Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

Νοσταλγίες από το θερισμό (ποίημα)


                Πώς νοσταλγώ να δω ξανά, σπαρμένοι να ν’ οι κάμποι
                και αεράκι να φυσά, στάχυα να κυματίζουν!
                Να ’ναι οι εργάτες γελαστοί και η χαρά να λάμπει,
                με τα χρυσά δρεπάνια τους σκυμμένοι να θερίζουν.
 
                Και γύρω, τα τραγούδια τους να γλυκ'αχολογάνε,
                σε πλάγια και σε ρεματιές, στην πιο καλή στιγμή τους,
                τζιτζίκια να ισοκρατούν, αηδόνια να σιωπάνε
                και στη μεγάλη αυτή γιορτή να ’μαι κι εγώ μαζί τους.
 
                Τώρα αλλάξαν οι καιροί κι οι κάμποι ερημώσαν,
                μείναν αγριοχόρταρα κι αγκάθια να φυτρώνουν.
                Μα πάντα ζουν οι θύμησες κι οι σκέψεις δεν θολώσαν.
                Πότε ξυπνούν και μας πονούν και πότε μας ψηλώνουν.

Εικόνα ανάρτησης: Από το παλιό αναγνωστικό της Β΄ δημοτικού
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 17.11.2023

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

Η ίσκα και η χρήση της ως μέσο ανάμματος (λαογραφική καταγραφή)


     Η ίσκα είναι χρόνια νόσος-παράσιτο των δέντρων. Μοιάζει με μανιτάρι, κολλημένο στερεά επάνω στο κορμό («ξυλομανίταρο»). Η μάζα του είναι πολύ σκληρή και συμπαγής, με φελλώδη υφή και δεν αποσπάται εύκολα από το ξύλο στο οποίο παρασιτεί. Αν δεν αντιμετωπιστεί, μεγαλώνει και το δέντρο κινδυνεύει να ξεραθεί, αφού του προσβάλλει το αγγειακό του σύστημα. Σχηματίζεται και αναπτύσσεται σε κορμούς μεγάλων, κυρίως, δέντρων, π.χ. οξιάς, όμως είναι συνηθισμένη και σε μικρότερα, π.χ. κλήμα. Το επιστημονικό της όνομα είναι φόμη ή φομενταρία (fomes fomentarius).
     Ο σκληρός αυτός μύκητας είναι γνωστός από τη αρχαιότητα. Αναφέρεται ότι και τότε και σήμερα έχει και θεραπευτικές ιδιότητες για τον άνθρωπο. Στο διαδίκτυο1 αναφέρεται ότι ο Ιπποκράτης την χρησιμοποιούσε ως θεραπευτικό μέσο, όπως για τον καυτηριασμό τραυμάτων και ως αιμοστατικό, ενώ οι ινδιάνοι για την αντιμετώπιση της  αρθρίτιδας.
     Ύστερα από ειδική επεξεργασία στο παρελθόν, η ίσκα μπορεί να γίνει ένα εύφλεκτο υλικό, που χρησίμευε ως «αναπτήρας», για το άναμμα φωτιάς. Η χρήση της αυτοκαταργήθηκε με την εμφάνιση του φυτιλιού και του αναπτήρα. Οι πρώτοι αναπτήρες δεν ήταν στη μορφή που είναι σήμερα, με αέριο και ηλεκτρονικό άναμμα. Το καύσιμο υλικό τους ήταν το πετρέλαιο ή το οινόπνευμα και οι σπινθήρες παράγονταν από την τριβή της τσακμακόπετρας, όπως και σε πολλούς αναπτήρες και σήμερα.
 
Επεξεργασία της ίσκας-μετατροπή σε εύφλεκτο υλικό
 
     Η συλλογή της ίσκας από το δέντρο γινόταν σε μεγάλα κομμάτια, βάρους μισού και πλέον κιλού το καθένα. Τοποθετείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως και περισσότερο των έξι μηνών, μέσα σε νερό με μεγάλη περιεκτικότητα στάχτης (σταχτόνερο). Μετά την «επεξεργασία» αυτή, η ίσκα πρέπει να στεγνώσει πολύ καλά στον ήλιο και είναι έτοιμη προς χρήση. Πιθανότατα, την «επεξεργασία» κάνει το ανθρακικό κάλλιο που περιέχει η στάχτη. Γίνεται έτσι πολύ εύφλεκτο υλικό, όμως βραδύκαυστο και δεν παράγει φλόγα. Για το άναμμά της είναι αρκετός και ένας μόνο σπινθήρας! Φλόγα μπορεί να επιτευχθεί όταν έλθει σε επαφή με άλλο εύφλεκτο υλικό, π.χ. χαρτί, και «φυσήξουμε». Όμως, για το άναμμα του τσιγάρου, δεν χρειάζεται φλόγα. Για πρακτικούς λόγους, π.χ. μεταφορά, «πολλαπλασιασμός», κόβεται σε πολλά μικρότερα κομμάτια, μεγέθους λίγων εκατοστών.
 
Η παραγωγή σπινθήρα -τρόπος ανάμματος
 
     Ο απαραίτητος σπινθήρας παράγεται από δυνατό χτύπημα μετάλλου (σιδήρου) με σκληρή πέτρα ανοιχτού πράσινου ή μοβ χρώματος, την λεγόμενη τσακμακόπετρα ή στουρνάρι (το). Σαν μέταλλο χρησιμοποιείται ο πριόβολος, που συνήθως έχει σχήμα «Β» ή «8»2 και ο χρήστης ενεργεί ως εξής: 1. Βάζει την ίσκα σ’ ένα σταθερό και επίπεδο σημείο. 2. Λίγα εκατοστά επάνω από την ίσκα χτυπάει δυνατά την πέτρα (στουρνάρι) με τον πριόβολο και με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω (συνεχή χτυπήματα), ώστε οι σπινθήρες που θα παραχθούν να πέσουν επάνω στην ίσκα. Ως προαναφέρθηκε, ένας και μόνο σπινθήρας που θα πέσει επάνω της είναι αρκετός να την ανάψει. 3. Αφού το άναμμα επιτευχθεί και μεταφερθεί η φωτιά, π.χ. στο τσιγάρο, ο χρήστης τη σβήνει, για επόμενη χρήση. Απαραίτητη προϋπόθεση για την παραγωγή σπινθήρα, να μην είναι βρεγμένο κανένα από τα δύο σώματα τριβής. Η ποσότητα της ίσκας  που καίγεται είναι πολύ μικρή κι ένα κομμάτι λίγων εκατοστών μπορεί να δώσει πολλές δεκάδες ανάμματα. Σημειώνεται ότι: α. Το στουρνάρι είναι από τα πετρώματα εκείνα που παράγουν εύκολα σπινθήρες, ειδικά όταν χτυπηθούν με σίδηρο. β. Η διαδικασία ανάμματος είναι απλή, αλλά χρονοβόρα.

Διάφορα είδη/σχήματα πριόβολου


Το «σπινθηροβόλο» πέτρωμα τσακμακόπετρα ή στουρνάρι

Αναπτήρας (πετρελαίου ή οινοπνεύματος) και τσακμακόπετρες εμπορίου


     Πρωτόγονο μέσο και τρόπος ανάμματος η ίσκα με τον πριόβολο και το στουρνάρι, βεβαίως, είχε όμως δώσει λύση σε πολλές καθημερινές ανάγκες και τη χρήση τους από τους παππούδες μας και το θυμόμαστε πολύ καλά. Ειδικά από ανθρώπους του βουνού, αρκετά συνηθισμένη, που τα είχαν πάντα στο σελάχι3 τους για το άναμμα του τσιγάρου τους.
     Να σημειωθεί, τέλος, ότι η επεξεργασμένη ίσκα χρησιμεύει και σήμερα ως μέσο ξεματιάσματος αλλά και ως επίθεμα σε τραύματα να τα «κάψει». 
----------------------------------
1 Το σχήμα «Β» ή «8» του πριόβολου διευκολύνει στη λαβή με το χέρι και είναι κατασκεύασμα σιδεράδων.
https://www.agriamanitaria.gr/%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%82/
3Λέξη με τουρκικής ρίζας προέλευση. Ήταν ανδρική ζώνη, ειδικά κατασκευασμένη για οπλοθήκη, στην οποία έβαζαν μπαρουτόβολα, μπιστόλες, γατζάρες και γιαταγάνια. Σε πολλές περιπτώσεις ήταν αναπόσπαστο της φουστανέλας ή και της γυναικείας εθνικής ενδυμασίας, περίτεχνα κεντημένο. Αργότερα το σελάχι σε πιο απλη μορφή του χρησίμευε για μεταφορά μικροαντικειμένων πρώτης ανάγκης, όπως πριόβολο, ίσκα, καπνό, σουγιά, κλωστή και βελόνα για ράψιμο, κερί για κέρωμα της κλωστής κλπ. Σημερινή του μορφή η γνωστή ζώνη-τσαντάκι μέσης, με την ονομασία και ως «μπανάνα».

Ετοιμοπόλεμο σελάχι άλλης εποχής


----------------------------------
Πηγές-εικόνες: Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ, διαδίκτυο.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος,

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Στην «αποσταμένη ελπίδα»* (ποίημα)

                           Είναι δεινά που φέρνουνε φρίκη και στην ελπίδα
                           κι απεγνωσμένα αναζητά να δει μια ηλιαχτίδα.
                           Πολλές Αξίες χάνονται, ιδανικά ξεχνιούνται
                           κι ευτελισμοί στη θέση τους πανεύκολα γεννιούνται.
                           Πόλεμοι, φόνοι, συμφορές, ο σεβασμός να λείπει
                           και άνθρωπος τον άνθρωπο συχνά εγκαταλείπει.
                           Ελπίδα, δώρο που ’μεινες μονάχη στο πιθάρι,
                           γίνεσαι στ’ αξεπέραστα στερνό απομεινάρι.
                           Για κοίτα την αμυγδαλιά, λουλουδοστολισμένη,
                           μες τους χειμώνες που ανθεί, με πείσμα επιμένει.
                           Κι αν κάποιοι θέλουνε κι εσύ στο τέλος να πεθαίνεις,
                           θάρρος να έχεις δυνατό κι αθάνατη θα μένεις.
------------------------
* Τίτλος δανεισμένος από το ποίημα του Ιωάννη Πολένη «κρυφό σχολειό». 
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 11.11.2023

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023

Γραμματόσημο: Το «χαρτάκι» που έφερε πιο κοντά τον κόσμο! (Σύντομο αφιέρωμα)

Ο θεός Ερμής στο πρώτο Ελληνικό γραμματόσημο (από το διαδίκτυο)
              
     Ήταν ανέκαθεν επιβεβλημένη η ανάγκη για επικοινωνία του ανθρώπου με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, με τους οποίους τον χωρίζουν μικρότερες ή μεγάλες αποστάσεις. Υπήρξαν στο διάβα της ιστορίας διάφοροι τρόποι επικοινωνίας και αποστολής μηνυμάτων, όμως το γράμμα ήταν και παραμένει από τα πλέον αξιόπιστα και πρακτικά μέσα. Ο Ευριπίδης μας πληροφορεί, π.χ., ότι τα γράμματα του Αγαμέμνονα στη σύζυγό του την Κλυταιμνήστρα, είχαν ειδική σήμανση από τον ίδιο, ώστε να μην προκαλούσαν καμία αμφιβολία στην παραλήπτρια, πριν καν το άνοιγμά τους. Προφανώς, εκείνη την εποχή η αλληλογραφία μεταφερόταν από έμπιστους ανθρώπους του αποστολέα, τους λεγόμενους και αγγελιοφόρους. Ιστορικά στοιχεία αναφέρουν και τα ταχυδρομικά περιστέρια, τα οποία διανύουν μεγάλες αποστάσεις και με ταχύτητα. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, τα χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι. Όσο κι αν φαίνεται υπερβολικό, τα ταχυδρομικά περιστέρια αναφέρεται ότι χρησιμοποιήθηκαν και στον Α΄ και στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, μεταφέροντας στρατιωτικά μηνύματα. Τα ταχυδρομικά-αθλητικά περιστέρια εκτρέφονται και σήμερα από λάτρεις του είδους και σε τακτά διαστήματα διοργανώνονται διάφοροι αθλητικοί αγώνες με τα αγαπημένα αυτά πτηνά.
     Στην οθωμανική αυτοκρατορία οι έφιπποι ταχυδρόμοι μετέφεραν διαταγές και φιρμάνια από τα κέντρα προς την επαρχία. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο Καποδίστριας με προεδρικό διάταγμα που υπογράφηκε στον Πόρο, ίδρυσε το 1828 μια οργανωμένη υπηρεσία για την προώθηση της αλληλογραφίας με έφιππους ταχυδρόμους και με την επωνυμία «Γενικόν Ταχυδρομείον». Τα πρώτα ταχυδρομεία που λειτούργησαν ήταν στο Άργος, την Τριπολιτσά, την Επίδαυρο και στην Αίγινα, εξυπηρετώντας πρωτίστως κυβερνητικές ανάγκες. Αργότερα τους έφιππους αντικατέστησαν οι ταχυδρομικές άμαξες και τα τραίνα. Όσο, όμως, κι αν λέμε «αντικατέστησαν», θυμούνται πολύ καλά και οι σημερινές γενιές την μετακίνηση των ταχυδρόμων με ζώα ή στην καλύτερη με ποδήλατο.

Ποδήλατο ταχυδρόμου. Υπήρχαν και στην δεκαετία του 1980 

    Ελάχιστα χρόνια μετά, ένα μικρό και ταπεινό χαρτάκι έφερε επανάσταση, μπαίνοντας πολύ δυναμικά στη ζωή των ανθρώπων και τους έφερε πιο κοντά, από τη μια άκρη της γης ως την άλλη και σε μικρό χρονικό διάστημα. Ήταν και είναι το γραμματόσημο, ένα είδος χάρτινου ενσήμου, που κολλημένο σε φάκελο αλληλογραφίας ή σε μικρόδεμα, βεβαιώνει το προπληρωμένο τέλος, τα «κόμιστρα» της αποστολής του. Με λίγη φιλοσοφική διάθεση, θα μπορούσαμε να πούμε τούτο: Από τη στιγμή της εφεύρεσής του, δεν χρειάστηκε βελτίωση. Παρέμεινε και παραμένει το ίδιο, αιώνες τώρα, κάτι που σημαίνει ότι ήταν από την πρώτη στιγμή τέλειο.
     Την πρώτη σειρά γραμματοσήμων εξέδωσε η Αγγλία, κατόπιν πρότασης του Ρόουλοαντ Χιλ, για την ταχυδρομική μεταρρύθμιση στη χώρα του. Η μελέτη που δημοσίευσε για το σκοπό αυτό, επικεντρωνόταν στην μείωση των ταχυδρομικών τελών, στην προπληρωμή τους (μέχρι τότε πληρώνονταν από τον παραλήπτη), τα τέλη να είναι ανάλογα του μεγέθους, του βάρους και της απόστασης μέχρι την παράδοση των επιστολών, ενώ παράλληλα ζητούσε την κατάργηση της ατέλειας που απολάμβαναν ορισμένες ομάδες, όπως πολιτικοί και υπάλληλοι ταχυδρομείων. Το άρθρο του κέρδισε πολλούς υποστηρικτές και ο σχετικός νόμος ψηφίστηκε στην Αγγλία δύο χρόνια αργότερα, στις 17 Αυγούστου 1839. Σχεδόν αμέσως έγινε διαγωνισμός, στον οποίον πήραν μέρος περισσότεροι από 2500 διαγωνιζόμενοι, οι οποίοι υπέβαλλαν προτάσεις. Έτσι διαμορφώθηκε το τελικό σχέδιο, μέγεθος και σχήμα γραμματοσήμου. Το πρώτο γραμματόσημο της Αγγλίας εικόνιζε την βασίλισσα Βικτωρία. Την πρωτοπορία αυτή υιοθέτησαν σχεδόν αμέσως και πολλές άλλες χώρες, εκτυπώνοντας τα δικά τους γραμματόσημα καθεμιά και το μικρό αυτό «χαρτάκι» έγινε ο μοναδικός τρόπος προπληρωμής της αλληλογραφίας σε όλον τον κόσμο. Πολύ σύντομα η εφαρμογή της «οδόντωσης» και στις τέσσερις πλευρές του, εξυπηρετεί στον εύκολο διαχωρισμό του ενός από το άλλο. Σε κάθε έκδοση κάθε χώρας, υπήρχε ειδική σήμανση, για αποφυγή της πλαστογραφίας.
     Το μικρό επίστρωμα αποξηραμένης κόλλας στο πίσω μέρος του γραμματοσήμου, ενεργοποιούσε ελάχιστη ποσότητα νερού, λιγότερη από μια σταγόνα, για να κολλήσει στο φάκελο. Σχεδόν πάντα, όμως, οι αποστολείς των επιστολών δεν χρησιμοποιούν νερό, αλλά το βρέχουν, «σαλιώνοντάς» το με τη γλώσσα! Η παροιμιώδης μεταφορική έκφραση «δεν υπάρχει σάλιο ούτα για γραμματόσημο», εννοεί μεγάλη οικονομική δυσπραγία.
     Η πρώτη σειρά Ελληνικών γραμματοσήμων εκδόθηκε το 1861, αν και ο σχετικό νόμος είχε εκδοθεί από το 1855. Απεικόνιζαν το δεξιό προφίλ του φτερωτού θεού Ερμή, του αγγελιοφόρου των Θεών της Ελληνικής μυθολογίας. Ήταν σχέδιο του Γάλλου καλλιτέχνη Αλβέρτου Μπαρρέ, διευθυντή του Γαλλικού νομισματοκοπείου και η εκτύπωση έγινε στη Γαλλία. Από τότε έως και σήμερα πολλοί αξιόλογοι Έλληνες καλλιτέχνες σχεδίασαν γραμματόσημα, εμπνευσμένα από τον μεγάλο πλούτο της χώρας μας σε πολιτισμό, ιστορία, παράδοση, τέχνες, φύση, αθλητισμό κλπ. Μεταξύ αυτών και οι νεότεροι χαράκτες Τάκης Κατσουλίδης, Γιάννης Κεφαλληνός και Τάσσος. Σημειώνεται ακόμα, ότι η πρώτη απεικόνιση του θεού Ερμή, έχει επανεκδοθεί αρκετές φορές από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, με διαφορετικό χρωματισμό κάθε φορά.
     Πολυθεματική πάντα η εικονογράφηση των γραμματοσήμων, καταγράφει ετσι και την ιστορία κάθε χώρας. Εικονίζονται σ’ αυτά προσωπικότητες της πολιτικής, των γραμμάτων και των τεχνών, διακεκριμένοι επιστήμονες, τοπία, μνημεία, σταθμοί της ιστορίας, ιστορικές μάχες κλπ. Σε καμία περίπτωση το γραμματόσημο δεν μπορούσε-δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεύτερη φορά. Η σήμανσή του με τη σφραγίδα του οικείου ταχυδρομείου, δηλώνει και την ακύρωσή του. Στην αντίθετη περίπτωση, οι υπηρεσίες μπορούν να φτάσουν μέχρι και τη δίωξη του παράνομου χρήστη.
     Αρκετά συνηθισμένα είναι και τα αναμνηστικά γραμματόσημα, που αυτά, όμως, δεν υπαγορεύονται από τις ανάγκες της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Εκδίδονται πάντα σε περιορισμένοι αριθμό, τιμώντας ιστορικές επετείους και μεγάλα γεγονότα, προβολή φιλανθρωπικών και γενικά κοινωφελών σκοπών.
     Αν και κανείς δεν περίμενε με λαχτάρα το γραμματόσημο, αλλά το γράμμα από ξενιτεμένα αγαπημένα του πρόσωπα, εν τούτοις το γραμματόσημο αγαπήθηκε πολύ. Τόσο πολύ, μάλιστα, που πολλοί ασχολούνται με τη συλλογή του. Είναι οι λεγόμενοι φιλοτελιστές. Για το σκοπούς του φιλοτελισμού έχουν ιδρυθεί μεγάλα σωματεία σε όλον τον κόσμο. Στην Παγκόσμια Ημέρα Ταχυδρομείων, που έχει καθιερωθεί από το 1969 από την Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση, γίνεται λόγος και για τον φιλοτελισμό. Μέχρι πρόσφατα, μάλιστα, γίνονταν σχετικές εκδηλώσεις και στα σχολεία.
     Με ειδικό και «τσουχτερό» τέλος, αλλά χωρίς γραμματόσημο, μια άλλη υπηρεσία των ταχυδρομείων, που λειτουργούσαν ακόμα ως ενιαίος φορέας με τον ΟΤΕ, προωθούσε ολιγόλεξα μηνύματα για διάφορα άκρως επείγοντα θέματα από τους αποστολείς στους παραλήπτες, ευχάριστα ή δυσάρεστα. Αυτή ήταν η τηλεγραφική υπηρεσία. Πολλοί θυμούνται, ίσως, τα «τρία ταυ» (τάφ) ΤΤΤ: «Ταχυδρομεία Τηλέγραφοι Τηλέφωνα.» Η επιλογή του τηλεγραφήματος είχε το μεγάλο πλεονέκτημα της άμεσης επίδοσης στον παραλήπτη, εντός λίγων ωρών, και σε μεγάλες αποστάσεις. Το κόστος καθόριζε, όχι τόσο η απόσταση αλλά κυρίως οι λέξεις. Συνήθως ήταν ένα λακωνικό μήνυμα, λιγότερο και των πέντε λέξεων. Π.χ. «…..(όνομα) έτεκεν υιόν», «ερχόμεθα Κυριακήν», «….. (όνομα) απεβίωσεν» κλπ.   
     Δυστυχώς οι νεότερες γενιές ελάχιστα γνωρίζουν το γραμματόσημο, ενώ οι επερχόμενες μπορεί να μην το γνωρίσουν και καθόλου. Γενικά η παραδοσιακή αλληλογραφία αποτελεί ήδη παρελθόν. Για την σύγχρονη, είναι αρκετή η κινητή τηλεφωνία, φυσικά και το διαδίκτυο, που και τα δύο αυτά μέσα παρέχουν, ίσως ψυχρή μεν, αλλά άμεση και με ταχύτητα φωτός παράδοση στον παραλήπτη. Η επίδοση της επιστολής με το γραμματόσημο κολλημένο στο φάκελο, ύστερα από ημέρες ή και βδομάδες από τον ταχυδρόμο, ακούγεται σήμερα σαν παραμύθι από τους μεγαλύτερους στους μικρότερους. Άλλωστε, και οι σύγχρονες υπηρεσίες ταχυμεταφορών, οι γνωστές και ως «κούριερ», αναλαμβάνουν την μεταφορά και επίδοση επιστολών και δεμάτων χωρίς γραμματόσημο.
---------------------------------
Πηγές:
-  Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
-  Εγκυκλοπαίδεια ΓΟΙΒΑΝΗ
-  Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ
-  Διαδίκτυο
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 7.11.2023

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2023

Απήγανος ή σιδερόχορτο: Ιστορικά, μυθολογικά και λαογραφικά στοιχεία


     Αν και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα στην ονομασία «σιδερόχορτο» να ανήκουν κι άλλα φυτά, ως σιδερόχορτο αναφέρεται και ο απήγανος ή πήγανος ή πεγάνι. Χαρακτηρίζεται από την δυσοσμία των φύλλων του, περισσότερο όμως των κίτρινων λουλουδιών του. Ανήκει στην οικογένεια των ρουτιδών και ήταν γνωστός από τους αρχαίους χρόνους, τόσο για τις θεραπευτικές, όσο και για τις μαγικές του ιδιότητες. Τις θεραπευτικές του ιδιότητες είχαν επισημάνει ιατροί, βοτανοσυλλέκτες και βοτανοθεραπευτές της αρχαιότητος, όπως ο Θεόφραστος, ο Διοσκουρίδης και ο Πλήνιος, ενώ πιστευόταν ότι η κατανάλωσή του διατηρεί σε πολύ κατάσταση και την όραση. Ακόμα, ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε τον απήγανο ως απαραίτητο βότανο για την αντιμετώπιση της νευρικότητας, οι δε «αντιμαγικές» και «(ε)ξορκιστικές» του ιδιότητες δεν έχουν χάσει την ισχύ τους μέχρι και σήμερα. Αναφέρεται, ακόμα, και ως ιερό φυτό των θεών Άρη και Κρόνου. Στην Οδύσσεια του Ομήρου, πιθανότατα απήγανο έδωσε ο θεός Ερμής στον Οδυσσέα, για να τον προστατέψει από τα μάγια της μάγισσας Κίρκης και να μην τον μεταμορφώσει σε χοίρο, όπως τους συντρόφους του (μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη-Ιωάννη Κακριδή):  
                     «[…]Ωστόσο, θέλω από τα βάσανα να σε γλιτώσω τούτα.
                     Να, πάρε αυτό το καλοβότανο και κράτα το, στης Κίρκης
                     σα μπεις, να σκέπει το κεφάλι σου, κακή ώρα να μη σε 'βρει.
                     Τις πονηριές της Κίρκης άκουσε από μιαν άκρη ως την άλλη:
                     Πιοτό θα σου ετοιμάσει, βάζοντας κακά βοτάνια μέσα,
                     μα κι έτσι εσένα δε θα πιάσουνε τα μάγια, δε θ’ αφήσει
                     το καλοβότανο που σου ΄δωκα[…]».
     Παρ’ όλο που θεωρείται ότι προκαλεί και δηλητηριάσεις, αναφέρεται στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθήναιου ότι ο τύραννος της Ηρακλείας του Πόντου Κλέαρχος, συνήθιζε να προσκαλεί άτομα που αντιπαθούσε στα ανάκτορά του και τους πότιζε διάφορα δηλητήρια. Υποψιασμένοι εκείνοι, έτρωγαν νωρίτερα απήγανο, ο οποίος εξουδετέρωνε τις δηλητηριώδεις ουσίες. Λέγεται, επίσης, ότι ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης, από τον φόβο του μήπως τον δηλητηριάσουν, έπαιρνε μικροποσότητες δηλητηρίων, μεταξύ των οποίων και απήγανο, για να αποκτήσει ανοσία ο οργανισμός του. Γι’ αυτό και το φαινόμενο της λήψης μικροποσοτήτων δηλητηρίου για ανάπτυξη ανοσίας, ονομάσθηκε «Μιθριδατισμός».
     Τόσο στην αρχαία Αθήνα, όσο και την εποχή του μεσαίωνα, το θεωρούσαν αποτελεσματικό κατά της βασκανίας και αποτρεπτικό για τα μάγια, γι’ αυτό και ήταν συνηθισμένο στις αυλές των σπιτιών. Πολλοί ακόμα λαοί της αρχαιότητας χρησιμοποιούσαν τον απήγανο, για τους ίδιους ή παρόμοιους λόγους, και καθώς φαίνεται, η γνωστή και σήμερα έκφραση «ξορκισμένος με τον απήγανο», για ανεπιθύμητο άτομο που θέλουμε να μείνει μακριά μας ή για δοκιμασία που θέλουμε παντοιοτρόπως ν’ αποφύγουμε, έχει εκεί τις ρίζες της. Με παρόμοιο τρόπο για την απομάκρυνση του κακού, στο θέμα αναφέρεται κι ένα τραγούδι του 1975, σε στίχους και μουσική του Άκη Πάνου, με πρώτο ερμηνευτή τον Μιχάλη Μενιδιάτη, από το δίσκο «το σχολειό της βιοπάλης». Τίτλος του, «στο σπίτι μας που μπήκανε».
     Στην αρχαία Ρώμη ο γαστρονόμος και λάτρης της πολυτέλειας Απίκιος, χρησιμοποιούσε ευρέως τον απήγανο, ως ένα από τα καλύτερα μυρωδικά της κουζίνας. Η χρήση του, όμως, απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή, αφού σε μεγαλύτερες ποσότητες της επιτρεπόμενης, όχι μόνο έδινε πικρή γεύση στα φαγητά, αλλά προκαλούσε και διάφορες διαταραχές στον οργανισμό, όπως πεπτικές, δερματικό εξάνθημα, κνησμό (φαγούρα).
     Στην Παλαιά Διαθήκη (βιβλίο Έξοδος), ο απήγανος αναφέρεται ότι συμπεριλαμβανόταν και στα πικρόχορτα που έτρωγαν ωμά κατά την περίοδο του Πάσχα οι Ισραηλίτες. Στο συγκεκριμένο φυτό αναφέρονται και οι Ευαγγελιστές Λουκάς και Ματθαίος, ΙΑ΄ 42 και ΚΓ΄ 24, αντίστοιχα: Όταν οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι προσπάθησαν να παγιδεύσουν Τον Ιησού με υστερόβουλες ερωτήσεις*, τους έλεγξε με εκείνα τα φοβερά «ουαί», πρώτο εκ των οποίων αυτό: «Ουαί υμίν τοις Φαρισαίοις, ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το πήγανον και παν λάχανον και παρέρχεσθε την κρίσιν και την αγάπην Του Θεού». (Αλίμονο σε σας, τους Φαρισαίους, γιατί ενώ εξαντλείτε την αυστηρότητά σας στο δυόσμο, το απήγανο και όλα τα λαχανικά, δεν ενδιαφέρεστε για την κρίση και την αγάπη Του Θεού). Με αυτά Του τα λόγια Ο Ιησούς στηλίτευσε την υποκρισία και τον υπερβάλλοντα ζήλο των Φαρισαίων στην εφαρμογή της φορολογίας, σε θέματα τα οποία δεν ήταν απαραίτητη (π.χ. στα φυτά δυόσμο, (α)πήγανο και διάφορων άλλων λαχανικών), ενώ παραμελούσαν άλλες πολύ βασικές διατάξεις του νόμου.
    Στον απήγανο ή σιδερόχορτο, αναφέρεται και ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας, ο Νικόλαος Πολίτης, στις μεγάλες συλλογές των παραδόσεών του:
-     Το σιδερόχορτο είναι ένα βοτάνι που ανοίγει κάθε κλειδωνιά και έχει τη δύναμη να σπάζη όλα τα σίδερα. Μ’ αυτό μπορεί ν’ ανοιχτούν οι σιδερόπορτες, που κλείνουν τα μέρη που είναι θησαυροί. Και σ’ ένα μάλιστα υπόγειο, στο Τούρκικο, αποπάνω από τη σιδερόπορτα είναι γράμματα που λεν, πως αυτός ο θησαυρός είναι εκεινού που βαστά απάνου του σιδερόχορτο. Σ’ αυτό το υπόγειο μπορεί κανείς να έμπη όταν θέλη, γιατί η πόρτα ανοίγει με ευκολία. Και βλέπει μέσα σωρούς τα φλωριά και τα διαμάντια και τα μαργαριτάρια. Μα άμα δοκιμάσης να πάρης το παραμικρό, κλείνει η σιδερόπορτα και δεν ανοίγει, αν δεν παραιτήσης ό,τι πήρες. Αν έχης όμως σιδερόχορτο την ανοίγεις μ’ αυτό και παίρνεις όλο το θησαυρό. Σ’ άλλους θησαυρούς για να ’μπης μέσα πρέπει ν’ ανοίξεις τη σιδερόπορτα με το σιδερόχορτο.
-    Καμιά φορά που απολούν τ’ άλογα στα λιβάδια να βοσκήσουν, οι σιδερένιες κλάππαις που τους βάνουν στα πόδια για να μη φύγουν βρίσκονται ξεκλειδωμένες. Αυτό γίνεται, γιατί φαίνεται πως εκεί στο χορτάρι που περπατεί τ’ άλογο βρίσκεται σιδερόχορτο κι αγγίζουν απάνω του οι κλάππαις και ξεκλειδώνονται. Αλλά πού να τό βρης μέσα στ’ άλλα χόρτα! Για να το βρουν μόνον μ’ ένα τρόπο μπορούν να πετύχουν. Να βρουν φωλιά σκαντζόχερου που να ’χει τα μικρά του και να τα κουκουλώσουνε με χώμα. Ο σκαντζόχερος θα πάγη αμέσως να βρη το σιδερόχορτο για να τα ξεχώση με δαύτο, και αν σταθή ο άνθρωπος επιτήδειος να τα’ αρπάξη από του σκαντζόχερου το στόμα, έκανε την τύχη του.
-     Του σιδηροχόρταρου είν’ ένα χουρτάρι που ανοίγει κάθε κλειδωνιά και γκρεμίζει κάθε τοίχο. Κανείς δεν το ξέρει πού είναι και πού βρίσκεται παρά μόνο ο σκαντζόχοιρος. Γι’ αυτό, όποιος θέλει να τ’ αποχτήση πρέπει να βρη μια φωλιά σκαντζόχερου που να ’χη τα μικρά του μέσα, και όταν λείπη ο σκαντζόχερος να φράξει γύρω τη φωλιά μ’ έναν τοίχο από πέτραις και να παραφυλάη εκεί κοντά κρυμμένος. Όντας θα ’ρθη ο σκαντζόχερος και δεν θα μπορή να μπη στα παιδιά του, θα τρέξη να βρη το σιδηροχόρταρου και αγγίξει μ’ αυτό τον τοίχο, ο τοίχος θα πέση. Τότε κείνος που παραφυλάγει, να προφτάση ν’ αρπάξ’ από το στόμα του σκαντζόχερου το χόρτο. Είναι όμως δύσκολο να το κατορθώση, γιατί ο σκαντζόχερος μόλις γκρεμίση τον τοίχο της φωλιάς του αμέσως το καταπίνει.
  Σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες, λοιπόν, που καταγράφονται και στις «Παραδόσεις» του Νικολάου Πολίτη,  αν κάποιος πάρει τα μικρά του σκαντζόχοιρου και τα θάψει, το συμπαθέστατο ζώο μπορεί να υπερβεί μεγάλα εμπόδια γύρω από τη φωλιά του. Κι αν δεν τα βρει, θα ψάξει για απήγανο να βρει τον απήγανο (ή σιδηρόχορτο), για να τα ελευθερώσει με αυτό! Αν προλάβει και τον πάρει από το στόμα του άνθρωπος, «θα γίνει πολύ δυνατός και κάμει την τύχη του»! Από αυτή την δοξασία εμπνεύσθηκε και ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης και έγραψε το ποίημα του «το σιδερόχορτο»:
                             Σύρε να πεις της μάνας σου να μη σε μανταλώνει
                             με τις διπλές τις κλειδωνιές και τις βαριές αμπάρες,
                             γιατί θα πάρω τα βουνά, τους κάμπους θα γυρίσω,
                             να βρω το σιδερόχορτο, ν’ ανοίξω νάμπω μέσα.
                           - Και πού το ξέρεις να το βρεις και πώς θα το γνωρίσεις;
                           - Θα πα’ να βρω σκαντζόχερα με τα μικρά παιδιά του
                             και θα του πάρω τα παιδιά, στο χώμα θα τα θάψω.
                             Θε να γυρνά ο σκαντζόχερας τριγύρω στα θαμμένα,
                             και, σαν ιδεί που δεν μπορεί το χώμα να σαλέψει,
                             θα τρέξει εδώ, θα τρέξει εκεί, θα ψάξει με λαχτάρα,
                             να βρει το σιδερόχορτο, στο στόμα να το φέρει,
                             για να τ’ αγγίξει στο σωρό, να σκορπιστή το χώμα.
     Σύμφωνα με άλλες λαϊκές δοξασίες, η «βαριά» μυρωδιά του φυτού (χαρακτηρίζεται ως δύσοσμο) απωθεί έντομα (ειδικό για το σκώρο), ζώα-όπως γάτες και σκύλους-, αλλά και τα κακά πνεύματα. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, αναφέρεται ότι οι μέλισσες μαζεύουν το πλούσιο νέκταρ του, ως από τις πρώτες επιλογές τους για την παρασκευή του ανθόμελου. Ως φυτό σύμβολο της «μετάνοιας», της «θλίψης» και της «οδύνης», αναφέρεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί από του καθολικούς ιερείς, που με τα κλαδάκια του ραντίζουν με αγίασμα τους πιστούς. Όπως και στην αρχαία Αθήνα, θεωρείται και σήμερα από τα από τα αποτελεσματικότερα μέσα για την πρόληψη της βασκανίας. Πολλές νοικοκυρές το φροντίζουν στις γλάστρες της αυλής τους ή στα περιβόλια τους για το σκοπό αυτό. Αν, μάλιστα, είναι «κλεμμένο», τότε «πιάνει» και μεγαλώνει καλύτερα! Το φυτό-«προστάτης» που θα μαραθεί ή θα ξεραθεί, θεωρείται από ορισμένους κακό για το σπίτι, τους ανθρώπους του και τα ζώα.
     Αν και ορισμένοι βοτανολόγοι αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά του, θεωρώντας τον επισφαλή, στην πρακτική ιατρική έχει χρησιμοποιηθεί και ίσως ακόμα χρησιμοποιείται σε πολλές εφαρμογές. Ελάχιστη ποσότητα αποξηραμένων φύλλων του φυτού με λίγες σταγόνες λαδιού, καλά ανακατεμένες να γίνουν «αλοιφή», θεωρείται ότι αντιμετωπίζουν τσιμπήματα εντόμων, ακόμα και σκορπιού και δήγματα φιδιού. Το ίδιο «φάρμακο» είναι αποτελεσματικό και για το κρυολόγημα και την πλευρίτιδα, με επάλειψη στο στήθος και στην πλάτη. Με επάλειψη ή ως έμπλαστρο ανακουφίζει και ρευματοειδείς πόνους. Λίγε σταγόνες μπορεί ν’ αντιμετωπίσουν και τις εμβοές ώτων (βουίσματα στ’ αυτιά) και να βελτιώσουν την ακοή. «Δεξί χέρι» και της μαμής, αφού μ' αυτό φτιάχνει το πρώτο φυλαχτό του μωρού, αλλά και ως ρόφημα σε μικρές ποσότητες το χορηγούσε για τον καθαρισμό της λοχείας. Σε μεγαλύτερες ποσότητες μπορούσε και να επιφέρει εθελούσια διακοπή της κύησης. Θεωρείται, επίσης, και ως υποβοηθητικό του τοκετού. Αν και δεν έχει καθόλου καλή γεύση και είναι δύσοσμο, ως ρόφημα, σε μικρές ποσότητες πάντα, είχε ευρεία χρήση ως: Αντιβηχικό, αντισπασμωδικό, μυοχαλαρωτικό, αναλγητικό (παυσίπονο) και ειδικά για κεφαλαλγίες, αντιμετώπιση ταχυκαρδιών και αγχολυτικό (κατά του άγχους).
       Επιστημονικές έρευνες με την πάροδο του χρόνου απέδειξαν, τέλος, και τις θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού, γι’ αυτό και η χρήση του στη φαρμακευτική είναι ευρεία. Εκτός από τα ευεργετικά αιθέρια έλαια που μπορούν να παραχούν από τα φύλλα του, έχει αντισηπτικές και διουρητικές ιδιότητες. Το εκχύλισμα από τα φύλλα του δρα ως τονωτικό του στομάχου και ως εφιδρωτικό. Επίσης, χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική, για την παραγωγή πικρών λικέρ, όπως και σε όχι λίγες εφαρμογές στη μαγειρική, ιδίως ακριβών εστιατορίων.
------------------------------------
* Η ερώτηση Φαρισαίων στο Χριστό, πιστεύοντας ότι θα τον παγιδεύσουν, ήταν: «Τίνος τις εντολές πρέπει να τηρούμε; Του Θεού ή του Καίσαρα;». Και η ερώτηση των Σαδδουκαίων: «Ότυαν κάποιος παθάνει, τη γυναίκα του τη παίρνει ο αδερφός του, σύμφωνα με το νόμο. Στην μετά θάνατον ζωή, σε ποιόν απ’ όλους θα ανήκει αυτή γυναίκα, αν ο πρώτος της άνδρας έχει πολλά αδέρφια;». Οι απαντήσεις Του Χριστού ήταν πράγματι αποστομωτικές για τους επικριτές Του: Στους πρώτους απάντησε: «Αποδώστε όσα ανήκουν στον Καίσαρα στον Καίσαρα και όσα ανήκουν στο Θεό, στο Θεό». Στους δεύτερους, στους Σαδδουκαίους, σύμφωνα με το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο απάντησε (κεφ. ΚΔ΄, 25): «Πλανάσθε, μη γνωρίζοντας τις Γραφές. Στην ουράνιο Βασιλεία, ούτε παντρεύονται ούτε χωρίζουν».  
--------------------------------------
Πηγές:
- Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
- Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ
- Εγκυκλοπαίδεια ΓΙΟΒΑΝΗ
- Παλαιά Διαθήκη
- Καινή Διαθήκη
- Αρχιμανδρίτου Δημητρίου Μπακλαγή «Η χλωρίδα της Καινής Διαθήκης»
- Νικολάου Πολίτη «Παραδόσεις»
- Διαδίκτυο
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος,
 

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Αναμνήσεις από τη σχολική γιορτή της Σημαίας, σχολικό έτος 1975-76 - ΣΤ΄/τάξιο Γυμνάσιο Κλειτορίας

     Είναι κοινή παραδοχή και ομολογία ότι τα μαθητικά μας χρόνια τα «κουβαλάμε» πάντα μαζί μας, με ανεξίτηλες τις αναμνήσεις τους. Πολλές τέτοιες αναμνήσεις ζωντάνεψαν μέσα μου, όταν ξεφύλλισα ένα παλιό, ξεχασμένο ορθογραφικό-ερμηνευτικό λεξικό των σχολικών μου χρόνων, δώρο αγαπημένου θείου. Ένα πολύτιμο εύρημα στις σελίδες του, ξεκίνησε η αλληλουχία-το «ντόμινο» των αναμνήσεων αυτών! Ας τα πάρουμε με τη σειρά, όμως!
     Σχολικό έτος 1975-76, τελειόφοιτος μαθητής στο εξατάξιο, τότε, γυμνάσιο Κλειτορίας Καλαβρύτων. Από τις πρώτες μέρες της σχολικής χρονιάς-τότε τα γυμνάσια άνοιγαν 1η Οκτώβρη-, ο φιλόλογός μας Σπύρος Κελάρης, μας ανακοίνωσε ότι εγκύκλιος του υπουργείου παιδείας όριζε στην εκδήλωση για τη «γιορτή της σημαίας», στις 27 του μήνα, να δοθεί έμφαση στη συμμετοχή των μαθητών και στην πρόσκληση γονέων, κηδεμόνων και τοπικών αρχών και παραγόντων. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο καθηγητής ρώτησε:
     «Ποιος θα μπορούσε ν’ αναλάβει να εκφωνήσει τον πανηγυρικό της ημέρας, για την 28η Οκτωβρίου;».
     Προθυμοποιήθηκα χωρίς πολλές σκέψεις, και αφού δεν υπήρξε «ανταγωνιστής», ο φιλόλογος με κάλεσε στο διάλειμμα να μου δώσει οδηγίες. Εξεπλάγην, όμως, που με εμπιστεύτηκε, γιατί στο γυμνάσιο Κλειτορίας φοίτησα μόνο στην έκτη τάξη, και δεν γνώριζε τις επιδόσεις μου από προηγούμενα χρόνια.
     Βρισκόμαστε τότε στο «μεταίχμιο» της μετάβασης από την απλή καθαρεύουσα στη δημοτική. Το πολυτονικό σύστημα ακόμη ακέραιο, αφού δεν μπορούσαμε να το «αποβάλλουμε» πριν κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα. Επίσης, η «μείξη» της δημοτικής και της απλής καθαρεύουσας και στον γραπτό και στον προφορικό λόγο, ήταν κι αυτή «πανταχού παρούσα». Οι καθηγητές κατανοούσαν το θέμα και δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητικοί.
     Με τις οδηγίες του φιλολόγου μας, ξεκίνησα την σύνταξη του κειμένου της ομιλίας μου, που σε λίγες μέρες ήταν έτοιμη. Την έδωσα στον καθηγητή μου και αιφνιδιάστηκα, όταν σε λίγο με κάλεσε να μου την επιστρέψει, χωρίς να της έχει κάνει διορθώσεις! Μου είπε, μάλιστα, ότι «είναι πολύ καλή και να μην είμαι “σφιγμένος”», όταν την διαβάσω στην εκδήλωση.
     H σχολική γιορτή εξελίχθηκε με τον καλύτερο τρόπο στο πίσω προαύλιο του γυμνασίου. Εκτός από τους 350 και πλέον μαθητές του σχολείου, είχαν προσέλθει και τοπικές αρχές, ιερείς, οικονομικοί παράγοντες της Κλειτορίας και πολλοί γονείς και κηδεμόνες. Παρών, όπως «πανταχού παρών» σε κάθε εκδήλωση του σχολείου, ακόμα και στις εκδρομές, και ο φωτογράφος Βασίλης Βαγενάς, όμως, κάποια φωτογραφία από την εκδήλωση εκείνη και την ομιλία μου δεν έχω διασώσει. Σάστισα στο τέλος, από την «βροχή συγχαρητηρίων» του γυμνασιάρχη, των καθηγητών μας, των συμμαθητών μου, άλλων μαθητών του σχολείου και πολλών προσκεκλημένων!
     Οι αναμνήσεις δεν ξεθώριασαν και παραμένουν ολοζώντανες στην έκτη δεκαετία της ζωής μου! Μα πολύ πρόσφατα, όταν ξεφύλλισα το παλιό λεξικό, όπως προανέφερα, βρήκα την ομιλία μου αυτή διπλωμένη στα τέσσερα στις σελίδες του! Και μάλιστα, το εύρημα συνέπεσε στον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου! Ανείπωτη η συγκίνηση, βέβαια, μα και τόσες πολλές αναμνήσεις μαζί! Αναμνήσεις που δεν μπορώ να κρατήσω μόνο για μένα, αλλά και τις μοιραστώ με φίλους και συγγενείς, πρωτίστως όμως με συμμαθητές μου και καθηγητές μου που έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου. Πιθανόν κι αυτοί «κάτι» μπορεί να θυμηθούν!
Συμμαθητές:
Γεώργιος Παπαδόπουλος(+) (Σκοτάνη)-συγκάτοικός μου, Γιάννης Ζήκος (Σκοτάνη), Κώστας Κόλντηρης (Φίλια), Βλάσης Τρυφωνόπουλος (Φίλια), Γεώργιος Ντακόλιας (Κλειτορία), Αντιγόνη Ορφανού (Κλειτορία), Ντίνα Μαντά (Κλειτορία), Νίκος Ντούπας (Άγιος Νικόλαος), Βλάσης Τσιάνος (Φίλια), Πόπη Σκάρπα (Πράσινο-;-), Χρήστος Παπουτσής (Κλειτορία), Αθανάσιος Τεμπέλης(+) (Κλειτορία), Γιώτα Τσιακούλια (Σκοτάνη), Πάνος Μούσης (Παγκράτι), …….. Μαρίνη (Κλειτορία), Νίκος Διαμαντόπουλος (Παγκράτι-;-), Γιώργος Μητρόπουλος (Καλλιθέα-Κάνι), Πάνος Καμζόλας (Κλείτορας-Καρνέσι), …….. Καλύβας (Κλειτορία), Νίκος Ροϊδούλιας.
Καθηγητές:
……. Παπαδημητρίου θεολόγος-γυμνασιάρχης, Σπύρος Κελάρης φιλόλογος, Παναγιώτης (Τάκης) Παπαδέλος φιλόλογος, Παντελής Κουβαράς μαθηματικός, …….. Κομισόπουλος φυσικής αγωγής, Ανδριάνα Γκλαβά(+) φιλόλογος, Ανδρέας Αγγελόπουλος φιλόλογος, …….. Αγγελοπούλου φιλόλογος, Βασίλειος Σταμούλης φυσικός.
     Παραθέτω, τέλος, ως ντοκουμέντο και σε αντίγραφο την ομιλία μου, όπως τη βρήκα στο λεξικό, σημειώνοντας ότι οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι από πρόχειρη σχεδίαση, πριν ακόμα το κείμενο καθαρογραφεί:

28η Οκτωβρίου 1940
 
     Η 28η Οκτωβρίου είναι μια ξεχωριστή ημέρα και επέτειος δια την πατρίδα μας. Και όχι μόνον δια την πατρίδα μας, διότι άλλαξε τον ρουν της έκβασης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
     Αδύναμη η μικρή Ελλάδα, αλλά όρθωσε το ανάστημά της σε μια πανίσχυρη αυτοκρατορία. Το «ΟΧΙ» που ειπώθηκε εξ ονόματος όλων των Ελλήνων, δια στόματος του πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά στο τελεσίγραφο που του επιδόθηκε από τον πρέσβη της Ιταλίας Γκράτσι, δεν αιφνιδίασε τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν αντιληφθεί για τα σχέδια του ύπουλου εισβολέα δύο και πλέον μήνες πριν: Ο τορπιλισμός της Έλλης, ανήμερα του εορτασμού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Τήνο, ήταν ένα σαφές προμήνυμα και η εισβολή ήταν μάλλον αναμενόμενη.
     Δείξαμε για άλλη μια φορά ως Έλληνες την πίστιν μας και την προσήλωσίν μας εις τα ιδανικά μας. Τα ιδανικά τα οποία μας δίδαξαν οι Θερμοπύλες, οι Μαραθώνες, τα Χάνια της Γραβιάς, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η Αγία λαύρα, το 1821.
     Πολλοί οι ήρωες που έπεσαν και δόξασαν την Ελλάδα μας το Έπος του ’40, χαρίζοντάς μας την Ελευθερία. Πολλά τα άταφα κορμιά εις την Πίνδον, εις τον Γράμμον, εις το Βίτσι, εις τα βουνά της Αλβανίας και αλλού. Αν και «κανείς δεν έκαψε γι’ αυτά λιβάνι», όπως λέει και ο ποιητής, πότισαν το δέντρο της Ελευθερίας με το αίμα τους. Οι ήρωες έπεσαν, αλλά η Γαλανόλευκη υψώθηκε και εκυμάτιζε υπερήφανα εις τα ιστορικά βουνά μας. Χρυσές σελίδες γράφηκαν τότε εις το μεγάλο βιβλίο της ιστορίας μας.
     Εις αυτόν τον πόλεμον επολέμησαν με το ίδιον σθένος και οι άνθρωποι του πνεύματος μέσα από τα λογοτεχνήματά τους. Επολέμησαν το ίδιο και οι γυναίκες της Πίνδου. Επολέμησαν το ίδιο και οι μητέρες των στρατιωτών, οι γιαγιάδες, οι θείες, οι γειτόνισσες, οι άγνωστες, πλέκοντας την «φανέλα του στρατιώτη».
     «Οι ήρωες πολεμούν ωσάν Έλληνες», είπε ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Ουίνστων Τσώρτσιλ. «Χρωστούμε ευγνωμοσύνην εις τους Έλληνας», είπαν και άλλοι λαοί, δια στόματος των κυβερνήσεών των. Και η Ελλάδα μας δοξάσθηκε για άλλη μια φορά κι εμείς σήμερα ζούμε ελεύθεροι. Το 1821 ξανάζησε. Όπως και τότε, κανένας δεν πίστευε πως η Ελλάδα θα μεγαλουργήση. «Τρέλα» χαρακτήρισαν άλλοι λαοί που τότε, το 1821, όταν οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν εναντίον μιας αυτοκρατορίας και την αποτίναξαν. «Παραλογισμό» χαρακτήρισαν και το 1940 την αντίστασίν σε μια άλλη παντοδύναμη αυτοκρατορία, ορισμένοι από εκείνους που συνθηκολογούσαν. Όμως η μικρή Ελλάδα τους δίδαξε την υπέρβαση και αν θα χρειαστεί θα τους την ξαναδιδάξει!
Ζήτω το «ΟΧΙ» του 1940!
Ζήτω οι αθάνατοι ήρωες!
 
                                                                       Νικόλαος Παπακωνσταντόπουλος
                                                                                           ΣΤ΄ τάξη
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 31.10.2023
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)





Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Η χαμένη χαρά (διήγημα)


                                                                                                Στον κυρ-Γιώργη
 
     Μόνο λίγους συγγενείς είχε ο κυρ-Γιώργης ο «Ράφτης», που κι αυτοί ήταν μακρινοί και κανένας δεν στάθηκε ούτε βρισκόταν κοντά του. Ράφτης δεν ήταν το επώνυμό του, αλλά η δουλειά του. «Χρυσή βελόνα» των χωριών της επαρχίας του, το επάγγελμά του, τού έμεινε και σαν «επώνυμο», αφού όλοι έτσι τον ήξεραν κι έτσι τον αποκαλούσαν. Και είχε τόσο πολύ εμπεδώσει και ο ίδιος το επάγγελμα για όνομα, που και στις συναλλαγές του σε δημόσιες υπηρεσίες το «Ράφτης» έλεγε, μέχρι που κάνα δυο φορές αντιμετώπισε προβλήματα!   
     Οικογένεια δεν είχε αποκτήσει ο κυρ-Γιώργης. Μια σχέση που φαινόταν ότι προχωρούσε καλά, κάπου εκεί στα τριάντα του, έληξε άδοξα, αφήνοντάς του μεγάλα συναισθηματικά τραύματα. Ακόμα και σήμερα, που έκλεισε τα εβδομήντα, δεν τα έχει ξεπεράσει.
     Τρία αδέρφια ήταν. Η αδελφή του η Αργυρώ που ζούσαν σχεδόν μαζί, ανύπαντρη κι αυτή, πέθανε πριν λίγο καιρό. Πολύ απογοητευμένος και μη έχοντας άλλη λύση ο κυρ-Γιώργης, μπήκε στο ίδρυμα αναπήρων, δίνοντας ένα μικρό μέρος από τη σύνταξή του. Η αναπηρία που του είχε αφήσει το εγκεφαλικό δεκαπέντε χρόνια τώρα, του δυσκόλευε πολύ τη ζωή. Δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί μόνος του. Το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι ήταν σχεδόν ξένα. Με πολλή δυσκολία τα όριζε. Με μια πατερίτσα πήγαινε και στην τουαλέτα, στηριγμένη στην αριστερή μασχάλη και κρατώντας την με το αριστερό χέρι. Έπειτα, ήταν και η μοναξιά. Τί να έκανε μέσα σ’ ένα σπίτι, μόνος του στα τέσσερα ντουβάρια; Μόνο αναμνήσεις είχε από το κάθε τι που μόνιμα αντίκρυζε, και που κάποιες φορές τον έπνιγαν. Τουλάχιστον, στο ίδρυμα αναπήρων βρήκε παρέα, βρήκε ανθρώπους να μπορεί να πει μια κουβέντα. Με κάποιες βοήθειες και από τις θεραπείες αποκατάστασης, ένοιωθε ότι πήγαινε λίγο καλύτερα. Αλλά και το προσωπικό τον αγκάλιασε πραγματικά από την πρώτη στιγμή, όπως και όλους τους τρόφιμους.
     «…Εδώ, τρόφιμοι και προσωπικό είμαστε ένα», του είπε από την πρώτη στιγμή η προϊσταμένη, κατά την υποδοχή. «Ζούμε μαζί σας και ζείτε μαζί μας. Μαζί κάνουμε Πάσχα, μαζί και Χριστούγεννα. Μαζί μας θα είστε στην ονομαστική σας γιορτή κι εμείς μαζί σας γιορτάζουμε τη δική μας. Δεν είμαστε κάποιο νοσοκομείο, που ο ασθενής μένει ένα μικρό χρονικό διάστημα και φεύγει. Εδώ να το θεωρείτε σπίτι σας και όλους εμάς δικούς σας ανθρώπους…».
     Με αυτά τα λόγια τον υποδέχθηκε η προϊσταμένη του ιδρύματος, που μαζί με το χαμόγελό της και την γλυκύτητα του προσώπου της τον ανακούφισαν.
     Δεν πέρασαν πολλές μέρες και μια πολύ ευχάριστη έκπληξη περίμενε πρωί-πρωί την προϊσταμένη: Λίγα μόλις λεπτά από τη στιγμή που μπήκε στο γραφείο της, εμφανίστηκε στην πόρτα ο κυρ-Γιώργης. Παρ’ όλο που ήταν ανοιχτή, την χτύπησε. Στο αριστερό του χέρι, κράταγε μαζί με την πατερίτσα μια πολύ προσεγμένη ξυλοκατασκευή: Ένα εκκλησάκι!
     «Ελάτε! Ελάτε μέσα!», ήταν το «εμπρός» της, και σήκωσε καλά το κεφάλι της από το δελτίο ασθενών που συμπλήρωνε κάθε πρωί. Είχε δει με τη γωνία του ματιού της ότι «κάτι κρατούσε» ο κυρ-Γιώργης, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία.
     «Καλημέρα σας, κυρία προϊσταμένη», ο χαιρετισμός του, που τον συνόδευε ένα πλατύ χαμόγελο. «Ένα μικρό δωράκι για τα παιδάκια σας!... …Είναι και πορτατίφ και φωτίζει με χαμηλό φως, να μην φοβούνται τη νύχτα!…».
     Ένα παρατεταμένο «ααα!» ευχάριστης έκπληξης και θαυμασμού βγήκε από το στόμα της, μόλις σήκωσε το κεφάλι της και κόλλησε το βλέμμα της το εκκλησάκι, στο χέρι του κυρ-Γιώργη. Έμεινε εκεί ακίνητη. Τα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν, ήταν χρόνος σιωπής και αμηχανίας. Η θαυμάσια κατασκευή πραγματικά τη μάγεψε, αλλά ήρθε και σε δύσκολη θέση. Σκέφθηκε, όμως, ότι δεν θα ήταν σωστό να περιφρονήσει τον ασθενή της και ν’ αρνηθεί το δώρο του. Κοίταζε μια το εκκλησάκι, μια τον ίδιον στα μάτια στα μάτια.
     «Δεν έπρεπε, κύριε Γιώργο!... Δεν έπρεπε!... Τί λόγια να βρω να σας πω για να σας ευχαριστήσω; Ήταν ανάγκη να κάνετε τόσο μεγάλο έξοδο για χάρη μου; Και δεν φαίνεται να είναι και φτηνό το δώρο σας…».
     «Δεν “ξοδεύτηκα”, κυρία προϊσταμένη! Μόνος μου τα φτιάνω! Τα υλικά που χρησιμοποιώ είναι σπίρτα, καλαμάκια για σουβλάκια, χαρτί, καλάμια, χρώματα και κόλλα.
     Θαύμασε πολύ περισσότερο τότε η προϊσταμένη. Κοίταζε και το δεξί του χέρι, που οι βλάβες από το εγκεφαλικό ήταν εμφανείς και πραγματικά δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της.
     «Μα… Είστε φαινόμενο, κύριε Γιώργο!...».
     «Τίποτα δεν είμαι! Ράφτης ήταν η δουλειά μου, όμως μου άρεσε πάντα και η χειροτεχνία και τις ελεύθερες ώρες μου έκανα κάποιες ξυλοκατασκευές, που μου έδιναν κι αυτές τη χαρά της δημιουργίας και τις χάριζα σε δικούς μου ανθρώπους. Το εγκεφαλικό και ο θάνατος της αδελφής μου μ’ έφεραν πολύ πίσω και είχα αρχίσει να παραιτούμαι από τη ζωή. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο με δεχθήκατε κι εσείς και όλο το προσωπικό, μου έδωσε δύναμη. Καθημερινά μου δίνετε δύναμη. Σε όλους μας δίνετε δύναμη. Η αγάπη όλων σας, το ενδιαφέρον σας, οι καλοί σας τρόποι, η ευγένειά σας, η προθυμία σας... Πόσες φορές, στ’ αλήθεια, μας προλαβαίνετε τις επιθυμίες μας! Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που βρήκα καταφύγιο στο ίδρυμά σας και σας νοιώθω πολύ δικούς μου ανθρώπους. Με αυτό το μικρό δώρο θέλω να σας δείξω την ευγνωμοσύνη μου και σας παρακαλώ να το δεχθείτε!».
     «Σας ευχαριστούμε! Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε Γιώργο, και για το δώρο σας και για τα λόγια σας που δείχνουν την αγάπη σας και τα πολύ ευγενικά σας αισθήματά! Όμως, θα μου επιτρέψετε να μην το πάρω στο σπίτι μου για τα παιδιά μου. Το θαυμάσιο εκκλησάκι σας, όπως και ο ίδιος λέτε, εκφράζει την αγάπη σας για όλο το προσωπικό. Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, να το κρατήσω στο γραφείο μου με το όνομά σας. Μου δώσατε και μια ιδέα, μάλιστα. Θα ζητήσω και από άλλους ασθενείς να φτιάξουν ό,τι μπορεί ο καθένας και να κάνουμε μια έκθεση!».

     Δεν το χόρταιναν τα μάτια της, με το που το πήρε στα χέρια της η προϊσταμένη. Τι προσεγμένη δουλειά, τι λεπτομέρεια, τι χάρη! Ένα καλώδιο που έβγαινε μπροστά από το ιερό, κατέληγε σ’ ένα  μικρό κόκκινο λαμπάκι στο εσωτερικό του και η άλλη άκρη του έτοιμη να μπει στην πρίζα, για να φωτίζει. Μέχρι και ρολόι στο καμπαναριό, κουδουνάκι για καμπάνα, αψίδες στις πόρτες και έγχρωμες ζελατίνες στα παράθυρα, που έμοιαζαν καταπληκτικά με βιτρό!
     Ο τρίτος αδερφός του κυρ-Γιώργης, ο Αντώνης, είχε ξενιτευτεί πολύ νέος, πριν τον πόλεμο του ’40, στην Αυστραλία. Εκεί παντρεύτηκε, εκεί έκανε την οικογένειά του και από τότε που ξενιτεύτηκε δεν ξαναήρθε στην Ελλάδα. Με τα γράμματα «μίλαγαν» και πολύ σπάνια με το τηλέφωνο από το τηλεφωνείο του χωριού του, γιατί οι μονάδες του μετρητή έτρεχαν «νερό». Ευτυχώς, τα κινητά τηλέφωνα τους έφεραν πολύ πιο κοντά τα τελευταία χρόνια.
     Ήταν λίγες μέρες μετά το Πάσχα εκείνης της χρονιάς και το κινητό τηλέφωνο του κυρ-Γιώργη χτύπησε κάνα δυο φορές λίγο μετά τα μεσάνυχτα, πάνω που είχε κλείσει την τηλεόραση και τον έπαιρνε ο ύπνος. Το σήκωσε με πολύ γρήγορες κινήσεις, για να μην ξυπνήσει και ο διπλανός του, ο κυρ-Θανάσης, που έμεναν στο ίδιο δωμάτιο του ιδρύματος. Στην αρχή μίλαγε ψιθυριστά, μα σε λίγο από τις δυνατές και χαρούμενες φωνές του, τα επιφωνήματα χαράς και τα γέλια του, όχι μόνο ο κυρ-Θανάσης ξύπνησε, αλλά και άλλοι τρόφιμοι από διπλανά δωμάτια.
     «Μου λες αλήθεια;», ρώταγε και ξαναρώταγε στο τηλέφωνο γελώντας, σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά του αυτά που άκουγε. Ο αδερφός του ο Αντώνης από την μακρινή Αυστραλία, δύο χρόνια μικρότερός του, του ανακοίνωνε ότι το καλοκαίρι θα ερχόταν στην Ελλάδα! 
     «Ναι, θάρθω να ιδωθούμε, αδερφέ, τώρα που μπορώ ακόμα. Δεν πρέπει ν’ ανταμώσουμε στον άλλο κόσμο και να μην γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον!…».
     Κλάματα χαράς έπνιξαν τον κυρ-Γιώργη. Θα έσφιγγε στην αγκαλιά του τον αδερφό του το μικρότερο, που μόνο σε φωτογραφίες τον έβλεπε, σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια τώρα! Έκλαιγε, γέλαγε, μονολογούσε! Άρχισε να μετράει τις μέρες που έμεναν για τις αρχές Αυγούστου κι αμέσως μετά υπολόγιζε και τις ώρες που θα ξαναντάμωναν! Ο μόνος που είχε, πλέον, από την οικογένειά τους, ήταν ο Αντώνης, που ζούσε στην άλλη άκρη της γης και θα έσμιγαν πάλι!
     Πρωί πρωί την άλλη μέρα, έστειλε κι αγόρασε γλυκά από το κοντινότερο ζαχαροπλαστείο και κέρασε όλους τους τρόφιμους και όλο το προσωπικό, με πρώτη την προϊσταμένη, που ήταν κι αυτή πρώτη που τον φίλησε από τη χαρά της!
     «Με το καλό να έρθει!». «Να τον καλοδεχτείς!». «Να καλοανταμώσετε!», ήταν οι ευχές όλων.
     Ο καιρός περνούσε αργά γι’ αυτό το αντάμωμα. Πέρασε ο Μάης, πέρασε ο Ιούνιος και είχε μεσάσει και ο Ιούλιος. Ένα κουδούνισμα του τηλεφώνου του κυρ-Γιώργη εκείνο το πρωί τον τάραξε. Στο μηδενικό χρόνο που πέρασε να το σηκώσει, ένοιωσε ένα κακό προαίσθημα και η καρδιά του χτύπησε γρήγορα και δυνατά. Με το «ναι» άκουσε πνιγμένη μια γυναικεία φωνή:
     «Έλα, θείε…» και αμέσως σταμάτησε και ακολούθησαν κλάματα.
     «Ναι…Ναι… Τι έγινε; Ποιος είναι;…».
     Ήταν η Δώρα, η ανιψιά του, η μεγάλη κόρη του αδελφού του από την Αυστραλία, που με την πνιγμένη φωνή από τα κλάματα, του είπε ότι πέθανε αιφνίδια ο πατέρας της.
     Έμεινε μαρμαρωμένος για λίγα δευτερόλεπτα, στην προσπάθειά του να συνειδητοποιήσει αυτά που άκουσαν τ’ αυτιά του. Ένας κόμπος στο λαιμό στάθηκε με το ξαφνικό αυτό νέο, που πιο δυσάρεστο δεν θα μπορούσε ν’ ακούσει. Τα μάτια του έτρεξαν κι ο πόνος τον έκανε να μονολογεί, εκφράζοντας έτσι τα «γλυκά» παράπονά του στον αδερφό του:
     «...Γιατί, Αντώνη μου; Γιατί, λεβέντη μου;… Γιατί τόσο απροειδοποίητα;… Εγώ έπρεπε να φύγω πρώτος, που είμαι και μεγαλύτερος και σακατεμένος… Γιατί μου τόκανες αυτό; Που ’ναι η χαρά που μούταξες;… Εσένα περίμενα να χαρεί η ψυχή μου και όχι τα κακά σου μαντάτα να μου τη μαυρίσουν… Να μου την κάνουν κατράμι... Τί να κρατάω στον κάτω κόσμο για να με γνωρίσεις;… Γιατί πολύ σύντομα θα έρθω να σε συναντήσω, αδερφέ μου;  Γιατί εγώ θα έρθω τώρα, αφού εσύ με γέλασες… Και πώς θα σε γνωρίσω;…», και το βουβό κλάμα του συνεχιζόταν, μέχρι που σε λίγο ξέσπασε δυνατό και με επιφωνήματα απελπισίας.
     Με τη σιωπή τους και το βουβό τους πόνο συμπαραστάθηκαν ασθενείς και προσωπικό στον κυρ-Γιώργη. Τον ένοιωσαν όλοι ως τα κατάβαθα της ψυχής τους, σαν και κάτι πολύ δικό τους. Όσοι προσπάθησαν να βρουν δυο λόγια παρηγοριάς να του πουν, δεν τα κατάφεραν. Η ημέρα εκείνη και κάποιες επόμενες, κύλισαν πάρα πολύ δύσκολα για τη μικρή κοινωνία του ιδρύματος αναπήρων.
     Δεν πέρασαν πολλές μέρες και πολύ αθόρυβα και διακριτικά η προϊσταμένη είχε ετοιμάσει ένα πραγματικό μουσείο με έργα και κατασκευές των περιθαλπομένων. Ήθελε όσο μπορούσε νωρίτερα να δώσει λίγη χαρά σε όλους, πρωτίστως, όμως, να κάνει μια ευχάριστη έκπληξη στον κυρ-Γιώργη.
      Την ημέρα των εγκαινίων κάλεσε εκείνον να κόψει την κόκκινη κορδέλα και να μπει πρώτος μέσα. Το πρώτο έκθεμα που αντίκρισε ήταν το δικό του εκκλησάκι, με τ’ όνομά του, ενώ στον απέναντι τοίχο μια πινακίδα έγραφε με κεφαλαία χρυσά καλλιτεχνικά γράμματα:
ΕΚΘΕΣΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
“ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΑΦΤΗΣ”
     Ήταν το πρώτο χαμόγελο στα χείλη του κυρ-Γιώργη, μετά την χαμένη χαρά του.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 30.10.2023
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)