Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

Το σαπούνι στη λαογραφία*

     Αν και τις τελευταίες δεκαετίες το σαπούνι σε υγρή μορφή γίνεται όλο πιο εύχρηστο και τα επίσης σε υγρή μορφή και σε σκόνη διαφόρων χρήσεων απορρυπαντικά κερδίζουν συνεχώς το αγοραστικό κοινό, το στερεάς μορφής σαπούνι δεν έχει χάσει την αξία του.
     Ιστορικές πηγές μας πληροφορούν ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε κάποιο είδος σαπουνιού για την καθαριότητά του πολλούς αιώνες προ Χριστού. Συν τω χρόνω και με την πρόοδο της τεχνολογίας, αναμφισβήτητα του η ποιότητά του βελτιώθηκε, μέχρι που στις μέρες μας τα πολύχρωμα μοσχοσάπουνα έγιναν προϊόντα του σύγχρονου πολιτισμένου ανθρώπου. Πιθανότατα η Ελληνική ονομασία του (στην καθαρεύουσα ο σάπων-του σάπωνος), προέρχεται από τη λατινική λέξη sapo, που σημαίνει σαπούνι.
     Το γνωστό πράσινο σαπούνι, κύριο συστατικό του οποίου είναι το ελαιόλαδο, μεσουράνησε για πολλές δεκαετίες στην ατομική καθαριότητα, την υγιεινή και την καθαριότητα του ιματισμού. Παρ’ όλο που η αξία του ήταν σχετικά ευτελής, οι οικονομικές δυσχέρειες των νοικοκυριών μέχρι πριν λίγα χρόνια αναζητούσαν εναλλακτικές λύσεις για την εξασφάλισή του, προκειμένου να επωφεληθούν περισσότερο. Έτσι, χρυσοχέρες νοικοκυρές μάθαιναν την τέχνη παρασκευής του από τις μεγαλύτερες και συνεχίστηκε έτσι η παράδοση από «μάνα σε κόρη».
    Η γνώση ήταν «κλειστή», δηλαδή δεν διδασκόταν από τους γνώστες (ιδίως γυναίκες) σε οποιονδήποτε, κυρίως για δύο λόγους: Ο πρώτος, για να μείνει η τέχνη στους στενής συγγένειας απογόνους και ο δεύτερος, επειδή η νοικοκυρά, αλλά και η ίδια η διαδικασία παρασκευής ματιάζονται εύκολα! Γι’ αυτό επέλεγαν απόμερα και καλυμμένα σημεία του σπιτιού, μακριά από περαστικούς και περίεργα μάτια! Ακόμα και η ίδια η νοικοκυρά το «φτύνει» συχνά κατά τη διαδικασία παρασκευής να μη ματιαστεί(!), γιατί θα «κόψει» και θα είναι άχρηστο.
     Στην «κλειστή» γνώση, όμως, συνέβαλε κι ένα ακόμα πρακτικό εμπόδιο: Ειδικά στις ορεινές περιοχές δεν ευδοκιμεί η ελιά και η ελαιοπαραγωγή είναι ανύπαρκτη ή περιορισμένη. Έτσι, οι «μαστόρισσες» στρέφονταν στην αναζήτηση ζωικού λίπους. Αλλά και πάλι, το ζωικό λίπος ήταν πολύτιμο, γιατί το χρησιμοποιούσαν είτε στα φαγητά, λόγω έλλειψης ελαιόλαδου, είτε το είχαν για διάφορες άλλες χρήσεις, π.χ. το γυάλισμα και την «στεγανοποίηση» των υποδημάτων. Το λίπος, εκτός ότι δίνει γυαλάδα στο παπούτσι, και ειδικά το δερμάτινο, δεν ευνοεί την απορρόφηση της υγρασίας από το έδαφος, ειδικά τους χειμερινούς μήνες. Οι «μαστόρισσες» νοικοκυρές είχαν πάντα τον τρόπο να συγκεντρώνουν ικανοποιητικές ποσότητες λίπους, ιδίως την εποχή που έσφαζαν τα γουρούνια (π.χ. την Τσικνοπέμπτη). Από το χοιρινό λίπος έχει επικρατήσει η ονομασία του ως «γουρνοσάπουνο», που ο όρος είναι μάλλον περιφρονητικός και δηλώνει κατώτερης ή κακής ποιότητος προϊόν.
 
Τρόπος παρασκευής οικιακού σαπουνιού
 
     Αν και η «συνταγή» περιγράφεται με «γενικότητες», αφού πολύ λίγες ήταν οι φορές που στα παιδικά μου χρόνια η μητέρα μου έφτιαξε σαπούνι (θυμάμαι μόνο δύο κι αυτές σε ηλικία δημοτικού), εν τούτοις πιστεύω ότι πρέπει να καταγραφεί για λόγους λαογραφικούς.
     Το σαπούνι είναι προϊόν χημικής ενώσεως. Κύρια στοιχεία/συστατικά της είναι το λίπος, ως προαναφέρθηκε, η στάχτη (που περιέχει ανθρακικό κάλιο), το νερό (στάχτη και νερό = αλισίβα**) και η καυστική ποτάσα (υδροξείδιο του καλίου) ή καυστική σόδα (καυστικό νάτριο), των οποίων η προμήθεια από το εμπόριο είναι εύκολη και οικονομική. Ίσως πριν την εφεύρεση της ποτάσας, η παρασκευή του προϊόντος να γινόταν μόνο με αλισίβα και λίπος, ενδεχομένως και αλάτι.
     Πρώτη δουλειά είναι να τεμαχιστούν τα μεγάλα κομμάτια λίπους σε μικρά έως πολύ μικρά. Μετά βράζονται σε μεγάλα σκεύη (συνήθως κακάβια) σε σιγανή φωτιά και για πολλή ώρα, έτσι που όλο το υλικό να ομογενοποιηθεί. Μέσα στο λίπος αυτό ρίχνουν κι άλλα άχρηστα λάδια και λίπη (π.χ. τηγανόλαδα, κατακάθια λαδιού-τη γνωστή μας μούργα). Κατόπιν το στραγγίζουν/το «σουρώνουν», για ν’ απομακρυνθεί ό,τι άχρηστο υπάρχει, όπως σκουπίδια, ίνες κρέατος, κλπ. Παράλληλα με το βράσιμο του λίπους, το οποίο θέλει συχνό ανακάτεμα, σε άλλο σκεύος βράζουν νερό, μέσα στο οποίο διαλύεται η ποτάσα. Η αλισίβα είναι ήδη φτιαγμένη νωρίτερα.
     Αφού το λίπος με τα προστιθέμενα λάδια έχει στραγγιστεί, μπαίνει πάλι στη φωτιά και ο βρασμός συνεχίζεται. Τότε ρίχνουν λίγη-λίγη μέσα καυτή τη διαλυμένη ποτάσα και την αλισίβα και συνεχώς ανακατεύουν με μεγάλη ξύλινη κουτάλα. Συνήθως οι δοσολογίες δεν είναι απόλυτα συγκεκριμένες, αλλά περισσότερο η επιτυχία στηρίζεται στο εμπειρικό μάτι της νοικοκυράς. Το ανακάτεμα πρέπει να εντείνεται παρ’ όλη τη δυσκολία, γιατί σε λίγο το μείγμα γίνεται παχύρευστο. Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή: το παχύρευστο υλικό εκτοξεύεται με ορμή σε μικρές σταγόνες με το βρασμό (πιτσιλάει) κι αλίμονο αν πέσει επάνω στο δέρμα. Πέρα από το έγκαυμα που θα προκαλέσει η θερμοκρασία του, ακόμα πιο επικίνδυνο και δυσεπούλωτο έγκαυμα προκαλεί η ποτάσα, που έτσι κι αλλιώς είναι από μόνη της επικίνδυνη. Η χρήση ελαστικών γαντιών κουζίνας, ακόμα και δερμάτινων, μπορεί να μην είναι ασφαλής, αφού κι αυτά τα τρυπάει. Οι παρασκευαστές του πρέπει οπωσδήποτε να παίρνουν μέτρα και από τις αναθυμιάσεις της ποτάσας.
     Όταν το μείγμα γίνει αρκετά παχύρευστο, το αδειάζουν σε καλούπια ή σ' ένα μεγάλο αυτοσχέδιο καλούπι από σανίδες περιμετρικά. Προτού κρυώσει πολύ και «σφίξει» το κόβουν σε πλάκες με το μαχαίρι. Ως βάση στα μεγάλα αυτοσχέδια καλούπια, συνήθως βάζουν εφημερίδες, οι οποίες είτε ξεκολλάνε εύκολα όταν το υλικό κρυώσει, είτε φεύγουν με το που θα έλθουν σε επαφή με το νερό. Το σαπούνι είναι έτοιμο και απομένει σε λίγο η αποθήκευσή του και η χρήση του.
     Αν χρησιμοποιηθεί μόνο άσπρο ζωικό λίπος για την παρασκευή του, το χρώμα του θα είναι κι αυτό άσπρο ή ελαφρώς κίτρινο. Αν είναι από καμένα λίπη και λάδια, θα έχει χρώμα κίτρινο ή βαθύ κίτρινο («κροκί»).
     Μετά τη διαδικασία, πρέπει απαραίτητα να επικασσιτερωθούν (γανωθούν) τα σκεύη, ιδίως τα χάλκινα, γιατί η ποτάσα καταστρέφει το προηγούμενο γάνωμα.
 
Χρήσεις και άλλα λαογραφικά του σαπουνιού

     Πέρα από μέσο καθαριότητος, χρησιμοποιείται και για ιατρικούς λόγους. Π.χ., πριν τα έτοιμα φαρμακευτικά σκευάσματα κυκλοφορήσουν ευρέως (γλυκερίνης κλπ), η σαπουνάδα ήταν (και εν πολλοίς εξακολουθεί να είναι) το «φάρμακο» πρώτης επιλογής του υποκλυσμού. Η χρήση του στην «πρακτική ιατρική» είναι εξ ίσου σημαντική, π.χ. σε διάφορα ξόρκια. Έχω δει «ειδικούς» να σταυρώνουν ματιασμένο με σαπούνι κι άλλα αντικείμενα (συνολικά τρία), όπως τσατσάρα και ψαλίδι, λέγοντας παράλληλα τα «ειδικά λόγια».
     Για ορισμένους το σαπούνι είναι απαραίτητο και ως μέσο περιορισμού του απλού οιδήματος (καρούμπαλου), που προέρχεται από χτύπημα και ρήξη αιμοφόρων αγγείων του δέρματος και ιδίως της κεφαλής: Με συνεχή πίεση στο σημείο, περιορίζει την τοπική εσωτερική ή και εξωτερική αιμορραγία.
    Ειδικά μετά το λούσιμο του κεφαλιού με χειροποίητο ή με πράσινο σαπούνι, έβαζαν/«πέρναγαν» στα μαλλιά τους με λίγο ξύδι. Αν και δεν είχαν χημικές γνώσεις οι άνθρωποι, είχαν παρατηρήσει ότι το ξύδι φρόντιζε το τριχωτό της κεφαλής. Τούτο εύκολα εξηγείται, αφού εξισορροπεί το αλκαλικό ph του σαπουνιού. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπιζαν και την προκαλούμενη ξηροδερμία.  
     Χρησιμοποιείται ακόμα και ως "γιατρικό", στο "λύσιμο του αφαλού". Δείτε/διαβάστε περισσότερα για το θέμα σε άρθρο μου στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, ΕΔΩ
     Δεν θα μπορούσε να μείνει «μακριά» από το είδος αυτό πρώτης ανάγκης για τον άνθρωπο και η λαϊκή σοφία. Αρκετές οι γνωστές παροιμίες για το σαπούνι, όπως:
-  Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς.
-  Σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι.
-  Τον αράπη σαπουνίζεις, το σαπούνι χαραμίζεις.
     Από τις πλέον γνωστές προλήψεις, είναι κι αυτή που δεν επιτρέπεται να δώσει ο ένας στον άλλον σαπούνι «χέρι με χέρι», γιατί θα... μαλώσουν! 
     Δεν θα ξεχάσω και μια «ιστορία» που ακούγαμε κάποιες φορές από τους παππούδες μας: Κάποιος πήγε στην αγορά και μεταξύ άλλων πήρε και τυρί. Δεν ήξερε όμως και αντί για το τυρί πήρε σαπούνι κι έβαλε στο ταγάρι του. Όταν ήλθε η ώρα να το φάει στο σπίτι του, είδε ότι άφριζε στο στόμα του! Τότε είπε: «Αφρίζεις - ξαφρίζεις, εγώ θα σε φάω γιατί σ’ έχω πληρωμένο»!
     «Σαπούνι» αποκαλούμε προσβλητικά και τον παχύσαρκο άνθρωπο ή ζώο. «Αυτός είναι σαπούνι», λέμε, που σημαίνει ότι το λίπος του μπορεί να βγάλει πολύ!
============================

* Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη φίλη κ. Μάχη Κιούση, που μου έδωσε αφορμή για τη συγκεκριμένη καταγραφή και την ευχαριστώ πολύ.
** Δείτε περισσότερα για την αλισίβα ΕΔΩ. Πιθανότατα η αλισίβα για την παρασκευή σαπουνιού, είναι μεγαλύτερης περιεκτικότητας σε στάχτη από αυτή για την καθαριότητα.
 
Πηγές:
-  Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
-  Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 28.1.2021

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Η σπάλα του αρνιού στη λαογραφία

Σπάλα αρνιού

    
Σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες, η σπάλα του αρνιού και ίσως περισσότερο η σπάλα του Πασχαλινού αρνιού, είναι για τους οιωνοσκόπους ένα «καλό χαρτί», αφού, όπως ισχυρίζονται, μπορούν να «διαβάσουν» σ’ αυτή διάφορα μελλούμενα. Συνήθως οι οιωνοσκόποι και ειδικά οι «δοκησίσοφοι» οιωνοσκόποι, απαντούν με διφορούμενες έννοιες στους ενδιαφερόμενους, κάτι δηλαδή, σαν «τα ξύλινα τείχη» ή το «ήξεις, αφίξεις ουκ, εν πολέμω θνήξεις»!
     «Ωμοπλατοσκοπία» είναι η επίσημη ονομασία της «τέχνης» και με το θέμα έχουν ασχοληθεί μεγάλοι της λαογραφίας μας, όπως ο Νικόλαος Πολίτης και ο Γεώργιος Μέγας, καθώς και πολύ νωρίτερα ο Βυζαντινός λόγιος Μιχαήλ Ψελλός. Πιθανότατα η ωμοπλατοσκοπία έχει τις ρίζες στους αρχαίους χρόνους, που εξέταζαν τα σπλάχνα των σφαγίων, προκειμένου να προβλέψουν τους οιωνούς και το μέλλον, κυρίως δε την έκβαση των πολέμων.
     Λέγεται ότι μεγάλες μορφές της επανάστασης του 1821, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η Μαντώ Μαυρογένους, συμβουλεύονταν τη σπάλα του αρνιού. Λέγεται, επίσης, ότι το τέλος του Μάρκου Μπότσαρη (1823), είχε προβλέψει μια γυναίκα στο Καρπενήσι, «διαβάζοντας» τη σπάλα του πασχαλινού αρνιού. Κάτι ανάλογο φημολογείται και για το θάνατο του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι.
     Οι «ειδικοί» μπορούν να προβλέψουν την πορεία της οικονομίας του σπιτιού στο οποίο ανήκει (ανήκε) το αρνί ή το κατσίκι, την υγεία του νοικοκύρη, της νοικοκυράς και όλων των μελών της οικογένειας και ίσως πολλά ακόμα. Πιθανά κοιλώματα στη σπάλα (δεξιά ή αριστερή δεν έχει διαφορά), ίσως και να προμηνύουν κάτι κακό ή και θάνατο. Η «καθαρή» σπάλα μπορεί να προμηνύει επιστροφή ξενιτεμένου, ευτυχία, χαρές, γάμο, εγκυμοσύνη, πλούτο-καλή σοδειά κι ευημερία. Αν υπάρχουν σκιές σε συγκεκριμένα σημεία του οστού, προμηνύονται στενοχώριες, φτώχεια, ασθένειες και άλλα δυσάρεστα. Πιθανές κόκκινες γραμμές μπορεί να σημαίνουν εχθρούς που καραδοκούν, γλωσσοφαγιά ή και αιματοχυσία.  
     Ανάλογη αξία στη μαντική έχει και το στηθάμι (το στήθος) της κότας, που το κοίλο μέρος του έχει ανατομικές ομοιότητες με τη σπάλα του αρνιού. Είναι η λεγόμενη «ορνιθοστηθομαντία» και το στηθάμι δεν πρέπει να είναι από νεαρή κότα (πουλακίδα), αλλά από «γριά» που δεν έχει χόνδρο. Επίσης, για το μαγείρεμα δεν πρέπει να κοπεί το οστό του στήθους, για να είναι ολόκληρο και να μπορεί να «διαβαστεί».

Στήθος (στηθάμι) κότας


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 24.1.2021
            https://nikolpapak.blogspot.com/2021/08/blog-post_29.html
 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

Πέταλο: Χρήσεις και προλήψεις


     Το πέταλο, προστατευτικό της οπλής των ζώων, το οποίο τοποθετεί έμπειρος τεχνίτης, ο πεταλωτής (δείτε/διαβάστε σχετικό άρθρο μου στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, ΕΔΩ), σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες θεωρείται ότι φέρνει γούρι και καλοτυχία, ή ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως φυλαχτό. Οι δοξασίες αυτές «επέκτειναν» τη χρήση του και πέρα από τα πέλματα των ζώων. Ας δούμε, λοιπόν, ορισμένες από αυτές τις επιπλέον «χρήσεις» του:
-  Χρησιμοποιείται στα ημερολόγια ως εικόνα ή στήριγμα, για 
«καλή χρονιά».
-  Φοριέται στο λαιμό ως πολύτιμο μενταγιόν, κυρίως χρυσό.
-  Κρεμιέται στους εσωτερικούς καθρέφτες των αυτοκινήτων.
-  Τοποθετείται σε κρίκο συγκράτησης κλειδιών (το γνωστό μας «μπρελόκ»).
-  Κρεμιέται στις εισόδους σπιτιών, αγροικιών, στάβλων και άλλων ακινήτων ή τοποθετείται κάτω από το χαλάκι εισόδου του σπιτιού.  
-  Τοποθετείται, επίσης, στα θεμέλια των σπιτιών, πριν ακόμα αρχίσει το χτίσιμο, ή εντοιχίζεται σε κάποιο σημείο.
-  Είναι από τα συνηθισμένα φυλαχτά της εγκύου, της λεχώνας και του νεογέννητου (στο κρεβάτι του).
-  Προστατεύει από τα κακά πνεύματα.
-  Θεωρείται ότι φέρνει γούρι, ευημερία και οικονομικές επιτυχίες.
-  Το ζευγάρι που θα γυρίσει από την εκκλησία μετά το γάμο, και κυρίως η νύφη, περνάει πάνω από ένα πέταλο που έχει τοποθετηθεί στο κατώφλι του σπιτιού, για να είναι 
«σιδερένια».
-  Χρησιμοποιείται από ορισμένους «ειδικούς» και ως «όργανο» για το ξεμάτιασμα.
-  Είναι από τα πλέον διαδεδομένα «γούρια» για την πρωτοχρονιά.
-  Ιδιαίτερα τυχερό θεωρείται το πέταλο που θα βρει κάποιος στο δρόμο (που προφανώς έχει φύγει από πέλμα αλόγου)
-  Θεωρείται ότι όταν μπουμπουνίζει δυνατά, «κόβουνε» τα αυγά που κλωσά(ζ)ει η κλώσα, ή ψοφάνε τα πουλάκια που είναι ακόμα μέσα στα αυγά. Από τον κίνδυνο αυτό τα προστατεύει το πέταλο, το οποίο τοποθετείται μαζί με αυτά, με κατάλληλη προστασία, όμως, να μη σπάσουν.  
     Μεταλλικά προστατευτικά σε σχήμα περίπου πετάλου, τέλος, έβαζαν στο παρελθόν και στις σόλες των παπουτσιών για ενίσχυση, κυρίως των ανδρικών, εμπρός και πίσω.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.1.2021

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

Tο αμάρτημα των Εστιάδων και η σύγχρονη «αραθυμιά»

 

Εικόνα: από Βικιπαίδεια

     Οι Εστιάδες ήταν κόρες παρθένες στην Αρχαία Ρώμη, ιέρειες της θεάς της οικογένειας, της Εστίας. Σαν καθήκον είχαν τη συντήρηση της ιερής φλόγας στο βωμό της θεάς. Επιπρόσθετα, κατά καιρούς τούς είχαν ανατεθεί κι άλλα ιερά καθήκοντα, όπως, π.χ. η φύλαξη διαθηκών σημαντικών ανθρώπων (Ιουλίου Καίσαρα, Μάρκου Αντώνιου, κλπ). Αν έμεναν χαλαρές στα καθήκοντά τους και η φλόγα έσβηνε, αυτό θα ήταν πολύ μεγάλο κακό, γιατί η θεά θα απέσυρε την προστασία της από την πόλη.
     Περί το 1910 ο λογοτέχνης και ιδρυτής του αρχαιότερου πνευματικού Σωματείου, της «ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ», ο Ιωάννης Γρυπάρης, δημοσιεύει το ποίημα του «Εστιάδες», στο οποίο η υπόθεση είναι το θέμα της σβέσης της ιερής φλόγας, εξ αιτίας της «ανεμελιάς» των υπευθύνων ιερειών: Νύχτα. Ολόκληρη η πολιτεία κοιμάται και οι Εστιάδες ασκούσαν χαλαρά τα καθήκοντά τους. Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι ακούγεται μια σπαρακτική φωνή: «Έσβησε η άσβεστη φωτιά»!
     Αλαφιασμένοι οι κάτοικοι της πόλης ξυπνάνε και τρέχουνε τρομοκρατημένοι στο βωμό της Εστίας. Εκεί βρίσκουν τις ιέρειες να τραβούν τα μαλλιά τους συντετριμμένες και να ικετεύουν γονατιστές να γίνει θαύμα και να πέσει φωτιά από τον ουρανό για να ξανανάψει ο βωμός, πριν ξημερώσει. Μα κι αν δεν πέσει φωτιά από τον ουρανό να ξανανάψει η φλόγα, παρακαλούσαν να πέσει επάνω τους, σαν τιμωρία για το παράπτωμά τους!
     Το θαύμα, όμως. δεν έγινε!...
     …Μόνο που στη σύγχρονη Ελλάδα και στην πραγματικότητα, δεν πιστεύει κανείς πως θα ζητήσουμε της αυτοτιμωρία μας για τη δική του «άβουλη ανεμελιά κι αραθυμιά» ο καθένας  μας! Συνήθως η τιμωρία-αυτοτιμωρία έρχεται ως φυσική συνέπεια των αμελειών μας και κάποιες φορές αυτή είναι αδυσώπητη. 
     Ας δούμε τέσσερις από τις στροφές του ποιήματος του Ιωάννη Γρυπάρη «Εστιάδες»:

Το κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά, σαν της δικής μας νιότης!
Μα η Άγια Φωτιά, μια πόσβησε, δεν την ανάβει πια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.
 
Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία. Εκτός
αν, πριν, ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.
 
Κι αν είν' και πέσει απάνω τους, ας πέσει! όπως ζητά
το δίκιο κι οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε.
 
Τάχα το θάμα κι έγινε; Πες μου το να σ' το πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβησεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζει και ζένεται, με το σκοπό της!
 

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 12.1.2021


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Οι Άγγελοι των Χριστουγέννων», του Βασίλη Γιάννη

 

      Ένα ακόμα βιβλίο, «αδελφό» με το προηγούμενο που ευγενικά μου προσέφερε ο συγγραφέας Βασίλης Γιάννης στολίζει τη βιβλιοθήκη μου και γεμίζει την ψυχή μου, χαρισμένο κι αυτό από τον ίδιο. Περιέχει εφτά (7) διηγήματα/μυθιστορήματα, είναι 176 σελίδων και έχει «παραμυθένια» εικόνα εξωφύλλου που επιμελήθηκε ο Πέτρος Παπαδόπουλος και εκδόθηκε από την «Α.P. PUBLICATIONS».
     Έχοντας διαβάσει και το «αδελφό» βιβλίο του συγγραφέα, (δείτε εδώ https://nikolpapak.blogspot.com/2020/12/blog-post_13.html ), δεν είχα κανέναν απολύτως ενδοιασμό για την ποιότητά του και το επίπεδό του. Με περισσότερη εμπειρία, γνώση και δεξιοτεχνία τώρα η πένα του, «Οι Άγγελοι των Χριστουγέννων» εδραιώνουν στην εκτίμηση του αναγνώστη στον πνευματικό δημιουργό Βασίλη Γιάννη.
     Από θρησκευτικής πλευράς, ο βαθιά θρησκευόμενος συγγραφέας, δεν θεωρεί ούτε παρουσιάζει «τυχαίες συμπτώσεις» Θείες παρεμβάσεις στους ανθρώπους. Με το πνευματικό του έργο κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί, να προβληματιστεί, ν’ αναζητήσει και να έλθει πιο κοντά στο «ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν. Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται» (Ματθαίου Ζ΄, 7-8).
     Από λογοτεχνικής πλευράς, εικόνες και παραστάσεις ζωντανεύουν με περισσή γλαφυρότητα κα περιγραφικότητα μέσα στις σελίδες του και παρασύρουν αριστοτεχνικά τον αναγνώστη σε κόσμους πραγματικούς και φανταστικούς, μη αφήνοντάς τον να κλείσει το βιβλίο, μέχρι να φράσει στην τελευταία σελίδα!
     Αγαπητέ, Βασίλη, σ’ ευχαριστώ και γι’ αυτό το πολύτιμο δώρο σου! Εύχομαι το 2021 να είναι δημιουργικό και πνευματικά ανθισμένο! Περιμένουμε και το επόμενο πνευματικό σου «παιδί», που, αναμφισβήτητα, θα είναι πιο «όμορφο»!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 9.1.2021

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Κορώνες», ποιητική συλλογή της Κωνσταντίνας Πετροπούλου

 

     Ως τυχερός ακροατής της εκπομπής «ΓΕΦΥΡΕΣ» της Νόπης Γραικούση, στο ραδιοφωνικό σταθμό «Σύζευξη» (https://www.syzefxi.gr/listen-live-chat/), της Τετάρτης 2 Δεκεμβρίου 2020, κέρδισα ένα αντίτυπο του βιβλίου «Κορώνες» της φιλοξενούμενης (στην εκπομπή), εκπαιδευτικού και ποιήτριας Κωνσταντίνας Πετροπούλου, από τις Πατρινές Εκδόσεις «ΤΟ ΔΟΝΤΙ». Η ιδιόχειρη αφιέρωση της πνευματικής δημιουργού, με την οποία μαζί με τις ευχές της καταθέτει και το σεβασμό της στο άτομό μου, ήταν η επόμενη πολύ ευχάριστη έκπληξη και την ευχαριστώ διπλά και θερμά!  
     Τριάντα έξι τα ποιήματα της συλλογής της, διέκρινα στα περισσότερα μια μελαγχολία ή και θλίψη. Δύο «συνηθισμένα» συναισθήματα για την εποχή μας, που πασχίζει να κυριαρχήσει το «φαίνεσθαι» και όχι το «είναι». Συναισθήματα, που πολλές φορές σε οδηγούν σε περισυλλογή και αναζήτηση και η αναζήτηση στο διέξοδο. Με αυτόν τον αριστοτεχνικό τρόπο η ποιήτρια σκέπτεται, εκφράζεται, επικοινωνεί και στέλνει ηχηρά μηνύματα μέσα από το στίχο της. Ενδεικτικά σημειώνω: «Οχήματα με προορισμό την Εκκλησία μα όχι τον θεό» (ποίημα «ΝΕΚΡΟΦΟΡΕΣ», ΣΕΛ. 18). «Στο τέλος ο αγώνας κερδίζεται» (ποίημα «ΔΙΑΔΗΜΑ», σελ. 32). Κι όταν οι νέοι άνθρωποι έχουν να στείλουν τέτοια ηχηρά μηνύματα, αυτό είναι «είς οιωνός άριστος».

  Συγχαίρω θερμά την ποιήτρια Κωνσταντίνα Πετροπούλου και εύχομαι πάντα οι πνευματικές της δημιουργίες να επιβραβεύονται με χρυσές «κορώνες»!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 9.1.2021

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς (διήγημα)

     Παραμονή πρωτοχρονιάς. Θα είχε βγει και τέσσερις πέντε οργιές ο ήλιος, αν δεν έβρεχε. Μέρες έχει τώρα να κρατήσει, πριν από τα Χριστούγεννα και χωρίς σταματημό. Ψηλά στα βουνά χιονίζει και το κρύο το καταλαβαίνεις καλά. Μόλις είχε μπει στο σπίτι της η γιαγιά Αντιγόνη, μετά τις πρωινές της δουλειές. Της είχε σπάσει και την ομπρέλα ο αέρας και είχε βραχεί κάμποσο. Πριν καλά-καλά προλάβει ν’ ανάψει τη φωτιά, χτύπησε το τηλέφωνο.
-  Εμπρός!...
-  Έλα μάνα, καλημέρα! Χρόνια πολλά και καλή αυριανή!
-  Καλημέρα Λουκία μου! Χρόνια πολλά! Τί κάνετε; Ο Περικλής; Το παιδί; Καλά;
-  Καλά είμαστε, μάνα, καλά είμαστε. Εσύ τί κάνεις; Είχα ξαναπάρει νωρίτερα και δεν το σήκωσες. Δεν δούλευε το τηλέφωνο, ή είχες πάει κάπου;
-  Χαλάει συνέχεια κι αυτό, παιδάκι μου. Άμα έχει κακοκαιρία κόβεται το ρημάδι!... Πήγα πρωί-πρωί κι άναψα το καντήλι του πατέρα σου. Θα γιόρταζε αύριο, αλλά πήγα σήμερα, γιατί άκουσα ότι θ’ αγριέψει πολύ ο καιρός και δεν ξέρω αν θα μπορώ να πάω αύριο...
-  Βρέχει ακόμα, μάνα;
-  Βρέχει, παιδάκι μου, βρέχει! Δεν έχει σταματημό.
-  Και πού πήγες, ρε μάνα, βρέχοντας; (Με έντονο ύφος).
-  Τί να έκανα, παιδάκι μου; Έπρεπε να πάω. Με σβηστό το καντήλι θα κάνει πρωτοχρονιά;
-  Πρόσεχε ρε, μάνα, πρόσεχε! Δεν μας έχουνε βρει και λίγα τελευταία… Μην αρρωστήσεις κι έχουμε κι άλλα… Και δεν μπορούμε να ’ρθούμε κι εύκολα, τώρα με την πανδημία, κάπου τριακόσια χιλιόμετρα δρόμο. Τί άλλες δουλειές έκανες βρέχοντας;
-  Ότι κάνω κάθε μέρα, Λουκία μου. Τάισα τις κότες, τάχα μου τις σκούπισα κιόλας κι έφερα και λίγα ξύλα από το κατώι. Τίναξα και κάτι ρούχα… Τί άλλο να έκανα;
-  Για πάρε εδώ την εγγονούλα σου, που κάτι θέλει να σου πει!
-  Φέρ’ τη μου!
     Η Λουκία έβαλε σε ανοιχτή ακρόαση το τηλέφωνο, κράταγε η ίδια το ακουστικό όπως είχε συμβουλέψει την εξάχρονη Αντιγόνη, και η φωνή της εγγονής μαζί με τον ήχο από το τριγωνάκι που χτύπαγε, έφταναν με ενθουσιασμό στο αυτί της γιαγιάς:
-  Γειά σου γιαγιά! Χρόνια πολλά! Να σου πω τα κάλαντα;
-  Καλώς το κορίτσι μου! Καλώς την Αντιγόνη μου! Να μου τα πεις, καμάρι μου! Και βέβαια να μου τα πεις!... 
- «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
ψηλή μου δεντρολιβανιά…
-   Και του χρόνου, γιαγιά»!
     Τα λίγα λεπτά που η εγγονή έλεγε τα κάλαντα, γιαγιά προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της!
-  Και του χρόνου, καμάρι μου! Και του χρόνου! Να είσαι καλά! Δεν ήρθανε φέτος παιδάκια να μου πούνε τα κάλαντα και ό,τι λεφτά είχα να τους δώσω, θα σου τα δώσω όλα εσένα, όταν έρθετε!
     Το πρόσωπο της μικρής έλαμψε περισσότερο τώρα.
-  Γιαγιά, το βράδυ θα ’ρθει ο αϊ-Βασίλης και θα μου φέρει το δώρο μου!
-  Μπράβο, αγάπη μου! Μπράβο! Καλή χρονιά!
     Μα το χαμόγελο της μικρής Αντιγόνης κόπηκε απότομα. Κοίταξε στα μάτια τη μάνα της με απορία και της λέει:
-  Μαμά, κάπως ακούγεται η γιαγιά!... Σαν να κλαίει!...
  Αμέσως η Λουκία, που άκουσε κι αυτή τη φωνή της μάνας της να πάλλεται, διέκοψε την ανοιχτή συνομιλία και έβαλε το ακουστικό στο αυτί της.
-  Έλα, μάνα! Τί έπαθες; Κλαις;
     Μεσολάβησαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής…
-  Εμ!... Συγκινήθηκα, παιδάκι μου, ακούγοντας το παιδί! Δεν πέρασαν παιδιά για τα κάλαντα ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε τώρα. Σήμερα, με τα κάλαντα της Αντιγόνης από το τηλέφωνο καταλαβαίνω κι εγώ ότι έχουμε γιορτές! Σάμπως είχαμε κι εκκλησία; Αλειτούργητοι θα μείνουμε φέτος όλο το δωδεκάημερο… Να λέμε μοναχά να περάσει τούτο το κακό, να σμίξουμε και να κάνουμε μαζί Πάσχα!
     Η Λουκία έσφιξε τα χείλη και κούνησε διακριτικά το κεφάλι της, να μην τη δει η κόρη της. Η μοναξιά της μάνας της στη χωριό πάντα την απασχολούσε, μα μετά το θάνατο του πατέρα της, που δεν είχε χρονίσει, κι ακόμα περισσότερο τώρα με την πανδημία, πολύ την προβλημάτιζε. Κατάπιε με δυσκολία έναν κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό της και γύρισε προς άλλη κατεύθυνση να κρύψει το δικό της δάκρυ από τη κόρη της.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.1.2021