Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Προσκύνημα στο Μυστρά

Ερείπια και το κάστρο του Μυστρά στην κορυφή του λόφου

Περιεχόμενα:

Σύντομος πρόλογος-εκκίνηση
Άφιξη, περιήγηση
Επίσκεψη στον Καιάδα
Ολιγόλεπτη περιήγηση στην πόλη της Σπάρτης
Σύντομη ιστορική αναδρομή
----------------------

Σύντομος πρόλογος-εκκίνηση

     Ιδιαίτερα αγαπημένος ο αρχαιολογικός χώρος του Μυστρά και όχι για έναν μόνο λόγο. Τον επισκέφθηκα πρώτη φορά όταν υπηρετούσα στο στρατό, στο Κέντρο Μεταφορών στο Ξηροκάμπι, λίγα χιλιόμετρα μετά τη Σπάρτη, προς το Γύθειο. Τον επισκέφθηκα πάλι με τη σύζυγό μου, στο γαμήλιο ταξίδι μας. Και δεν είναι μόνο οι νοσταλγικές επισκέψεις. Πάντα τα συναισθήματα είναι έντονα, λόγω της ιστορίας του, με «αποκορύφωμα» τον τελευταίο Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που στέφθηκε εκεί. Κι είναι ακόμα ένας λόγος: Διωκόμενοι κάτοικοί του/οικογένειες από τούρκους κατακτητές, ήλθαν κι εγκαταστάθηκαν στο χωριό μου -το Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων-, στο οποίο η οικονομική τους δύναμη έφερε μεγάλη άνθηση. Αυτός ήταν και ο λόγος που μια από τις συνοικίες του στις οποίες διέμειναν, το Μεσοχώρι, ονομάσθηκε και «Αρχοντομαχαλάς».
     Δικαιολογημένα, λοιπόν, η πρόταση του εξαδέλφου Παναγιώτη για την ημερήσια εξόρμηση υιοθετήθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη και με ενθουσιασμό.
     Αν και στα μέσα του Οκτώβρη, τη ξημέρωμα της προγραμματισμένης ημέρας έμοιαζε περισσότερο ανοιξιάτικο, αφού
«καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι»,
φτιάχνοντας περισσότερο τη διάθεση όλων  μας!
     Από τα πρώτα κιόλας χιλιόμετρα του λεωφορείου, άρχισαν τα κεράσματα, με χίλια δυο καλούδια! Είναι από τις στιγμές που ακούγονται και οι περισσότερες αντιρρήσεις, λόγω «δίαιτας», του τύπου «τραβάτε με κι ας κλαίω»(!), στις οποίες οι απαντήσεις δίνονται πάντα στερεότυπες: «Από Δευτέρα δίαιτα»! Μαζί με τα κεράσματα ήρθαν και οι γνωριμίες, που στα ταξίδια με το ΙΧ έχει χαθεί αυτή η όμορφη κοινωνική συνεύρεση και επικοινωνία που γίνεται στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αρκετοί ήταν εκείνοι που μίλαγαν για κοινούς γνωστούς κι έτσι οι οικειότητες ζεστάθηκαν πολύ γρήγορα.
     Κάποιοι συνταξιδιώτες μας, που δεν γνώριζαν τη διαδρομή, μας ρωτούσαν συχνά για τα μέρη που περνούσαμε. Με προθυμία ανταποκρινόμαστε και τους παρείχαμε πληροφορίες, σε ρόλο ξεναγού. Προχωρώντας και αντικρίζοντας τα βουνά του Ταΰγετου, διημείφθη ευρεία συζήτηση για τον καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, αφού ο ίδιος τον επέλεξε για τελευταία του κατοικία. Λίγο πριν φτάσουμε στον προορισμό μας, τα μάτια όλων μας μαγνήτισαν τα πολλά και μεγάλα καλάμια στις όχθες του ποταμού Ευρώτα, που χρησίμευαν για τα στρώματα των αρχαίων Σπαρτιατών πολεμιστών, ως ένας από τους τρόπους λιτότητας, εκπαίδευσης και άσκησής τους.

Άφιξη, περιήγηση

     Η ξεναγός μας περίμενε στο προκαθορισμένο σημείο και η ξενάγηση άρχισε από τα ψηλότερα σημεία της ιστορικής καστροπολιτείας. Η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη και τα βλέμματά περιπλανιόνταν αχόρταγα το Λακωνικό κάμπο και τη Σπάρτη που απλωνόταν στα πόδια μας. Τότε μια κυρία της παρέας μας, άρχισε να σιγοτραγουδάει το τραγούδι «κάποια γιορτή», των Στέλιου Φωτιάδη-Κυριάκου Ντούμου, με ερμηνεύτρια τη Γλυκερία, που σιγοσυνοδέψαμε όλοι μας, διακόπτοντας την ξεναγό, παρασύροντάς την κι αυτή στους στίχους και στις νότες!
«Κάποια γιορτή, κάποιο μπαλκόνι κάποιο Μάρτη
και την αγάπη να ξυπνάει στο Μυστρά,
πάνω στο κάστρο αγναντεύοντας τη Σπάρτη
και τον Ευρώτα να κυλάει σαν τη χαρά».

«Αγναντεύοντας τη Σπάρτη»!…

     Πρώτος μεγάλος σταθμός στην ξενάγησή μας, η μονή της Του Θεού Σοφίας, στην άνω πόλη, λίγο κάτω από το κάστρο. Ένα από τα πάμπολλα μοναστήρια και εκκλησίες του Μυστρά με πολλές φθορές και χωρίς να λειτουργεί. Μεγάλες φθορές έχουν υποστεί και οι τοιχογραφίες. Ανάμεσα στις σωζόμενες παραστάσεις, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απεικόνιση του ένθρονου Χριστού στη μεσαία  κόγχη του Ιερού Βήματος, στο σημείο που σε όλες σχεδόν τις εκκλησίες απεικονίζεται η Πλατυτέρα. Ο ναός οικοδομήθηκε τον 14ο αιώνα, από τον πρώτο δεσπότη του Μυστρά, Μανουήλ Κατακουζηνό. Στον προαύλιο χώρο βρίσκονται δύο πηγάδια, απαραίτητα για την άρδευση και ύδρευση της μονής στην ακμή της. Από εκεί θαυμάσαμε και τα παλάτια των δεσποτών λίγο πιο κάτω, τα οποία δεν είναι προσβάσιμα, λόγω εργασιών συντήρησης.
    
Με τα πρώτα λόγια της ξεναγού, θυμήθηκα τη σχολική έκθεση της μεγάλης μας κόρης, με θέμα «μια επίσκεψη σε αρχαιολογικό χώρο», που πραγματικά συνέπεσε μετά από επίσκεψή μας στο συγκεκριμένο χώρο. Έγραφε, λοιπόν: «[…]Σαν μπήκαμε, μετά τον έλεγχο των εισιτηρίων, με ξάφνιασε μια μεγάλη πελεκημένη πέτρα που άρχισε να μιλάει! “Να μπορούσατε να φανταστείτε ποια ήταν η θέση μου εδώ κάποτε, ίσως καταλαβαίνατε πολλά περισσότερα, απ’ όσα έχετε διαβάσει κι απ’ όσα ακούτε από την ξεναγό σας![…]
».  


Η αγία Σοφία
Τα παλάτια των δεσποτών

     Μια ημερήσια εκδρομή δεν σου δίνει και πολύ μεγάλη ευχέρεια να επισκεφθείς όλο τον αρχαιολογικό χώρο, γι’ αυτό και χωρίς χρονοτριβή κατηφορίσαμε προς τον επόμενο σταθμό, τη μονή αγίων Θεοδώρων, όπου και εδώ οι φθορές είναι εμφανέστατες και εργασίες επισκευής και συντήρησης είναι σε εξέλιξη από την Ε΄ Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Οι άγιοι Θεόδωροι

 
    
Βλέποντας ο επισκέπτης τα τόσα κυπαρίσσια στον ιστορικό και ιερό αυτό αρχαιολογικό χώρο, η σκέψη του αυθόρμητα οδηγείται στο θρύλο για το «κυπαρίσσι του Μυστρά», που ήταν και κείμενο στο παλαιό αναγνωστικό της ΣΤ΄ δημοτικού. Λέει αυτός ο θρύλος, λοιπόν:
   
     «Όταν οι τούρκοι ήταν ακόμη στον τόπο μας, ένας πασάς πήγε μια μέρα στην κορυφή του λόφου του Μυστρά να πάρει αέρα. Εκεί είχε δώσει διαταγή στους δούλους του να του ψήσουν ένα αρνί στη σούβλα, που την έφτιαξαν από ένα κορμό μικρού κυπαρισσιού. Είχε μαζί του κι ένα νεαρό Έλληνα βοσκό ο πασάς, που τον υπηρετούσε. Όταν το αρνί ψήθηκε και κάθισε να φάει, το Ελληνόπουλο αναστέναξε.
     «Τι έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε ο πασάς.
     «Πώς να μην αναστενάζω, πασά μου, όταν ξέρω ότι ο ωραίος αυτός τόπος με τα τρεχούμενα νερά, τον κάμπο και τα βουνά ήταν δικά μας κι εσείς μας τα πήρατε».
     «Έτσι ήθελε ο Αλλάχ», ήταν η απάντηση του πασά.
     «Μα όχι για πάντα, πασά μου, γιατί κάποτε θα ξαναγίνουν δικά μας!».
     Τότε ο πασάς θύμωσε πολύ κι άρπαξε τη μισοκαμένη ξύλινη σούβλα και την έμπηξε στη γη.
     «Όταν αυτό το καμένο ξερόκλαδο βγάλει κλαδιά και φύλλα, τότε μπορείς να ελπίζεις ότι ο τόπος αυτός θα ξαναγίνει δικός σας», απάντησε ο πασάς με πολύ οργή.
     Την άλλη μέρα το πρωί εκείνο το ξερόκλαδο από το κυπαρίσσι έβγαλε κλαδιά και φύλλα! Σιγά-σιγά μεγάλωσε κι έγινε το μεγαλύτερο κυπαρίσσι του κόσμου. Ο νεαρός βοσκός που πολέμησε για την απελευθέρωση της Ελλάδας, έφερνε τα παιδιά του και τα εγγόνια του κάτω από το κυπαρίσσι και τους έλεγε πώς αυτό φύτρωσε και μεγάλωσε».
     Το τελευταίο χρονολογικά μοναστήρι στο Μυστρά είναι η Παντάνασσα.  Κτίστηκε λίγο πριν τη άλωση (1428), από τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο του Δεσποτάτου Ιωάννη Φραγκόπουλο. Κατέχει περίοπτη θέση, στο κεντρικό σημείο της ανατολικής πλαγιάς της καστροπολιτείας, διατηρείται καλύτερα απ' όλα τ’ άλλα μνημεία και είναι το μοναδικό στο οποίο εγκαταβιώνουν μοναχές. Συνδυάζει τρίκλιτη βασιλική στο ισόγειο και σταυροειδή πεντάτρουλο στον όροφο. 
     Αποτελεί εξαίρετο συνδυασμό βυζαντινών και δυτικών στοιχείων, με πιο έντονες τις φράγκικες επιδράσεις στο εντυπωσιακό τετραώροφο καμπαναριό της. Χαρακτηριστική και η περίτεχνα σκαλισμένη πρόσοψη της μονής και η ανάγλυφη κεραμοπλαστική της, αποτελούν σημαντικό αξιοθέατο.Τα γλυπτά του ναού ποικίλλουν ως προς την τεχνοτροπία και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα κιονόκρανα, τα επιθήματα και η πύλη που οδηγεί από το νάρθηκα στο ναό. Οι τοιχογραφίες των θόλων και των υπερώων έχουν υψηλή ποιότητα και ξεχωρίζουν για τη δύναμη του χρώματος.

Η Παντάνασσα

     Λίγο πιο κάτω,  η μονή αγίου Δημητρίου, η Μητρόπολη, στην οποία στέφθηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, το 1449. Το καθολικό της μονής είναι σε καλύτερη κατάσταση από τις την αγία Σοφία και τους αγίους Θεοδώρους και λειτουργεί τρεις φορές το χρόνο: την 29η Μαΐου, ημέρα της επετείου της αλώσεως, όπου συχνά παρευρίσκεται και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στη μνήμη του αγίου Δημητρίου (26 Οκτώβρη) και στους τέταρτους χαιρετισμούς.
     

Ο άγιος Δημήτριος
Το σημείο όπου έγινε η στέψη του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου
στον άγιο Δημήτριο

Ο άμβωνας και φθαρμένες τοιχογραφίες στον άγιο Δημήτριο

Η σαρκοφάγος στον αύλειο χώρο της Μητρόπολης

    
Λέγεται ότι η στέψη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου έγινε κάτω ακριβώς από τον παντοκράτορα του τρούλου, στο σημείο του δαπέδου που βρίσκεται σε σκαλισμένο μάρμαρο ο δικέφαλος αετός, σύμβολο των Παλαιολόγων και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μια σε καλή κατάσταση σαρκοφάγος στον αύλειο χώρο, με παραστάσεις των  θεών Διονύσου και Πάνα να χορεύουν, χρησιμοποιήθηκε μεταγενέστερα και ως κρήνη(!), όπως μαρτυρεί μια τρύπα στο πλάι της, στο κάτω μέρος.


Επίσκεψη στον Καιάδα

     Η μαγεία μας είχε απορροφήσει και καμία «βιοτική μέριμνα» δεν μας απασχολούσε. Ο υπεύθυνος της εκδρομής, όμως, μας ενημέρωσε ότι είχαμε ήδη απόκλιση από το πρόγραμμα, η ώρα ήταν περασμένη και στο εστιατόριο το οποίο είχε επιλεγεί για το γεύμα στο χωριό Τρύπη, στους πρόποδες του Ταϋγέτου, μας περίμεναν για φαγητό. Ίσα-ίσα που μας δόθηκε λίγος χρόνος για επίσκεψη στο μουσείο, ρίχνοντας «μια ματιά» στα εκθέματα.
     Φάνηκε κι εδώ η αρτιότητα της οργάνωσης της εκδρομής, αφού λίγα μέτρα μετά το χωριό αυτό ευρίσκεται το βάραθρο του Καιάδα, στο οποίο διδαχθήκαμε ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πέταγαν τα βρέφη που γεννιούνταν με προβλήματα αναπηρίας. Πρόσφατες έρευνες όμως απέδειξαν ότι τα ανθρώπινα οστά που βρέθηκαν εκεί ήταν ενηλίκων, πιθανότατα εγκληματιών και άλλα κατά πολύ μεταγενέστερα, πιθανότατα από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, καταρρίπτοντας έτσι το μύθο που προκαλεί αποτροπιασμό. Βιαστική κι εδώ η επίσκεψη αφού πλησίαζε το βράδυ και ο οδηγός του λεωφορείου άρχισε να κορνάρει.

Το βάραθρο του Καιάδα, κοντά στο χωριό Τρύπη

Ολιγόλεπτη περιήγηση στην πόλη της Σπάρτης

     Το μικρό χρονικό διάστημα που απέμεινε μέχρι την αναχώρησή μας, ορισμένοι αξιοποίησαν σ’ έναν καφέ στην Κεντρική πλατεία της Σπάρτης. Η μικρή παρέα μας προτίμησε μια σύντομη περιήγηση στην πόλη, όπου περνώντας από την οδό Λυκούργου, «ξανάζησα» τη στρατιωτική παρέλαση εκεί, το 1980! Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στο άγαλμα του Λεωνίδα, ως ελάχιστη απότιση φόρου τιμής στο Σπαρτιάτη βασιλιά και στο «μολών λαβέ» στις Θερμοπύλες, όπου παρέμεινε αταλάντευτα προσηλωμένος στα «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».

Ο βασιλιάς Λεωνίδας

     Ένα ακόμα σημείο που εντυπωσίασε την ολιγομελή παρέα μας, ήταν η μεγάλη μαρμάρινη πλάκα, κοντά στο κέντρο της πόλης, στην οποία αναγράφονται τα ονόματα όλων των Λακεδαιμόνων Ολυμπιονικών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα! «Η πατρίς ευγνωμονούσα», είπε ο Παναγιώτης και όλοι συμφωνήσαμε μαζί του, με συναισθήματα συγκίνησης.

«Η πατρίς ευγνωμονούσα»:
 Τα ονόματα των Λακεδαιμόνιων Ολυμπιονικών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα! 

     Είχε ήδη πέσει νύχτα, και πραγματικά αναβαπτισμένοι και φορτωμένοι συναισθήματα, επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο, παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής.


Επιγραμματική ιστορική αναδρομή

     Μετά την πρώτη σταυροφορία (1204), το ενδιαφέρον του Βυζαντίου μετατοπίστηκε προς τις δυτικές επαρχίες του (Βενετία, Γένοβα κ.ά.), αναβαθμίζοντας έτσι τη σημασία των εμπορικών κέντρων της Πελοποννήσου. Λίγα χρόνια μετά (1249), στην απότομη και στρατηγικής σημασίας κορυφή του κωνοειδούς απομονωμένου από τον υπόλοιπο Ταΰγετο λόφου, στο ανατολικό μέρος της οροσειράς, προς την αρχαία Σπάρτη, ο πρίγκιπας των Φράγκων Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος, έκτισε ισχυρό τείχος και κάστρο, εδραιώνοντας έτσι την κυριαρχία του στην περιοχή. Η ονομασία «Μυστράς»  προέρχεται από το ίδιο το ύψωμα, το οποίο ονομαζόταν «Μυζηθράς», πιθανότατα ένεκα του σχήματος.
     Το 1259 οι Φράγκοι ηττήθηκαν  και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος συνέλαβε τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο, με αποτέλεσμα την παραχώρηση των κάστρων του Μυστρά και άλλων περιοχών στο Βυζάντιο. Η πόλη αναπτύχθηκε ταχύτατα και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κατά τον 13ο-15ο αιώνα.
     Το 1429 δημιουργήθηκε ένα δεύτερο δεσποτάτο στο Μοριά, με έδρα τη Γλαρέντζα, ηγέτης του οποίου ορίστηκε ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ενώ το 1430 ιδρύθηκε και τρίτο, με έδρα τα Καλάβρυτα, με δεσπότη τον Θωμά Παλαιολόγο, αδερφό του Κωνσταντίνου και του Θεόδωρου Β΄ Παλαιολόγου. Το «Αρχοντικό της Παλαιλογίνας» στα Καλάβρυτα υπήρξε παλάτι των Παλαιολόγων, όπως προκύπτει και από έρευνες του έγκριτου  δημοσιογράφου κ. Ιωάννη Αγαπητού.  
     Αργότερα ο Μυστράς, και γενικότερα η Πελοπόννησος, γνώρισε νέα οθωμανική επιδρομή. Ακολουθούν εμφύλιες συγκρούσεις των δεσποτών. Λίγα χρόνια μετά την άλωση και την κατάληψη της περιοχής από τους τούρκους, στις 30 Μαΐου 1460, ο Δημήτριος Παλαιολόγος παρέδωσε χωρίς μάχη τον Μυστρά στους Οθωμανούς και πιθανότατα ο ίδιος προσκολλήθηκε στην αυλή του σουλτάνου.
     Όλος ο Αρχαιολογικός χώρος του Μυστρά έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESKO.
===============
Πηγές:
-  Πληροφορίες από την ξεναγό
-  Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ
-  Βικιπαίδεια

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.10.2019
( Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε   ΕΔΩ )

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019


Για τους μικρούς μας φίλους (και όχι μόνο)
Ο βασιλιάς Μίδας* και το χρυσάφι


     Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας πολύ πλούσιος βασιλιάς που τον έλεγαν Μίδα. Μα όσο πλούσιος κι αν ήταν, όσο χρυσάφι κι αν είχε, πάντα ήθελε περισσότερο, γι’ αυτό και ποτέ του δεν ήταν ευχαριστημένος.
      Ένα πρωί με το που ξύπνησε, του ήρθε μια ιδέα: Να παρακαλέσει τους θεούς, ό,τι πιάνει στα χέρια του να γίνεται χρυσάφι! Χωρίς να χάσει καιρό, λοιπόν, έταξε δώρα στους θεούς και συνέχεια προσευχόταν να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του. Ο θεός Διόνυσος άκουσε την προσευχή του και ήθελε να του πραγματοποιήσει την επιθυμία.
     «Πρόσεξε, όμως», του είπε ο θεός. «ότι πιάνεις και γίνεται χρυσάφι, δεν θα μπορεί να ξαναγίνει όπως ήταν πριν!».
     «Αυτή είναι η επιθυμία μου», απάντησε ο άπληστος βασιλιάς στο θεό.
     «Από αύριο πρωί, λοιπόν, με το που θα βγει ο ήλιος, ότι πιάνεις με τα χέρια σου, θα γίνεται χρυσάφι», του υποσχέθηκε ο θεός Διόνυσος.
     Πού να κοιμηθεί όλη τη νύχτα ο απερίσκεπτος βασιλιάς Μίδας από τη χαρά του και την αγωνία του! Με το που φάνηκε ο ήλιος στην ανατολή, βγήκε γρήγορα από το παλάτι κι άρχισε να πιάνει διάφορα αντικείμενα: λουλούδια, πέτρες, ξύλα, σίδερα και πολλά ακόμα. Την ίδια στιγμή όλα αυτά γίνονταν χρυσάφι!
     «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ, φώναξε κατενθουσιασμένος! Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!».
     Σαν ήρθε το μεσημέρι, οι υπηρέτες του τού έφεραν το φαγητό. Μα μόλις άγγιξε του κουτάλι, έγινε αμέσως χρυσό! Το ίδιο και το ψωμί και το πιάτο και το φαγητό που είχε μέσα!
     «Ω! Συμφορά μου», φώναξε! Τί είν’ αυτό που έπαθα! Πώς θα τρώω τώρα;».
     Από τις φωνές του βγήκε ανήσυχη η κόρη του από το πριγκιπικό δωμάτιό της. Μα μόλις εκείνος την άγγιξε να την αγκαλιάσει και να μοιραστεί μαζί της τη δυστυχία του, εκείνη αμέσως μεταμορφώθηκε σε ένα χρυσό άγαλμα! Άρχισε να κλαίει τότε απαρηγόρητος ο Μίδας και να παρακαλεί το θεό Διόνυσο να τον κάνει όπως ήταν πριν κι ας είναι ο πιο φτωχός άνθρωπος του κόσμου! Ο θεός τον λυπήθηκε και πράγματι άκουσε τις προσευχές του.
     «Θα πας στο ποτάμι και θα πλύνεις τα χέρια σου πολύ πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μετά θα πιάσεις ό,τι έγινε χρυσάφι, για να γίνει όπως ήταν πριν», του είπε ο θεός.
     Από την αγωνία του ο Μίδας ξημέρωσε στην όχθη του ποταμού και πολύ πρωί έπλυνε τα χέρια του. Αμέσως μετά έτρεξε στο παλάτι και άγγιξε πρώτα την κόρη του. Εκείνη αμέσως έγινε όπως ήταν πριν και του χαμογελούσε! Γρήγορα, πήγε και άγγιξε κάθε τι που είχε γίνει χρυσάφι και ευχαριστούσε το θεό που τον έκανε κι αυτόν όπως πρώτα.
========================

* «Ο Μίδας και το χρυσάφι» ήταν ένα παραμύθι που μου είχε χαρίσει ο πατέρας μου στα παιδικά μου χρόνια, χωρίς να θυμάμαι το συγγραφέα του.

Σημείωση: Στην Ελληνική μυθολογία, ο Μίδας αναφέρεται ως ένας βαθύπλουτος βασιλιάς της Φρυγίας. Ο Ηρόδοτος τον αναφέρει ως γιο ενός φτωχού αγρότη, του Γόρδιου, που έζησε το 700 π.Χ, περίπου.

Επιμέλεια: Ν.Π., 5.10.2019

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Το πιο νοσταλγικό ταξίδι (διήγημα)




     Καθισμένος στην πολυθρόνα ο παππούς ο Γρηγόρης, κοντά στο καλοριφέρ, νανουρίστηκε από τη θαλπωρή. Στο νανούρισμα «βοήθησε» και η τηλεόραση, που έδειχνε κινούμενα σχέδια και ακουγόταν χαμηλόφωνα. Είχε γείρει το κεφάλι του και τον είχε πάρει λίγο ο ύπνος. Τον ξύπνησαν και ερωτήσεις της εγγονούλας του, της Ασπασίας, που έκανε μισοκοιμισμένη με την κόρη του και μαμά της.
     «Ε, μαμά; Θα είναι ωραίο το ταξίδι που θα κάνουμε σε λίγες μέρες; Τί θα δούμε εκεί που θα πάμε;»
     «Τα όσα θα δούμε σ’ αυτό το ταξίδι, Ασπασία μου, θα είναι τόσα πολλά που δεν θα χορταίνει το μάτι σου!...», ήταν η απάντησή της.
     Τότε ο παππούς γύρισε το βλέμμα του και με τα μισάνοιχτα μάτια του κοίταξε την εγγονούλα του, με συναισθήματα νοσταλγίας. Το μυαλό του πισωγύρισε στα δικά του παιδικά χρόνια, και μέσα στο γλυκοξύπνημα, ξανάκανε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το πρώτο του ταξίδι με τραίνο, που μένει πάντα ολοζώντανο στη θύμησή του...
   Από μέρες πριν η μάνα του ετοίμαζε τα ρούχα τους σε μια παλιά ξύλινη βαλίτσα. Εκείνος ήταν μόλις έξι χρονών τότε και με τί λαχτάρα το περίμενε εκείνο το ταξίδι στην Αθήνα! Μια «δυσλειτουργία του εντέρου», όπως άκουσε από το στόμα του γιατρού, έβαλε τους γονείς του σε μεγάλες περιπέτειες: Στο άγχος και στις στενοχώριες του μονάκριβου Γρηγόρη τους, ήρθε να προστεθεί κι ο γολγοθάς ενός ταξιδιού για «περαιτέρω διερεύνηση» σε νοσοκομείο της πρωτεύουσας. Τί καταλάβαινε από όλα αυτά εκείνος, όμως, αφού μια τέτοια εμπειρία θα τού ήταν πρωτόγνωρη και τίποτ’ άλλο δεν τον απασχολούσε!
     Κρατώντας η μάνα του στο ένα χέρι τη βαλίτσα και στο άλλο το γιό της, κατηφόρισαν εκείνο το πρωινό για την πλατεία του χωριού, που θα πέρναγε το τοπικό λεωφορείο για την Πάτρα. Λίγο πριν είχαν χαιρετίσει τους παππούδες, που τα μάτια τους ήταν δακρυσμένα και η φωνή τους πνιγμένη:
     «Γρήγορα και με το καλό να ξανάρθετε!», ήταν η ευχή τους. Προβληματισμένοι όλοι τους για την υγεία του παιδιού, δεν μπορούσαν να κρύψουν την αγωνία τους. Ο Γρηγόρης, όμως, τίποτα δεν καταλάβαινε από όλα αυτά και άλλοτε χοροπήδαγε στο δρόμο για την πλατεία, άλλοτε τραγουδούσε κι άλλοτε αφηνόταν από το χέρι της μητέρας του να τρέξει προς την πλατεία. Τους συνόδεψε και ο πατέρας μέχρι εκεί, που κι αυτού η αγωνία δεν κρυβόταν. Μετέφερε κι αυτός τη βαλίτσα να ξεκουράσει την γυναίκα του κι έμεινε μαζί τους μέχρι που ήλθε το λεωφορείο. Προσπαθούσαν όλες οι κουβέντες να είναι «κρυπτογραφημένες», για να μην βάζουν σε μεγαλύτερες ανησυχίες και το παιδί τους.
     Από τη στιγμή που το λεωφορείο ξεκίνησε, ο Γρηγόρης στεκόταν όρθιος και κρατιόταν γερά από το μπροστινό κάθισμα και κοίταζε αχόρταγα έξω, για να μη χάσει ούτε στιγμή και να μην του ξεφύγει το παραμικρό από τη διαδρομή. «Μάνα, τί είν’ τουτο;», «τί είν’ κείνο», «κι αυτό τί είναι;», ρώταγε και ξαναρώταγε στο κάθε τι που έβλεπε για πρώτη φορά και τον εντυπωσίαζε. Μα κι όταν είδε τη θάλασσα, εκεί να έβλεπες χαρές και απορίες!
     Η συνέχεια με το τραίνο ήταν πιο μαγευτική. Ο ανοιξιάτικος καιρός ήταν ο καλύτερος σύμμαχός τους και η μυρωδιά της θάλασσας που έφτανε στη μύτη του στο σταθμό, τού άρεσε πολύ κι έπαιρνε βαθειές εισπνοές να τη χορτάσει! Μελίσσι κι ο κόσμος που περίμενε κι αυτός, και ο βόμβος από της κουβέντες τους του θύμιζε τις δέκα –δώδεκα κυψέλες μελισσών που είχαν στο σπίτι τους. Τού έδινε την εντύπωση ότι βρισκόταν και ο ίδιος στην είσοδο μιας μεγάλης και ανοιχτής κυψέλης! Οι αχθοφόροι με τις αποσκευές των ταξιδιωτών επάνω στα καροτσάκια τους με τις τρεις ρόδες, βάδιζαν γρήγορα σπρώχνοντάς τα, για να προλάβουν να τους εξυπηρετήσουν όλους και να κερδίσουν περισσότερα χρήματα. Ένα μεγάλο καράβι που ξεκίναγε εκείνη των ώρα από το λιμάνι σφύριξε δυνατά και ο Γρηγόρης κόλλησε στην αγκαλιά της μάνας του από το φόβο του! Μόλις εκείνη του εξήγησε τί είναι, την τράβαγε από το χέρι να πάνε κοντά να το δούνε! Ήταν θέμα λίγων λεπτών η άφιξη του τραίνου, όμως, κι αυτό του στέρησε την μοναδική αυτή εμπειρία.
     Σε λίγο ακούστηκε από μεγάλα «χωνιά» του σταθμού μια αντρική φωνή να λέει:
     «Η αμαξοστοιχία Κυπαρισσία-Πάτρα-Κόρινθος-Αθήνα πλησιάζει στο σταθμό μας. Παρακαλούνται οι επιβάται να είναι έτοιμοι, γιατί θα αναχωρήσει αμέσως»!
     Αμέσως ακούστηκε και το σφύριγμά του από μακριά και η καρδιά του Γρηγόρη άρχισε να χτυπάει γρήγορα και δυνατά. Η στιγμή της πρωτόγνωρης εμπειρίας έφτανε!
     Το στριμωξίδι μέχρι ν’ ανέβουν τις σκάλες του και να βρουν τη θέση τους κάπου στη μέση του βαγονιού, ήταν άνευ προηγουμένου. Η δική του θέση του στο παράθυρο «κατοχυρωμένη», που κι εκεί, σε όρθια θέση πάντα, το βλέμμα του περιπλανιόταν ασταμάτητα.
     Ένα μακροσκελές σφύριγμα και το τραίνο ξεκίνησε! Πολύ σιγά στην αρχή, μα η ταχύτητά του όλο και γινόταν μεγαλύτερη. Όσο κι αν τον νανούριζαν το κούνημα και ο ρυθμικός θόρυβος «τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ», τα συνεχή σφυρίγματα και το κάθε τι που «έφευγε» προς τα πίσω πολύ γρήγορα, τον ξαγρυπνούσαν. Ένας κύριος με μπλε-κόκκινη στολή και «καπέλο» που μπήκε σε λίγο να ελέγξει τα εισιτήρια, έλεγε σε όλους πως σε λίγο θα φτάσουν στο Αίγιο και όσοι θα κατέβουν εκεί να ετοιμαστούν. Πέρασε αρκετή ώρα όμως, έτσι του φάνηκε του Γρηγόρη, για να σταματήσουν εκεί.
     Σε κάθε σημείο που ο «δρόμος» του τραίνου, όπως παραστατικά έκανε με τους δείκτες των χεριών του τις σιδηρογραμμές ο Γρηγόρης, συναντιόταν «σταυρωτά» με τα αυτοκίνητα. Κάτι «μακριά-μεγάλα, βαμμένα άσπρα και κόκκινα ξύλα», με κόκκινες σημαίες που ανέμιζαν από τον αέρα, έκλειναν το δρόμο των αυτοκινήτων. Εκείνα σταματούσαν μέχρι να περάσει και το τελευταίο βαγόνι.
    «Μάνα, είδες που τ’ αυτοκίνητα σταματάνε για να περάσουμε εμείς; Γιατί; Είμαστε καλύτεροι;»!
    «Ναι», του απάντησε εκείνη, με την κλίση του κεφαλιού της και με χαμόγελο.
     Άλλο μελίσσι κόσμος στον επόμενο σταθμό, στο Αίγιο, κι ανάμεσά τους κάποιοι άνθρωποι με άσπρο «σακάκι», κρατούσαν στα χέρια τους ένα δίσκο γεμάτο με ψημένα σουβλάκια και φέτες κάτασπρο ψωμί.
    «Σουβλάκια! Φρέσκα, πεντανόστιμα, καλοψημένα και ζεστά σουβλάκια» φώναζαν!
     Άλλοι πάλι κρατούσαν δίσκους με γλυκίσματα και λιχουδιές για τους ταξιδιώτες και με τον ίδιο τρόπο ο καθένας τους διαλαλούσε τα προϊόντα του. Οι περισσότεροι επιβάτες κρεμάστηκαν στα παράθυρα του τραίνου να πάρουν κάτι.
    «Σουβλάκι, μάνα! Σουβλάκι! Θέλω σουβλάκι!», παρακαλούσε και ξαναπαρακαλούσε ο Γρηγόρης, αλλά οι οδηγίες του γιατρού δε το επέτρεπαν. Τα κλάματα ήρθαν γρήγορα, μα η μάνα του δεν ενέδωσε, όσο κι αν την έσφαζε η λαχτάρα του παιδιού της. Έβγαλε από μια τσάντα που κρατούσε στα χέρια ένα μεζέ κότα βραστή που είχε πάρει μαζί της, και σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού, να τον «ξεγελάσει» μ’ αυτό. Στον επόμενο σταθμό πάλι τα ίδια και πάλι το κοτόπουλο έδωσε την εναλλακτική λύση.
     «Ά, ρε μάνα! Άμα γίνω καλά, κάθε μέρα σουβλάκια θα σε βάλω να μου ψήνεις», της είπε με παράπονο και αποδίδοντάς της ευθύνη. Εκείνη του απήντησε με ένα χαμόγελο, που, μάλλον, σήμαινε «ναι» στην επιθυμία του.
     Όταν το ταξίδι τελείωσε αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας, κοιμήθηκε πάνω στην καρέκλα του θείου που τους υποδέχθηκε και τους φιλοξενούσε, λίγο μετά που έφτασαν. Λίγες μέρες αργότερα, γύρισαν χαρούμενοι στο χωριό με τη μητέρα του, αφού όλες οι εξετάσεις ήταν καλές. Όλοι χαιρόντουσαν με την αίσια εξέλιξη, μα ο Γρηγόρης νοσταλγούσε όλη αυτή την εμπειρία. Ασταμάτητες και οι παραστατικές διηγήσεις τους στον πατέρα, στον παππού και τη γιαγιά. Πιο πολύ νοσταλγούσε την προετοιμασία και την αναμονή. Αυτή η αναμονή τον έκανε να ονειρεύεται για το τί θα δει και η φαντασία του έφτανε πολύ μακριά. Φανταζόταν πως θα έβλεπε πολλά πράγματα, έτσι όπως τα άκουγε στα παραμύθια, να μαγευτεί στο αντίκρισμά τους. Όμως, κάποιες φορές η πραγματικότητα τον απογοήτευσε!  
     «Το καλύτερο κομμάτι και η μεγαλύτερη χαρά του ταξιδιού, είναι μέχρι ν’ αρχίσει, Ασπασία μου! Αυτή η προετοιμασία και η ευχάριστη αναμονή είναι που έχει τη μεγαλύτερη αξία, γιατί όταν το ταξίδι αρχίσει, μετράει αντίστροφα το τέλος του! ...Ναι, ξεχωριστές οι εμπειρίες κάθε ταξιδιού, αλλά τα ταξίδια της φαντασίας είναι τα καλύτερα!», είπε στην εγγονή του.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 4.10.2019
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε  ΕΔΩ )

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Η σκούπα και διάφορα λαογραφικά της


     Κατασκευασμένη από ειδικούς τεχνίτες ή και από καθέναν που «πιάνει το χέρι του», από την ομώνυμο φυτό η παραδοσιακή σκούπα, το «σάρωθρον» της καθαρεύουσας, είναι το «δεξί χέρι» της νοικοκυράς στην καθαριότητα, αλλά και μέσο προβολής τη αξιοσύνης της. Γνωστό ακόμα και με την ονομασία «καλαμποκιά» το φυτό σκούπα, ο βλαστός του συγγενεύει με την, επίσης γνωστή συνονόματή της, ο καρπός της όμως είναι διαφορετικός, όπως και το ύψος της: Η σκούπα-καλαμποκιά είναι αρκετά πιο ψηλή και ο καρπός της βγαίνει στην κορυφή. Είναι πιο μικρός, διαφορετικού σχήματος (σφαιρικού) και με κόκκινο-καφέ φλοιό. Κι αυτό το καλαμπόκι (η σκούπα), όμως, στην κατοχή έγινε αλεύρι και ψωμί και έσωσε πολύ κοσμάκη από την πείνα.

Το φυτό σκούπα (ή καλαμποκιά) και ο καρπός του
Από το μέρος του βλαστού που καταλήγει στον καρπό
κατασκευάζεται η παραδοσιακή σκούπα

    
Οι προλήψεις που αναφέρονται στη σκούπα και στο σκούπισμα δεν είναι λίγες και, πιθανότατα, διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Στην παρούσα καταγραφή θα επικεντρωθούμε σε προλήψεις στην περιοχή των Καλαβρύτων.
     Δεν επιτρέπεται να σκουπίσουμε όταν κάποιος ετοιμάζεται να ταξιδέψει, αλλά ούτε και πριν φτάσει στον προορισμό του, για να έχει καλό ταξίδι και να φτάσει καλά. Άλλωστε, το σκούπισμα παρόντος του ταξιδιώτη ή του επισκέπτη, έχει την έννοια ότι θέλουμε να τον διώξουμε.
     Αν η σκούπα είναι τοποθετημένη ανάποδα στην είσοδο του σπιτιού, αυτό σημαίνει ότι ο επισκέπτης δεν πρέπει να μπει μέσα (π.χ. αν είναι πρώτη του μήνα ή αν υπάρχει λεχώνα που δεν έχει σαραντίσει).
     Κάποιες φορές είναι και «εργαλείο» ξεματιάσματος(!), ενώ άλλοτε τοποθετείται σε εμφανές σημείο του σπιτιού να αποτρέψει το μάτιασμα, γι' αυτό «επέχει θέσιν» και θαλασσί χάντρας. Γνωστές και οι πολύ μικρές-διακοσμητικές σκούπες που τοποθετούνται την πρωτοχρονιά στην είσοδο των σπιτιών, όπως η «κρεμμύδα» ή το πέταλο, για να φέρει γούρι. Γνωστό και το ημερολόγιο τοίχου σε μια μικρή σκουπίτσα, «για να πάει καλά όλη η χρονιά». Λέγεται, ακόμα, ότι κομμάτια από το χόρτο της γίνονται «εργαλεία» σε μάγια και σε ξόρκια.
     Το νεογέννητο δεν πρέπει να κοιμάται μόνο του, μέχρι να σαραντίσει. Αν κάποιες ανάγκες επιτάσσουν και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά για λίγο, βάζουν δίπλα από την κούνια του τη σκούπα!
     Να σημειωθεί ακόμα ότι τις κατασκευάζουν πολύ συχνά οι νοικοκυραίοι ή οι κτηνοτρόφοι και με άλλα θυσανωτά φυτά, που είναι και περισσότερο ανθεκτικές, π.χ. από σπάρτο. Αυτές τις χρησιμοποιούν για τις ανάγκες καθαριότητας στην αυλή και στο μαντρί. Όσο κι αν η τεχνολογία έχει την αντικαταστήσει με πλαστικές ίνες, ηλεκτρικές ή και σκούπες ρομπότ, η παραδοσιακή σκούπα εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στην καθαριότητα των εξωτερικών χώρων, αστικών και μη περιοχών.

Αυτοσχέδιες σκούπες από σπάρτο

     Αυτό το παραδοσιακό «δεξί χέρι» της νοικοκυράς, είναι και από τα πολύ γνωστά εργαλεία των μαγισσών σε διάφορα παραμύθια.
     Καθημερινό όργανο της καθαριότητας, και με λαογραφικές προεκτάσεις, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να μην αποτελέσει και αντικείμενο παροιμιών ή παροιμιωδών εκφράσεων, π.χ., «του είπε όσα μαζεύει η σκούπα», «η καινούργια σκούπα καθαρίζει καλά, αλλά η παλιά ξέρει ακόμη και τις γωνίες».

=============================


Νίκος Χρ. Παπακωνστανόπουλος, 24.9.2019

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019


Γιορτή ψωμιού στον Πειραιά!

     Πόσες, στ’ αλήθεια, δραστηριότητες, που απαιτούσαν πολύ αγώνα, ήταν όμως «ραχοκοκαλιά» στη ζωή του ανθρώπου μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, συναντάμε σήμερα ως «γιορτές»! Π.χ., γιορτή τσίπουρου, γιορτή κάστανου, γιορτή τρύγου, γιορτή φασολάδας κι ένα σωρό ακόμα! Καθόλου τυχαία, φυσικά, γιατί και τότε είχαν το χρώμα της γιορτής, αφού συμμετείχαν όλοι, πολύ συχνά και τα βρέφη μέσα στην κούνια σε μια άκρη του χωραφιού!  Η συγκομιδή, άλλωστε, ήταν χαρά και γιορτή για το σπίτι, την οικογένεια και την κοινωνία, αφού έφερνε τον πλούτο.
     Μια τέτοια «γιορτή» διοργανώνουν αυτές τις μέρες στο Πασαλιμάνι στον Πειραιά (πλατεία Κανάρη), ο  Σύνδεσμος Αρτοποιών Πειραιώς και Νήσων (Σ.Α.Ν.Π.) και οι «Μύλοι Λούλη». Εκεί, εκτός από την προμήθεια ψωμιού, προσφέρονται δωρεάν στον επισκέπτη και διάφορα αρτοσκευάσματα. Σ’ έναν από του χώρους της έκθεσης, η αλευροβιομηχανία «Λούλη», αναπαριστά σε μικρογραφία τον παραδοσιακό αλευρόμυλο και τη λειτουργία του, σε κατασκευή από ξύλο. Δείτε παρακάτω τις εικόνες και το σύντομο βίντεο. Μπορείτε ακόμα να δείτε σχετικό άρθρο μου στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, ΕΔΩ .
     Σημειώνεται, τέλος, ότι:
     1: Η παρούσα ανάρτηση δεν γίνεται για προβολή/διαφήμιση της προαναφερόμενης αλευροβιομηχανίας, αλλά για την αναφορά στην παράδοση.
     2: Οι  φωτογραφίες και το σύντομο βίντεο που ακολουθούν, είναι με τη σύμφωνη γνώμη των παραγόντων τη έκθεσης.





Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 22.9.2019
(Σύντομο βιογραφικό δείτε ΕΔΩ)

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019


Μια παλιά σχολική τσάντα διηγείται…


Αφιερώνεται στον Πρόεδρο του Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας, κ. Παναγιώτη Φράγκο, που χάρη στο πείσμα του και στους άοκνους αγώνες του, δημιουργήθηκε και λειτουργεί στο χωριό μας ένα από τα λίγα πολυθεματικά Λαογραφικά Μουσεία στην Ελλάδα, το Κέντρο Λαογραφίας και Λειβαρτζινής Παράδοσης (ΚΕ.ΛΑ.ΛΕΙ.ΠΑ.)   


     Η "διήγηση" έγινε σ’ ένα επισκέπτη του λαογραφικού μουσείου κάποιου ορεινού χωριού της Στερεάς Ελλάδος, στο οποίο η γερασμένη σχολική τσάντα αποτελούσε έκθεμα. Ο επισκέπτης αυτός, το πιθανότερο συνομήλικός της, πέρασε από πολλά άλλα εκθέματα, όμως μπροστά της σταμάτησε περισσότερο και το βλέμμα του έμεινε αρκετή ώρα κολλημένο σ’ αυτήν. Μια μικρή πλαστικοποιημένη ετικέτα που ήταν καρφιτσωμένη επάνω της έγραφε: «Η πρώτη σχολική τσάντα του Αρεοπαγίτη Αριστείδη Βάλαρη στο δημοτικό. Σχολικό έτος 1955-56». Φαίνεται πως κάποιες προσωπικές του αναμνήσεις άρχισαν μέσα του να ξυπνάνε κι αυτό η τσάντα το κατάλαβε. Χωρίς χρονοτριβή άρχισε αμέσως να του "διηγείται" τη δική της ιστορία:

     «Καλώς ήρθατε, κύριε! Βλέπω τα μάτια σας που με κοιτάνε με συμπάθεια και νοσταλγία κι από κει παίρνω το θάρρος να σας μιλήσω για τη ζωή μου. 
     Γέρασα, καλέ μου κύριε, και γέρασα ξεχασμένη και περιφρονημένη! Πάνε κάπου περισσότερα από πενήντα χρόνια τώρα, που το αφεντικό μου με παράτησε μέσα σε μια παλιά αποθήκη με πολλά άλλα άχρηστα πράγματά του. Για καλή μου τύχη, είχα και δυο βιβλία κι ένα τετράδιο μέσα και δεν ένοιωθα πολλή μοναξιά, αλλά καταπλακωμένη καθώς ήμουν, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Έλεγα πως θα σαπίσω εκεί. Το φώς της ημέρας είχα ξεχάσει πώς είναι. Άσε που με είχε πνίξει η σκόνη! Ένα παχύ στρώμα είχε κάτσει επάνω μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε το χρώμα μου! Σύννεφο σηκώθηκε με το που με έβγαλαν και με τίναξαν! Το ότι άντεξα το χρωστάω στο καλό δέρμα με το οποίο είμαι φτιαγμένη και την καλή επεξεργασία που του έκανε ο τεχνίτης. Και ευτυχώς πώς, που χρειάστηκε να διαμορφώσουν και να φτιάξουν δωμάτιο την αποθήκη τους για το εγγονάκι τους που πριν λίγο καιρό είχε γεννηθεί κι έτσι είχα κι εγώ καλή τύχη και βρήκα μια θέση που νομίζω ότι  μού αξίζει!
     Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ήμουν σ’ ένα ράφι μεγάλου βιβλιοπωλείου στην Αμερική και καμάρωνα για την περίοπτη θέση μου. Πολλοί πελάτες ρωτούσαν για την αξία μου το βιβλιοπώλη, αλλά πάντα προτιμούσαν κάποια άλλη, φθηνότερη. Ένα φθινοπωρινό πρωινό, μπήκε ένας φίλος του βιβλιοπώλη στο μαγαζί, που πέρναγε συχνά από εκεί και τα λέγανε. Θυμάμαι ακόμα την κουβέντα τους στα Ελληνικά εκείνη την ημέρα:
     “Καλημέρα, Σάββα! Τί κάνεις;”.
     “Καλώς τον Πέτρο! Καλά! Εσύ;… Έχεις κάνα νέο από την Ελλάδα”.
     “Χτες είχα γράμμα από τον αδελφό μου το Σωτήρη και πολύ το χάρηκα! Ο γιος του ο Αρίστος είναι πολύ καλός μαθητής και θέλω να τού στείλω μια καλή τσάντα για το σχολείο, έτσι σαν έπαθλο για τις επιδόσεις του”!
     “Μπράβο! Συγχαρητήρια στον ανιψιό σου! Καλή πρόοδο! Αν θες να  με ακούσεις, θα πάρεις αυτή την τσάντα, που είναι αθάνατη. Θα την έχουν και όλα τα μικρότερα αδέλφια του”, κι έδειξε εμένα.
     Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο κύριος Πέτρος, έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε ένα κάμποσα δολάρια.
     “Αφού μου το λες εσύ, θα την πάρω! Κατέβασε τη!”, είπε στο φίλο του το Σάββα.
     Σε λίγο βρισκόμουν προσεκτικά πακεταρισμένη από τα χέρια του βιβλιοπώλη, έτοιμη για το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι μου, που κράτησε κάνα μήνα. Κουνήθηκα, κτυπήθηκα μαζί με άλλες αποσκευές/συνταξιδιώτες στο υπερωκεάνιο, αλλά φτάσαμε όλοι σώοι στον Πειραιά. Σε λίγες μέρες που άνοιξαν το δέμα στο σπίτι του νέου μου φίλου, του Αρίστου, επιφωνήματα ενθουσιασμού γέμισαν τον αέρα! Προσωπικά να σου πως απογοητεύτηκα, με το που βγήκα και είδα το φτωχόσπιτό τους, γιατί εγώ ήμουνα αλλιώς μαθημένη… Ακολούθησαν ευχές από τους γονείς και τους παππούδες του Αρίστου, μόλις με έδωσαν στα χέρια του, μα εκείνος ο καημένος είχε μείνει αποσβολωμένος.
     “Θα με κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά, που εκείνα θα εξακολουθούν να έχουν ταγάρια για τα βιβλία τους και τα τετράδιά τους…”. “Και το δικό μου το ταγάρι, που έχω μέχρι σήμερα, τί θα το κάνω;…”. “Έπειτα, αυτή η τσάντα είναι μεγάλη για μένα…”, ήταν κάποιες από τις αντιρρήσεις του.
     “Αν είναι λίγο μεγάλη τώρα, σε λίγο που θα μεγαλώσεις θα σου είναι τέλεια. Τ’ άλλα παιδιά δεν θα σε κοροϊδεύουνε. Θα σε θαυμάζουνε και θα ζηλεύουνε”, του απάντησαν εκείνοι.
     Όμως, τ’ άλλα παιδιά ποτέ δεν έδειξαν θαυμασμό για τον Αρίστο! Από την πρώτη στιγμή που με είδαν στα χέρια του, ομαδική καζούρα και χειρονομίες και πράξεις εκφοβισμού γνώριζε από τους “φίλους” του, και συχνά γύριζε κλαμένος στο σπίτι. Μέχρι και οι γονείς του τον συνόδευαν στο σχολειό, για να εμποδίσουν τις φραστικές επιθέσεις και τις χειρονομίες των άλλων εναντίον του. Χρειάστηκε πολύς καιρός να εκτονωθεί αυτή η κατάσταση και να ξεπεράσει τους φόβους και τις ντροπές ο Αρίστος…
     Μετά τον Αρίστο με πήρε ο αδελφός του ο Θανάσης και μετά η αδελφή τους η Σωτηρία. Άλλαξα κάνα δυο χέρια ακόμα σε ξαδέλφια τους και τελικά κατέληξα σε μια αποθήκη, όπου εκεί έμεινα πολλά χρόνια. Πόσα, μην με ρωτάς. Δεν ξέρω!...
     Κάποια στιγμή, μπήκαν δύο άνθρωποι στην αποθήκη να την καθαρίσουν. Τα χέρια που με βρήκαν, ήταν έτοιμα να με πετάξουν μαζί με τ’ άλλα άχρηστα αντικείμενα στα σκουπίδια. Τότε ακούστηκε η φωνή του δεύτερου ατόμου που βοηθούσε στον καθαρισμό και με είδε:
     “Τί είναι’ αυτό;”.
     “Για παλιά σχολική τσάντα μοιάζει…”.
     Αμέσως με πήρε εκείνος στα χέρια του και με χτύπησε δυο τρεις φορές στον τοίχο να φύγει από πάνω μου η σκόνη. Αμέσως άρχισε να φτενίζεται. Με άνοιξε με δυσκολία, αφού η μικρή κλειδαριά μου είχε σκουριάσει και ξεφύλλισε τα βιβλία και το τετράδιο.
     “Ρε συ! Αυτή είναι η τσάντα του θείου του Αρίστου από το δημοτικό!”, είπε με πολύ ενθουσιασμό!
     “Ε, και;”, απάντησε ο άλλος.
     “Τί ΄΄ε, και΄΄”; Θα συγκινηθεί πολύ άμα τη δει!”.
     Με φύλαξαν σε μια γωνιά του σπιτιού και σε λίγες μέρες βρισκόμουν στα χέρια του πρώτου αφεντικού μου, του Αρίστου, παππούς πλέον! Πόσα θυμηθήκαμε μαζί από τα νιάτα μας! Πόσες συγκινήσεις νοιώσαμε!... Ευχάριστα, δυσάρεστα, εύκολα, δύσκολα, ανακατεύτηκαν όλα στις θύμησές μας.
      Σε λίγο που ήρθε και η γυναίκα του, της ανακοίνωσε την απόφασή του:
     “Αύριο κιόλας, θα την παραδώσω στον υπεύθυνο του λαογραφικού μουσείου! Πιστεύω να τον ενδιαφέρει…”.
     Έτσι κι έγινε! Με καθάρισε πολύ καλά το παλιό μου αφεντικό, μου φρεσκάρισε το χρώμα μου με βερνίκι και όπως βλέπετε, εδώ βρήκα παλιούς και καλούς φίλους μου: δυο θρανία δεξιά μου, ο παλιός σχολικός πίνακας απέναντι κι από την άλλη μεριά κάποια βιβλία της εποχής μας. Ξανασμίξαμε όλοι μαζί ύστερα από τόσα χρόνια στην ίδια σχολική αίθουσα που ανταμώναμε και τότε. Λέμε συχνά τα δικά μας, τις αναμνήσεις μας τα παράπονά μας, τις χαρές μας και τις στενοχώριες μας… Άλλοτε κλαίμε κι άλλοτε γελάμε… Περνάμε πολύ καλά, όμως! Γνωρίσαμε και κάναμε και πολλούς άλλους φίλους εδώ, συνομίληκους, μεγαλύτερους, αλλά και μικρότερους: υφαντά, πλεκτά, εργόχειρα, εργαλεία της γης, σκεύη του σπιτιού, εθνικές και πολεμικές ενδυμασίες, όπλα από τους πολέμους… Ευτυχώς που κάποιοι άνθρωποι έχουν παραπάνω ενέργεια και ευαισθησίες και φροντίζουν για τα μουσεία, γιατί αλλιώς, ούτε κι εσείς θα μας γνωρίζατε, ούτε κι εμείς θα μπορούσαμε να σας διηγηθούμε την ιστορία μας!...».
-------------------------------------------

Σημείωση: Πιθανή ομοιότητα με ονόματα, είναι τυχαία.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 13.9.2019
( Σύντομο βιογραφικό δείτε ΕΔΩ )

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Για μια σοκολάτα! (Διήγημα)



     Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ξημέρωσε Σάββατο και χαράς ευαγγέλια για τα παιδιά του γυμνασίου του Σοποτού: Θα πήγαιναν στα χωριά τους, στους δικούς τους, όπως κάθε Σάββατο, αφού όλη τη βδομάδα έμεναν εκεί για το σχολείο τους!  
     Με άλλη, πολύ διαφορετική και χαρούμενη διάθεση σηκώθηκε πρωί-πρωί και ο Θοδωρής και ετοίμασε βιαστικά τα βιβλία στην τσάντα του. Έφαγε δυο μπουκιές ψωμί για «πρωινό», που κι αυτό είχε ξεραθεί έξι μέρες τώρα κι έφυγε για το σχολείο. Μαζί του πήρε και μια άλλη, φθαρμένη νάιλον τσάντα, με τα λίγα άπλυτα ρούχα του μέσα, για να μην είναι αναγκασμένος να γυρίσει σπίτι μετά το μάθημα, με κίνδυνο να χάσει το λεωφορείο. Αυτή την τσάντα την είχε ετοιμάσει από το βράδυ, την είχε δέσει καλά, έτσι που να μην φαίνεται το περιεχόμενό της και τον κορόιδευαν τ' άλλα παιδιά! Τελευταία κίνηση πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, ήταν να βεβαιωθεί ότι είχε στην τσέπη του τις τελευταίες του δραχμές, ίσα-ίσα που έφταναν για το μαθητικό εισιτήριο.
     Στους συμμαθητές του που συνάντησε στο δρόμο, απάντησε ότι μέσα στη δεμένη τσάντα είχε μια παραγγελία του πατέρα από την αγορά, όταν η περιέργειά τους και η «ετοιμότητα» για πειράγματα τα έκαναν να τον ρωτήσουν τί περιείχε. Πείστηκαν εκείνα κι άρχισαν άλλες κουβέντες, που περιστρέφονταν, πού αλλού, στα χωριά τους που θα πήγαιναν το μεσημέρι και μια βδομάδα τώρα είχαν νοσταλγήσει τους δικούς τους και τα σπίτια τους.
     Κάθε μάθημα που τελείωνε, κάθε διάλειμμα που ερχόταν, κάθε λεπτό  που πέρναγε, έφερνε πιο κοντά το πάντα πολυπόθητο ταξίδι της επιστροφής! Στο τρίτο διάλειμμα ο Θοδωρής είδε μια συμμαθήτριά του να τρώει σοκολάτα. Τί ήταν να τη δει! Του τρέξανε τα σάλια και του φάνηκε ότι θα λιποθυμήσει από τη λιγούρα, μα προσπάθησε να το ξεπεράσει. Αδύνατο όμως, αφού δεν έφευγε με τίποτα από το μυαλό του η εικόνα και προπάντων η λαχτάρα. Όσο κι αν μέτραγε και ξαναμέτραγε τις λίγες δραχμούλες που είχε στην τσέπη, αυτές έφταναν μόνο για το εισιτήριο. Τότε άρχισαν οι σκέψεις και τα ερωτηματικά να έρχονται βασανιστικά το ένα μετά το άλλο:
     «Θα πάρω μια σοκολάτα και θα πάω με τα πόδια στο χωριό!...». «Μα είναι είκοσι έξι χιλιόμετρα δρόμος!... Θα φτάσω αργά…». «Ε, και; Τί έγινε! Σάμπως θα είναι η πρώτη φορά ή η τελευταία;». Αυτά στριφογύρισαν ελάχιστα λεπτά στο μυαλό του και χωρίς άλλη αναβολή κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα στο μικρό κυλικείο της κυρά-Χαρίκλειας, που ήταν και επιστάτρια και καθαρίστρια και πάντα έδειχνε την αγάπη της στα παιδιά.
     Τί το ήθελε κι αυτή η χριστιανή, να του δώσει από τη συσκευασία που εκείνη τη στιγμή άνοιξε και περιείχε είκοσι ολάκερες σοκολάτες μέσα! «Να τις είχα όλες αυτές!», σκέφθηκε ο Θοδωρής, μα αρκέστηκε στη μία, που την απόλαυσε με όλες του τις αισθήσεις! Η λιχουδιά έλιωνε στο στόμα του κι αν μπορούσε θα έκλεινε τα μάτια του για μεγαλύτερη απόλαυση!    
     Με την τελευταία μπουκιά χτύπησε και το κουδούνι, εκείνος όμως ένοιωθε ότι είχε στυλωθεί στα πόδια του!
     Τη Δευτέρα το πρωί, που συνάντησε τους συμμαθητές του στο λεωφορείο για το σχολείο, εφοδιασμένοι οι περισσότεροι με το ψωμί, το τυρί και στην καλύτερη περίπτωση κάνα δυο κομμάτια λαχανόπιτα, για να περάσουν τη βδομάδα, απάντησε στις ερωτήσεις τους, με τί πήγε στο χωριό το Σάββατο:
-  Με τα πόδια…
-  Γιατί;    
-  Για το χατίρι μιας σοκολάτας!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 4.9.2019
( Σύντομο βιογραφικό  εδώ )