Η γκλίτσα, γνωστή και ως κλίτσα, που
βλέπουμε σήμερα και πολύ εύκολα μπορούμε να προμηθευτούμε, ως «είδος
πολιτισμού», από κάποιο κατάστημα αναμνηστικών και ειδών λαϊκής τέχνης, είναι
πολύ αμφίβολο αν θα την βρίσκαμε το ίδιο εύκολα και σε τόση ποικιλία στο παρελθόν.
Ίσως οι λόγοι να είναι περισσότεροι από έναν: Η γκλίτσα μέχρι πριν λίγες
δεκαετίες, ήταν αποκλειστικό εργαλείο, αλλά και αρχηγικό σκήπτρο του βοσκού στο
«βασίλειό» του, το κοπάδι του, και σε άλλα χέρια να φανέρωνε
«βλαχιά». Επομένως, ελάχιστοι θα ήθελαν να κρατούν μια τέτοια «ταυτότητα».
Τα μέρη της γκλίτσας είναι δύο: Το ραβδί («κλιτσόραβδο») και η λαβή, ή κεφαλή. Για το ραβδί επιλέγεται ένα ίσιο και ανθεκτικό ξύλο, π.χ. κρανιά, πουρνάρι, και παραδοσιακά κατασκευαστής του είναι ο ίδιος ο βοσκός. Γίνεται η κατάλληλη επεξεργασία, όπως ξεφλούδισμα και ίσιωμα, αμέσως μετά την κοπή του, που είναι ακόμα χλωρό. Σημαντική βοήθεια σ’ αυτό, προσφέρει και η φλόγα της φωτιάς. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιες φορές το βλέπουμε σε ορισμένα σημεία και μαυρισμένο. Κατόπιν ακινητοποιείται με απόλυτα ίσιο με βαριές πέτρες και σε απόλυτα επίπεδη επιφάνεια, μέχρι να ξεραθεί καλά, γιατί διαφορετικά θα στραβώσει. Με τον ίδιο τρόπο γίνεται και η μαγκούρα, που το πάνω μέρος της -η λαβή της, διαμορφώνεται εύκολα και αυτή με τη φλόγα. Κατόπιν δένεται γερά με σύρμα, ώστε να μην επανέλθει - να μην ισιώσει κι αλλάξει σχήμα, μέχρι να ξεραθεί καλά.
Η κατασκευή της κεφαλής (λαβής) της γκλίτσας, ήταν μία κατά πολύ δυσκολότερη και επίπονη διαδικασία από το κλιτσόραβδο, από τον ίδιο τον βοσκό κι αυτή. Πρώτη ύλη ήταν το κέρατο του ζώου, του κριαριού ή του τράγου. Για την επιλογή του έπαιζε ρόλο το μέγεθος, το πάχος του και το σχήμα του.
Η επεξεργασία – διαμόρφωση του κέρατου απαιτούσε χρόνο, υπομονή, μεράκι, γνώσεις και, οπωσδήποτε, προσοχή για την αποφυγή τραυματισμού. Του κριαριού ίσως να προσφέρεται περισσότερο από του τράγου. Το πρώτο είναι πιο πολύ «κοντά» στο σχήμα της γκλίτσας, ενώ, αν του τράγου είναι ελικοειδές, ο τελικός σχηματισμός απαιτεί περισσότερη δουλειά κι έχει μεγαλύτερη δυσκολία. Πρώτα το έβραζαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως και για μέρες. Με τον τρόπο αυτό «μαλάκωνε» και αποκτούσε κάποια ευλυγισία, ώστε να δοθεί το απαραίτητο σχήμα. Τότε μπορούσε να κοπεί στα επιθυμητά σημεία, να καθαριστεί και να λειανθούν οι ανώμαλες επιφάνειες που πάντα υπάρχουν, ώστε να λάβει το απαιτούμενο εύρος. Στην επεξεργασία αυτή συνέβαλαν τα ειδικά κοπίδια και οι λίμες που είχε ο βοσκός-τεχνίτης. Αν χρειαζόταν να μαλακώσει κι άλλο μετά την πρώτη επεξεργασία αυτή, το έβραζαν πάλι. Μετά τη φωτιά και με αρκετή – πολλή δύναμη στα χέρια, μπορεί εδώ να χρειάζεται και η συμβολή των γονάτων(!), τού έδιναν το τελικό σχήμα σε εργονομική λαβή και το έδεναν με ανθεκτικό σύρμα, ώστε να μην αλλάξει μορφή, μέχρι να κρυώσει και να στερεοποιηθεί έτσι. Τότε γινόταν και η απαραίτητη τρύπα, να εισχωρήσει σ’ αυτή και να παραμείνει απόλυτα σταθερό το κλιτσόραβδο. Με το κέρατο, επίσης, έφτιαχναν και το «παπίρι»: Ένα είδος «μανικετόκουμπου», που μ’ αυτό κούμπωναν και ασφάλιζαν τις «βεζές» (βεζά: ξύλινο στεφάνι, που συγκρατεί το κουδούνι/την κουδούνα στο λαιμό του ζώου – βλ. εικόνα). Για την προστασία από την υγρασία, κέρωναν με κερί μέλισσας τη λαβή κι αυτό επαναλαμβανόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
Τα μέρη της γκλίτσας είναι δύο: Το ραβδί («κλιτσόραβδο») και η λαβή, ή κεφαλή. Για το ραβδί επιλέγεται ένα ίσιο και ανθεκτικό ξύλο, π.χ. κρανιά, πουρνάρι, και παραδοσιακά κατασκευαστής του είναι ο ίδιος ο βοσκός. Γίνεται η κατάλληλη επεξεργασία, όπως ξεφλούδισμα και ίσιωμα, αμέσως μετά την κοπή του, που είναι ακόμα χλωρό. Σημαντική βοήθεια σ’ αυτό, προσφέρει και η φλόγα της φωτιάς. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιες φορές το βλέπουμε σε ορισμένα σημεία και μαυρισμένο. Κατόπιν ακινητοποιείται με απόλυτα ίσιο με βαριές πέτρες και σε απόλυτα επίπεδη επιφάνεια, μέχρι να ξεραθεί καλά, γιατί διαφορετικά θα στραβώσει. Με τον ίδιο τρόπο γίνεται και η μαγκούρα, που το πάνω μέρος της -η λαβή της, διαμορφώνεται εύκολα και αυτή με τη φλόγα. Κατόπιν δένεται γερά με σύρμα, ώστε να μην επανέλθει - να μην ισιώσει κι αλλάξει σχήμα, μέχρι να ξεραθεί καλά.
Η κατασκευή της κεφαλής (λαβής) της γκλίτσας, ήταν μία κατά πολύ δυσκολότερη και επίπονη διαδικασία από το κλιτσόραβδο, από τον ίδιο τον βοσκό κι αυτή. Πρώτη ύλη ήταν το κέρατο του ζώου, του κριαριού ή του τράγου. Για την επιλογή του έπαιζε ρόλο το μέγεθος, το πάχος του και το σχήμα του.
Η επεξεργασία – διαμόρφωση του κέρατου απαιτούσε χρόνο, υπομονή, μεράκι, γνώσεις και, οπωσδήποτε, προσοχή για την αποφυγή τραυματισμού. Του κριαριού ίσως να προσφέρεται περισσότερο από του τράγου. Το πρώτο είναι πιο πολύ «κοντά» στο σχήμα της γκλίτσας, ενώ, αν του τράγου είναι ελικοειδές, ο τελικός σχηματισμός απαιτεί περισσότερη δουλειά κι έχει μεγαλύτερη δυσκολία. Πρώτα το έβραζαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως και για μέρες. Με τον τρόπο αυτό «μαλάκωνε» και αποκτούσε κάποια ευλυγισία, ώστε να δοθεί το απαραίτητο σχήμα. Τότε μπορούσε να κοπεί στα επιθυμητά σημεία, να καθαριστεί και να λειανθούν οι ανώμαλες επιφάνειες που πάντα υπάρχουν, ώστε να λάβει το απαιτούμενο εύρος. Στην επεξεργασία αυτή συνέβαλαν τα ειδικά κοπίδια και οι λίμες που είχε ο βοσκός-τεχνίτης. Αν χρειαζόταν να μαλακώσει κι άλλο μετά την πρώτη επεξεργασία αυτή, το έβραζαν πάλι. Μετά τη φωτιά και με αρκετή – πολλή δύναμη στα χέρια, μπορεί εδώ να χρειάζεται και η συμβολή των γονάτων(!), τού έδιναν το τελικό σχήμα σε εργονομική λαβή και το έδεναν με ανθεκτικό σύρμα, ώστε να μην αλλάξει μορφή, μέχρι να κρυώσει και να στερεοποιηθεί έτσι. Τότε γινόταν και η απαραίτητη τρύπα, να εισχωρήσει σ’ αυτή και να παραμείνει απόλυτα σταθερό το κλιτσόραβδο. Με το κέρατο, επίσης, έφτιαχναν και το «παπίρι»: Ένα είδος «μανικετόκουμπου», που μ’ αυτό κούμπωναν και ασφάλιζαν τις «βεζές» (βεζά: ξύλινο στεφάνι, που συγκρατεί το κουδούνι/την κουδούνα στο λαιμό του ζώου – βλ. εικόνα). Για την προστασία από την υγρασία, κέρωναν με κερί μέλισσας τη λαβή κι αυτό επαναλαμβανόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
Η προσεγμένη, η περίτεχνη και περισσότερο η σκαλισμένη με σχέδια γκλίτσα, χαρακτήριζε περισσότερο τον τσοπάνη: Δήλωνε μεράκι, δήλωνε αρχοντιά, του έδινε εικόνα αρχιτσέλιγκα! Την περίτεχνη γκλίτσα, ο βοσκός την έπαιρνε σχεδόν πάντα και την αγορά ή στο καφενείο, ως μέσο επίδειξης και εξουσίας! Χαρακτηριστική η φράση βοσκού στο χωριό μου – άκουσμα των παιδικών μου χρόνων: «Η κλίτσα είναι το δεξί μου χέρι»! Όμως, ο υπερήφανος βοσκός, δεν την έπαιρνε ποτέ στην εκκλησία, γιατί εκεί έπρεπε να μπαίνει ταπεινός!
Και μια λεπτομέρεια για το καλά επεξεργασμένο κέρατο της γκλίτσας: Είναι ημιδιαφανές.
Περισσότερα στοιχεία για το απαραίτητο αυτό εργαλείο του τσοπάνη, μπορείτε να βρείτε και να διαβάσετε σε παλαιότερο άρθρο μου, με θέμα «ο εξοπλισμός του τσοπάνη», στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, εδώ: ΕΔΩ.
----------------------------------
Εικόνα ανάρτησης: Από τη συλλογή του παραδοσιακού Ηπειρώτη κτηνοτρόφου Σπύρου Βάσιου, από τον Γοργόμυλο Πρέβεζας. Τον ευχαριστούμε, όπως τον ευχαριστούμε και για τις αρκετές πληροφορίες που μας έδωσε για την κατασκευή της!
Περισσότερα στοιχεία για το απαραίτητο αυτό εργαλείο του τσοπάνη, μπορείτε να βρείτε και να διαβάσετε σε παλαιότερο άρθρο μου, με θέμα «ο εξοπλισμός του τσοπάνη», στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, εδώ: ΕΔΩ.
----------------------------------
Εικόνα ανάρτησης: Από τη συλλογή του παραδοσιακού Ηπειρώτη κτηνοτρόφου Σπύρου Βάσιου, από τον Γοργόμυλο Πρέβεζας. Τον ευχαριστούμε, όπως τον ευχαριστούμε και για τις αρκετές πληροφορίες που μας έδωσε για την κατασκευή της!
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.11.2026









