Η μεγάλη εμποροζωοπανήγυρη στο κεφαλοχώρι
πλησίαζε και ο μπάρμπα-Σταμάτης φρόντιζε να έχει το γαϊδαράκο του ξεκούραστο,
να πάει να τον κάνει τράμπα. Συνηθιζόταν πολύ εκείνα τα χρόνια οι τράμπες στα
ζώα σε τέτοια πανηγύρια. Πήγαιναν το γέρικο και το αντάλλαζαν με κάποιο
νεότερο, αφού οι δυνάμεις του σιγά σιγά το εγκατέλειπαν και με δυσκολία
ανταποκρινόταν στις ανάγκες των νοικοκυραίων. Τα τελευταία χρόνια, που τα
γεράματά του άρχισαν να φαίνονται, όπως και του μπάρμπα-Σταμάτη, δεν τον
φόρτωνε πολύ, ούτε έκανε και τις δουλειές που έκανε και πριν. Απέφευγε ν’
ανεβαίνει και στο σαμάρι. Το συμμεριζόταν το ζωντανό του.
Και πάλι, όμως, πολύ σκεπτικός ήταν ο μπάρμπα-Σταμάτης. «Γέρασες κι εσύ, Κίτσο μ’, γέρασα κι εγώ και να δούμε ποιος θα γεροκομήσει τον άλλονε», έλεγε συχνά στο γάιδαρό του, όταν άκουγε τις βαριές ανάσες και το αγκομαχητό του αγαπημένου του ζώου από την κούραση και το φορτίο. Τον ένοιωθε μέλος της οικογένειάς του και τον φρόντιζε σαν άνθρωπο. Με τη δική του βοήθεια μεγάλωσε τα παιδιά του. Και ποιο θα ήταν το τέλος του, όταν τον έπαιρναν οι γύφτοι στην εμποροπανήγυρη; Εκείνοι περισσότερο επιδίδονταν σε τέτοιου είδους δοσοληψίες.
«Το πιο σίγουρο είναι που θα γίνει ένα καλό γεύμα στα άγρια θηρία κάποιου τσίρκου», αναλογιζόταν και το μυαλό του έφτανε σε αδιέξοδο. Έβαζε τον εαυτό του στη θέση του Κίτσου του, όταν θα αντίκρυζε τους πεινασμένους εκτελεστές του, ίσως κάποια λιοντάρια, κάποιες τίγρεις ή κάποιες αρκούδες. Με τίποτα δεν του άξιζε ένα τέτοιο φρικτό τέλος, όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Ούτε κι ήθελε να πεθάνει στα χέρια του. Του χρειαζόταν ένα νεότερο γαϊδούρι, γιατί μ’ αυτό θα έκανε καλύτερα τις δουλειές του.
Και πάλι, όμως, πολύ σκεπτικός ήταν ο μπάρμπα-Σταμάτης. «Γέρασες κι εσύ, Κίτσο μ’, γέρασα κι εγώ και να δούμε ποιος θα γεροκομήσει τον άλλονε», έλεγε συχνά στο γάιδαρό του, όταν άκουγε τις βαριές ανάσες και το αγκομαχητό του αγαπημένου του ζώου από την κούραση και το φορτίο. Τον ένοιωθε μέλος της οικογένειάς του και τον φρόντιζε σαν άνθρωπο. Με τη δική του βοήθεια μεγάλωσε τα παιδιά του. Και ποιο θα ήταν το τέλος του, όταν τον έπαιρναν οι γύφτοι στην εμποροπανήγυρη; Εκείνοι περισσότερο επιδίδονταν σε τέτοιου είδους δοσοληψίες.
«Το πιο σίγουρο είναι που θα γίνει ένα καλό γεύμα στα άγρια θηρία κάποιου τσίρκου», αναλογιζόταν και το μυαλό του έφτανε σε αδιέξοδο. Έβαζε τον εαυτό του στη θέση του Κίτσου του, όταν θα αντίκρυζε τους πεινασμένους εκτελεστές του, ίσως κάποια λιοντάρια, κάποιες τίγρεις ή κάποιες αρκούδες. Με τίποτα δεν του άξιζε ένα τέτοιο φρικτό τέλος, όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Ούτε κι ήθελε να πεθάνει στα χέρια του. Του χρειαζόταν ένα νεότερο γαϊδούρι, γιατί μ’ αυτό θα έκανε καλύτερα τις δουλειές του.
Καλός, φιλήσυχος, ιδιαίτερα εργατικός και πολύ καλός οικογενειάρχης ο μπάρμπα-Σταμάτης, μα ώρες ώρες τον διέκρινε μια αφέλεια. Είχε περάσει και πολλά στη ζωή του, ειδικά στον εμφύλιο. Κι από τότε που έπεσε από το δέντρο και χτύπησε στο κεφάλι, κάτι φορές έμοιαζε να είναι άλλος άνθρωπος. Τον κατανοούσε για όλα αυτά η γυναίκα του, η Βασίλω, που, αν και νευρικός άνθρωπος, προσπαθούσε να είναι συγκρατημένη. Κατάπινε τα λόγια που της έρχονταν να του πει. Ήταν κωλοπετσωμένη και πετάλωνε τον ψύλλο στον αέρα. Άνθρωπος δεν την γέλαγε εύκολα. Όχι λίγες φορές, έπιανε η ίδια το τιμόνι της οικογένειας.
Την πρώτη μέρα του εφταήμερου παζαριού, ξεκίνησε πρωί για το κεφαλοχώρι ο μπάρμπα-Σταμάτης. Κράτησε το σαμάρι, γιατί και το άλλο ζώο χωρίς σαμάρι θα το έπαιρνε. Με κάποιες μικρομετατροπές θα το έφερνε στα μέτρα του νέου γαϊδουριού ο σαμαράς.
- Τήρα μη σε γελάσουνε, ρε! Εφτούνοι δεν έχουνε μπέσα. Την έχουνε ψωμοτύρι τη μπαμπεσιά οι «κουμπάροι», του είπε κάπως αυστηρά, εννοώντας «κουμπάρους» τους τραμπαδόρους όταν ξεκίναγε, αλλά ούτε η καρδιά του, ούτε τα πόδια του πήγαιναν. Ήταν πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση «κουμπάρε» στους τσιγγάνους, επειδή από τους τόπους που περνούσαν και κατασκήνωναν για λίγες μέρες, εκεί βάφτιζαν και τα παιδιά τους, πολλές φορές με νονούς ανθρώπους των χωριών, «λαϊκούς».
Την πρώτη μέρα του εφταήμερου παζαριού, ξεκίνησε πρωί για το κεφαλοχώρι ο μπάρμπα-Σταμάτης. Κράτησε το σαμάρι, γιατί και το άλλο ζώο χωρίς σαμάρι θα το έπαιρνε. Με κάποιες μικρομετατροπές θα το έφερνε στα μέτρα του νέου γαϊδουριού ο σαμαράς.
- Τήρα μη σε γελάσουνε, ρε! Εφτούνοι δεν έχουνε μπέσα. Την έχουνε ψωμοτύρι τη μπαμπεσιά οι «κουμπάροι», του είπε κάπως αυστηρά, εννοώντας «κουμπάρους» τους τραμπαδόρους όταν ξεκίναγε, αλλά ούτε η καρδιά του, ούτε τα πόδια του πήγαιναν. Ήταν πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση «κουμπάρε» στους τσιγγάνους, επειδή από τους τόπους που περνούσαν και κατασκήνωναν για λίγες μέρες, εκεί βάφτιζαν και τα παιδιά τους, πολλές φορές με νονούς ανθρώπους των χωριών, «λαϊκούς».
Σ’ όλο το δρόμο, περισσότερο από δύο ώρες
μέχρι να φτάσουν, πότε μίλαγε στο ζωντανό του και πότε τραγούδαγε. Μα ούτε οι
κουβέντες του έμοιαζαν με τις γνωστές κουβέντες που του μίλαγε άλλες φορές, ούτε τα τραγούδια του ήταν τραγούδια. Τώρα μονολογούσε περισσότερο και τα λόγια του και τα τραγούδια του μοιρολόγια ήταν.
Η τεράστια αλάνα λίγο πριν τα πρώτα σπίτια στο κεφαλοχώρι, ήταν αγνώριστη. Γεμάτη γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα κι ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν, αναζητώντας είτε να πουλήσουν, είτε να αγοράσουν είτε να ανταλλάξουν. Έδεσε σε μια άκρη από ένα κλαράκι το γερο-γαϊδαράκο του και μπαίνοντας στην αλάνα, άρχισε την έρευνα, για να κάνει την τράμπα με ένα νεότερο γαϊδούρι. Πριν φτάσει ακόμα μεσημέρι, το ενδιαφέρον ενός από τους τραμπαδόρους του φάνηκε κάπως αξιόπιστο.
- Σήμερα δεν έχω κάτι, μπάρμπα. Μέχρι το βράδυ όλο και κάτι θα βρω. Άσε μου το γαϊδούρι σου να το δώσω κι εγώ για να σου κρατήσω κάτι καλύτερο. Ξαναέλα αύριο.
Αποχαιρέτισε τον επί κοντά είκοσι χρόνια «σύντροφό» του και πολύτιμο συνεργάτη του στις δουλειές. Τον φίλησε στο μέτωπο και τα μάτια του τρέξανε. Η καρδιά του ράγισε που τον κοίταζε κι εκείνο στα μάτια, μα η απόφασή του ήταν παρμένη. Ξεκίνησε για το χωριό του, με σκοπό να ξαναπάει το άλλο πρωί, πιστεύοντας ότι κάτι καλύτερο θα είχε να του δώσει ο άνθρωπος που μίλησε μαζί του.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε πάλι πρωί για το κεφαλοχώρι. Με το Δήμο, τον συγχωριανό του, συναντήθηκαν στο έβγα του χωριού, που κι εκείνος πήγαινε στο πανηγύρι με το μουλάρι του, για την ίδια δουλειά. Έλεγαν διάφορα στο δρόμο. Κάπου στα μισά, ο Δήμος ξεπέζεψε για ν’ ανέβει ο μπάρμπα-Σταμάτης στο μουλάρι, που ήταν και αρκετά μεγαλύτερός του. Αν κι εκείνος προσπάθησε να τον αποτρέψει, το είχε ανάγκη να ξεκουραστεί από την πεζοπορία και τον ευχαρίστησε. Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους, μέχρι τον προορισμό τους.
Αναζητούσε για κάμποση ώρα ο μπάρμπα-Σταμάτης τον άνθρωπο που του είχε αφήσει τον Κίτσο του, μα δεν τον εύρισκε. Ύστερα από ώρες αναζήτηση, πέρναγε από το μυαλό του ότι έφυγε κι έχασε και το γάιδαρό του, έχασε και την ευκαιρία για την τράμπα και άρχισε να «ψέλνει». Κάμποση ώρα μετά, ακούει πίσω του κάποιον να φωνάζει τρεις-τέσσερις φορές: «Μπάρμπα! Μπάρμπα! Ε, μπάρμπα!». Συνειδητοποίησε ότι του ήταν κάπως γνώριμη η φωνή και γύρισε να δει. Ήταν ο «κουμπάρος» που έψαχνε.
- Έλα, μπάρμπα! Σ’ έχω έτοιμο! Σου ήβρα ένα γαϊδούρι πολύ νεότερο, όπως το θες!
- Το δικό μου το έχεις; Θα ήθελα να το αποχαιρετίσω, του είπε, με φωνή σπασμένη από τη συγκίνηση.
- Όχι, μπάρμπα. Το έδωσα το δικό σου…
Περπάτησαν μαζί μέχρι το σημείο που το είχε δεμένο ο «κουμπάρος». Νεότερο του φάνηκε και τον κοίταξε στα δόντια. Μετά από κάμποση κουβέντα και παζάρια, συμφώνησαν και στην τιμή της ανταλλαγής. Ο μπάρμπα-Σταμάτης άνοιξε το πορτοφόλι του και έβγαλε κάποια λεφτά -τη διαφορά της αξίας-, που υπολόγιζε ότι κάπου τόσα θα του ζήταγε και ο «κουμπάρος» και δεν είχε πέσει έξω. Κάποια ακόμα χαρτονομίσματα, τα είχε καρφιτσωμένα με παραμάνα στην άλλη εσωτερική τσέπη του σακακιού του, να μην φανούνε πολλά στον τραμπαδόρο. Χαιρετήθηκαν εκείνος πήρε τα λεφτά, του ευχήθηκε «καλορίζικο» και οι δρόμοι τους χώρισαν, από τη στιγμή που έλυσε το γάιδαρο και τους τον παρέδωσε.
Αφού απομακρύνθηκε από το χώρο, κρατώντας το γαϊδούρι από το σκοινί και τραβώντας για το χωριό του, είδε ότι το βήμα του ήταν γρήγορο. «Νέο φαίνεσαι κι έχει όρεξη για δουλειά. Κίτσο θα σε λέω κι εσένα, για να μη μου λείψει και το άλλο», ήταν οι πρώτες του κουβέντες στον καινούργιο συνεργάτη του.
Φτάνοντας αργότερα στο χωριό του, το γαϊδούρι τράβαγε στο δρόμο ίσα για σπίτι, σαν να τον είχε ξαναπερπατήσει!
- Γυναίκα! Ε, γυναίκα! Έλα να ιδείς ένα καλό γαϊδούρι που πήρα! Ερχότανε μόνο του στο σπίτι!, φώναξε μόλις έφτασε στην αυλή του σπιτιού του.
Βγήκε η Βασίλω στην αυλή και περιεργαζόταν το γαϊδούρι, κάνοντας δύο ερευνητικούς κύκλους γύρω απ’ αυτό. Αφού το κοίταξε και το ξανακοίταξε, γύρισε στον άντρα της και του λέει με βεβαιότητα:
- Σε γελάσανε, ρε μαύρε! Δεν άνοιγες τα μάτια σου να ιδείς; Και σάμπως δεν σου το είπα να έχεις το νου σου; Σου το είχα πει!
Εκείνος δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήθελε να πει και την κοίταζε με απορία.
- Το δικό μας γαϊδούρι είναι, ρε κακομοίρη! Δεν το γνώρισες;
- Σώπα, που είναι το δικό μας γαϊδούρι!, απάντησε εμβρόντητος και άρχισε να το κοιτάζει με προσοχή.
- Το δικό μας είναι, ρε! Το κουρέψανε, το βάψανε, του κοντύνανε και τις τρίχες στην ουρά! Κάτι τους βάζουνε και στα δόντια και καθαρίζουνε!... Του έβαλε και νέφτι* στον κώλο ο γύφτος κι έτρεχε!… Πολύ θέλει να το καταλάβεις; Για τήρα καλύτερα κι εκείνο το σημάδι που έχει στην κοιλιά!
Τότε του ήρθε στο μυαλό μια ταχυδακτυλουργική κίνηση του «κουμπάρου», που μόλις του το παρέδωσε με το σκοινί, του σήκωσε και την ουρά, μα τότε δεν έδωσε σημασία. Σκύβει, κοιτάζει στην κοιλιά του και δεν πίστευε στα μάτια του, με τις πολλές υποσχέσεις που του έδινε ο πραματευτής. Στην πραγματικότητα, όμως, χάρηκε μέσα του! Η συγκίνηση τον έκανε και του αγκάλιασε το κεφάλι και το φίλαγε, με βρεγμένα μάτια και με παλλόμενη φωνή.
- Άι, γαϊδαράκο μ', γέρασες κι εσύ σαν κι εμένα, μα είπανε να σε ξανανιώσουνε! Παλιός γάιδαρος, καινούργια περπατησιά, που λένε! Δεν μπορούμε να ζήσουμε χώρια ο ένας από τον άλλονε εμείς!...
Η τεράστια αλάνα λίγο πριν τα πρώτα σπίτια στο κεφαλοχώρι, ήταν αγνώριστη. Γεμάτη γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα κι ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν, αναζητώντας είτε να πουλήσουν, είτε να αγοράσουν είτε να ανταλλάξουν. Έδεσε σε μια άκρη από ένα κλαράκι το γερο-γαϊδαράκο του και μπαίνοντας στην αλάνα, άρχισε την έρευνα, για να κάνει την τράμπα με ένα νεότερο γαϊδούρι. Πριν φτάσει ακόμα μεσημέρι, το ενδιαφέρον ενός από τους τραμπαδόρους του φάνηκε κάπως αξιόπιστο.
- Σήμερα δεν έχω κάτι, μπάρμπα. Μέχρι το βράδυ όλο και κάτι θα βρω. Άσε μου το γαϊδούρι σου να το δώσω κι εγώ για να σου κρατήσω κάτι καλύτερο. Ξαναέλα αύριο.
Αποχαιρέτισε τον επί κοντά είκοσι χρόνια «σύντροφό» του και πολύτιμο συνεργάτη του στις δουλειές. Τον φίλησε στο μέτωπο και τα μάτια του τρέξανε. Η καρδιά του ράγισε που τον κοίταζε κι εκείνο στα μάτια, μα η απόφασή του ήταν παρμένη. Ξεκίνησε για το χωριό του, με σκοπό να ξαναπάει το άλλο πρωί, πιστεύοντας ότι κάτι καλύτερο θα είχε να του δώσει ο άνθρωπος που μίλησε μαζί του.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε πάλι πρωί για το κεφαλοχώρι. Με το Δήμο, τον συγχωριανό του, συναντήθηκαν στο έβγα του χωριού, που κι εκείνος πήγαινε στο πανηγύρι με το μουλάρι του, για την ίδια δουλειά. Έλεγαν διάφορα στο δρόμο. Κάπου στα μισά, ο Δήμος ξεπέζεψε για ν’ ανέβει ο μπάρμπα-Σταμάτης στο μουλάρι, που ήταν και αρκετά μεγαλύτερός του. Αν κι εκείνος προσπάθησε να τον αποτρέψει, το είχε ανάγκη να ξεκουραστεί από την πεζοπορία και τον ευχαρίστησε. Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους, μέχρι τον προορισμό τους.
Αναζητούσε για κάμποση ώρα ο μπάρμπα-Σταμάτης τον άνθρωπο που του είχε αφήσει τον Κίτσο του, μα δεν τον εύρισκε. Ύστερα από ώρες αναζήτηση, πέρναγε από το μυαλό του ότι έφυγε κι έχασε και το γάιδαρό του, έχασε και την ευκαιρία για την τράμπα και άρχισε να «ψέλνει». Κάμποση ώρα μετά, ακούει πίσω του κάποιον να φωνάζει τρεις-τέσσερις φορές: «Μπάρμπα! Μπάρμπα! Ε, μπάρμπα!». Συνειδητοποίησε ότι του ήταν κάπως γνώριμη η φωνή και γύρισε να δει. Ήταν ο «κουμπάρος» που έψαχνε.
- Έλα, μπάρμπα! Σ’ έχω έτοιμο! Σου ήβρα ένα γαϊδούρι πολύ νεότερο, όπως το θες!
- Το δικό μου το έχεις; Θα ήθελα να το αποχαιρετίσω, του είπε, με φωνή σπασμένη από τη συγκίνηση.
- Όχι, μπάρμπα. Το έδωσα το δικό σου…
Περπάτησαν μαζί μέχρι το σημείο που το είχε δεμένο ο «κουμπάρος». Νεότερο του φάνηκε και τον κοίταξε στα δόντια. Μετά από κάμποση κουβέντα και παζάρια, συμφώνησαν και στην τιμή της ανταλλαγής. Ο μπάρμπα-Σταμάτης άνοιξε το πορτοφόλι του και έβγαλε κάποια λεφτά -τη διαφορά της αξίας-, που υπολόγιζε ότι κάπου τόσα θα του ζήταγε και ο «κουμπάρος» και δεν είχε πέσει έξω. Κάποια ακόμα χαρτονομίσματα, τα είχε καρφιτσωμένα με παραμάνα στην άλλη εσωτερική τσέπη του σακακιού του, να μην φανούνε πολλά στον τραμπαδόρο. Χαιρετήθηκαν εκείνος πήρε τα λεφτά, του ευχήθηκε «καλορίζικο» και οι δρόμοι τους χώρισαν, από τη στιγμή που έλυσε το γάιδαρο και τους τον παρέδωσε.
Αφού απομακρύνθηκε από το χώρο, κρατώντας το γαϊδούρι από το σκοινί και τραβώντας για το χωριό του, είδε ότι το βήμα του ήταν γρήγορο. «Νέο φαίνεσαι κι έχει όρεξη για δουλειά. Κίτσο θα σε λέω κι εσένα, για να μη μου λείψει και το άλλο», ήταν οι πρώτες του κουβέντες στον καινούργιο συνεργάτη του.
Φτάνοντας αργότερα στο χωριό του, το γαϊδούρι τράβαγε στο δρόμο ίσα για σπίτι, σαν να τον είχε ξαναπερπατήσει!
- Γυναίκα! Ε, γυναίκα! Έλα να ιδείς ένα καλό γαϊδούρι που πήρα! Ερχότανε μόνο του στο σπίτι!, φώναξε μόλις έφτασε στην αυλή του σπιτιού του.
Βγήκε η Βασίλω στην αυλή και περιεργαζόταν το γαϊδούρι, κάνοντας δύο ερευνητικούς κύκλους γύρω απ’ αυτό. Αφού το κοίταξε και το ξανακοίταξε, γύρισε στον άντρα της και του λέει με βεβαιότητα:
- Σε γελάσανε, ρε μαύρε! Δεν άνοιγες τα μάτια σου να ιδείς; Και σάμπως δεν σου το είπα να έχεις το νου σου; Σου το είχα πει!
Εκείνος δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήθελε να πει και την κοίταζε με απορία.
- Το δικό μας γαϊδούρι είναι, ρε κακομοίρη! Δεν το γνώρισες;
- Σώπα, που είναι το δικό μας γαϊδούρι!, απάντησε εμβρόντητος και άρχισε να το κοιτάζει με προσοχή.
- Το δικό μας είναι, ρε! Το κουρέψανε, το βάψανε, του κοντύνανε και τις τρίχες στην ουρά! Κάτι τους βάζουνε και στα δόντια και καθαρίζουνε!... Του έβαλε και νέφτι* στον κώλο ο γύφτος κι έτρεχε!… Πολύ θέλει να το καταλάβεις; Για τήρα καλύτερα κι εκείνο το σημάδι που έχει στην κοιλιά!
Τότε του ήρθε στο μυαλό μια ταχυδακτυλουργική κίνηση του «κουμπάρου», που μόλις του το παρέδωσε με το σκοινί, του σήκωσε και την ουρά, μα τότε δεν έδωσε σημασία. Σκύβει, κοιτάζει στην κοιλιά του και δεν πίστευε στα μάτια του, με τις πολλές υποσχέσεις που του έδινε ο πραματευτής. Στην πραγματικότητα, όμως, χάρηκε μέσα του! Η συγκίνηση τον έκανε και του αγκάλιασε το κεφάλι και το φίλαγε, με βρεγμένα μάτια και με παλλόμενη φωνή.
- Άι, γαϊδαράκο μ', γέρασες κι εσύ σαν κι εμένα, μα είπανε να σε ξανανιώσουνε! Παλιός γάιδαρος, καινούργια περπατησιά, που λένε! Δεν μπορούμε να ζήσουμε χώρια ο ένας από τον άλλονε εμείς!...
Του έβαλε πολύ σανό να φάει, γιατί σίγουρα ο «κουμπάρος» θα τον είχε αφήσει νηστικό.
Πριν ακόμα περάσει ένας χρόνος, ένα πρωί ο
μπάρμπα-Σταμάτης βρήκε το «σύντροφό» του νεκρό στο στάβλο. Τον έκλαψε σαν να
ήταν αδερφός του. Ανήμπορος ο ίδιος για τέτοια δουλειά, κάλεσε δυο νέα παιδιά
από το χωριό και τον έθαψαν σ’ ένα λάκκο που άνοιξαν λίγο πιο πέρα από την αυλή
του.
- Ούτε θέλω, ούτε μπορώ να βρω άλλο γαϊδούρι. Με τη συνταξούλα μας θα ζήσουμε όσο ζήσουμε κι όποτε μπορούμε και να μπορούν κι εκείνα, θα πηγαίνουμε για λίγες μέρες και στα παιδιά μας, στην πόλη, είπε στη γυναίκα του μετά την «κηδεία», αφού σαν πραγματική κηδεία βίωσε και το θάνατό του και την ταφή του.
------------------------------
* Συνηθιζόταν να βάζουν νέφτι μ' ένα βαμβακάκι στον βλεννογόνο του πρωκτού των ζώων, κυρίως εκείνων που προορίζονταν ν’ αντικαταστήσουν άλλα. Σαν ελαιώδες και καυστικό υγρό, αργούσε να εξατμιστεί, προκαλούσε πόνο και τα έκανε να βαδίζουν γρήγορα. Έτσι, δινόταν η εντύπωση στον υποψήφιο αγοραστή ότι τάχα είναι νέα και σβέλτα! Χαρακτηριστική και η παροιμιώδης φράση για κάποιον που έχει γρήγορο βάδισμα: «Του έβαλαν νέφτι στον κώλο»!
- Ούτε θέλω, ούτε μπορώ να βρω άλλο γαϊδούρι. Με τη συνταξούλα μας θα ζήσουμε όσο ζήσουμε κι όποτε μπορούμε και να μπορούν κι εκείνα, θα πηγαίνουμε για λίγες μέρες και στα παιδιά μας, στην πόλη, είπε στη γυναίκα του μετά την «κηδεία», αφού σαν πραγματική κηδεία βίωσε και το θάνατό του και την ταφή του.
------------------------------
* Συνηθιζόταν να βάζουν νέφτι μ' ένα βαμβακάκι στον βλεννογόνο του πρωκτού των ζώων, κυρίως εκείνων που προορίζονταν ν’ αντικαταστήσουν άλλα. Σαν ελαιώδες και καυστικό υγρό, αργούσε να εξατμιστεί, προκαλούσε πόνο και τα έκανε να βαδίζουν γρήγορα. Έτσι, δινόταν η εντύπωση στον υποψήφιο αγοραστή ότι τάχα είναι νέα και σβέλτα! Χαρακτηριστική και η παροιμιώδης φράση για κάποιον που έχει γρήγορο βάδισμα: «Του έβαλαν νέφτι στον κώλο»!
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 10.3.2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου