Σύντομος πρόλογος
Η μικρή και πέρα για πέρα αληθινή
βιωματική ιστορία αυτή, ίσως μπορεί να διδάξει εκείνους που στη σημερινή εποχή πολλά πράγματα είναι εύκολα και δεδομένα, ότι πάντα ήταν έτσι. Μόλις λίγες δεκαετίες πριν, πολλά
από τα εύκολα και δεδομένα σήμερα, μπορεί και να ήταν αδιανόητα. Και μαζί μ’
αυτό, το διήγημα αναμφισβήτητα καταδεικνύει και την πατρική αγάπη ανθρώπων που
δεν έχουν καμία σχέση με τους φυσικούς γονείς, όμως το ήθος τους και η προσφορά
τους τούς έχει καταγράψει στη συνείδηση πολλών ως γονείς!
Την άλλη μέρα, μας περίμενε κάτι πρωτόγνωρο στο σχολείο: Οι δάσκαλοι μας «μοίρασαν» βιβλία! Ήταν τα πρώτα σχολικά βιβλία της δωρεάν παιδείας που έφταναν στο χωριό μας και στα χέρια μας! Οι οδηγίες των δασκάλων μας ήταν σαφείς: Να τα ντύσουμε και να προσέχουμε, γιατί στο τέλος της χρονιά θα να παραδώσουμε για τους μικρότερους μαθητές.
Την άλλη μέρα, ξεκινήσαμε για το σχολείο πολύ πρωί με την αδελφή μου την Αθανασία, «Σούλα» για όλους μας από τη στιγμή που βαπτίστηκε, τετάρτη δημοτικού εγώ και πρώτη εκείνη. Έπρεπε να έχουμε αρκετή ώρα στη διάθεσή μας, να περάσουμε από το «μαγαζί του Καζαζάκη» - καφεπαντοπωλείο, να πάρουμε «ντύματα» να τα ντύσουμε.
Το ντύσιμο των βιβλίων ήταν μια πραγματική τέχνη, που έπρεπε να γίνει με λεπτομέρεια, επιμέλεια και ακριβείς κινήσεις, ώστε να είναι και ευπαρουσίαστο και να μείνει έτσι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. (Περισσότερα για το ντύσιμο των βιβλίων μπορείτε να δείτε σε άλλο άρθρο μου, «πατώντας» ΕΔΩ).
***
Ήταν τις πρώτες μέρες της σχολικής χρονιάς στο χωριό μου, το Λειβάρτζι του δήμου Καλαβρύτων, το 1968. Την ώρα που σχολάγαμε το μεσημέρι, δύο στρατιωτικά
αυτοκίνητα, ένα μεγάλο κι ένα μικρότερο, ανέβαιναν στο προς κέντρο του χωριού. Όλο το «τσούρμο» παιδιών που επιστρέφαμε στα σπίτια μας, κάναμε την ίδια σκέψη, κοιτάζοντάς τα με δέος: Ότι θα
φέρνουν σχολικά συσσίτια στα μαγειρεία, όπως είχε γίνει και άλλες φορές την
προηγούμενη χρονιά.Την άλλη μέρα, μας περίμενε κάτι πρωτόγνωρο στο σχολείο: Οι δάσκαλοι μας «μοίρασαν» βιβλία! Ήταν τα πρώτα σχολικά βιβλία της δωρεάν παιδείας που έφταναν στο χωριό μας και στα χέρια μας! Οι οδηγίες των δασκάλων μας ήταν σαφείς: Να τα ντύσουμε και να προσέχουμε, γιατί στο τέλος της χρονιά θα να παραδώσουμε για τους μικρότερους μαθητές.
Την άλλη μέρα, ξεκινήσαμε για το σχολείο πολύ πρωί με την αδελφή μου την Αθανασία, «Σούλα» για όλους μας από τη στιγμή που βαπτίστηκε, τετάρτη δημοτικού εγώ και πρώτη εκείνη. Έπρεπε να έχουμε αρκετή ώρα στη διάθεσή μας, να περάσουμε από το «μαγαζί του Καζαζάκη» - καφεπαντοπωλείο, να πάρουμε «ντύματα» να τα ντύσουμε.
Το ντύσιμο των βιβλίων ήταν μια πραγματική τέχνη, που έπρεπε να γίνει με λεπτομέρεια, επιμέλεια και ακριβείς κινήσεις, ώστε να είναι και ευπαρουσίαστο και να μείνει έτσι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. (Περισσότερα για το ντύσιμο των βιβλίων μπορείτε να δείτε σε άλλο άρθρο μου, «πατώντας» ΕΔΩ).
Μόλις είχε ανοίξει εκείνο το πρωί. Ζητήσαμε «ντύματα», καθίσαμε με την αδελφή μου σ’ ένα τραπεζάκι του καφενείου κι επιδοθήκαμε στο ντύσιμο των βιβλίων μας, για να είμαστε έτοιμοι και να έχουμε φτάσει στο σχολείο την ώρα που θα χτυπούσε το κουδούνι για το πρώτο μάθημα.
Άλλος πελάτης ή θαμώνας δεν υπήρχε εκείνη την ώρα μέσα στο μαγαζί. Ο μπάρμπα-Γιάννης σιγοσφύριζε κάποιο τραγούδι φτιάχνοντας τον καφέ του κι έκατσε σ’ ένα τραπεζάκι κάπως κοντά μας, να τον απολαύσει. Από εκεί μας έκανε κάποιες ερωτήσεις σχετικά με τους νέους δασκάλους που ήρθαν στο σχολείο μας με την ευχή «καλή χρονιά»...
Για μια στιγμή, πήγε το μάτι μου σ’ ένα σακί γεμάτο πορτοκάλια, που είχε σε μια γωνία του μαγαζιού του. Προφανώς τα είχε πάρει από κάποιον πλανόδιο μανάβη που πέρασε την προηγούμενη μέρα, αφού ήταν γεμάτο κι ακόμα δεμένο στην κορυφή του. Από εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου δεν ξεκολλούσαν από εκεί, αλλά πάντα οι ματιές μου ήταν πολύ διακριτικές και προσεγμένες. Δεν ήθελα με τίποτα να καταλάβει ο μπάρμπα-Γιάννης τη λαχτάρα μου για ένα πορτοκάλι!
Είδος πολυτελείας για το χωριό μας τα πορτοκάλια, αφού οι πορτοκαλιές μάς ήταν άγνωστες. Δεν ευδοκιμούσαν εκεί, λόγω του ορεινού κλίματος. Κάποιοι, λίγο «ψαγμένοι», που έφεραν φυτώριο να πειραματιστούν, το αποτέλεσμα ήταν «άδικος κόπος».
Τα πορτοκάλια στο σακί, είδε και η αδελφή μου. Έσκυψε στο αυτί μου και μου είπε ψιθυριστά, σε μια στιγμή που ο μπάρμπα-Γιάννης είχε βγει για λίγο έξω, να ταχτοποιήσει τα τραπέζια του καφενείου του, για την υποδοχή των πρώτων του πελατών στην αυλή:
«Νίκο, πες του να μας δώσει ένα πορτοκάλι…»!
Ένοιωσα τη λαχτάρα της περισσότερο από τη δική μου! Όμως, πώς; Έσκυψα κι εγώ στο αυτί της:
«Σσσς! Δεν έχουμε λεφτά!», της απάντησε πάλι ψιθυριστά.
Έμεινε στη θέση της παραπονεμένη και με τα χειλάκια σουρφωμένα, αλλά τα μάτια της δεν έφευγαν καθόλου από το «μαύρο χαβιάρι» μέσα στο σακί.
Γυρνώντας ο μπάρμπα-Γιάννης πάλι μέσα στο μαγαζί του, πήγε κι άνοιξε το σακί κι ανακάτευε τα πορτοκάλια σιγοτραγουδώντας πάλι. Δεν ξέρω αν διάβασε τη λαχτάρα στα μάτια μας για «ένα πορτοκάλι», αλλά παρατηρώντας τον διακριτικά πάντα, είδα ότι διάλεξε δύο από τα καλύτερα! Τα κράταγε το ένα στο ένα χέρι και το άλλο στο άλλο και ήρθε μπροστά μας!
«Ελάτε να σας φιλέψω από ένα πορτοκάλι», μας είπε, και άπλωσε τα χέρια του να μας τα δώσει!
«Ευχαριστούμε πολύ!», είπαμε παίρνοντάς τα και η ευτυχία μας εκείνη δεν είχε προηγούμενο! Σίγουρα μεγαλύτερη κι «από τον πρώτο λαχνό του κρατικού λαχείου»!
Βάλαμε με προσοχή στην τσάντα μας τα πανάκριβα δώρα της αγάπης του μπάρμπα-Γιάννη. Περιμέναμε με ανείπωτη τη λαχτάρα να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα, να απολαύσουμε το δυσεύρετο εκείνο «χαβιάρι»!
«Θα μοιραστούμε το ένα! Το άλλο θα το πάμε σπίτι, για τους γονείς μας και τους παππούδες μας!», είπα στην αδελφή μου, μόλις βγήκαμε διάλειμμα κι έτσι έγινε. Μα μόλις τα δώσαμε στη μητέρα μας, εκείνη χαμογέλασε, μας φίλησε και μας χάιδεψε στο κεφάλι, με τα λόγια:
«Αυτά είναι δικά σας! Εσείς τα έχετε πιο πολύ ανάγκη, για να μεγαλώσετε»!
Και δεν ήταν μόνο αυτός ο μπάρμπα-Γιάννης! Τί να πρωτοθυμηθώ… Που μας συμβούλευε να μη γυρίζουμε άσκοπα και να μην παίζουμε μέχρι αργά, για να μένουμε σπίτι μας να διαβάσουμε; Που μας μάλωνε, να μην σκοτώνουμε τα πουλιά με τις σφεντόνες; Που με τα μικροψώνια μας, τα τετράδια και τα μολύβια, μας έδινε κι από μια καραμέλα; Ή μήπως που στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του όταν γυρνούσαμε από το σχολείο κι έβρεχε πολύ, καλώντας μας να μπούμε μέσα, μέχρι να σταματήσει η βροχή!
Αχ, μπάρμπα-Γιάννη, πατέρα όλων μας! Πήραν πολλοί μετά από σένα το μαγαζί σου στο χωριό, μα η αγάπη σου και η απέραντη καλοσύνη σου, έχουν αφήσει το όνομά σου ανεξίτηλα εκεί! Και σήμερα που παραμένει κλειστό για χρόνια, το τοπωνύμιο «στου Καζαζάκη» παραμένει και θα παραμένει για πάντα, αν και το οίκημα δεν ήταν ποτέ δικό σου!
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 21.9.2026



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου