Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Ο γαϊδαράκος του μπάρμπα-Σταμάτη (διήγημα)


     Η μεγάλη εμποροζωοπανήγυρη στο κεφαλοχώρι πλησίαζε και ο μπάρμπα-Σταμάτης φρόντιζε να έχει το γαϊδαράκο του ξεκούραστο, να πάει να τον κάνει τράμπα. Συνηθιζόταν πολύ εκείνα τα χρόνια οι τράμπες στα ζώα σε τέτοια πανηγύρια. Πήγαιναν το γέρικο και το αντάλλαζαν με κάποιο νεότερο, αφού οι δυνάμεις του σιγά σιγά το εγκατέλειπαν και με δυσκολία ανταποκρινόταν στις ανάγκες των νοικοκυραίων. Τα τελευταία χρόνια, που τα γεράματά του άρχισαν να φαίνονται, όπως και του μπάρμπα-Σταμάτη, δεν τον φόρτωνε πολύ, ούτε έκανε και τις δουλειές που έκανε και πριν. Απέφευγε ν’ ανεβαίνει και στο σαμάρι. Το συμμεριζόταν το ζωντανό του.
     Και πάλι, όμως, πολύ σκεπτικός ήταν ο μπάρμπα-Σταμάτης. «Γέρασες κι εσύ, Κίτσο μ’, γέρασα κι εγώ και να δούμε ποιος θα γεροκομήσει τον άλλονε», έλεγε συχνά στο γάιδαρό του, όταν άκουγε τις βαριές ανάσες και το αγκομαχητό του αγαπημένου του ζώου από την κούραση και το φορτίο. Τον ένοιωθε μέλος της οικογένειάς του και τον φρόντιζε σαν άνθρωπο. Με τη δική του βοήθεια μεγάλωσε τα παιδιά του. Και ποιο θα ήταν το τέλος του, όταν τον έπαιρναν οι γύφτοι στην εμποροπανήγυρη; Εκείνοι περισσότερο επιδίδονταν σε τέτοιου είδους δοσοληψίες.
     «Το πιο σίγουρο είναι που θα γίνει ένα καλό γεύμα στα άγρια θηρία κάποιου τσίρκου», αναλογιζόταν και το μυαλό του έφτανε σε αδιέξοδο. Έβαζε τον εαυτό του στη θέση του Κίτσου του, όταν θα αντίκρυζε τους πεινασμένους εκτελεστές του, ίσως κάποια λιοντάρια, κάποιες τίγρεις ή κάποιες αρκούδες. Με τίποτα δεν του άξιζε ένα τέτοιο φρικτό τέλος, όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Ούτε κι ήθελε να πεθάνει στα χέρια του. Του χρειαζόταν ένα νεότερο γαϊδούρι, γιατί μ’ αυτό θα έκανε καλύτερα τις δουλειές του.
    Καλός, φιλήσυχος, ιδιαίτερα εργατικός και πολύ καλός οικογενειάρχης ο μπάρμπα-Σταμάτης, μα ώρες ώρες τον διέκρινε μια αφέλεια. Είχε περάσει και πολλά στη ζωή του, ειδικά στον εμφύλιο. Κι από τότε που έπεσε από το δέντρο και χτύπησε στο κεφάλι, κάτι φορές έμοιαζε να είναι άλλος άνθρωπος. Τον κατανοούσε για όλα αυτά η γυναίκα του, η Βασίλω, που, αν και νευρικός άνθρωπος, προσπαθούσε να είναι συγκρατημένη. Κατάπινε τα λόγια που της έρχονταν να του πει. Ήταν κωλοπετσωμένη και πετάλωνε τον ψύλλο στον αέρα. Άνθρωπος δεν την γέλαγε εύκολα. Όχι λίγες φορές, έπιανε η ίδια το τιμόνι της οικογένειας.
     Την πρώτη μέρα του εφταήμερου παζαριού, ξεκίνησε πρωί για το κεφαλοχώρι ο μπάρμπα-Σταμάτης. Κράτησε το σαμάρι, γιατί και το άλλο ζώο χωρίς σαμάρι θα το έπαιρνε. Με κάποιες μικρομετατροπές θα το έφερνε στα μέτρα του νέου γαϊδουριού ο σαμαράς.
-  Τήρα μη σε γελάσουνε, ρε! Εφτούνοι δεν έχουνε μπέσα. Την έχουνε ψωμοτύρι τη μπαμπεσιά οι «κουμπάροι», του είπε κάπως αυστηρά, εννοώντας «κουμπάρους» τους τραμπαδόρους όταν ξεκίναγε, αλλά ούτε η καρδιά του, ούτε τα πόδια του πήγαιναν. Ήταν πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση «κουμπάρε» στους τσιγγάνους, επειδή από τους τόπους που περνούσαν και κατασκήνωναν για λίγες μέρες, εκεί βάφτιζαν και τα παιδιά τους, πολλές φορές με νονούς ανθρώπους των χωριών, «λαϊκούς». 
     Σ’ όλο το δρόμο, περισσότερο από δύο ώρες μέχρι να φτάσουν, πότε μίλαγε στο ζωντανό του και πότε τραγούδαγε. Μα ούτε οι κουβέντες του έμοιαζαν με τις γνωστές κουβέντες που του μίλαγε άλλες φορές, ούτε τα τραγούδια του ήταν τραγούδια. Τώρα μονολογούσε περισσότερο και τα λόγια του και τα τραγούδια του μοιρολόγια ήταν.
     Η τεράστια αλάνα λίγο πριν τα πρώτα σπίτια στο κεφαλοχώρι, ήταν αγνώριστη. Γεμάτη γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα κι ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν, αναζητώντας είτε να πουλήσουν, είτε να αγοράσουν είτε να ανταλλάξουν. Έδεσε σε μια άκρη από ένα κλαράκι το γερο-γαϊδαράκο του και μπαίνοντας στην αλάνα, άρχισε την έρευνα, για να κάνει την τράμπα με ένα νεότερο γαϊδούρι. Πριν φτάσει ακόμα μεσημέρι, το ενδιαφέρον ενός από τους τραμπαδόρους του φάνηκε κάπως αξιόπιστο.
-  Σήμερα δεν έχω κάτι, μπάρμπα. Μέχρι το βράδυ όλο και κάτι θα βρω. Άσε μου το γαϊδούρι σου να το δώσω κι εγώ για να σου κρατήσω κάτι καλύτερο. Ξαναέλα αύριο.
     Αποχαιρέτισε τον επί κοντά είκοσι χρόνια «σύντροφό» του και πολύτιμο συνεργάτη του στις δουλειές. Τον φίλησε στο μέτωπο και τα μάτια του τρέξανε. Η καρδιά του ράγισε που τον κοίταζε κι εκείνο στα μάτια, μα η απόφασή του ήταν παρμένη. Ξεκίνησε για το χωριό του, με σκοπό να ξαναπάει το άλλο πρωί, πιστεύοντας ότι κάτι καλύτερο θα είχε να του δώσει ο άνθρωπος που μίλησε μαζί του.
     Την άλλη μέρα ξεκίνησε πάλι πρωί για το κεφαλοχώρι. Με το Δήμο, τον συγχωριανό του, συναντήθηκαν στο έβγα του χωριού, που κι εκείνος πήγαινε στο πανηγύρι με το μουλάρι του, για την ίδια δουλειά. Έλεγαν διάφορα στο δρόμο. Κάπου στα μισά, ο Δήμος ξεπέζεψε για ν’ ανέβει ο μπάρμπα-Σταμάτης στο μουλάρι, που ήταν και αρκετά μεγαλύτερός του. Αν κι εκείνος προσπάθησε να τον αποτρέψει, το είχε ανάγκη να ξεκουραστεί από την πεζοπορία και τον ευχαρίστησε. Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους, μέχρι τον προορισμό τους.
     Αναζητούσε για κάμποση ώρα ο μπάρμπα-Σταμάτης τον άνθρωπο που του είχε αφήσει τον Κίτσο του, μα δεν τον εύρισκε. Ύστερα από ώρες αναζήτηση, πέρναγε από το μυαλό του ότι έφυγε κι έχασε και το γάιδαρό του, έχασε και την ευκαιρία για την τράμπα και άρχισε να «ψέλνει». Κάμποση ώρα μετά, ακούει πίσω του κάποιον να φωνάζει τρεις-τέσσερις φορές: «Μπάρμπα! Μπάρμπα! Ε, μπάρμπα!». Συνειδητοποίησε ότι του ήταν κάπως γνώριμη η φωνή και γύρισε να δει. Ήταν ο «κουμπάρος» που έψαχνε.
-  Έλα, μπάρμπα! Σ’ έχω έτοιμο! Σου ήβρα ένα γαϊδούρι πολύ νεότερο, όπως το θες!
-  Το δικό μου το έχεις; Θα ήθελα να το αποχαιρετίσω, του είπε, με φωνή σπασμένη από τη συγκίνηση.
-  Όχι, μπάρμπα. Το έδωσα το δικό σου…
     Περπάτησαν μαζί μέχρι το σημείο που το είχε δεμένο ο «κουμπάρος». Νεότερο του φάνηκε και τον κοίταξε στα δόντια. Μετά από κάμποση κουβέντα και παζάρια, συμφώνησαν και στην τιμή της ανταλλαγής. Ο μπάρμπα-Σταμάτης άνοιξε το πορτοφόλι του και έβγαλε κάποια λεφτά -τη διαφορά της αξίας-, που υπολόγιζε ότι κάπου τόσα θα του ζήταγε και ο «κουμπάρος» και δεν είχε πέσει έξω. Κάποια ακόμα χαρτονομίσματα, τα είχε καρφιτσωμένα με παραμάνα στην άλλη εσωτερική τσέπη του σακακιού του, να μην φανούνε πολλά στον τραμπαδόρο. Χαιρετήθηκαν εκείνος πήρε τα λεφτά, του ευχήθηκε «καλορίζικο» και οι δρόμοι τους χώρισαν, από τη στιγμή που έλυσε το γάιδαρο και τους τον παρέδωσε.
     Αφού απομακρύνθηκε από το χώρο, κρατώντας το γαϊδούρι από το σκοινί και τραβώντας για το χωριό του, είδε ότι το βήμα του ήταν γρήγορο. «Νέο φαίνεσαι κι έχει όρεξη για δουλειά. Κίτσο θα σε λέω κι εσένα, για να μη μου λείψει και το άλλο», ήταν οι πρώτες του κουβέντες στον καινούργιο συνεργάτη του.
     Φτάνοντας αργότερα στο χωριό του, το γαϊδούρι τράβαγε στο δρόμο ίσα για σπίτι, σαν να τον είχε ξαναπερπατήσει!
-  Γυναίκα! Ε, γυναίκα! Έλα να ιδείς ένα καλό γαϊδούρι που πήρα! Ερχότανε μόνο του στο σπίτι!, φώναξε μόλις έφτασε στην αυλή του σπιτιού του.
     Βγήκε η Βασίλω στην αυλή και περιεργαζόταν το γαϊδούρι, κάνοντας δύο ερευνητικούς κύκλους γύρω απ’ αυτό. Αφού το κοίταξε και το ξανακοίταξε, γύρισε στον άντρα της και του λέει με βεβαιότητα:
-  Σε γελάσανε, ρε μαύρε! Δεν άνοιγες τα μάτια σου να ιδείς; Και σάμπως δεν σου το είπα να έχεις το νου σου; Σου το είχα πει!
     Εκείνος δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήθελε να πει και την κοίταζε με απορία.
-  Το δικό μας γαϊδούρι είναι, ρε κακομοίρη! Δεν το γνώρισες;
-  Σώπα, που είναι το δικό μας γαϊδούρι!, απάντησε εμβρόντητος και άρχισε να το κοιτάζει με προσοχή.
-  Το δικό μας είναι, ρε! Το κουρέψανε, το βάψανε, του κοντύνανε και τις τρίχες στην ουρά! Κάτι τους βάζουνε και στα δόντια και καθαρίζουνε!... Του έβαλε και νέφτι* στον κώλο ο γύφτος κι έτρεχε!… Πολύ θέλει να το καταλάβεις; Για τήρα καλύτερα κι εκείνο το σημάδι που έχει στην κοιλιά!
     Τότε του ήρθε στο μυαλό μια ταχυδακτυλουργική κίνηση του «κουμπάρου», που μόλις του το παρέδωσε με το σκοινί, του σήκωσε και την ουρά, μα τότε δεν έδωσε σημασία. Σκύβει, κοιτάζει στην κοιλιά του και δεν πίστευε στα μάτια του, με τις πολλές υποσχέσεις που του έδινε ο πραματευτής. Στην πραγματικότητα, όμως, χάρηκε μέσα του! Η συγκίνηση τον έκανε και του αγκάλιασε το κεφάλι και το φίλαγε, με βρεγμένα μάτια και με παλλόμενη φωνή.
-  Άι, γαϊδαράκο μ', γέρασες κι εσύ σαν κι εμένα, μα είπανε να σε ξανανιώσουνε! Παλιός γάιδαρος, καινούργια περπατησιά, που λένε! Δεν μπορούμε να ζήσουμε χώρια ο ένας από τον άλλονε εμείς!...
     Του έβαλε πολύ σανό να φάει, γιατί σίγουρα ο «κουμπάρος» θα τον είχε αφήσει νηστικό.
     Πριν ακόμα περάσει ένας χρόνος, ένα πρωί ο μπάρμπα-Σταμάτης βρήκε το «σύντροφό» του νεκρό στο στάβλο. Τον έκλαψε σαν να ήταν αδερφός του. Ανήμπορος ο ίδιος για τέτοια δουλειά, κάλεσε δυο νέα παιδιά από το χωριό και τον έθαψαν σ’ ένα λάκκο που άνοιξαν λίγο πιο πέρα από την αυλή του.
-  Ούτε θέλω, ούτε μπορώ να βρω άλλο γαϊδούρι. Με τη συνταξούλα μας θα ζήσουμε όσο ζήσουμε κι όποτε μπορούμε και να μπορούν κι εκείνα, θα πηγαίνουμε για λίγες μέρες και στα παιδιά μας, στην πόλη, είπε στη γυναίκα του μετά την «κηδεία», αφού σαν πραγματική κηδεία βίωσε και το θάνατό του και την ταφή του. 
------------------------------
*  Συνηθιζόταν να βάζουν νέφτι μ' ένα βαμβακάκι στον βλεννογόνο του πρωκτού των ζώων, κυρίως εκείνων που προορίζονταν ν’ αντικαταστήσουν άλλα. Σαν ελαιώδες και καυστικό υγρό, αργούσε να εξατμιστεί, προκαλούσε πόνο και τα έκανε να βαδίζουν γρήγορα. Έτσι, δινόταν η εντύπωση στον υποψήφιο αγοραστή ότι τάχα είναι νέα και σβέλτα! Χαρακτηριστική και η παροιμιώδης φράση για κάποιον που έχει γρήγορο βάδισμα: «Του έβαλαν νέφτι στον κώλο»!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 10.3.2026

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Μελαία», του Παναγιώτη Φράγκου, εκδόσεις «ΑΡΜΟΣ»


     Σε πολύ μικρό διάστημα από την έκδοση του προηγούμενου βιβλίου του, με τίτλο «Ο Στεναγμός του Ίκαρου», ο Παναγιώτης Φράγκος εξέδωσε και το επόμενο έργο του, με τίτλο «Μελαία, ένας κόσμος νέφους και καταλλαγής», από τις Εκδόσεις «Αρμός». Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία 363 σελίδων, που ο συγγραφέας την κάνει μυθιστόρημα. Πραγματικά καθηλώνει η πλοκή και η λέξη «καθηλώνει» είναι πολύ λίγη να εκφράσει το μέγεθος και την αξία του έργου.
     Μικρά παιδιά η Μελαία και ο Ντινάκος, χάνουν και τους δυο γονείς τους μαζί, από μια κοσμοχαλασιά – φονική καταιγίδα, μπροστά στα μάτια τους. Ο φόβος από τη μανία των στοιχείων της φύσης και η ανείπωτη αυτή απώλεια, «πήραν» τη φωνή του κοριτσιού. Ακόμα και σε τόσο μικρή ηλικία, οι δυσκολίες ενισχύουν αντιστάσεις και ο Ντινάκος έγινε ο πολύτιμος προστάτης της μικρότερης αδελφής του. «Πάλευε ο Ντινάκος να μάθει η Μελαία να μιλά σωστά… Ώρες και μέρες και χρόνια πάλευε[…]». Δεν έκλαψε τους γονείς του, να μην την τρομάξει. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Τέτοια προστασία και στοργή της παρείχε, που εκείνος της σκούπισε τα αίματα που έτρεξαν στα πόδια της και την ενθάρρυνε όταν πρωτοαδιαθέτησε, λέγοντάς της ότι «όλες οι γυναίκες έτσι είναι». Μετά από καιρό η φωνή της επανήλθε, αλλά με προτάσεις των δύο λέξεων μόνο και χωρίς άρθρα. Της αρέσει το διάβασμα, ζητάει βιβλία και επιδιώκει με κάθε τρόπο την κοινωνικοποίηση. Ισορροπίες μέσα της κράταγαν και τα γράμματα της εκκλησίας με τα λόγια του παπά-Αγγελή, που είχαν αποτυπωθεί καλά στο μυαλό και των δυο παιδιών.
     Πολύ εύκολα οι κοινωνίες, και μάλιστα οι μικρές, βάζουν «καρτελάκια» και «ετικέτες» σε άτομα αδύναμα. Και τα «καρτελάκια» της Μελαίας δεν ήταν λίγα: «Ζαβό», «λοξό», «δυστυχισμένο», «όπου γάμος και χαρά» και άλλα ακόμα. Αναγνωρίζει όμως το «βλαμμένο» την προστασία και τη στοργή του αδελφού της. Μα έρχονται και εποχές που και σε καιρούς ειρήνης, «πλακώνει η φοβέρα και σκιάζει η σκλαβιά». Με την κήρυξη της «επανάστασης» την 21η Απριλίου 1967, το καθεστώς τη συλλαμβάνει μαζί με άλλους, «διαφορετικούς». «Η εξουσία, καθώς ραγίζει τις ψυχές όσων δεν μπορούν να υπερασπιστούν την διαφορετικότητά τους, στέλνει ένα μήνυμα στους κανονικούς, ένα μήνυμα συμμόρφωσης».
     Σε λίγες μέρες οι άλλοι επέστρεψαν στον τόπο τους. Η Μελαία όχι. Σύγχρονοι Καιάδες την υποδέχθηκαν, ο ένας μετά τον άλλον, μαζί με πολλούς ακόμα και όχι με τ’ όνομά της, αλλά μ’ έναν αριθμό! Ευτυχώς, όμως, που πάντα βρίσκονται κάποιες «Βερονίκες» και κάποιοι «Σίμωνες Κυρηναίοι», που και θα σκουπίσουν με το μαντήλι τους τον ιδρώτα του προσώπου των βασανισμένων και θα πάρουν το σταυρό τους στην πλάτη, ανεβαίνοντας μαζί το γολγοθά τους. Όπως η Κοντοθοδώρα η καλομάνα, που φρόντιζε την ανατροφή των παιδιών, όπως και η φιλόλογος καθηγήτρια Σοφία, που ενδιαφέρθηκε με πολλή τρυφερότητα και στοργή για τη Μελαία στο φρενοκομείο της Λέρου. Από τη Σοφία ξεκίνησε ο μίτος, να συναντηθεί ο Ντινάκος με την αδελφή του, μετά από πολλά χρόνια! Αυτός είχε παντρευτεί τότε και είχε οικογένεια, αφού ο έρωτας είναι ισχυρότερος ακόμα κι από τέτοιες δυσκολίες. Μα ούτε ο έρωτας, ούτε η οικογένεια τον εμπόδισαν ν’ αναζητήσει την αδελφή του.
     Ο αναγνώστης συμπορεύεται με δέος με τον Ντίνο στα συναισθήματά του και στις αναζητήσεις του, από φρενοκομείο σε φρενοκομείο. Για μικρό χρονικό διάστημα γύρισε σπίτι τους, όμως, αφού τα ενδιαφέροντά της στη Λέρο φαίνεται να την είχαν κερδίσει και γύρισε εκεί με τη θέλησή της: Ένοιωθε χρήσιμη στους «συγκρατούμενούς» της, ως μαγείρισσά τους!
     Πολύ περιπετειώδης η αληθινή ιστορία της Μελαίας και όχι με την καλή έννοια. Τα γεγονότα σε κάνουν να φρουμάζεις από θυμό. Ζωντανή και η γραφή του Παναγιώτη Φράγκου. Πάμπλουτο σε καλολογικά στοιχεία, πάμπλουτο και σε εικόνες που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Βρίθει, επίσης, και ιδιωματισμών. Δεν είναι καθόλου λίγες οι φράσεις του βιβλίου, που μπορούν με άνεση να χαρακτηριστούν αποφθέγματα, όπως, π.χ., στη σελίδα 115: «Στην ανάγκη, σκέψη και πίστη πρέπει, κι όχι νταηλίκια». Όπως και στη σελίδα 187: «Ανάγκη να υπάρχει ο κόσμος, είναι η ύπαρξη της ανάγκης». 
     Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου κορυφώνεται η αγωνία του αναγνώστη, κορυφώνονται και τα συναισθήματα. Από τη μια οι σκέψεις της Μελαίας: «[…]Στα όνειρα μιλάει. Λέγει τα πολλά, που από τα χείλη της δε βγαίνουν κι έτσι ξωκείλουν στο μυαλό και το αποσβολώνουν… […]Η αλήθεια καθενός μένει αφανέρωτη… Τίποτα και όλα την πονούν… Τι νογούν οι τρελοί από βάσανα; Και οι γνωστικοί από τρέλα; Μα αυτή νογά, μα δεν μιλά… […]Είπε να πάει στην εκκλησιά… Και πήγε… Καλά τα έλεγε ο ψάλτης και από μέσα της τον ακολουθούσε… Τα ήξερε τα λόγια: "Κύριε, τί επληθύνθησαν οι θλίβοντές με…". Μα άκουγε και τα λόγια πίσω της… Σαν δίχτυ θανάτου[…]. Κι από την άλλη, «Χάσκουν μέσα της τ’ ανείπωτα».
« - Μελαία, γιατί;
   - Αλήθεια, κόσμος Μελαίας, γυμνός!».
     Προσωπικά, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το δάκρυ που έτρεξε στα μαγουλά μου διαβάζοντας, ούτε να το κρατήσω κρυφό από εκείνους – εσάς που μιλάω για το έργο αυτό!
     Εξόχως ενδιαφέρον το επίμετρο 47 σελίδων του βιβλίου, του ψυχολόγου-ψυχοθεραπευτή Γιώργου Γιαννούση. «Πατώντας» επάνω στην αληθινή αυτή ιστορία, παραθέτει ένα κείμενο με πολύ ενδιαφέρουσα επιστημονική προσέγγιση, μια θαυμαστή επιστημονική τοποθέτηση.
     Την φιλολογική επιμέλεια του βιβλίου, όπως και στο προηγούμενο (Ο Στεναγμός του Ίκαρου) του Παναγιώτη Φράγκου, έχει η καθηγήτρια γαλλικής φιλολογίας, φίλη του συγγραφέα, φίλη και του χωριού μας και προσωπική μου αδελφική φίλη, η Αγάθη Βαρμάζη, από τη Θεσσαλονίκη. Το εικαστικό εξώφυλλο είναι του αείμνηστου αγιογράφου, αδελφού του συγγραφέα, Αντώνη Φράγκου.
     Εύχομαι στον πολύ αγαπητό μου και υπερπολύτιμο συγχωριανό μου, σύντομα να μας «ξαναξαφνιάσει» το ίδιο ευχάριστα, το ίδιο δημιουργικά, το ίδιο συναισθηματικά!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 9.3.2026
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Παραινέσεις προς «Μαυρογιαλούρους»: Σατιρικό ποίημα-ειδικό βραβείο ποίησης από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών 2025!

     Η συμμετοχή μου στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο Διαγωνισμό Ποίησης της ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ 2025, πλούτισε την πνευματική μου «συγκομιδή» με μία ακόμα μεγάλη τιμητική διάκριση, το ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ! Εκφράζω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου και την απέραντη ευγνωμοσύνη μου στον Πρόεδρο του αρχαιότερου Ελληνικού Λογοτεχνικού Σωματείου (έτος ιδρύσεως 1930), Κύριο Λευτέρη Τζόκα, όλο το Διοικητικό Συμβούλιο και την Κριτική Επιτροπή του Διαγωνισμού.
     Η απονομή των βραβείων έγινε σε ειδική πανηγυρική τελετή της ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, την 4η Μαρτίου 2026. 
     Παραθέτω το σατιρικό ποίημα μου που βραβεύτηκε:
 
              Παραινέσεις προς «Μαυρογιαλούρους» (σατιρικό ποίημα)
              
                 «Μαυρογιαλούροι» κι εκλογές, πάνε μαζί παρέα,
                  με λόγια μεγαλόστομα  και με το «θα» σημαία!
                  Σημαία τους και το «εγώ» και «άχρηστοι» οι άλλοι.
                  Για την «κουτάλα» ο καυγάς. Τι είν’ αυτό το χάλι!
                 «Ψηφίστε με να έχετε ό,τι ζητά η ψυχή σας
                  και κάθε που θα χρειαστεί, “εγώ” θα ’μαι μαζί σας»!
                  Σε νάρκη και καταστολή θέλουν να μας κρατάνε
                  κι αυτοί να διαφεντεύουνε κι ωραία να περνάνε.
                  Ψέματα που αρέσουνε έχουν πολλά να πούνε,
                  μα άκρα τους η σιωπή γι’ αλήθειες που πονούνε.
                  Τα πλούτη τους ν’ αυξήσουνε, αυτό μόνο τους νοιάζει.
                  Για το φτωχούλη το λαό, «άστον και δεν πειράζει»!
                  Στα… υψηλά πιστεύω τους, «πιστοί» είναι ορισμένοι,
                  που «γυρολόγοι» εύκολα γίνονται οι καημένοι!
                  Καημένοι κι όσοι πρόθυμα τους περιτριγυρίζουν
                  με υποκλίσεις δουλικές, αντί να τους «μαυρίζουν».
                  Πόρτες με άνεση χτυπούν μεγάλη, κι ευκολία.
                  Μετά είναι τα δύσκολα, μετά κι η αλαζονεία!
                  Κι ο λαουτζίκος που διψά να τον παραμυθιάζουν
                  την «τέχνη» τους επάνω του με χάρη δοκιμάζουν.
                  «Μαυρογιαλούροι», πούχετε τις εκλογές παζάρι,
                  δεν θα αργήσει ο λαός με πέτρες να σας πάρει!
                  Μετρήστε τις κουβέντες σας, μην είναι όλες κούφιες!
                  Όσο τα «θα» περισσότερα, περισσότερες κι οι μούντζες!
                  Σαν «αδειανά πουκάμισα»* μην βγαίνετε τον κόσμο,
                  γιατί οι ψηφοφόροι σας γνωρίζουν κι άλλο δρόμο.
                  Έλληνα, ευκολόπιστε, μην ζεις με ουτοπίες.
                  Κόλπα «Μαυρογιαλούρικα» δεν φέρνουν σωτηρίες.
                  Δικαιοσύνη απαίτησε σε και όχι αλαζονεία.
                  Όσο θα μένεις άπραγος, τρέφεις την αδικία.

----------------------------------------
*  Στο ποίημα «Ελένη» του νομπελίστα Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη, συμπεριλαμβάνονται και οι παρακάτω  στίχοι, για να τονίσει το μάταιο του Τρωικού πολέμου (και κατ’ επάκτασιν κάθε πολέμου) και των θυσιών που έγιναν/γίνονται, για κάτι που δεν ήταν/είναι, παρά μια ψευδαίσθηση, ένα κενό περίβλημα.
«[…]μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου,
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη[…]».
Γ.Σ.

Η επίδοση του βραβείου από τον πρόεδρο της ΕΕΛ κ. Λευτέρη Τζόκα

Περιστοιχισμένος από πολύ αγαπημένα μου πρόσωπα στην τελετή της βράβευσης!

Τα δώρα των κοριτσιών μου για τη βράβευση!

Ο αξέχαστος Λάμπρος Κωνσταντάρας, στο ρόλο του «υπουργού Μαυρογιαλούρου»,
«υπόσχεται» με πάμπολλα «θα»!


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.3.2026
 

Βιβλιοπαρουσίαση: «Κάπως Αλλιώς», το Γεωργίου Γεωργάκη

                         

     Ένα πολύ καλαίσθητο και ιδιαίτερα προσεγμένο βιβλίο στολίζει τη βιβλιοθήκη μου και γεμίζει την ψυχή μου! Μου το έστειλε με ιδιόχειρη αφιέρωση, σε μια χειρονομία εκτίμησης ο Γιαννιώτης ποιητής και εξαίρετος φίλος Γεώργιος Γεωργάκης. Πρόκειται για την ποιητική συλλογή με τίτλο «Κάπως Αλλιώς», από τις εκδόσεις ΝΙΚΑΣ.
     Με το πρώτο κιόλας άνοιγμα του βιβλίου, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την πληρότητα στην τεχνική της ποίησης του Γιώργου Γεωργάκη. Όλα τα ποιήματα της συλλογής του είναι ένα «σκούντημα», μια πραγματική αφύπνιση, για ν’ αλλάξουμε κατεύθυνση και να πορευτούμε «Κάπως Αλλιώς». Χωρίς άλλο, προβληματίζεται, «ταρακουνιέται», αναλογίζεται παραδοσιακές Αξίες αιώνων καθένας που θα σκύψει στις σελίδες του, που απερίσκεπτα έχουμε απεμπολήσει. Χαρακτηριστικό και το εξώφυλλο του βιβλίου, με ένα άνδρα σε περισυλλογή. Και η απεμπόληση γίνεται με μορφή χιονοστιβάδας, όχι σε χαλεπούς χρόνους, αλλά σε εποχές ευημερίας. 
     Πολλές είναι οι φορές που είτε ακούμε, είτε, φεύ, βλέπουμε και διαπιστώνουμε ότι «έχουμε ξεφύγει». Ενδεικτικά και όχι επιλεκτικά δανείζομαι κάποιους στίχους της συλλογής, για να καταδειχθεί η αγωνία και η προτροπή του ποιητή για την «αλλαγή πορείας», γιατί αυτή μπορεί να μας «επαναφέρει εις την τάξιν»:
 
«[…]Με τι ραβδί, άραγε, χτύπησε (τους ανθρώπους)
και τόσο πολύ τους μεταμόρφωσε;
Εκεί που παίζαμε, εκεί που γελούσαμε,
εκεί που εμπιστευόμασταν, εκεί που ευγνωμονούσαμε,
εκεί που αλλήλους στηρίζαμε και που αγαπούσαμε,
τώρα τόση αδιαφορία, τόση απόσταση,
τόση απομάκρυνση[…]»
(Ποίημα «Μεταβολή»)
***
[…]Πως διεφθάρημεν εμείς, πως εβουλιάξαμε στη λάσπη
πως τσακιστήκαμε στα βράχια,
πως λησμονήσαμε το χρέος
πως χάσαμε το δρόμο,
πως κάποια Κίρκη, τέλος πάντων,
εμάς μας μεταμόρφωσε σε χοίρους».
(Ποίημα «Είναι καιρός»)
***
«[…]Όμως υπάρχει και χαρά, πολλή χαρά, αν σε αφήσουν,
αν σε αφήσουν να την αποκτήσεις. Μα δεν σε αφήνουν.
Και φεύγεις…»
(Ποίημα «Α! Ζωή», που οι δύο λέξεις στον επίλογό του, μαρτυρούν ότι δεν αγωνίζεσαι. «Και φεύγεις…», άρα, χάνεις).
***
«[…]Άνθρωπος σου λέει και όχι κτήνος.
Σκέπτεται, αγαπάει, πονάει, θυσιάζεται[…]
Μα εμείς άλλα βρήκαμε
Ο άνθρωπος σκοτώνει, σταυρώνει, μαχαιρώνει,
βασανίζει, δουλώνει ολόκληρους λαούς[…]
Η φύση όλη, ζώα, πουλιά, δέντρα
θάλασσα, αέρας, ήλιος κινδυνεύουν απ’ αυτόν!
Άνθρωπος! Φυλαχτείτε…».
(Ποίημα «Άνθρωπος»)
 
     Σε κάθε ποίημα της συλλογής, πενήντα οχτώ (58) συνολικά, το «Κάπως Αλλιώς» κρύβεται, λες, μέσα στους στίχους του. Το βιβλίο διανθίζεται από ελεύθερο, αλλά και από έμμετρο στίχο με ρίμα. Διαβάζεται χωρίς να κουράζει και είναι πάρα πολλά και κατανοητά τα μηνύματα που στέλνει.
     Αγαπητέ Γιώργο Γεωργάκη, ομότεχνε και φίλε, σ' ευχαριστώ για το γεμάτο πλούτο αυτό δώρο σου! Σε συγχαίρω από καρδιάς, όπως και από καρδιάς εύχομαι να έχεις υγεία και να συνεχίσεις αυτό που ακούραστα και με πολλή αγάπη και αξιοσύνη για πολλά χρόνια υπηρετείς: Τη συγγραφή, την λογοτεχνία, την ποίηση, τη διδασκαλία! Πραγματικά, η πένα σου έχει τη δύναμη να μην μας αφήσει να παραμένουμε «Μοιραίοι και άβουλοι», γιατί και κατά Αριστοφάνη, «τα παιδιά τα εκπαιδεύουν οι δάσκαλοι και τους ενήλικες οι ποιητές»!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.3.2026

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Γραμματόσημο: Θύμα κι αυτό της εξέλιξης, της προοόδου και της τεχνολογίας


Παλιό γραμματόσημο-κεφαλή του θεού Ερμή

-  Καλημέρα σας! Ένα γραμματόσημο για απλή επιστολή εσωτερικού, παρακαλώ.
-  Δεν έχουμε γραμματόσημα!…
-  Μα πώς; Είναι δυνατόν να μην βρίσκω γραμματόσημο στο ταχυδρομείο;, ρώτησα εμβρόντητος.
-  Έχουν καταργηθεί τα γραμματόσημα, κύριε, και η σήμανση των τελών είναι πλέον ηλεκτρονική.
     Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η σύντομη συνομιλία μου με την υπάλληλο ταχυδρομείου πριν μήνες, που με ενημέρωνε για την κατάργηση του γραμματοσήμου. Παρέλαβε η ίδια το φάκελο και μου έδωσε την απόδειξη, που βεβαίωνε ότι κατέβαλα το τέλος αποστολής. Αμέσως μόλις βγήκα από το ταχυδρομείο, διαπίστωσα ότι τα δύο γραμματοκιβώτια που υπήρχαν αριστερά της εισόδου του, δεν ήταν πλέον στη θέση τους.
     Το μυαλό μου άρχισε να τρέχει στο παρελθόν, το κοντινό και το πιο μακρινό. Στο κοντινό, που βρίσκαμε ακόμα και στα περίπτερα γραμματόσημα για τις ανάγκες της αλληλογραφία μας. Τα γραμματοκιβώτια δεν ήταν μόνο έξω από τα ταχυδρομεία, αλλά και σε πολλά άλλα σημεία των πόλεων, που «παραλάμβαναν» αυτά την προς αποστολήν αλληλογραφία μας, εφ' όσον είχε επικολληθεί γραμματόσημο. Και στο μακρινό παρελθόν, που ένα μικρό, «μαγικό», θα έλεγε κανείς χαρτάκι, διαστάσεων μόλις λίγων χιλιοστών, ταξίδευε τα γράμματά μας ως τη διπλανή γειτονιά ή το διπλανό χωριό και ως τα πέρατα του κόσμου.
     Πέρασε θάλασσες και ωκεανούς το γραμματόσημο ως ένδειξη, σήμανση και απόδειξη ότι το ταχυδρομικό τέλος έχει καταβληθεί και γινόταν τα «φτερά» να φτάσει το γράμμα στον προορισμό του, από τη μια άκρη της γης στην άλλη. Πέρασε μέσα κι από πολέμους, μεταφέροντας τα νέα από τα μέτωπα στους συγγενείς που ζούσαν με μεγάλη και συνεχή αγωνία στην άλλη άκρη κάθε χώρας. Με τον ίδιο τρόπο μετέφερε τα νέα από και προς τους ξενιτεμένους. Το μοναδικό μέσο επικοινωνίας τότε το γράμμα, που μπορεί να έφτανε στον παραλήπτη του πολύ καθυστερημένα. Μα και όταν έφτανε, δεν έδιωχνε τις αγωνίες, γιατί είχαν μεσολαβήσει βδομάδες, ίσως και μήνες που είχε φύγει από τα χέρια του αποστολέα και κανείς δεν ήξερε το «τώρα».
     Ευδιάκριτο και πολύ επιμελημένο πάντα το θέμα τους από τη μια όψη, παρά το πολύ μικρό τους μέγεθος. Είναι αυτό κι ένα από τα «τεχνικά χαρακτηριστικά» του, που ο τρόπος σχεδιασμού και κατασκευής τους προστατεύει από την παραποίησή τους και την λαθραία διακίνησή τους. Από την άλλη - λευκή όψη - έχουν μια ελάχιστη επίστρωση αποξηραμένης κόλλας, που ενεργοποιείται με το «σάλιωμα» της γλώσσας(!) ή με λίγο νερό. Το δεύτερο, μάλλον σπάνιο, αφού το πρώτο ήταν πάντα διαθέσιμο, πολύ πρακτικό και πανεύκολο! Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο δε, ότι το γραμματόσημο δεν επιδέχθηκε τροποποιήσεις κοντά δύο αιώνες τώρα, κάτι το οποίο αποδείκνυε και αποδεικνύει πως η μελέτη, η κατασκευή και η παραγωγή του ήταν από την πρώτη στιγμή τέλειες! Η σημαντικότερη τελειοποίηση που υπέστη, είναι η οδόντωση, που ήρθε πολύ σύντομα από την πρώτη κυκλοφορία του (1854) και διευκολύνει στο διαχωρισμό μεταξύ τους. Μέχρι τότε ο διαχωρισμός γινόταν με ψαλίδι.
     Αμέσως με την παραλαβή της επιστολής από τον αποστολέα, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες σφραγίζουν τον φάκελο (ή την ευχετήρια κάρτα – αποστέλλονται και χωρίς φάκελο οι ευχετήριες κάρτες) στο σημείο του γραμματοσήμου. Το σφραγισμένο γραμματόσημο δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί. Αν αυτό συμβεί, είναι παράνομο κι αν γίνει αντιληπτό από την αρμόδια υπηρεσία, διώκεται ποινικά ο χρήστης.
     Η θεματολογία των γραμματοσήμων ήταν πολύ μεγάλη. Ενδεικτικά να σημειώσουμε: Ιστορία, πολιτισμός, αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία, αρχιτεκτονική μεγάλων κτιρίων π.χ. ναών και ιστορικών μεγάρων, ήρωες, θρησκευτικά θέματα (κυρίως ιερές εικόνες), μεγάλες προσωπικότητες, ολυμπιακοί αγώνες, αθλητισμός, μυθολογία, παράδοση, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, φύση, τοπία και πάρα πολλά άλλα θέματα. Ακόμα μία κατηγορία γραμματοσήμων είναι τα αναμνηστικά, τα οποία εκδίδονται για ειδικούς λόγους και κυκλοφορούν πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ακόμα και μία μέρα μόνο. Αυτά εξυπηρετούν, κυρίως, ανάγκες ιστορικών εορτασμών, όπως, π.χ. η ολιγοήμερη κυκλοφορία τους στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1971, για τον εορτασμό των 150 χρόνων από την Απελευθέρωση του 1821.  
Αθήνα, Ολυμπιάδα του 2004: Η Ελβετία τίμησε το γεγονός,
 με έκδοση αναμνηστικού γραμματοσήμου!

     Τα πρώτα γραμματόσημα κυκλοφόρησαν στην Αγγλία τον Μάιο του 1840, με την προσωπογραφία της βασίλισσας Βικτωρίας. Στην Ελλάδα τυπώθηκαν και κυκλοφόρησαν είκοσι ένα χρόνια αργότερα, το 1861. Πρώτη και ιστορική έκδοση στη χώρα μας, ήταν με την κεφαλή του θεού Ερμή, του αγγελιοφόρου των Θεών και των ανθρώπων της Ελληνικής Μυθολογίας.
     Η ευρεία κυκλοφορία του γραμματοσήμου σε όλον τον κόσμο, ενεργοποίησε από την αρχή το ενδιαφέρον πολλών συλλεκτών κι έτσι δημιουργήθηκε ο φιλοτελισμός, που, λέγεται, ότι είναι το πιο δημοφιλέστερο χόμπι στον κόσμο. Μέσω του φιλοτελισμού, επιτυγχάνεται μεταξύ άλλων και απόκτηση γνώσεων ιστορίας, γεωγραφίας και άλλων επιστημών, «γνωριμία» με μεγάλες προσωπικότητες, κλπ. Εφ’ όσον η συλλογή περιέχει σπάνια, καθαρά, και κατάλληλα ταξινομημένα γραμματόσημα, μπορεί να αποδώσει σημαντικά κέρδη στο συλλέκτη. Η ενασχόληση με το φιλοτελισμό, δημιούργησε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια σωματεία στη χώρα μας και σε κάθε χώρα του κόσμου. Μεταξύ αυτών στην Ελλάδα, η Ελληνική Φιλοτελική Ομοσπονδία, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Θεματικού Φιλοτελισμού, Φιλοτελική Εταιρεία Αθηνών, Φιλοτελική Εταιρεία Πειραιώς, όπως και πολλών ακόμα πόλεων, π.χ. Πατρών, Ιωαννίνων, Βόλου, Αγρινίου, Δωδεκανήσου, Καλαμάτας, Καβάλας, Πιερίας, κ.ά.
     Επόμενο είναι, με την κατάργηση του γραμματοσήμου να μειωθεί το ενδιαφέρον των φιλοτελιστών ή και να πάψουν και οι λόγοι ύπαρξης της όμορφης αυτής συνήθειας, που, καθώς φαίνεται, θα παίρνει συν τω χρόνω τη θέση της στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ίσως η κατάργηση του γραμματοσήμου, θα μας κάνει ακόμα περισσότερο ανιστόρητους.
     Τελικά, το μόνο «προϊόν» που παραμένει και ακόμα «αντέχει» χωρίς να έχει υποστεί αλλαγές στο διάβα των δεκαετιών, ως εξαίρεση, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα του «όλα αλλάζουν με τον καιρό», είναι η… χάρτινη κατασκευή, το «χωνί» του ψαρά που μας τυλίγει τα ψάρια!
--------------------------------
Πηγή κειμένου και δεύτερης εικόνας: Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
Πηγή πρώτης εικόνας: Διαδίκτυο
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 18.2.2026

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Η «πραγματική αξία» αξία του κόκκινου καλαμποκιού! (Λαογραφική καταγραφή κι από τις «εύθυμες ιστορίες του χωριού»)

                                                                   

                                                                            

     Εξαιρετικά υπολογίσιμη για την οικιακή οικονομία και για την οικονομία των κοινωνιών η συλλογή καλαμποκιού λίγες δεκαετίες πριν, που γινόταν, φυσικά, με τον παραδοσιακό τρόπο. Τα χέρια όλων δούλευαν σαν μηχανές και όσο η πολύτιμη σοδειά μεγάλωνε, μεγάλωνε και η χαρά για το «στημόνι» της διατροφής εκείνα τα χρόνια, την πολύτιμη μπομπότα. Και «στημόνι», γιατί το «το φαΐ είναι υφάδι και το ψωμί στημόνι», σύμφωνα με τη λαϊκή σοφία.
    Την ημέρα το μάζευαν στο χωράφι, λοιπόν, και το βράδυ καθόντουσαν μεγάλες παρέες και το ξεφλούδιζαν, για να κρεμαστεί στον αέρα και να ξεραθεί, ώστε να μπορεί να αλεστεί στο μύλο. Η διαδικασία του «ξέφλουδου» ή «φλούδου», ήταν μια πραγματική γιορτή και με τη συμμετοχή όλης της γειτονιάς, ακόμα και του μαχαλά, με τραγούδια, ιστορίες γέλιου, καλοπροαίρετα πειράγματα, ακόμα και σεξουαλικά υπονοούμενα και, φυσικά, φαγητό για όλους! Τα κόκκινα καλαμπόκια ήταν πολύ σπάνια, ίσως και πολύ λιγότερα από πέντε σε κάθε σοδειά. Εκείνος που θα το εύρισκε στο ξεφλούδισμα, ήταν πολύ τυχερός, ειδικά αν ήταν νέος: Είχε δικαίωμα να φιλήσει όποια κοπέλα της παρέας του φλούδου ήθελε! Αλλά και η κοπέλα ήταν «υποχρεωμένη» να δεχθεί το φιλί του!
     Πολύ συνεσταλμένοι οι άνθρωποι εκείνου του καιρού, κάποιες φορές δεν φανέρωναν το τυχερό τους κόκκινο καλαμπόκι, από ντροπή και για τους ίδιους, αλλά να μην φέρουν σε δύσκολη θέση την κοπέλα που ήθελαν να φιλήσουν, όσο κι αν το λαχταρούσαν! Μια φορά, ένας θυμόσοφος εβδομηνταπεντάρης, ο μπάρμπα-Θανάσης, βρήκε εκείνος το τυχερό καλαμπόκι. Με τρόπο τότε και πίσω από την πλάτη του, το έδωσε στο γείτονά του, το Χαρίση, κλείνοντάς του το μάτι. Ο Χαρίσης και Χαρισάκης για πολλούς, ήταν νέος και αρραβωνιασμένος εκείνο τον καιρό. Η κρυφή χειρονομία του μπάρμπα-Θανάση, ότι τάχα το βρήκε ο νεαρός Χαρίσης, ήταν να του δώσει την ευκαιρία να φιλήσει την αρραβωνιαστικιά του δημόσια και χωρίς πολλές συστολές! Το έπιασε αμέσως ο Χαρισάκης και δεν έχασε καθόλου χρόνο.
-  Για εδώ! Τι βρήκα;, είπε με ενθουσιασμό!
     Όλοι γύρισαν προς το μέρος του.
-  Δεν νομίζω να θέλεις να φιλήσεις καμιά άλλη! Η αρραβωνιαστικιά σου εδώ είναι!, του είπε χαριτολογώντας ο πρωτοξάδερφός του και αρκετά μεγαλύτερός του, ο Λάμπης.
-  Όχι, βέβαια!, απάντησε και δεν έχασε καθόλου χρόνο! 
     Τα χειροκροτήματα, οι ενθουσιώδεις ιαχές, τα σφυρίγματα και τα επιφωνήματα επιδοκιμασίας όλων γέμισαν το χώρο, τη στιγμή που το ζευγάρι αγκαλιάστηκε!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 10.2.2026

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Από πότε και πότε… καβαλάμε το καλάμι;

                                             

     Λέγεται ότι ο βασιλιάς της αρχαίας Σπάρτης Αγησίλαος, αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά του και πολύ συχνά έπαιζε μαζί τους. Καθ’ όλα ανθρώπινο και καθόλου υπερβολικό, αφού όλοι σχεδόν οι γονείς το ίδιο κάνουν. Μια φορά, λοιπόν, στο παιχνίδι επάνω, ο Αγησίλαος καβάλησε ένα καλάμι, δίνοντας σε αυτό σημασία αλόγου και κάνοντας κινήσεις ίππευσης. Πέρασε τότε από το χώρο του παιχνιδιού ένας φίλος του και, βλέποντάς τον, τον πείραξε καλοπροαίρετα. Ίσως και να του είπε: «Βασιλιάς εσύ, πώς πέφτεις τόσο χαμηλά;». Προφανώς ο Αγησίλαος ένοιωσε άβολα και παρακάλεσε τον φίλο του να μην πει σε κανέναν τίποτα για την ιδιαίτερη και ξεχωριστή αυτή στιγμή με τα παιδιά του και γίνει αντικείμενο χλευασμού. Προφανώς του το υποσχέθηκε ο φίλος του, αλλά δεν κράτησε το λόγο του, με αποτέλεσμα να προκληθούν ειρωνικά σχόλια για τον πρώτο πολίτη της πόλης - υπόδειγμα πειθαρχίας.
     Πιθανότατα, λοιπόν, έχει στην αρχαία Σπάρτη τη ρίζα της η παροιμιώδης έκφραση «καβάλησε το καλάμι», που λέγεται για ανθρώπους που, είτε ένεκα κάποιας θέσης, είτε διέπονται από παραλήρημα μεγαλείου στη ζωή τους, φαντάζονται ένα ταπεινό καλάμι για «άλογο» και συμπεριφέρονται ανάλογα!
     Πολλοί και εξ ημών στα παιχνίδια των παιδικών μας χρόνων «ιππεύαμε» πάνω σ’ ένα καλάμι, άλλοτε σ’ ένα ξύλο ή έστω και κάποια πέτρα, ζώντας με την φαντασία την πραγματικότητα. Ανάλογα συμπεριφέρονται συχνά και άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, που νομίζουν ότι «είναι κάποιοι». Και στη χώρα μας έχουμε πολλούς καλαμοκαβαλάρηδες, αρχίζοντας από πολύ ψηλά, ειδικά όταν «προτρέχει η γλώττα της διανοίας»!
------------------------------------  
Πηγή: Τάκη Νατσούλη, «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις»
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 4.2.2026