Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

Να φτιάξ'ς τ'γανίτ'ς, γ'ναίκα! Ήρθαν τα παιδιά! (αφήγηση της Ηπειρώτισσας γιαγιάς Λαμπρινής)


     «Για δυο κολλυβογράμματα», θα μπορούσε να ήταν ένας δεύτερος τίτλος της αφήγησης της ογδονταεφτάχρονης σήμερα γιαγιάς Λαμπρινής, από την Φανερωμένη Άρτας, για τον αγώνα της για το πήγαιν’ έλα στο δημοτικό σχολείο. Όλες οι μεγαλύτερες γενιές «γεύτηκαν» παρόμοιες καταστάσεις, όμως η λαχτάρα της για της τηγανίτες και, οπωσδήποτε, για την αγκαλιά και τα χάδια της μητέρας της, τουλάχιστον συγκινεί.
     Η γιαγιά Λαμπρινή έχει το χάρισμα να σε καθηλώνει με τις γλαφυρές αφηγήσεις της. Έτσι εκείνο το βράδυ που βρεθήκαμε μαζί της, ξεδίπλωσε τη μικρή αυτή ιστορία της, που ίσως να φαντάζει σαν παραμύθι, όμως είναι πέρα για πέρα πραγματικότητα και, φυσικά, μένει ανεξίτηλη στο μυαλό της κι ας έχουν περάσει ογδόντα χρόνια από τότε.
     Μια τέτοια ευκαιρία δεν την αφήνεις «να πέσει κάτω» και με το που άρχισε να μας την διηγείται, άνοιξα την ηχογράφηση του κινητού μου, να μην πάει χαμένη ούτε η παραμικρή λεπτομέρεια.
     Ενημερωτικά να σημειώσω ότι η γιαγιά Λαμπρινή προέρχεται από ένα πολύ ορεινό κτηνοτροφικό χωριό της Άρτας, τη Φανερωμένη, που δεν είχε δημοτικό σχολείο. Τα κοντινότερο δημοτικό σχολείο ήταν στη Σκούπα, επίσης χωριό της Άρτας, σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων και, χωρίς, φυσικά δρόμο εκείνη την εποχή. Ένα στενό μονοπατάκι υπήρχε μόνο και αποκάτω γκρεμός, με πολλά σημεία του στο χείλος του «Κακολάγκαδου», που η ονομασία του και μόνο είναι αρκετή για να δηλωθεί η επικινδυνότητα. Και δεν ήταν μόνο αυτή η δυσκολία. Την ανάβαση και την κατάβαση από τη Σκούπα στη Φανερωμένη, επιβάρυνε κατά πολύ περισσότερο και μεγάλη η διαφορά υψομέτρου, μεταξύ των δύο χωριών.
     Η αφήγηση της γιαγιάς Λαμπρινής παρατίθεται αυτούσια με τους ιδιωματισμούς της:
     Πάαινα από τη Φανερωμέν' στ’ Σκούπα με τα ποδάρια για το σκολειό. Κάθε Κυριακή απόγιομα φεύγαμαν από τ’ Φανερωμέν' και πααίναμαν στη βάβω (γιαγιά), στ' Σκούπα. Τη Δευτέρα το πρωί έπρεπε να ήμασταν εκεί για το σκολειό. Όταν ερχόταν το Σαββάτο, δεν με κράταγες εμένα. Μόλις σκόλναγ’ ο δάσκαλος, έφευγα ιιιιιιι (γρήγορα), κατ’ ευθεία, για τ’ Φανερωμέν', Ήθελα να πάω στ’ μανούλα μου! Αργά τ' απόγιομα έφευγα, γιατί ο δάσκαλος έκανε και το απόγιομα σκολειό το Σαββάτο. Στ’ Φανερωμέν' που έφτανα, είχε νυχτώσ' καλά… Πάντα η μάνα μας καρτέρεγε με τ’γανίτες και με καμιά π'τούλα (πιτούλα), αλλά κείνη τη φορά δεν πίστευε ότι θα πααίναμαν και δεν είχε φτιάξ'.
     Μια φορά έβρεχε. Ξέρεις τί βροχή; Έριν’ από πάν’ (από πάνω) με τ’  ψ’χή τ’ (την ψυχή του)! Και σάμπως είχα ομορπέλα; Και τί να κράταγ’ η ομπρέλα! Φύσα'ε κιόλας… Μια παλιά ζακ'τούλα είχα και την έριξ’ απάνου μου. Η βάβω και τ’ αδέρφια μου, ο Κώστας και η Παρασκευή, δεν μ’ αφήνανε να φύβγω με τέτοια θεομ’νία, μα ’γω δεν κρατιόμουν! Και δεν πάαινα ούτε για τ’ μπίτα (την πίτα), ούτε για τ'ς τ’γανίτ'ς. Για την αγκαλιά της μανούλας μου πάαινα! Η Παρασκευή κι ο Κώστας, αφού είδαν ότι δεν κρατιόμαν', ξεκίνησαν μαζί μ'. Τί μυαλό είχαμε κι εμείς;… Μαξουμάκια (μικρά παιδιά) ήμασταν, τη μανούλα μας θέλαμαν… Ούτε τ' βροχή λογαριάζαμε, ούτε τ'ν αέρα, ούτε τα κατεβασμένα ρέματα και τα λαγκάδια…  Όταν φτάσαμαν στ' Φανερωμέν', στο σπίτι μας, πισέ (δεν ξερω-ποιός ξέρει) πόσες ώρες το κάναμαν, πίσσα το σκοτάδι κ' άρχισ' να πετάει (ρίχνει) χιόν'! Μόλις μας είδαν και μπήκαμε στο σπίτι, ούιιιιι! Η μάνα έμεινε σύξ'λη! Ήμασταν βρεγμένα μέχρι το κόκαλο! Μας έφερε ρούχα κι αλλάξαμαν και ζεσταθήκαμαν στη φωτιά. Πεινασμένα ήμασταν, αλλά τί να χαλεύαμε (ζητούσαμε) να φάμε; Το ψ'μάκι και το τ'ράκι ήταν πάντα πρόχειρο.
-  Να φτιάξ'ς τ’γανίτες, γ'ναίκα! Ήρθαν τα παιδιά!, της είπε ο πατέρας!
     Η μάνα έφτιαξε λίγο ζ’μαράκ' (ζυμαράκι), χωρίς προζύμι, γιατί αυτό ήθελε ώρα να γέν' (να γένει-να γίνει), έβαλ’ αποπάν’ και λίγο πετ'μεζάκ' (πετιμεζάκι) που είχε και φάγαμαν και κοιμηθήκαμαν. Τ’ν άλλη μέρα, μας έφτιξ' τ'ν μπιτούλα (πιτούλα) και πήραμαν και μαζί μας στη Σκούπα.
     Περισσότερα για τις τηγανίτες, καθώς και για την παραδοσιακή τέχνη παρασκευής τους από τη γιαγιά Λαμπρινή, που την κρατάει ακέραια από τη μητέρα της(!), μπορείτε να δείτε σε παλαιότερη ανάρτησή μου ΕΔΩ.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντοπουλος, 28.6.2022

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ (ποίημα)

Φωτογραφία: Καλάβρυτα, 1964

Τί να πρωτοθυμηθώ για σένα, 
στήριγμά μου στιβαρό,
όποια σκέψη μου κι αν κάνω, 
πάντα μέσα θα σε βρω.

Κι από 'κει ψηλά που είσαι, 
ξέρω, πάντα με κοιτάς,
ξέρω πόσο με προσέχεις 
κι απ' το χέρι με κρατάς!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.6.2022

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2022

Ο ύπνος και τα όνειρα: Μυθολογικά και λαογραφικά στοιχεία

Υπνάκος στο χωράφι: Μια εικόνα πολύ γνωστή στους ξωμάχους
Πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Γκιστάβ Καγιεμπότ
Πηγή: Διαδίκτυο


     Ο Ύπνος αναφέρεται στη μυθολογία ως θεός, δίδυμος αδερφός το θανάτου, ως παιδιά της Νύχτας και του Ερέβους. Στην Ιλιάδα  του Ομήρου διαβάζουμε: «Ύπνε, ἄναξ πάντων τε θεῶν, πάντων τ᾽ ἀνθρώπων», που σημαίνει ότι ο Ύπνος εξουσίαζε και τους Θεούς, αφού και αυτοί κοιμόντουσαν. Η πανούργα θεά Ήρα δεν έχανε ευκαιρίες να επηρεάζει την έκβαση διάφορων μεγάλων γεγονότων, όταν ο Δίας κοιμόταν. Έχουμε και περιπτώσεις που ο ύπνος πρωταγωνιστών της μυθολογίας είχε ολέθρια αποτελέσματα, όπως π.χ., όταν αποκοιμήθηκε ο Οδυσσέας από την πολλή κούραση, οι σύντροφοί του άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου από την περιέργειά τους.
     Σύμφωνα πάντα με αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, η οικογένεια του Ύπνου ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Ένα από τα πολλά παιδιά του, είτε αδέρφια του (μπορεί και χίλια!), ήταν ο Μορφέας. Η ονομασία του αυτή οφείλεται στο ότι έπαιρνε διάφορες ανθρώπινες «μορφές» στον ύπνο των ανθρώπων, ενώ κάποιοι από τους υπηρέτες του, οι Όνειροι, όπως ο Φάντασος και ο Φοβήτορας, εμφανίζονταν και τους προκαλούσαν καταστάσεις και συναισθήματα, ανάλογα με τα ονόματά τους.
     Στην αρχαία τέχνη, ο Ύπνος απεικονίζεται ποικιλοτρόπως και σύμφωνα με τη φαντασία των καλλιτεχνών, άλλοτε ως γυμνός νέος, μερικές φορές με γένια και φτερά στο κεφάλι, ή ως κοιμώμενος άνδρας πάνω σε κρεβάτι από πούπουλα, ενώ ο Μορφέας σαν φτερωτός θεός, που μπορούσε να σε μεταφέρει στην άλλη άκρη του κόσμου.
     Η «εγκοίμηση» στην αρχαιότητα ήταν μια τελετουργική μέθοδος θεραπείας, σύμφωνα με την  οποία ο ασθενής έπρεπε να κοιμηθεί σ’ έναν ιερό χώρο, με σκοπό να δεχτεί ένα αποκαλυπτικό όνειρο είτε για μαντικούς είτε για θεραπευτικούς σκοπούς.  Στην Ελλάδα αυτό συνέβαινε στα διάφορα Ασκληπιεία, ενώ σε άλλες χώρες, π.χ. Ασσυρία, Βαβυλωνία. Αίγυπτο σε ναούς της Ίσιδος και του Σαράπιδος, η διαδικασία αυτή συνδεόταν, κυρίως, με την ονειρομαντεία και την νεκρομαντεία. Ανάλογη «μέθοδος» εφαρμοζόταν και στο νεκρομαντείο του Αχέροντα. Στην σύγχρονη εποχή μας ο «διάδοχός» του, ο υπνωτισμός, ίσως να γίνεται και για λόγους απόσπασης πληροφοριών από το υποσυνείδητο.
     Ο ύπνος και τα όνειρα (όνειρο=όναρ και ενύπνιον της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας), αποτελούν αντικείμενο αναφοράς και στη Βίβλο. Ενδεικτικά να σημειωθεί το όνειρο του Ιακώβ στην Παλαιά Διαθήκη, βιβλίο «Γένεσις», όπου μια μεγάλη σκάλα ένωνε τη γη με τον ουρανό και Άγγελοι Κυρίου ανεβοκατέβαιναν σ’ αυτή, ενώ ο Ίδιος Ο Θεός του μίλησε, λέγοντάς του ότι θα έχει πάντα τη βοήθειά Του. Στην καινή Διαθήκη, αναφέρεται ότι η γυναίκα του Πιλάτου, η αγία Πρόκλα, «πολλά έπαθε κατ’ όναρ» και ειδοποίησε τον ηγεμόνα να μην κάνει κακό στο Χριστό (Ματθαίου ΚΖ΄, 19). Σύμφωνα δε με τη Χριστιανική θρησκεία, ύπνος χαρακτηρίζεται και ο θάνατος, από τον οποίο θα εγερθούμε όλοι κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του Κυρίου. Σχεδόν πάντα δε, ο θάνατος αγίων ή και κληρικών αναφέρεται ως κοίμηση. Με το όνειρο και με θαυματουργικό τρόπο, επίσης, συνδέονται και αρκετές ευρέσεις ιερών και θαυματουργικών εικόνων, ή ακόμα και θησαυρών.
     Για ορισμένους ο ύπνος και τα όνειρα θεωρούνται ως «πύλη εισόδου» σε άλλους κόσμους. Πολλοί βλέπουν Αγγέλους ή και δυνάμεις του κακού, που προειδοποιούν για ευχάριστες ή δυσάρεστες επερχόμενες καταστάσεις. Ακόμα, η εμφάνιση νεκρών αγαπημένων προσώπων, μπορεί να σχετίζεται με συμβουλές, ανεκπλήρωτα αιτήματά τους ή υποσχέσεις εκ μέρους των ζώντων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί, ή να προειδοποιούν κι αυτοί για κάτι το επερχόμενο.
     Και στη νεότερη και τη σύγχρονη ζωή, τόσο ο ύπνος, όσο και το όνειρο συνεχίζουν να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ειδικά ως βιολογική ανάγκη, είναι χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών, ανεξάρτητα φύλου, κοινωνικής τάξης, αξιωμάτων, μορφωτικού, πνευματικού και οικονομικού επιπέδου και πρέπει-επιβάλλεται να κοιμόμαστε υπό τις καλύτερες συνθήκες. Για το τόσο σημαντικό αυτό θέμα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει καθιερώσει την 20ή Μαρτίου κάθε χρόνου ως Παγκόσμια Ημέρα Ύπνου. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι και τα ζώα ονειρεύονται: Όταν τα βλέπουμε να κάνουν κάποιες κινήσεις στον ύπνο τους, τότε «βλέπουν όνειρο». «Προστάδιό» του η υπνηλία ή γλάρα, που μια ψιλή βροχή ή και άλλες καιρικές συνθήκες μπορεί να τον κάνουν πιο επιθυμητό και πιο απολαυστικό. Η σωματικό κόπωση, επίσης, όπως πολύ συχνά και η ψυχική, τον «φέρνουν» πιο γρήγορα. Αντίθετα, αν αργεί να «έρθει», μπορούμε να βοηθηθούμε… μετρώντας προβατάκια(!) ή να καταφύγουμε σε φαρμακευτικά μέσα και σε βότανα που προκαλούν ηρεμία και υπνηλία.
     Ανέκαθεν μυστήριο και το όνειρο, έχουν λεχθεί πολλά γι’ αυτό, μέχρι που στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν είχε «ακουστεί» και εφεύρεση φωτογραφικής μηχανής(;), συσκευής(;), μηχανισμού(;) που θα τα φωτογράφιζε. Στην πράξη όμως, «άνθρακες ο θησαυρός», μέχρι σήμερα, τουλάχιστον.
     Πολύ συνηθισμένα τα τραγούδια για τον ύπνο των παιδιών, τα γνωστά νανουρίσματα, όπως και τα παραμύθια. Τόσο το δημοτικό, όσο και το λαϊκό τραγούδι, αρκετές φορές έχουν ως θέμα τους και τον ύπνο και τα όνειρα. Ακόμα και τον αιώνιο ύπνο τον συνοδεύουν ειδικά «νανουρίσματα», τα λεγόμενα μοιρολόγια.
     Όσο και να μην πιστεύουμε στα όνειρα, αν και μπορεί αυτά να είναι διάρκειας λίγων δευτερολέπτων ή και κλασμάτων δευτερολέπτου, πάντα επηρεάζουν την ψυχολογία μας, ακόμα και τη ζωή μας, αρνητικά ή θετικά. Πολλοί είναι εκείνοι που μετά από ένα κακό ή «αποκαλυπτικό» όνειρο, αλλάζουν πορεία στις άμεσες εργασίες τους, ενώ κάποιοι άλλοι καταφεύγουν σε μελλοντολόγους για να «αποκρυπτογραφήσουν» τους εφιάλτες της νύχτας. Αν άλλοι ισχυρίζονται ότι «ξέρουν να τα εξηγούν», περισσότερο πιστευτοί από εκείνους γίνονται τα βιβλία «ονειροκρίτες», που κυκλοφορούν ευρέως. Σήμερα, με το διαδίκτυο η πρόσβαση είναι πολύ πιο εύκολη και απλή στην αναζήτηση ερμηνειών ενός ονείρου και οι περισσότερες από μία ερμηνείες, μάλλον μπερδεύουν τους ενδιαφερόμενους. Ίσως εκείνοι που υποστηρίζουν ότι «τα καλύτερα όνειρα είναι εκείνα που κάνουμε ξύπνιοι», να είναι και οι περισσότερο κερδισμένοι.
     Ο ύπνος αποτελεί και μέρος της καλής φιλοξενίας του επισκέπτη, του συγγενή ή ακόμα και του αγνώστου που περνούσε/έφτανε/βρισκόταν στα σπίτια και των κοντινών προγόνων μας. Για την κάλυψη των αναγκών και την εξυπηρέτηση όλων, «κατέβαιναν» ρούχα από τους γιούκους και η «στρωματσάδα» είχε μια ξεχωριστή χάρη, ήταν παράλληλα και εκδήλωση αγάπης προς τον φιλοξενούμενο.
     Οι λαϊκές δοξασίες με θέμα τον ύπνο είναι πολλές. Σημειώνουμε ορισμένες από τις πιο γνωστές:
~  Τα «διαβασμένα» κουφέτα στο γάμο του ζευγαριού θα αποκαλύψουν στα ελεύθερα κορίτσια, αν τη νύχτα τα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους, το νέο που θα παντρευτούν.
~  Δεν πρέπει να κοιμόμαστε σε σκιά δέντρου, που έχει «βαρύ» ύπνο, π.χ. καρυδιά, συκιά ή ιτιά, γιατί θα ξυπνήσουμε με πονοκέφαλο, αδιαθεσία ή μπορεί να δούμε και κάποιο εφιαλτικό όνειρο.
~  Αν δούμε στον ύπνο μας νεκρό να μας δίνει κάτι, δεν πρέπει να το πάρουμε, για να μην βρεθούμε κι εμείς μαζί του. Για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να τον ακολουθήσουμε.
~  Δεν πρέπει να κοιμόμαστε σε σημεία που μπορεί να συχνάζουν υπερφυσικές δυνάμεις, π.χ. κοντά σε βρύσες, γιατί εκεί πάνε και νεράιδες να πιούν νερό και μπορεί να μας βλάψουν ή να μας παρασύρουν στο βασίλειό τους. Για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να κοιμηθούμε σε σημείο που στο παρελθόν «είδε» κάποιος νεράιδες. Στην περίπτωση μιας τέτοιας εμπειρίας, αν ο παθών επιστρέψει σώος ή και με προβλήματα στην οικογένειά του, πρέπει να παρακολουθήσει και να παρακολουθήσουν όλοι με πίστη ιερές ακολουθίες στην εκκλησία, κυρίως αγρυπνίες, για να απαλλαχτεί από τα κακά πνεύματα που τον επηρέασαν.
~  Επίσης, δεν πρέπει να επιλέγεται σκιά γεφυριού για λίγη ξεκούραση και ύπνο, γιατί κι εκεί λέγεται ότι συχνάζουν υπερφυσικές δυνάμεις.
~  Δεν πρέπει να ξυπνήσουμε απότομα κάποιον που κοιμάται, γιατί μπορεί να επιστρέψει ξαφνικά η ψυχή του από τα σημεία που ταξιδεύει και να «ταραχτεί».
~  Δεν επιτρέπεται να κοιμηθούμε σε σημεία της υπαίθρου που έχει ακουστεί ότι στο πρόσφατο ή στο μακρινό παρελθόν έχει γίνει κάποιο κακό, π.χ. φόνος.
     Η λαϊκή σοφία συχνά συμπεριλαμβάνει τον ύπνο και τα όνειρα στις παροιμίες της, όπως και γενικά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις δύο αυτές λέξεις σε στερεότυπες φράσεις ή και λογοπαίγνια. Ας θυμηθούμε: 
~  Κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει.
~  Κοιμάται κι η τύχη του είναι ξύπνια.
~  Ξύπνα! (με την έννοια «άξοιξ’ τα μάτια σου!»).
~  Δεν με κολλάει ύπνος,
~  Ο ύπνος είναι ιερόν πράγμα.
~  Θέλω να κοιμάμαι ήσυχος.
~  Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γυμνός ο κώλος τη Λαμπρή.   
~  Γλυκός ο ύπνος της αυγής, χωρίς φουστάνι τη Λαμπρή.
 ~  Ο ύπνος θρέφει μάγουλα και ξεγυμνώνει κώλους. 
~  Ο δείπνος είναι πραματειά κι ο ύπνος ειν' καζάντι. 
~  Ό,τι έχει η γριά στο νου της, το βλέπει και στα όνειρα της.
~  Με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτα.
~  Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα.

--------------------------------------------
Πηγές: 
-  Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
-  Διαδίκτυο

 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.6.2022
   
 

Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

Η πέρδικα: Παράδοση, λαογραφία και άλλα


     «Συνώνυμο» της όμορφης, της προσεγμένης και προικισμένης γυναίκας, ιδίως της νέας η πέρδικα, ως ένα από τα ομορφότερα πετούμενα του ζωικού βασιλείου, έχει πολυτραγουδηθεί. Εκτός από την ομορφιά, δανείζει πολλά ακόμα χαρίσματά της για να εκφράσει την τελειότητα και στη λογοτεχνία και στη λαϊκή σοφία, όπως την αρχοντιά, το παράστημα, τη γυναικεία δροσιά, τη χάρη, τη χαρά, αλλά και τη λύπη. Πολλά δημοτικά τραγούδια και λαϊκές παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις αναφέρονται σ’ αυτήν, καθώς θα δούμε στη συνέχεια.
     «Περδικόμορφη», «περικοπερπατούσα», «περδικομάτα», «περιδικόστηθη», «αρχοντοπέρδικα», «περδικοστολισμένη», «καμαρωτή», «λυγερόκορμη» και «υπερήφανη» (σαν πέρδικα) είναι κάποια από τα κοσμητικά επίθετα που συνήθως στολίζουν και παινεύουν το «ασθενές φύλο» στη νεανική του ηλικία, θέλοντας να δώσουν έμφαση στο ιδανικό και το τέλειο του ωραίου που συμβολίζει και το πουλί. Η πολυχρωμία και η αρμονία του φτερώματός της είναι χαρακτηριστική, όπως χαρακτηριστικές είναι και οι μαύρες βούλες ή ραβδώσεις στο γκρίζο του λαιμού της, που να φαντάζουν γυναίκα με ακριβά κολιέ! Άλλη μια «ομοιότητα», είναι που η πέρδικα ασχολείται πολύ με την περιποίηση της «ενδυμασίας» της (του φτερώματός της). Όλα αυτά και πολλά ακόμα χαρίσματα του όμορφου πουλιού εξυμνεί και το δημοτικό τραγούδι, ενώ δεν αφήνει απέξω και την αυτοθυσία της, ως μητέρα, για την προστασία την παιδιών της.    
     Ας θυμηθούμε ορισμένους τίτλους ή του πρώτους στίχους κάποιων πολύ γνωστών τραγουδιών του λαού μας:
-  Ξύπνα περδικομάτα μου κι ήρθα στο μαχαλά σου.

-  Απάνω στην τριανταφυλλιά έχτισ' η πέρδικα φωλιά.
-  Πέντε πέρδικες πετούσαν και στον κάμπο 'λογυρνούσαν.
-  Μια πέρδικα παινεύτηκε σ' ανατολή και δύση,
πως δεν τη βρίσκει κυνηγός να την εκυνηγήσει.
-  Πού ήσουν πέρδικα καημένη κι ήρθες το πρωί βρεγμένη;
-  Περδικούλα, Λυγερούλα κι όμορφο πουλί,
πώς κοιμάσαι μεσ' στα πλάγια μέρα νύχτα μοναχή;
-  Ξύπνησε πετροπέρδικα, τίναξε τα φτερά σου.
-  Εδώ, σε τούτη γειτονιά, στην παρακάτω ρούγα,
ήρθε και έφτιαξε φωλιά μια πέρδικα μικρούλα.
-  Περδικούλα ημέρωνα κι αυτή αγριευότανε.
-  Ήρθε η ώρα η καλή και η ευλογημένη,
να πάρει ο αητός την πέρδικα, την χρυσοπλουμισμένη.
-  Σ' ένα δεντρί στον Παρνασσό, έγειρα ν’ αποκοιμηθώ.
κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά, κλαίει θρηνεί μες τα βουνά.
Κλαίει και μένα η καρδιά, που μ’ από σένα μακριά.
-  Πέταξε η περδικούλα μου κι έλα στην αγκαλιά μου
     Το δημοτικό τραγούδι υμνεί και ως μάνα την πέρδικα, ως σύμβολο αφοσίωσης στα παιδιά της και προτρέπει τη γυναίκα να της μοιάσει:
«Μοιάσε της πετροπέρδικας, της αηδονολαλούσας,
που κάνει δεκαχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνιέται.
Κι αν πέσει και πάρει ο αετός, ένα από τα πουλιά της,
κάνει καιρό να πιεί νερό, θολώνει και το πίνει».
     Γνωστό, επίσης, και το τραγούδι της μάνας που δεν είχε την υπομονή ν’ αναθρέψει το ένα της παιδί και το πήγαινε να το πετάξει στο ρέμα:
Μια μάνα που 'χε ένα γιο,
μα ήταν λωλοπαρμένη,
δεν είχε την υπομονή
για να το αναθρέψει
και στην ποδιά της το 'βαλε,
πάει να το ρεματίσει.
Στο δρόμο που επήγαινε,
στη στράτα που διαβαίνει,
μια πέρδικα την απαντά,
μια πέρδικα της λέγει:
-         Μωρή σκύλα, μωρή άπονη,
μωρή μαριολεμένη,
εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά,
πάσχω να τ' αναθρέψω
και συ έκανες χρυσόν υγιό,
πας να τον ρεματίσεις;
Και στην ποδιά της το 'βαλε,
στο σπίτι της πηγαίνει.
Το έβαλε στην κούνια του,
το τραγουδά και λέει:
-         Γιε μου σαν γίνεις κυνηγός,
σαν γίνεις παλληκάρι,
σαν ανταμώσεις πέρδικα,
να μην τήνε σκοτώσεις.
Η πέρδικα είναι η μάνα σου
κι εγώ η μητριά σου.
     Εκτός από τα τραγούδια της χαράς, του έρωτα, του γάμου, το όμορφο πουλί έχει θέση και στα επικά τραγούδια, όπως και σ’ αυτά της κλεφτουριάς και των αγώνων για την ελευθερία:
Τρεις περδικούλες κάθονταν στον Όλυμπο στη ράχη
μοιρολογούσαν κι έκλαιγαν, μοιρολογούν και λένε.
Εσείς πουλιά πετούμενα που πάτε στον αέρα,
να πάτε και στη Τζόρτζαινα, Ναούμη τη γυναίκα.
Να μην τα πλέξει τα μαλλιά, κοσί να μην τα φτιάξει.
Να μην τα βάλει τα φλουριά, να μην τα καμαρώνει.
Ναούμη τον βαρέσανε στου Διάκου το νταβούρι.
***
Μωρ' περδικούλα του Μοριά, κοσμοπερπατημένη
αυτού ψηλά οπού πετάς και χαμηλαγναντεύεις,  
 μην είδες κλέφτες πουθενά τους Κολοκοτρωναίους;
***
Μια Περδικούλα κάθισε στου Ζήδρου το κεφάλι.
Δεν κελαϊδούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια,
παρά λαλούσε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη κουβέντα.
-         Ζήδρο μου, τ’ είσαι κίτρινος, κίτρινος σαν λεμόνι;
Μη σε βαρούνε τ’ άρματα, τα έρημα τσαπράζια;
-         Περδίκα μ' που με ρώτησες, θα σου το μολογήσω.
Δε με βαρούνε τ' άρματα, τα έρημα τσιαπράζια,
μον' έχασα τον Φώτο μου, το μοναχό παιδί μου».
     Αλλά και η λαϊκή σοφία δανείζεται χαρίσματα της πέρδικας να εξυμνήσει χάρες γυναικών, ιδίως νέων, όπως:
-  Στα βούρλα πάει η ξυλόκοτα κι η πέρδικα στη βρύση.
-  Της πέρδικας απ’ τη λαλιά της βρίσκουν πάντα τη φωλιά.
-  Έγινε περδίκι (π.χ., μετά από κάποια αδιαθεσία ή αρρώστια).
-  Είμαι περδίκι (είμαι πολύ καλά).
-  Κοντή γυναίκα πέρδικα.
-  Καλώς τηνε την πέρδικα την αηδονολαλούσα.
-  Καλώς τηνε την πέρδικα που περπατεί λεβέντικα.
-  Πέρδικα καμαρωτή μες το κάμπο περπατεί.
-  Το λέει η περδικούλα του.
     Σε άλλα σημεία της λαϊκής παράδοσης, θεωρείται καλό σημάδι για κάποιον οδοιπόρο, αν δει να πετάνε πέρδικες προς το μέρος της δικής του κατεύθυνσης. Για την πρόγνωση του καιρού, ο λαός υποστηρίζει ότι «η πέρδικα λαλεί νερό και η κουκουβάγια καλοκαιρία».

Η πέρδικα και σε γραμματόσημο (1970)

     Ζει ομαδικά σε χαμηλή βλάστηση και κοιλώματα του εδάφους. Είναι μονογαμικό ον. Αν χάσει το ταίρι του, δεν ζευγαρώνει με άλλο. Από τη στιγμή του ζευγαρώματος αποχωρίζεται με το σύντροφό της το κοπάδι, φτιάχνουν μαζί τη φωλιά και φροντίζουν με αυτοθυσία τα αβγά τους (περδικάβγουλα) και τα μικρά τους από τη στιγμή που θα εκκολαφθούν, μέχρι να πετάξουν. Αλλά και μετά τα πέταγμά τους έχει την έννοια τους στην αναζήτηση τροφής και στον κίνδυνο τα καλεί να προστατευτούν με κραυγή χαρακτηριστική.  Όταν η αποστολή τους αυτή ολοκληρωθεί, τότε ξανασμίγουν και ζουν σε κοπάδια με το σύντροφό της. Η κοινωνική αυτή οργάνωσή τους αυξάνει τις πιθανότητες να επιβιώσουν, αφού έτσι επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των εχθρών. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κουρνιάζουν στο έδαφος και ιδίως σε ανοιχτά σημεία του.
     Η τροφή της περιορίζεται σε δημητριακούς καρπούς, σπόρους, λαχανικά, έντομα, τρυφερούς βλαστούς, και σκουλήκια από τη γη, γι’ αυτό και για τη γεωργία θεωρείται περισσότερο ωφέλιμη, παρά επιζήμια. Δεν προτιμάει ούτε τις πολύ ζεστές ούτε τις πολύ ψυχρές περιοχές και αρέσκονται στην «ηλιοθεραπεία». Τα αρσενικά επιδίδονται περισσότερο στην περιφρούρηση και πρόληψη κινδύνων, ενώ τα θηλυκά είναι αφοσιωμένα στην εκκόλαψη των αυγών και στους νεοσσούς τους. Ανήκοντας στην οικογένεια των ορνιθόμορφων, συγγενεύει με αρκετές συνήθειες της κότας, η οποία κότα την… αντιπαθεί, γιατί η ίδια δεν έχει χάρη κι αρχοντιά στο περπάτημα! Αν και δεν είναι μεγάλου μήκους (περίπου 30 εκατοστά), το βάρος της μπορεί να πλησιάζει και το ένα κιλό. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι «στρουμπουλή».
     Άνθρωποι ορεσίβιοι, που έχουν παρατηρήσει οι ίδιοι τη συμπεριφορά της, μαρτυρούν ότι το αρσενικό πουλί, ο «πέρδικος» είναι ζηλιάρης, γι’ αυτό του δίνει κι αυτού ένα αυγό το θηλυκό να το κλωσήσει! Αν αντιληφθούν κίνδυνο, με την κραυγή τους ειδοποιούν και τα άλλα πουλιά του δάσους. Στην περίπτωση αυτή, η θηλυκή πέρδικα δεν τρέχει στα αυγά της ή στα περδικάκια της, αλλά προς διαφορετική κατεύθυνση, να παραπλανήσει τον εχθρό και να μην οδηγηθεί στη φωλιά της! Όταν ο κίνδυνος απομακρυνθεί, τότε επιστρέφει με πολλή αγωνία στα αβγά της ή στα παιδιά της. Οι ίδιοι ορεσίβιοι άνθρωποι, π.χ. κτηνοτρόφοι των βουνών, βεβαιώνουν ότι ένας τρόπος προφύλαξής της είναι να γυρίσει ανάσκελα στο έδαφος και να μείνει ακίνητη. Όπως λένε χαρακτηριστικά, «μπορεί να την πατήσεις, όχι όμως και τη δεις», αφού η κοιλιά της έχει τα χρώματα του εδάφους.
     Μαρτυρία πολύ κοντινού συγγενούς μου είναι και αυτή: Βρήκε ο ίδιος φωλιά πέρδικας, πήρε τα αβγά της και τα έβαλε στην κλώσα, από τα οποία βγήκαν περδικάκια! Η κλώσα τα φρόντιζε όπως και τα κλωσόπουλα, μα όταν εκείνα αντιλαμβανόντουσαν κίνδυνο, έπεφταν ανάσκελα κι ακίνητα στο έδαφος, χωρίς να είχαν καμία επαφή με την φυσική τους μητέρα! Όταν μεγάλωσαν λίγο «έκοψαν φτερό» κι έφυγαν! Δική του και η μαρτυρία ότι η πέρδικα δεν ζει φυλακισμένη: Μικρή έπιασε μία στο βουνό, που ακόμα δεν μπορούσε να πετάξει καλά. Στο κλουβί που την έβαλε, δεν έτρωγε, ούτε νερό έπινε, μέχρι που σε λίγες μέρες ψόφησε.
     Χαρακτηριστικό είναι και το πέταγμά της και η λαλιά της. Ο ήχος που ακούγεται από τα φτερά της που χτυπούν τον αέρα είναι δυνατός κι αν τύχει «κόψουν φτερό» (φτερουγίσουν-πετάξουν) πολλές μαζί, «ακούγεται σαν πολυβόλο», όπως μας έλεγαν μεγαλύτεροι. Η δε φωνή της, αν και κάπως μονότονη είναι καθαρή, κρυστάλλινη κι ευχάριστη. Κάποιος που δεν τη γνωρίζει, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τί είναι αυτό που φτάνει στ’ αυτιά σου, σαν επαναλαμβανόμενο «τσι τσεκ πε–τι–τσεκ τσι–τσεκ». Το λάλημά της γίνεται τις πρωινές ώρες, λίγο πριν και λίγο μετά την ανατολή του ηλίου και το βράδυ κατά τη δύση του.
     Αν και τα είδη της είναι αρκετά, δεν ζουν όλα στην Ελλάδα. Εδώ είναι περισσότερο γνωστή η πέρδικα των βράχων ή πετροπέρδικα, η πέρδικα του κάμπου ή λειβαδοπέρδικα και η νησοπέρδικα, που όμως οι διαφορές τους δεν είναι μεγάλες και εντοπίζονται στα χρώματά της.

"Η βρύση της πέρδικας" στο χωριό μου:
Πολύ πιο ψηλά από την κατοικημένη περιοχή, 
 εκτός από τα ζώα και τους ανθρώπους, πίνουν νερό
και οι πέρδικες. Ίσως γι' αυτό και η ονομασία της.
(Φωτογραφία: Λευτέρης Αβραμίδης)


     Πέρα από τα διάφορα αρπακτικά ζώα και πουλιά του δάσους που αποτελούν τους εχθρούς της, εχθρός της είναι και ο άνθρωπος. Το πολύ νόστιμο κρέας της είναι μεζές για «μερακλήδες», αν και το κυνήγι της δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο και μάλιστα χωρίς σκυλιά, που την εντοπίζουν, κυρίως, με την οσμή τους και όχι με την όρασή τους. Ανάλογη νοστιμιά με το κρέας της έχουν και τα αβγά της, για «μερακλήδες» και αυτά. Αν επιστρέφοντας στη φωλιά τη βρει άδεια, γεννάει άλλα αυγά, μπορεί και σε νέα φωλιά που θα φτιάξουν με το σύντροφό της πάντα. «Αδυναμία», όμως, στη νοστιμιά του κρέατός της, είχαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, που το θεωρούσαν ως ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα εδέσματα, προνόμιο, μάλλον, των πλουσίων, κάτι που εκθειάζει και ο ποιητής Δίφιλος ο Σινωπεύς (4ος αιώνας π.Χ.). Επίσης, ο Αριστοφάνης στους «Αχαρνείς» αναφέρει ότι ειδικοί έμποροι από την Κωπαΐδα  διατηρούσαν περδικοτροφεία κι έφερναν τα προϊόντα τους στην Αθήνα, για τους εύπορους κατοίκους του κλεινού άστεος.  
     H πέρδικα μας είναι γνωστή από την αρχαιότητα και από έργα των Αριστοτέλη, Θεόφραστου, Αθήναιου, Αισώπου, Αρχίλοχου, Ξενοφώντος με τις ονομασίες αλεκτορίς, πέρδιξ και ατταγάς ή ατταγήν. Γενικά την θεωρούσαν πονηρό, πανούργο, δειλό και δόλιο πουλί και παρομοιάζουν μ’ αυτήν ανθρώπων. Κατά μία εκδοχή της μυθολογίας ήταν αδελφή του Δαίδαλου. Κατ’ άλλη, ήταν γυναίκα πολύ όμορφη, αλλά αναίσθητη. Καθώς κάποτε καθόταν δίπλα από ένα δέντρο, είδε τον Δαίδαλο να θάβει τον άτυχο γιο του, τον Ίκαρο. Αντί να τον συμπονέσει  για τη συμφορά αυτή, άρχισε να τον ειρωνεύεται. Τότε κάποιος θεός οργίστηκε  και την μεταμόρφωσε σε πουλί.
     Η αγάπη των ανθρώπων στην πέρδικα και στην ομορφιά της, τους έχει οδηγήσει να δίνουν το όνομά της στα χωριά τους ή σε μικρές πόλεις τους.
----------------------------------------------------------
Πηγές:
-  Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
-  Εγκυκλοπαίδεια ΓΙΟΒΑΝΗ
-  Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ
-  Διαδίκτυο
 
Εικόνες: Διαδίκτυο
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 27.5.2022

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Ένας απογευματινός περίπατος στον αρχαιολογικό χώρο της Ακροπόλεως και η ιστορία της σημαίας του ιερού μνημείου


     Δεν χρειάστηκε μεγάλη προεργασία. Με τρία-τέσσερα τηλεφωνήματα «στήθηκε» η επταμελής συντροφιά για την επίσκεψη-περίπατο στο παγκόσμιο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, στον αρχαιολογικό χώρο της Ακροπόλεως των Αθηνών. Την προγραμματίσαμε να πραγματοποιηθεί την Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων (18 Μαΐου), που η είσοδος και στο χώρο ήταν ελεύθερη.
     Με τα απαραίτητα εφόδια, όπως μπουκάλι με νερό, αθλητικά παπούτσια, γυαλιά και καπέλα για τον ήλιο, συγκεντρωθήκαμε το απόγευμα της ημέρας στην έξοδο του Μετρό στο σταθμό «Ακρόπολις». Με πολλή καλή διάθεση, κάποια αστεία, καλοπροαίρετα πειράγματα και φιλοφρονήσεις για το ντύσιμο του καθενός, αρχίσαμε ν’ ανηφορίζουμε, ρωτώντας ο ένας τον άλλον πόσες φορές έχει επισκεφθεί το χώρο. Όντας γνωστό ότι τέτοιες εξορμήσεις είναι αδυναμία όλων μας, τα «νούμερα» που ακούστηκαν δεν αποτελούσαν έκπληξη: Δέκα, δώδεκα, δεκάξι, με τον Παναγιώτη να κατέχει το «ρεκόρ» όλων μας, πάνω από είκοσι φορές, και έχοντας «χάσει το λογαριασμό»!
     Αφού προμηθευθήκαμε το εισιτήριο με την ένδειξη «είσοδος δωρεάν» και το επιδείξαμε στον έλεγχο, αρχίσαμε να απολαμβάνουμε οπτικά την χωρίς ίχνος νέφους αιθαλομίχλης Αθήνα. Το βλέμμα μας, από λίγα μέτρα μπροστά μας, έφτανε χωρίς εμπόδια προς κάθε σημείο του ορίζοντα της Πεντέλης, του Υμηττού, της Πάρνηθας. Τα μεγάλα καράβια στον Αργοσαρωνικό, άλλα ξεκίναγαν το ταξίδι τους προς το Αιγαίο κι άλλα επέστρεφαν. Μέχρι κι αν απλώναμε το χέρι μας, νομίζαμε ότι θα «πιάναμε» και την Αίγινα! Το απαλό βοριαδάκι είχε γίνει ο καλύτερος σύμμαχός μας!
     Συνεχίζοντας ν’ ανηφορίζουμε, γνώριμα μεν από προηγούμενες επισκέψεις, αξιοθαύμαστα δε όπως και την πρώτη φορά που τα αντικρύσαμε τα μαρμάρινα μνημεία μάς προκαλούσαν το «αισθητήριο όργανο της οράσεως», διαβάζοντας τις επιγραφές τους  και σχολιάζοντας πάντα με θαυμασμό. Φωτογραφηθήκαμε σε κάμποσα σημεία, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα μπροστά στο Ερεχθείο με τις Καρυάτιδες, αλλά από κάποια απόσταση, γιατί δεν επιτρεπόταν να πλησιάσουμε. Εκεί αναλογιστήκαμε και τον πόνο της ξενιτεμένης Καρυάτιδας, θύμα κι αυτή της βίαιης απαγωγής του Έλγιν, αλλά και τον πόνο των αδελφών της που την περιμένουν στο μουσείο, έχοντας τη θέση της κενή-έτοιμη να την υποδεχθούν.
     Αφού περπατήσαμε-περιηγηθήκαμε σε όλη, σχεδόν, την έκταση του χώρου, φτάσαμε στην υπερυψωμένη στρογγυλή πλατεία, όπου στο κέντρο της και σε μεγάλου ύψους ιστό κυματίζει η γαλανόλευκη. Έχοντας εξασφαλίσει από εκεί ένα αρκετά μεγάλο οπτικό πεδίο προς τον ιερό και ιστορικό χώρο, με ικανοποίηση και ευχάριστα συναισθήματα διαπιστώσαμε ότι πραγματικά είχε «γεμίσει» κόσμο! Το ανοιξιάτικο απόγευμα, αλλά και η «δωρεάν είσοδος» είχαν κάνει το θαύμα τους!
     Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του, βάφοντας με τις δικές του χρυσές πινελιές τα λίγα σύννεφα που τον καληνύχτιζαν από τον ορίζοντα. Η προτροπή του μεγαλύτερου της παρέας μας να πάρουμε «σιγά-σιγά» το δρόμο της επιστροφής, δεν μπορώ να πω ότι άρεσε σε κανέναν μας, αφού κανείς μας δεν ήθελε να τελειώσει εκείνη η ξεχωριστή, η «μαγική» στιγμή, όπως την χαρακτήρισε η Σταυρούλα. Όμως, μια σκέψη μου πέρασε από το μυαλό και, κάνοντας δυο βήματα, απευθύνθηκα στον κοντινότερο φύλακα:
-  Θα γίνει υποστολή της Σημαίας;
-  Ναι, την ώρα της δύσης του ηλίου…
-  Με άγημα του στρατού;
-  Ναι…, μου απάντησε στην «δευτερολογία» του.
     Δεν είχα λόγους να σκεφτώ τίποτα άλλο και απευθύνθηκα στην υπόλοιπη εξαμελή παρέα μου:
-  Δεν έχουμε να πάμε πουθενά! Θα έρθει άγημα του στρατού, μουσική μπάντα και θα γίνει υποστολή της σημαίας με ανάκρουση του εθνικού ύμνου!
     Κοιταχτήκαμε όλοι και το πατριωτικό συναίσθημα «λαμπάδιασε» μέσα μας! Όλοι συμφώνησαν μαζί μου: «Δεν έχουμε να πάμε πουθενά»!
 
Η ατυχία μας
 
     Και ενώ όλοι κοιτάζαμε μια τα ρολόγια μας, μια τον ήλιο που σε λίγο θα μας καληνύχτιζε, μια την άκρη του δρόμου να δούμε το άγημα και τη μπάντα που θα ερχόταν, συνέβη κάτι που μας άφησε εμβρόντητους: Οι φύλακες, άλλοι με σφυρίχτρες που σφύριζαν κι άλλοι με κουδούνια που κράταγαν στα χέρια τους και τα χτυπούσαν, σαν τον επιστάτη του σχολείο όταν τελειώνει το διάλειμμα, μας ενημέρωναν ότι «σε πέντε λεπτά η Ακρόπολη κλείνει»!
     Απευθύνθηκα στη νεαρή και ευπαρουσίαστη φύλακα που είχε έρθει κοντά μας, προτρέποντάς μας ευγενικά να φύγουμε:
-  Μα… Δεν θα γίνει υποστολή της σημαίας;…
-  Ναι, σε λίγο…
-  Μα κι εμείς γι’ αυτό «στηθήκαμε» εδώ. Θα μας το «χαλάσεις»;
-  Λυπάμαι, αλλά η Ακρόπολη κλείνει…
-  Δεν μπορεί να γίνει μια εξαίρεση;… (χαριτολογώντας).
     Η νεαρή φύλακας χαμογέλασε, λέγοντάς μου:
-  Οχτώ ακριβώς κλείνουμε. Αν έρθετε χειμώνα, που η δύση του ηλίου είναι πολύ πιο νωρίς και η Ακρόπολη κλείνει μετά την υποστολή, δεν θα σας ζητήσουμε να φύγετε. Τώρα κι εμείς θα φύγουμε…
     Με κατεβασμένο το κεφάλι και με αργά βήματα πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Κατηφορίζοντας εμείς, το άγημα του στρατού με τη μουσική μπάντα ανέβαιναν. Κοιταχτήκαμε και υποσχεθήκαμε για μια ακόμα επίσκεψη το χειμώνα.
 
Λίγα πληροφοριακά στοιχεία…
 
     Σε ιστορικούς χώρους μείζονος σημασίας, η γαλανόλευκη κυματίζει από τη ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Η έπαρσή της και η υποστολή της γίνεται με ειδικό τελετουργικό, που διέπεται από αυστηρούς κανόνες σεβασμού στο σύμβολο και πειθαρχίας των συμμετεχόντων. Συγκεκριμένα: Άγημα του στρατού  (ή του πολεμικού ναυτικού ή της αεροπορίας ή και μικτό) μεταβαίνει σε παράταξη και με «βήμα» στο χώρο, συνοδευόμενο από μουσική μπάντα. Σε στάση «παρουσιάστε» οι ένοπλοι και απόλυτης προσοχής οι άοπλοι, παιανίζεται το εμβατήριο της σημαίας και ο εθνικός ύμνος, ενώ ταυτόχρονα γίνεται η έπαρση ή η υποστολή της, ο δε επικεφαλής του αγήματος χαιρετάει στρατιωτικά.
     Το άγημα που αποδίδει τιμές παραμένει σε στάση προσοχής, μέχρι τα δύο εντεταλμένα άτομα του διενεργούν τη υποστολή «τυλίξουν» με συντονισμένες κινήσεις το σύμβολο, οπότε δίνεται η εντολή μετακίνησης της φρουράς (του αγήματος) από τον επικεφαλής, πάντα με τους προβλεπόμενους κανόνες. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, περαστικοί ή παρευρισκόμενοι πολίτες στο χώρο, παραμένουν σε στάση προσοχής και με κατεύθυνση προς τη σημαία. Αν στο κοινό παρευρίσκονται και ένστολοι, αυτοί αποδίδουν τιμές δια του χαιρετισμού, από όποιο σημείο και απόσταση βρίσκονται και έχουν οπτικό πεδίο στο χώρο της τελετής.
     Προσωπικά δεν γνωρίζω αν αυτό τηρείται όπως και παλαιότερα, καθημερινά και σε όλους τους μείζονος σημασίας  ιστορικούς χώρους, όμως η «χαλάρωση» και η μη έπαρση της σημαίας στα σχολεία κάθε πρωί, θεωρούμε ότι είναι πολύ κακή «επένδυση» στους νέους και στην πατρίδα του αύριο.
 
Σύντομη αναφορά στην ιστορία της σημαίας της Ακροπόλεως
 
     Η Αθήνα απελευθερώθηκε από του τούρκους στις 31 Μαρτίου του 1833. Ο τελευταίος τούρκος φρούραρχος παρέδωσε την πόλη στον Βαυαρό υπολοχαγό Χριστόφορο Νέζερ, πρώτο φρούραρχο της ελεύθερης Αθήνας. Αν και οι Βαυαροί εκπροσωπούσαν το νέο Ελληνικό Βασίλειο, δεν διακατέχονταν από ιδιαίτερα Ελληνικά πατριωτικά συναισθήματα κι έτσι δεν σκέφτηκαν ότι όφειλαν να υψώσουν την Ελληνική σημαία στην Ακρόπολη. Ένα Χιώτης καπετάνιος, γνωστός ως «καπετάν Δημήτρης», νοιώθοντας την ανάγκη αυτή, κατέβηκε στο πλοίο του στον Πειραιά, πήρε από αυτό την ελληνική σημαία και επιστρέφοντας στον ιερό βράχο άρχισε να παρακαλεί τους Βαυαρούς να του επιτρέψουν να την υψώσει εκεί. Ο Νέζερ βρήκε δικαιολογημένο το αίτημα του Χιώτη καπετάνιου και, πράγματι ο ίδιος ο «καπετάν Δημήτρης» ύψωσε τη σημαία του πλοίου του στον Παρθενώνα, ενώ ο γιος του που στέκονταν δίπλα του φώναζε «Ζήτω η Ελλάς»!
    Το ιερό αυτό σύμβολο της πατρίδας μας υπεστάλη τον Απρίλιο του 1941 και στη θέση του ανέβηκε η γερμανική σβάστικα, με την κατάληψη της πόλης από τους νέους κατακτητές της, τους γερμανούς. Την νύχτα της 30ής Μαΐου του ίδιου έτους, οι πατριώτες Απόστολος Σάντας και Μανώλης Γλέζος, με μια καθ’ όλα ηρωική τους επιχείρηση κατέβασαν τη σημαία του κατακτητή και ύψωσαν τη γαλανόλευκη στην Ακρόπολη, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στον εισβολέα. Όμως, «τα πολλά λόγια είναι φτώχια» και καλύτερα θα ήταν να παρακολουθήσετε το βίντεο της εκπομπής της σειράς «αλάτι και πιπέρι» (1982), του αξέχαστου Φρέντυ Γερμανού ΕΔΩ. Αξίζει! Πιστέψτε με! Θα μάθετε πολλά που, ίσως, δεν γνωρίζετε, ιδίως οι νεότεροι! 

Οι Ήρωες Μανώλης Γλέζος και Απόστολος Σάντας
σε νεότερη και μεγαλύτερη ηλικία
Μια μεταλλική πλάκα στο χώρο γράφει την ιστορία...

----------------------------------------------
Πηγές, εικόνες: Διαδίκτυο.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.5.2022

Σάββατο 14 Μαΐου 2022

Ο ποντικός τρώει αυγά; Ναι, και δείτε πώς τα «κλέβει»!


Ανάρτηση στη μνήμη του πατέρα μου

 
     Η φύση είναι να μεγάλο σχολείο και χαρά σ’ αυτόν που μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα στα θρανία του!
    Ορεσίβιοι οι γονείς μου και οι παππούδες μου, όπως κι εγώ στα παιδικά-εφηβικά μου χρόνια, είχαμε διδαχθεί πολλά στο σχολείο αυτό. Ιδιαίτερα επιμελής μαθητής της, αλλά και δάσκαλος σ’ εμάς τα παιδιά του ήταν ο πατέρας, του οποίου πάντα θαύμαζα τις γνώσεις κι ας είχε τελειώσει μόνο την πρώτη δημοτικού! Τα «ιδιαίτερα» μαθήματά του με όσα είχε διδαχθεί ο ίδιος, σ’ εμάς τα παιδιά του ήταν συνεχή.
     Μικρής ηλικίας τότε εγώ, σαν «μαθητής» θα έλεγα ότι ήμουν λίγο «αμελής». Και η αμέλειά μου αυτή οφειλόταν περισσότερο στο ότι θεωρούσα κάποια πράγματα υπερβολικά ή τελείως εκτός πραγματικότητος και δεν πολυέδινα σημασία. Έλα, όμως, που ορισμένα απ’ όσα με είχε διδάξει τα παρακολούθησα σε «επανάληψη», σε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, σε μεγάλη ηλικία. Φυσικά, τότε τα συναισθήματα ήταν πολλά και ανάμικτα.
     Το συγκεκριμένο  «σημερινό μάθημα», λοιπόν, ήταν με ποιόν τρόπο κλέβουν αυγά τα ποντίκια! Κάποια στιγμή ο πατέρας είδε σε μια αποθήκη, που… σύχναζαν και ποντικοί, αυγά κότας «ολόκληρα» με μια τρύπα σε κάποιο σημείο και μέσα άδεια. Κατάλαβε πως είναι «δουλειά» των αντιπαθών αυτών τρωκτικών, δεν μπορούσε να καταλάβει, όμως, πώς τα αυγά έφταναν μέχρι εκεί και αφιέρωνε χρόνο να παρακολουθήσει το φαινόμενο.
     Ως πολύ έξυπνο και πονηρό συνάμα ζώο ο ποντικός, σπάνια τρώει την (συνήθως κλεμμένη) τροφή του στον τόπο της κλοπής. Την μεταφέρει στη φωλιά του, όπου εκεί ταΐζει τα παιδιά του και τρώει και ο ίδιος με την ησυχία του, χωρίς κινδύνους.
     Κάποια στιγμή, είδε κάτι που με τίποτα δεν μπορούσε να το φανταστεί: Δύο ποντικοί μαζί μετέφεραν ένα αυγό! Ο ένας το είχε πιάσει-το είχε «αγκαλιάσει» με τα τέσσερα πόδια του και είχε γυρίσει ανάσκελα, με την πλάτη αποκάτω! Ο άλλος τον «έσερνε» από την ουρά, μαζί με το αυγό και με κατεύθυνση προς τη φωλιά τους!!! Εκεί τα τρυπούσαν με τα μυτερά και κοφτερά τους δόντια και τα ρουφούσαν με την ησυχία τους, αφήνοντας μόνο το τσόφλι! Προφανώς απολάμβαναν το «γεύμα»… οικογενειακώς!

Χρήστος Κ. Παπακωνσταντόπουλος, πατέρας και δάσκαλος
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, για και μαθητής


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.5.2022
 

Παρασκευή 13 Μαΐου 2022

Ο κούκος: Λαογραφικά και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία

 

     Όσοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε ορεινές περιοχές, είχαμε την ευλογία να ζήσουμε και στη φύση. Έτσι, μας δόθηκε η ευκαιρία να παρατηρήσουμε τον κόσμο της και ν’ αποκτήσουμε αρκετές εμπειρικές γνώσεις γι’ αυτόν. Παράλληλα, είχαμε και πολλές προσλαμβάνουσες πληροφορίες από τους περισσότερο ημών ορεσίβιους γονείς και παππούδες μας. Ένα από τα ευχάριστα «φαινόμενα» της άνοιξης, που πάντα μαγεύει με το ξανάνιωμα της φύσης, είναι και ο κούκος και ως παιδιά «στήναμε αυτί» και «πως και πώς» περιμέναμε να λαλήσει για να τον ακούσουμε! Τέτοιες παιδικές μνήμες μου δίνουν την αφορμή να ασχοληθώ επιγραμματικά με το πουλί αυτό και να μοιραστώ το αποτέλεσμα μαζί σας, φίλες και φίλοι του ιστολογίου μου.
     Ο κούκος είναι ένα όμορφο, αποδημητικό πουλί της οικογενείας των Κοκκυγιδών, που περιλαμβάνει τέσσερα υποείδη. Επιστημονικά το συναντάμε με τη λατινική ονομασία canorus, που σημαίνει καλλίφωνος, μελωδικός. Μια ακόμα ονομασία του είναι και "κόκκυγας ο μελωδικός". Έχει μέγεθος μεγαλύτερο του περιστεριού και ανάλογο βάρος. Στη χώρα μας έρχεται την άνοιξη από χώρες της Αφρικής και μένει ένα μεγάλο μέρος του καλοκαιριού, αν και όταν «σφίξουν» οι ζέστες δεν κελαηδάει. Γνωστή, άλλωστε, και η φράση «βουβάθηκε σαν ο κούκος τ’ αϊ-Γιαννιού», εννοώντας στο γενέθλιο του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου-24 Ιουνίου-, που αρχίζει να ζεσταίνει περισσότερο ο καιρός. Στη μονότονη, ρυθμική, ευχάριστη και σε σταθερά χρονικά διαστήματα επαναλαμβανόμενη φωνή του, «κούκου, κούκου» οφείλεται και το όνομά του, που, πιθανότατα, αυτή είναι και το ερωτικό του κάλεσμα.
     Αν και συνηθίζουμε να γράφουμε τον όνομά του με ένα «κ», το ορθότερο είναι με δύο (κούκκος) και τούτο γιατί προέρχεται από το αρχαίο κόκκυξ. Με αυτή τη γραφή τον συναντάμε και στις «όρνιθες» του Αριστοφάνη: «Φοινίκης πάσης κόκκυξ βασιλεὺς ἦν. Χὠπόθ᾽ ὁ κόκκυξ εἴποι “κόκκυ” τότ᾽ άν οἱ Φοίνικες ἅπαντες τοὺς πυροὺς ἂν καὶ τὰς κριθὰς ἐν τοῖς πεδίοις ἐθέριζον». (Στη Φοινίκη βασιλιάς ήταν ο κούκος και κάθε φορά που τους φώναζε ο κούκος «κούκου», τότε όλοι οι Φοίνικες έτρεχαν στα χωράφια και θέριζαν τα στάρια και τα κριθάρια). Η αρχαία αυτή ονομασία του, ίσως να οφείλεται στην ομοιότητα του ράμφους του με οστάριο της κατώτερης μοίρας της σπονδυλικής στήλης, τον κόκκυγα.
     Είναι αγαπημένο πουλί και όχι μόνο για έναν μόνο λόγο. Αν και «ακριβοθώρητο» (ζει μακριά από τον άνθρωπο), είναι πολύ όμορφο και επιβεβαιώνει με το κελάηδημά του τον ερχομό της άνοιξης. Το χρώμα του είναι βαθύ γκρίζο ή καστανό-καφέ με γκρίζες βούλες και ραβδώσεις στο λαιμό και στην κοιλιά, ανάλογα με την ηλικία του. Τρέφεται κυρίως με έντομα, έχοντας μεγάλη αδυναμία στην κάμπια του πεύκου, ενώ λέγεται ότι του αρέσει πολύ κι ένα φυτό που βγάζει μπλε άνθος την άνοιξη, το λεγόμενο «φαΐ του κούκου» ή «σταφύλι του κούκου». Σπανίζει ακόμα και σε πολύ ορεινές περιοχές, αφού και ο πληθυσμός του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Στη μικρή αυτή πληθυσμιακή του κατάσταση, που κι αυτή συνεχώς μειώνεται, πιστεύεται ότι συμβάλλουν δύο παράγοντες: Τα χημικά φυτοφάρμακα που εξοντώνουν τα έντομα και η μοναχική του ζωή, που παίζει ρόλο στην αναπαραγωγή του.

"Το φαΐ του κούκου"

     Λόγω της σχέσης του με την άνοιξη και των άλλων ιδιαιτεροτήτων του, έχει θέση και στο δημοτικό τραγούδι, στα παιδικά παραμύθια και τραγούδια, στη λαογραφία, στη λογοτεχνία. Γνωστό και το ρολόι τοίχου με τ’ όνομά του, αφού ορισμένα έχουν για ήχο τη φωνή του: Κάθε ώρα και στα μισάωρα ανοίγει ένα «παραθυράκι» του ρολογιού, βγαίνει ένας «κούκος» και φωνάζει τόσες φορές «κούκου», όσο δείχνουν και οι δείχτες!
     Ο κούκος είναι μοναχικό και «τεμπέλικο» πουλί, όπως μας έλεγαν οι γονείς μας και οι παππούδες μας. Δεν φτιάχνει το ίδιο φωλιά να γεννήσει τα αυγά του, αλλά τα γεννάει και τα αφήνει σε φωλιές άλλων πουλιών! Αυτό και μόνο φτάνει να τον χαρακτηρίσει τεμπέλη! Γνωρίζει και επιλέγει τις κατάλληλες και για το δικό του μέγεθος και, το κυριότερο, τα αυγά του να έχουν μεγάλη ομοιότητα και το μέγεθος με αυτά των «θετών» γονέων των νεοσσών του! Όταν βρει την κατάλληλη ευκαιρία, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τα αφήνει και όχι όλα μαζί, αλλά ένα σε κάθε ξένη φωλιά! Εκεί εκκολάπτουν και φροντίζουν τα νεογέννητα οι «θετοί» γονείς τους, οι οποίοι, συνήθως, δεν αντιλαμβάνονται εύκολα την απάτη. Όσο, όμως, τα μικρά μεγαλώνουν και αποκτούν πούπουλα και είναι διαφορετικά των άλλων νεοσσών, δεν τα φροντίζουν ιδιαίτερα(!) και ίσως να πεθαίνουν σε μικρή ηλικία. Επίσης, δεν είναι και τελείως ασυνήθιστο οι θηλυκοί κούκοι να τρώνε τα αυγά των άλλων πουλιών, στις φωλιές που πάνε να γεννήσουν τα δικά τους! Θεωρείται βέβαιο δε, πως για κάθε αυγό που αφήνει σε μια φωλιά, «πετάει» ή τρώει κι ένα από τα υπάρχοντα μέσα σ’ αυτή! Η μοναχική ζωή του άγριου πτηνού φαίνεται κι εδώ, αφού όταν εκκολαφθούν δύο αυγά κούκου στην ίδια φωλιά, ο ένας νεοσσός προσπαθεί να εκδιώξει τον άλλον! Την παρασιτική συμπεριφορά και αναπαραγωγή του, παρατήρησε και κατέγραψε πρώτος ο Αριστοτέλης.
     Δεν πρέπει, ίσως, να κατηγορούμε το συμπαθέστατο και αγαπημένο αυτό πουλί για  «τεμπέλη» ή για «αδιάφορο» και «κακό γονιό», αφού φαίνεται ότι η φύση έχει προνοήσει γι’ αυτό: Η κατασκευή του ράμφους του είναι παρόμοια με του γερακιού και μπορεί με αυτή να δυσκολεύεται να θρέψει τα «παιδιά» του, γιατί δεν τρέφεται με σάρκες ζώων.
 
Λαϊκές δοξασίες
 
-  Μια λαϊκή δοξασία θέλει τα αυγά του κούκου να εκκολάπτει και ν’ ανατρέφει η κουκουβάγια (νταντά του κούκου)!
-  Άλλες δοξασίες τον θέλουν να μεταναστεύει στις… πλάτες άλλων πουλιών (ως τεμπέλης!), των «κουκάλογων».
-  Σύμφωνα με μια τρίτη, ο κούκος είχε ένα μικρό αδελφό που τον έχασε μια μέρα, όταν έπαιζαν κρυφτό. Νομίζοντας πως ο αδελφός του κρύβεται ακόμα, εξακολουθεί να του φωνάζει «κούκου-κούκου». Ατόφιο το κάλεσμα αυτό του πουλιού έχει περάσει σε παιχνίδια των παιδιών, π.χ. το «κρυφτούλι»!
-  Εκείνος που θα ακούσει πρώτος την φωνή του την άνοιξη, κινδυνεύει να του συμβεί κάποιο κακό ή να χάσει και τη δική του φωνή!
-  Για τον ίδιο λόγο (για να μην χάσουμε τη φωνή μας) δεν τον «κοροϊδεύουμε» (δεν επαναλαμβάνουμε τη φωνή του) και να μας ακούσει!
-  Όταν η μετεωρολογία βασιζόταν σε πρακτικές και εμπειρικές παρατηρήσεις, οι κτηνοτρόφοι περίμεναν να «λαλήσει ο κούκος» για ν’ ανέβουν με τα κοπάδια τους στα βουνά, αφού τότε «γυρίζει» οριστικά ο καιρός στο καλοκαίρι.

- Μετράμε τις φορές που θα λαλήσει κούκος και όσες είναι οι λαλιές του, τοσα χρόνια θα ζήσουμε! Το μέτρημα προτιμάμε να γίνεται στην καρδιά της άνοιξης, που, συνήθως, ακούγεται πολλές φορές (πάνω από εκατό)!
 
Παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις
 
-  Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.
-  Μόνος σαν τον κούκο.
-  Έμεινε σαν τον κούκο.
-  Έμεινε κούκος.
-  Τρεις κι κούκος.
-  Ένας κούκος μοναχός.
-  Τρεις κούκοι.

-  Του στοίχισ' ο κούκος αηδόνι.
-  Σου κάνει κούκου (σεξουαλικό υπονοούμενο).

-  Τον άκουσε τον κούκο (σεξουαλικό υπονοούμενο - το λέμε κυρίως για έφηβους που νοιώθουν τα πρώτα ερωτικά τους σκιρτήματα). Τους κάπως προχωρημένης ηλικίας τους... χαρακτηρίζει άλλο "πουλί", αν εξακολουθούν να ειναι "ζωηροί": "Το λέει ακόμα η περδικούλα του"!
-  Στη φωλιά του κούκου (εδώ υπονοούμε μια «πηγή» κακού, ανάλογη με την υπόθεση του ομώνυμου έργου -μυθιστορήματος- του Τσέχου Μίλος Φόρμαν).
-----------------------------------
Πηγές:
-  Εγκυκλοπαίδεια ΓΙΟΒΑΝΗ
-  Διαδίκτυο
 
Εικόνες:
Διαδίκτυο
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 13.5.2022