρικό ποίημα)
              
                 «Μαυρογιαλούροι» κι εκλογές, πάνε μαζί παρέα,
                  με λόγια μεγαλόστομα  και με το «θα» σημαία!
                  Σημαία τους και το «εγώ» και «άχρηστοι» οι άλλοι.
                  Για την «κουτάλα» ο καυγάς. Τι είν’ αυτό το χάλι!
                 «Ψηφίστε με να έχετε ό,τι ζητά η ψυχή σας
                  και κάθε που θα χρειαστεί, “εγώ” θα ’μαι μαζί σας»!
                  Σε νάρκη και καταστολή θέλουν να μας κρατάνε
                  κι αυτοί να διαφεντεύουνε κι ωραία να περνάνε.
                  Ψέματα που αρέσουνε έχουν πολλά να πούνε,
                  μα άκρα τους η σιωπή γι’ αλήθειες που πονούνε.
                  Τα πλούτη τους ν’ αυξήσουνε, αυτό μόνο τους νοιάζει.
                  Για το φτωχούλη το λαό, «άστον και δεν πειράζει»!
                  Στα… υψηλά πιστεύω τους, «πιστοί» είναι ορισμένοι,
                  που «γυρολόγοι» εύκολα γίνονται οι καημένοι!
                  Καημένοι κι όσοι πρόθυμα τους περιτριγυρίζουν
                  με υποκλίσεις δουλικές, αντί να τους «μαυρίζουν».
                  Πόρτες με άνεση χτυπούν μεγάλη, κι ευκολία.
                  Μετά είναι τα δύσκολα, μετά κι η αλαζονεία!
                  Κι ο λαουτζίκος που διψά να τον παραμυθιάζουν
                  την «τέχνη» τους επάνω του με χάρη δοκιμάζουν.
                  «Μαυρογιαλούροι», πούχετε τις εκλογές παζάρι,
                  δεν θα αργήσει ο λαός με πέτρες να σας πάρει!
                  Μετρήστε τις κουβέντες σας, μην είναι όλες κούφιες!
                  Όσο τα «θα» περισσότερα, περισσότερες κι οι μούντζες!
                  Σαν «αδειανά πουκάμισα»* μην βγαίνετε τον κόσμο,
                  γιατί οι ψηφοφόροι σας γνωρίζουν κι άλλο δρόμο.
                  Έλληνα, ευκολόπιστε, μην ζεις με ουτοπίες.
                  Κόλπα «Μαυρογιαλούρικα» δεν φέρνουν σωτηρίες.
                  Δικαιοσύνη απαίτησε και όχι αλαζονεία.
                  Όσο θα μένεις άπραγος, τρέφεις την αδικία.

----------------------------------------
*  Στο ποίημα «Ελένη» του νομπελίστα Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη, συμπεριλαμβάνονται και οι παρακάτω  στίχοι, για να τονίσει το μάταιο του Τρωικού πολέμου (και κατ’ επάκτασιν κάθε πολέμου) και των θυσιών που έγιναν/γίνονται, για κάτι που δεν ήταν/είναι, παρά μια ψευδαίσθηση, ένα κενό περίβλημα.
«[…]μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου,
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη[…]».
Γ.Σ.

Η επίδοση του βραβείου από τον πρόεδρο της ΕΕΛ κ. Λευτέρη Τζόκα

Περιστοιχισμένος από πολύ αγαπημένα μου πρόσωπα στην τελετή της βράβευσης!

Τα δώρα των κοριτσιών μου για τη βράβευση!

Ο αξέχαστος Λάμπρος Κωνσταντάρας, στο ρόλο του «υπουργού Μαυρογιαλούρου»,
«υπόσχεται» με πάμπολλα «θα»!


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.3.2026
 

Βιβλιοπαρουσίαση: «Κάπως Αλλιώς», το Γεωργίου Γεωργάκη

                         

     Ένα πολύ καλαίσθητο και ιδιαίτερα προσεγμένο βιβλίο στολίζει τη βιβλιοθήκη μου και γεμίζει την ψυχή μου! Μου το έστειλε με ιδιόχειρη αφιέρωση, σε μια χειρονομία εκτίμησης ο Γιαννιώτης ποιητής και εξαίρετος φίλος Γεώργιος Γεωργάκης. Πρόκειται για την ποιητική συλλογή με τίτλο «Κάπως Αλλιώς», από τις εκδόσεις ΝΙΚΑΣ.
     Με το πρώτο κιόλας άνοιγμα του βιβλίου, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την πληρότητα στην τεχνική της ποίησης του Γιώργου Γεωργάκη. Όλα τα ποιήματα της συλλογής του είναι ένα «σκούντημα», μια πραγματική αφύπνιση, για ν’ αλλάξουμε κατεύθυνση και να πορευτούμε «Κάπως Αλλιώς». Χωρίς άλλο, προβληματίζεται, «ταρακουνιέται», αναλογίζεται παραδοσιακές Αξίες αιώνων καθένας που θα σκύψει στις σελίδες του, που απερίσκεπτα έχουμε απεμπολήσει. Χαρακτηριστικό και το εξώφυλλο του βιβλίου, με ένα άνδρα σε περισυλλογή. Και η απεμπόληση γίνεται με μορφή χιονοστιβάδας, όχι σε χαλεπούς χρόνους, αλλά σε εποχές ευημερίας. 
     Πολλές είναι οι φορές που είτε ακούμε, είτε, φεύ, βλέπουμε και διαπιστώνουμε ότι «έχουμε ξεφύγει». Ενδεικτικά και όχι επιλεκτικά δανείζομαι κάποιους στίχους της συλλογής, για να καταδειχθεί η αγωνία και η προτροπή του ποιητή για την «αλλαγή πορείας», γιατί αυτή μπορεί να μας «επαναφέρει εις την τάξιν»:
 
«[…]Με τι ραβδί, άραγε, χτύπησε (τους ανθρώπους)
και τόσο πολύ τους μεταμόρφωσε;
Εκεί που παίζαμε, εκεί που γελούσαμε,
εκεί που εμπιστευόμασταν, εκεί που ευγνωμονούσαμε,
εκεί που αλλήλους στηρίζαμε και που αγαπούσαμε,
τώρα τόση αδιαφορία, τόση απόσταση,
τόση απομάκρυνση[…]»
(Ποίημα «Μεταβολή»)
***
[…]Πως διεφθάρημεν εμείς, πως εβουλιάξαμε στη λάσπη
πως τσακιστήκαμε στα βράχια,
πως λησμονήσαμε το χρέος
πως χάσαμε το δρόμο,
πως κάποια Κίρκη, τέλος πάντων,
εμάς μας μεταμόρφωσε σε χοίρους».
(Ποίημα «Είναι καιρός»)
***
«[…]Όμως υπάρχει και χαρά, πολλή χαρά, αν σε αφήσουν,
αν σε αφήσουν να την αποκτήσεις. Μα δεν σε αφήνουν.
Και φεύγεις…»
(Ποίημα «Α! Ζωή», που οι δύο λέξεις στον επίλογό του, μαρτυρούν ότι δεν αγωνίζεσαι. «Και φεύγεις…», άρα, χάνεις).
***
«[…]Άνθρωπος σου λέει και όχι κτήνος.
Σκέπτεται, αγαπάει, πονάει, θυσιάζεται[…]
Μα εμείς άλλα βρήκαμε
Ο άνθρωπος σκοτώνει, σταυρώνει, μαχαιρώνει,
βασανίζει, δουλώνει ολόκληρους λαούς[…]
Η φύση όλη, ζώα, πουλιά, δέντρα
θάλασσα, αέρας, ήλιος κινδυνεύουν απ’ αυτόν!
Άνθρωπος! Φυλαχτείτε…».
(Ποίημα «Άνθρωπος»)
 
     Σε κάθε ποίημα της συλλογής, πενήντα οχτώ (58) συνολικά, το «Κάπως Αλλιώς» κρύβεται, λες, μέσα στους στίχους του. Το βιβλίο διανθίζεται από ελεύθερο, αλλά και από έμμετρο στίχο με ρίμα. Διαβάζεται χωρίς να κουράζει και είναι πάρα πολλά και κατανοητά τα μηνύματα που στέλνει.
     Αγαπητέ Γιώργο Γεωργάκη, ομότεχνε και φίλε, σ' ευχαριστώ για το γεμάτο πλούτο αυτό δώρο σου! Σε συγχαίρω από καρδιάς, όπως και από καρδιάς εύχομαι να έχεις υγεία και να συνεχίσεις αυτό που ακούραστα και με πολλή αγάπη και αξιοσύνη για πολλά χρόνια υπηρετείς: Τη συγγραφή, την λογοτεχνία, την ποίηση, τη διδασκαλία! Πραγματικά, η πένα σου έχει τη δύναμη να μην μας αφήσει να παραμένουμε «Μοιραίοι και άβουλοι», γιατί και κατά Αριστοφάνη, «τα παιδιά τα εκπαιδεύουν οι δάσκαλοι και τους ενήλικες οι ποιητές»!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.3.2026