Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019


«Ούτε γάτα, ούτε ζημιά»:
Μια μοναδική εμπειρία από τους «Ταξιδευτές της Πρόζας»!


     Κάποιες προσωπικές μου εκκρεμότητες στην Αχαϊκή πρωτεύουσα, συνδυάστηκαν με τη θεατρική παράσταση «ούτε γάτα, ούτε ζημιά», των «Ταξιδευτών της Πρόζας, στις 3/7/2019. Ήταν μεγάλη η επιθυμία μου, διακαής θα έλεγα, να παρακολουθήσω τη θεατρική αυτή παράσταση, γιατί εκτός της αξιοσύνης που διακρίνει όλη την εξαίρετη θεατρική αυτή ομάδα, έχω και παραπάνω λόγους, τους οποίους θα δείτε στη συνέχεια.
     Αφού, λοιπόν, τακτοποίησα τις άλλες προσωπικές μου εκκρεμότητες στην αγαπημένη μου πόλη, δεν έχασα την ευκαιρία να  την περπατήσω, παρά τη ζέστη που είχε. «Συνάντησα» έτσι πολλούς γνωστούς δρόμους της, τους οποίους είχα «γνωρίσει», πριν ακόμα γνωρίσω την πόλη! Συγκεκριμένα αναφέρομαι στις ραδιοφωνικές διαφημίσεις καταστημάτων της Πάτρας από το σταθμό του Μεσολογγίου στη δεκαετία του 1960! Μαζί με την νοσταλγία και τους κάποιους αναστεναγμούς που έβγαιναν για τα χρόνια που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, «θέλοντας και μη» ξανάγινα για λίγο παιδί πρώτης σχολικής ηλικίας!
     Με το που έφτασα στη αυλόπορτα του 46ου Δημοτικού Σχολείου  στην περιοχή Γηροκομείου, εκεί δινόταν η παράσταση, αντίκρισα έναν πραγματικά οργασμό εργασιών, με πολλή διάθεση, πολύ κέφι και πολλή θέληση από τα ίδια τα μέλη της ομάδος, παρ' όλο που η ίδια διαδικασία ακολουθείται σχεδόν κάθε μέρα! Παρά την απογευματινή ζέστη και τον ιδρώτα τους που έτρεχε ποτάμι, έστηναν οι ίδιοι τα σκηνικά, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια! Αμέσως, σχεδόν, με την δική μου άφιξη και τέσσερα ανίψια που με συνόδευαν, ήλθε στο χώρο και η Φιλόλογος φίλη μου και φίλη των «Ταξιδευτών», κ. Παναγιώτα Λάμπρη. Τους εναγκαλισμούς και τους ασπασμούς ακολούθησε ένα συνεχές τιτίβισμα μέχρι την έναρξη της παράστασης, αφού ήταν πάρα πολλά αυτά που θέλαμε όλοι μας να πούμε μέσα σε λίγη ώρα…
     Το φιλοθεάμον κοινό όλο και γέμιζε τις κερκίδες του γηπέδου του σχολείου και λίγο αργότερα η παράσταση άρχισε. Παρ’ όλο που το έργο αυτό του Ελληνικού Κινηματογράφου, του Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου είναι πασίγνωστο και το έχουμε δει και ξαναδεί πολλές φορές στην τηλεόραση με ηθοποιούς μεγάλου βεληνεκούς, η «δουλειά» των «Ταξιδευτών της Πρόζας» δεν ήταν καθόλου ερασιτεχνική και τους απολαύσαμε με πολλές αισθήσεις!
     Οι ερασιτέχνες, αλλά με άνεση, πληρότητα και «αέρα» επαγγελματία ηθοποιοί, κατακτούν τους θεατές τους, γιατί δίνουν με την ψυχή τους τις παραστάσεις τους. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα με μεγαλύτερο βάθος: Έχοντας υπηρετήσει στην επαγγελματική μου σταδιοδρομία σε Υγειονομικές Δομές και Δομές της Πρόνοιας, έχω νοιώσει/βιώσει από κοντά την επιθυμία για ψυχαγωγία ανθρώπων που την έχουν ανάγκη πολύ περισσότερο από όλους εμάς. Την προσφορά των «Ταξιδευτών» εκεί, δεν μπορούν να βρεθούν λόγια να την περιγράψουν, παρά μόνο να υποκλινόμαστε! Θα πω τούτο μόνο, που έχει ειπωθεί δια στόματος φιλανθρωπικής ομάδος επισκεπτών σε Ιδρύματα Πρόνοιας και είναι πραγματικότητα: «Ερχόμαστε σ’ αυτούς τους συνανθρώπους μας, πιστεύοντας ότι μπορούμε να τους δώσουμε κάτι από το τον εαυτό μας. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι ότι φεύγοντας, διαπιστώνουμε ότι έχουμε πάρει περισσότερα από όσα μπορούμε κάθε φορά να δώσουμε»!!!   
     Αξιοσημείωτο είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός θεατών, τόσο την ημέρα εκείνη, όσο και σε όλες τις παραστάσεις των «Ταξιδευτών», είναι νέα παιδιά, που έχει κι αυτό τη σημασία του. Σκέφτεται κανείς: Όσο υπάρχουν τέτοιες ομάδες, που παρέχουν παιδεία και πολιτισμό και «μαζεύουν» τη νεολαία από άλλες, και όχι πάντα με καλό όνομα δραστηριότητες, τίποτα δεν έχει χαθεί!
    Οι προσωπικές μου σχέσεις με τη θεατρική ομάδα, στηρίζονται σε δύο σταθερούς και δυνατούς λόγους: Ο πρώτος, γιατί το χωριό μου το Λειβάρτζι και κατά τους «Ταξιδευτές της Πρόζας «το χωριό της καρδιάς τους»(!), ήταν από τα πρώτα που επισκέφθηκαν και ψυχαγώγησαν. Έχουν αναπτυχθεί ισχυρές σχέσεις φιλίας μεταξύ τους και μεταξύ των συγχωριανών μου, που το επισκέπτονται συχνά. Αλλά και την εκατοστή και διακοσιοστή παράστασή τους, εκεί τη γιόρτασαν!  Και ο δεύτερος λόγος, γιατί η τιμητική πρόταση της κ. Αφροδίτης Σκαλτσά-Δημητρακοπούλου για την παρουσίαση του βιβλίου μου «Επιλεγμένα (ποιήματα-διηγήματα)» στην Πάτρα, που υποστηρίχτηκε από το Σύλλογο Γυναικών Αγίου Βασιλείου, τη Λέσχη Ανάγνωσης του ίδιου Συλλόγου «Ομάδα», τους «Ταξιδευτές της Πρόζας» και το Σύλλογο Λειβαρτζινών Πάτρας, σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία και οφείλω σε όλους ευγνωμοσύνη (διαβάστε περισσότερα εδώ ).
                                         
Λίγα λόγια για τους «Ταξιδευτές της Πρόζας»

     Η θεατρική ομάδα «Ταξιδευτές της Πρόζας», δημιουργήθηκε το 2008, κατόπιν πρότασης της ταμίου της τότε «Ενώσεως Καλαβρυτινών Πάτρας», κ. Αφροδίτης Σκαλτσά-Δημητρακοπούλου και αμέσως στελεχώθηκε από ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο.
     Η ομάδα αυτή έθεσε ως στόχο της να πηγαίνει στα χωριά τα καλοκαίρια, καθώς και όπου αλλού τους καλούν (π.χ. σε οίκους ευγηρίας, ΚΑΠΗ, Συλλόγους, Προνοιακά Ιδρύματα κλπ), για να προσφέρει απλόχερα το γέλιο και τη χαρά, με ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟ! Απόλυτα δικαιολογημένα, λοιπόν, οι «Ταξιδευτές της Πρόζας» έχουν χαρακτηριστεί «λαϊκό μπουλούκι της προσφοράς», δεδομένου ότι πέραν της δωρεάν παροχής της ψυχαγωγίας, η ομάδα βοηθά τους σκοπούς και την ενίσχυση οικογενειών και ιδρυμάτων που έχουν ανάγκη από υλικά αγαθά. Επιβάλλεται να τονισθεί ακόμα, πως με τη λήξη του καλοκαιριού του 2019 θα «αγγίξουν» τις τετρακόσιες παραστάσεις! Για το καλοκαίρι του 2019, ανεβάζουν την κωμωδία «ούτε γάτα, ούτε ζημιά» και είναι αφιερωμένη στην Πατρινή πολυβραβευμένη Συγγραφέα και Δημοσιογράφο Τουρισμού κ. Θεοδώρα Μαρούδα-Ανεστοπούλου.

     Ακολουθούν τέσσερα σύντομα ενδεικτικά βίντεο με μικρά στιγμιότυπα από το έργο:





Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 5.7.2019
( Για σύντομο βιογραφικό πατήστε  εδώ )

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Στάρι, κρασί και λάδι: τα ευλογημένα αγαθά


     «Ευλογημένο το σπίτι που έχει στάρι, κρασί και λάδι», μας έλεγαν οι γονείς μας και οι παππούδες μας και διευκρίνιζαν: «Αυτά τα τρία φτάνουν να ανοίξει μια εκκλησία. Το στάρι για το πρόσφορο, το κρασί για το ανάμα και το λάδι για τα καντήλια». (Άνοιγμα Εκκλησίας=τέλεση Θ. Λειτουργίας). Απόλυτα πιστοί σ’ αυτές τις Αξίες και οι κοντινοί πρόγονοί μας, τόνιζαν πάντα πως για να «πιάσει» η προσφορά του πιστού, πρέπει να είναι από την παραγωγή του σπιτιού και από τα χέρια του νοικοκύρη, προπάντων δε, να συνοδεύεται από πίστη και ευλάβεια.
     Ακόμα και την εποχή της κατοχής, που η μπομπότα είχε τον πρώτο λόγο στη στερημένη διατροφή την ανθρώπων στη χώρα μας, πάντα έσπερναν και λίγο σιτάρι, μόνο και μόνο για το πρόσφορο! Και για εκείνους που ίσως αναρωτηθούν, γιατί δεν καλλιεργούσαν μόνο σιτάρι, η απάντηση είναι απλή: η καλλιέργεια του καλαμποκιού είναι ευκολότερη και έχει μεγαλύτερη απόδοση. Αλλά και στις ορεινές περιοχές που η ελιά δεν ευδοκιμεί, ποτέ δεν ξέμειναν από λάδι τα φτωχόσπιτα. Λιγοστό μεν, όμως, αρκετό "για το λυχνάρι του φτωχού / και του άγιου το καντήλι", που πολύ όμορφα λέει και ο Ιωάννης Πολέμης. 
     «Τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον» συναντάμε σε πολλές περικοπές της Αγίας Γραφής, σε παραβολές του Κυρίου, σε ιερές ακολουθίες, σε ψαλμούς και σε ευχές της Εκκλησίας μας.
     Πόσο, στ’ αλήθεια, έχουν σκύψει πάνω σ’ αυτά τα αγαθά και η λαϊκή σοφία, η λογοτεχνία μας! Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της διατροφής μας και σπίτι χωρίς αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί νοικοκυρόσπιτο. Μεγάλος και καθολικός ο αγώνας για την συγκομιδή τους κι αυτό το αποτυπώνει χαρακτηριστικά πάλι η λαϊκή παροιμία με τρις λέξεις: «θέρος τρύγος, πόλεμος».
     Σήμερα, στην εποχή της προόδου, της τεχνολογίας και της ταχύτητας του φωτός, είναι αλήθεια ότι διερχόμεθα περίοδο ευημερίας. Πόσο, όμως, έχουμε φτωχύνει σε Αξίες, από τότε που δεν κοπιάζουμε για την απόκτηση των ευλογημένων αυτών αγαθών, καθαγιασμένα πρώτα από τα χέρια του νοικοκύρη και μετά από του παπά στην Αγία Τράπεζα, μετουσιώνονται σε Τίμα Δώρα.

Νίκος Χρ. Παπακωνστανόπουλος, 26.6.2019
( Για σύντομο βιογραφικό πατήστε εδώ )

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

«Το χαλασμένο μου “ντουφέκι”»! (Ποίημα)

     Το σατυρικό και με  αλληγορική σημασία ποίημα ανωνύμου ποιητή, με τίτλο «το χαλασμένο μου ντουφέκι», βρήκα γραμμένο σε κιτρινισμένη, αλλά καλοδιατηρημένη κόλα ταχυδρομικής αλληλογραφίας, μέσα σε φθαρμένο βιβλίο παλαιοπωλείου. Δεν έχει κανένα ορθογραφικό λάθος και υπολογίζεται να έχει γραφεί στη δεκαετία του 1970.
     Το παραθέτω σε πιστή αντιγραφή:


Από δεκαοχτώ χρονών
μέχρι σαράντα ένα,
δεν είχε άλλο κυνηγό
καλύτερο από μένα.

Γι’ αυτό θυμάμαι τα παλιά
κι ας ήταν λίγα τα πουλιά.
Τώρα έχει κυνήγι πράμα,
μα τ’ όπλο μου είναι δράμα.

Τώρα που βρίσκω τις φωλιές
και του λαγού το στέκι,
δεν βρίσκω ανταλλακτικά
να φτιάξω το ντουφέκι.

Βλέπω δίπλα μου πέρδικες
και καίγετ’ η καρδιά μου,
όμως δεν παίρνουνε φωτιά
τα μπαρουτόσκαγά μου.

Ρήμαξε το ντουφέκι μου
και πέφτουν οι κοκόροι,
τη μία μόνο ντουφεκιά
τη ρίχνω με το ζόρι.

Οι πιάστρες του χαλάσανε
και πέφτει η σκανδάλη,
μα δεν μου κακοφαίνεται,
γιατί το πάθαν κι άλλοι.

Επιμέλεια: Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 11.6.2019

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Σάββατο 1 Ιουνίου 2019


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
«8 ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ»
των
Αναστασίας Ασλανίδη, Νόπης Γραικούση, Ζαχαρώς Καταπόδη,
Αγγελικής Κατσαΐτη, Σπύρου Μαγαγκός, Αγαθής Ρόδη,
Ελμίνας Σπηλιωτοπούλου, Ασπρούλας Σωτηροπούλου.

Εκδόσεις «Έναστρον», 2019


     Πάτρα! Η Αχαϊκή πρωτεύουσα και η πρώτη μεγαλούπολη της Πελοποννήσου! Η πόλη της καρδιά μας! Η πόλη της Ιστορίας, της Παράδοσης, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος! Πόλη «μικρή» μα και μεγάλη μαζί, που κάθε της περιοχή είναι γνωστή, όχι μόνο στους μόνιμους κατοίκους της, αλλά και σε όσους την έχουν επισκεφθεί έστω και λίγες φορές, γιατί η Πάτρα σε «τραβάει»! Σταυροδρόμι ταξιδιωτών, κόσμων και πολιτισμών! Η πόλη με τα «αρχοντόσπιτα και με τα ένα σωρό ακόμα “μεγάλα σπίτια”», όπως αποκαλούσαν στις αφηγήσεις τους στους μικρότερους οι μεγαλύτεροι στα χωριά τις πολυκατοικίες. Η πόλη στην οποία ονειρευόταν να ταξιδέψει κάθε χωριατόπαιδο του νομού ή της περιοχής! Έτσι, σε όλα μας ήταν ήδη «γνωστή» πριν τη γνωρίσουμε! Οι γονείς και οι παππούδες μας που αρκετές φορές την είχαν επισκεφθεί, δεν υστερούσαν στις περιγραφές τους κι εμείς είχαμε φτιάξει το χάρτη της στο μυαλό μας!
     Γι’ αυτή την πόλη έρχεται να μιλήσει το συλλογικό βιβλίο, με τίτλο «8 πρόσωπα της πόλης» που εκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις «Έναστρον». Οι οκτώ συγγραφείς, όπως με τη σειρά αναφέρονται παραπάνω, σκιαγραφούν στα ισάριθμα διηγήματά τους τα πολύ περισσότερα πρόσωπα της Αχαϊκής πρωτεύουσας.
     Πολλά τα συναισθήματα που ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες του έργου, με κυρίαρχα τη νοσταλγία και τη συγκίνηση. Το βιβλίο πραγματικά καθηλώνει τον αναγνώστη και η γλαφυρότητα είναι τέτοια από την πρώτη μέχρι την τελευταία παράγραφο, που πραγματικά δεν τον αφήνει ούτε το τηλέφωνο να σηκώσει!
     Γνώριμη κι αγαπημένη, λοιπόν η Πάτρα μας, που διαβάζοντας το βιβλίο, ξέρεις σε ποιο σημείο βρίσκεσαι. Χαρισματικοί σ’ αυτό και οι 8 συγγραφείς του, σε ταξιδεύουν και σε ξεναγούν με πολλή ευκολία και ολοζώντανες περιγραφές εκεί που «θέλουν»: στο λιμάνι, στο φάρο, στην παλιά πόλη, στις σκάλες της αγίου Νικολάου, στη Γεροκωστοπούλου, στη Ρήγα Φεραίου, στην Καλαβρύτων, στα Ψηλά Αλώνια, στην Τριών Ναυάρχων, στον άγιο Ανδρέα, στον Παντοκράτορα… Παντού! Με την ίδια δεξιοτεχνία σε πάνε και στη ζωή της αρχόντισσας της Πελοποννήσου και σε κάνουν να βλέπεις σε «μεγέθυνση» το χτες και σε «σμίκρυνση» το σήμερα. Με την ίδια απαράμιλλη ευχέρεια καταγράφουν και περιγράφουν «στιγμές» και «περιόδους» από τη ζωή της πόλης, με ζητούμενο και την «ενδιάμεση στάση ζωής» των δύο άκρων των κοινωνιών της.
     Μαζί με τις αναμνήσεις στις οποίες μας παρασύρουν οι οκτώ συγγραφείς, ξυπνάνε μέσα μας και πολλές άλλες ακόμα. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν εδώ, έχοντας ως βήμα αυτή τη σύντομη βιβλιοπαρουσίαση, να περιπλανηθώ και σε κάποιες προσωπικές. Πρώτη μεταξύ αυτών, όταν σε ηλικία μαθητού γυμνασίου κατέβηκα μόνος μου από το χωριό μου στην Αχαϊκή πρωτεύουσα, η συμβουλή του πατέρα μου ήταν κάτι από τον τίτλο του βιβλίου(!): «Πρόσεχε! Η Πάτρα έχει πολλά πρόσωπα, όπως κάθε πόλη»!
     Να πήγαινε κάποιος από το χωριό στην Πάτρα εκείνα τα χρόνια, έστω και για λίγες μέρες ήταν «κάτι», ας πούμε σαν καταξίωση! Σημάδι αρχοντιάς, κατά πως έλεγαν οι μεγαλύτεροι και η Πατρινή κουλούρα κάτασπρο ψωμί που κράταγαν επιδεικτικά οι συγχωριανοί μου στα χέρια, κατηφορίζοντας από το διάσελο για το Λειβάρτζι, με τα πόδια, φυσικά, αφού η συγκοινωνία ήταν μακριά ακόμα! Ένοιωθαν να «ανέβαινε» η εκτίμησή τους τότε, αφού η αυτοπεποίθησή τους είχε ήδη «ανέβει» από το ταξίδι, κι ας πήγαιναν κρατώντας τα παπούτσια στα χέρια μέχρι να φτάσουν στα προάστια της πόλης, για να μην φθαρούν από την πεζοπορία!
     Κι αργότερα, σε μεγαλύτερη ηλικία, που κατέβαινα κι εγώ στην Πάτρα με τη συγκοινωνία, εκστασιαζόμουν με τα νεοκλασικά στους περιπάτους μου, χάζευα στις βιτρίνες, στο άνθινο ρολόι, στο λιμάνι, στο σταθμό του τραίνου, στην αγορά στο Μαρκάτο… Κι ύστερα, κάπου απόμερα στα παγκάκια του αγ’-Αντρέα μετά το απαραίτητο κεράκι και το ξεδίψασμα στο αγίασμα, το κολατσιό μου που είχα μαζί από τω χωριό, μέχρι να ζυγώσει η ώρα να φύγει το λεωφορείο για την επιστροφή.
     Γράφοντας αυτές τις λίγες σκέψεις για το βιβλίο «8 πρόσωπα της πόλης» που διάβασα απνευστί, μου ήρθαν στο νου και στίχοι από την ποιητική συλλογή «Στίχοι στην Πατρίδα μου» και το ποίημα «ΠΑΤΡΑ», του αδελφικού μου φίλου, συμμαθητή και πνευματικού συνοδοιπόρου Συγγραφέα-Λογοτέχνη Κωνσταντίνου Νικολόπουλου-Καμενιανίτη (έκδοση 2005):

«Αχ! Πόσο αλήθεια θα ’θελα
να βρίσκομαι κοντά σου,
να τραγουδώ τα κάλλη σου,
την τόση ομορφιά σου» !

     Ευτυχώς οι αναμνήσεις δεν καίγονται για να γίνουν «αναμνησάχνη» όπως καίγονται τα όνειρα και γίνονται «ονειράχνη» (σκόνη ονείρων)!
    Αγαπητές φίλες, αγαπητέ φίλε και συνοδοιπόροι στα πνευματικά μονοπάτια, κ. Αναστασία Ασλανίδη, κ. Νόπη Γραικούση, κ. Ζαχαρώ Καταπόδη, κ. Αγγελική Κατσαΐτη, κ. Σπύρο Μαραγκέ, κ. Αγαθή Ρόδη, κ. Ελμίνα Σπηλιωτοπούλου, κ. Ασπρούλα Σωτηροπούλου, σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό το πολύ όμορφο ταξίδι!

Νίκος Χρ. Παπακωνστανόπουλος, 31.5.2019
( Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε εδώ)

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019


Η συνδιάλεξη
Διήγημα


Σύντομος πρόλογος

     Η τεχνολογία της τηλεπικοινωνίας σήμερα, όπως και όλες οι άλλες, έχει εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη. Τόσο πολύ, πού ούτε σενάριο επιστημονικής φαντασίας σε θα μπορούσε να συλλάβει πριν λίγες δεκαετίες την τωρινή εξέλιξη. 
     Το συνηθισμένο και τις περισσότερες φορές μοναδικό μέσο επικοινωνίας με τους ξενιτεμένους ήταν το παραδοσιακό γράμμα, που έφτανε στα χέρια τους ύστερα από καμιά δεκαριά μέρες και άλλες τόσες να έλθει η απάντηση. Στο σύντομο διήγημα που ακολουθεί, ας θυμηθούμε τις δυσκολίες του μαραθώνιου αγώνα που χρειαζόταν για μια τηλεφωνική επικοινωνία, με την τεχνολογία της εποχής εκείνης, φυσικά. Είναι κι ένας έμμεσος τρόπος να μαθαίνουν και οι νεότεροι, που από την πρώτη μέρα της ζωής τους έχουν στη διάθεσή τους τον πανεύκολο τρόπο συνομιλίας και ζωντανής προβολής εικόνας, οποιαδήποτε στιγμή του εικοσιτετραώρου και με οποιοδήποτε σημείο του κόσμου.
     Αν και το διήγημα έχει στοιχεία και της φαντασίας και τα ονόματα είναι κι αυτά φανταστικά, εν τούτοις η επικοινωνία των ορεινών περιοχών, τόσο μεταξύ τους, όσο και με μικρά και μεγάλα αστικά κέντρα, ήταν μέχρι πριν λίγες δεκαετίες (λιγότερες από πέντε!) όπως περιγράφεται στις παραγράφους του. Ίσως και πολύ δυσκολότερη.
-------------
    Ντριν… ντριν…. ντριν, χτύπησε κάμποσες φορές το τηλέφωνο του κυρ-Αντρέα, του προέδρου του χωριού, εκείνο το χειμωνιάτικο μεσημέρι. Μόλις είχανε φάει με τη γυναίκα του και μετά το τσιγάρο θα ξάπλωνε λιγουλάκι, όπως το συνήθιζε όταν είχε την ευκαιρία. Ο μικρότερος γιος τους, ο Βασίλης, που είχε μείνει στο χωριό, ήταν στα  χωράφια και θα γύριζε στο νύχτωμα.
    «Λυσάξανε σήμερα! Μας έχουνε πάρει τρεις φορές από το πρωί!», είπε η γυναίκα του, η Γιωργία, που μάζευε τα πιάτα μετά το φαΐ. Τα άφησε όπως-όπως πάνω στο νεροχύτη κάνοντας θόρυβο, σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και με βαριεστημένα βήματα κατευθύνθηκε στο χολάκι του σπιτιού τους που είχαν το πολύτιμο και μοναδικό στο χωριό μαύρο κουτί με το ακουστικό. Ήξερε ότι η φωνή ήταν του Θανάση, του τηλεγραφητή από το κεφαλοχώρι. Μόνο εκείνο το τηλέφωνο μπορούσε να τους καλέσει και το ίδιο πάλι χτύπαγε με το γύρισμα της μανιβέλας, για να τους έφερνε σε επαφή με τον «έξω» κόσμο.
     «Εμπρός!... Εμπρός!... Ναι!... Ναι!... Εμπρός!... Θανάση, μ’ ακούς; Τι θες;».
     Καμία απάντηση!
     Συνέχισε να κρατάει με το αριστερό χέρι το ακουστικό, το κατέβασε από το αυτί της και πίεσε τη μαύρη συσκευή πάνω στο τραπεζάκι να τη σταθεροποιήσει. Με το δεξί της γύρισε τρεις στροφές τη μανιβέλα, που είχε σφίξει κι έκανε ένα σφύριγμα, από τη χρήση τόσων χρόνων που το είχαν.
     «Έλα!», ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής η διαπεραστική αντρική φωνή του τηλεγραφητή.
     «Τι είναι, βρε Θανάση;»
     «Γιωργία, πού είν’ ο πρόεδρος;»
     «Τί τον θέλεις;».
     «Έχετε Ελένη Παπά στο χωριό;».
     «Ναι, έχουμε. Γειτόνισσά μας είναι».
     «Να την ειδοποιήσετε για αύριο το πρωί στις έντεκα. Θα έχει συνδιάλεξη από την κόρη της τη Γιώτα, από την Αθήνα».
     Άκουσε τις απαντήσεις της γυναίκας του στον τηλεγραφητή ο μπάρμπ’-Αντρέας και κατάλαβε. Τη ρώτησε μόνο:
     «Για ποιόν είναι η συνδιάλεξη;»
     «Για την Ελένη, του Τάκη του Παπά, αύριο στις έντεκα» και συνέχισε μονολογώντας και σκεπτική: «Να ιδούμε πώς πάει κι εκείνο το παιδάκι… Δεν μου αρέσανε καθόλου όπως μου τα έλεγε προχτές η Ελένη…»
     «Από τότε που φορτώθηκα το προεδριλίκι, φορτώθηκα και το τηλέφωνο και έχουμε γίνει τηλεφωνείο», είπε ο Αντρέας και συνέχισε: «Ότι κι αν συμβεί, ό,τι ώρα κι αν είναι, μέρα και νύχτα, καλοκαίρι και χειμώνα, εμάς θα ενοχλήσουνε πρώτα. Άσε που πρέπει να είμαστε κάποιος εδώ να το φυλάμε μη χτυπήσει. Χώρια τα λεφτά που πληρώνουμε... Θα το καταργήσω», είπε κάπως αγανακτισμένος.
     Η γυναίκα του κούνησε το κεφάλι της, συμφωνώντας με τα όσα έλεγε ο άντρας της, αλλά όχι με την κατάργηση του τηλεφώνου. Ύστερα από λίγη σκέψη του απάντησε:
     «Το τηλέφωνο είναι χρήσιμο κι αφού το έχουμε, καλό είναι να το κρατήσουμε. Εξυπηρετεί εμάς πρώτα. Τα παιδιά μας λείπουνε μακριά, Σηκώνουμε το ακουστικό και μαθαίνουμε τί κάνουνε την ίδια στιγμή. Άντε να στέλνεις γράμμα και να καρτερείς να ’ρθει η απάντηση ύστερα από δεκαπέντε ημέρες. Θυμάσαι τότε που ήτανε είκοσι μέρες χαλασμένο; Πέθανε ο μπάρμπ’-Αναστάσης και τρέχανε μ’ ένα γόνα* χιόνι στο άλλο χωριό να ειδοποιήσουνε τα παιδιά του οι άνθρωποι…».
     Ο μπάρμπ’ Αντρέας έδειχνε να προβληματίζεται κι έσφιξε τα χείλη του. Η γυναίκα του συνέχισε:
     «Άσε που το τηλέφωνο σού χρειάζεται και για την κοινότητα. Πώς θα πάρεις ειδοποίηση από το νομάρχη και πόσες φορές θέλεις εσύ να μιλήσεις μαζί του; Και τόσα και τόσα άλλα… Τα ξεχνάς; Αλλά κι όλος κόσμος που εξυπηρετείται, τη μάνα μας και τον πατέρα μας σ’χωράνε… Ναι, δεν λέω, πληρώνουμε κάμποσα λεφτά, αλλά δεν είμαστε απ' αυτό φτωχοί.».
     «Καλά, μια κουβέντα είπα...», της απάντησε εκείνος μετανοιωμένος για την απερισκεψία του.  
     Την άλλη μέρα το πρωί, η «Ελένη του Παπά» είχε πάει και μια ώρα νωρίτερα στο σπίτι του προέδρου να περιμένει τη συνδιάλεξη. Το ρολόι του σπιτιού άχρηστο τής ήτανε, γιατί δεν ήξερε την ώρα. Αν δεν ήταν άλλος εκεί, την υπολόγιζε με τον ήλιο, όταν είχε ξαστεριά, ή αλλιώς ρώταγε κάνα περαστικό!
     Από την ώρα που πάτησε στο κατώφλι του σπιτιού του προέδρου, αν και προσπαθούσε να φαίνεται ήρεμη, δεν το κατάφερνε.  Καθότανε στα καρφιά! Μέρα-νύχτα την περίμενε αυτή τη συνδιάλεξη από τότε που αρρώστησε το παιδί και δεν την κόλλαγε ύπνος. Τόσον καιρό το εγγονάκι της στο νοσοκομείο και τα πράγματα δεν πηγαίνανε καθόλου καλά.
     Η νοικοκυρά της έφτιαξε καφέ, της έβγαλε και δυο κουλουράκια και πιάσανε την κουβέντα μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Ο Αντρέας έλειπε από το σπίτι και μπορούσανε να μιλήσουνε πολύ πιο άνετα οι δυο γυναίκες. Έλεγε τον πόνο της εκείνη και κάθε τόσο φούσκωνε και ξεφούσκωνε από την αγωνία της, μέχρι να χτυπήσει το τηλέφωνο. Η Γιωργία προσπαθούσε να της αλλάξει κουβέντα να σκορπίσει λίγο το μυαλό της, κι άλλοτε να βρει λόγια που θα της έδιναν λίγη ελπίδα κι αισιοδοξία.
     Τινάχτηκε σαν ελατήριο με το πρώτο «ντριν» και τα κάμποσα μέτρα που τη χώριζαν από το «μαγικό» μαύρο κουτί που θα της έφερνε τα νέα, τα έκανε μ’ ένα σάλτο. Η καρδιά της χτύπαγε πολύ γρήγορα και κόντευε να σπάσει. Άρπαξε το ακουστικό και το έβαλε στο αυτί της.
     «Εμπρός!… Εμπρός!...».
     Η Γιωργία την ακολούθησε, με αγωνία κι αυτή για την υγεία του παιδιού. Μια πόρτα τις χώριζε τόσα χρόνια και ο πόνος της μιας ήταν πόνος και της άλλης, όπως και οι χαρές.
     «Δεν ακούγεται κανείς», γύρισε και της είπε η Ελένη, με απορία και αγωνία μαζί, ζωγραφισμένες στο πρόσωπο.
     Η Γιωργία είδε τότε που κράταγε λάθος το ακουστικό:
     «Αλλιώς βάλτο! Όχι την άκρη με το καλώδιο στο αυτί! Στο στόμα πάει η άκρη με το καλώδιο» και τη βοήθησε να το γυρίσει στη σωστή θέση.
     Με τις πρώτες λέξεις που άκουσε η Ελένη από την άλλη άκρη του σύρματος, έλαμψε το πρόσωπό της! Κατάλαβε και η Γιωργία ότι τα νέα ήταν ευχάριστα και απομακρύνθηκε διακριτικά. Μόλις τελείωσε η συνδιάλεξη, άφησε το ακουστικό στη θέση του και γύρισε στη γειτόνισσά της και πολλά χρόνια καλή της φιλενάδα:
     «Ευχαριστώ πολύ, Γιωργία μου!», είπε με ευγνωμοσύνη και σκουπίζοντας τα δάκρυα χαράς από τα μάτια της. Αμέσως συνέχισε: «Να είσαι καλά κι εσύ κι ο άντρας σου και τα παιδιά σας και τα εγγόνια σας! Πάει καλύτερα το παιδί και μάλλον μεθαύριο θα βγει από το νοσοκομείο, μου είπε η Γιώτα. Αν δεν είχατε τούτο το ευλογημένο τηλέφωνο, θα μουρλαινόμουνα μέχρι να ’ρθει το γράμμα. Αλλά και τα γράμματα στον Αντρέα τα φέρνω και μού τα διαβάζει κι αυτός μού γράφει στα παιδιά μου… Δεν έμαθα γράμματα η κακομοίρα…
---------------------------

* Γόνα: «Μονάδα μέτρησης» του ύψους του χιονιού. Διαβάστε εδώ:

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 29.5.2019
(Σύντομο βιογραφικό: εδώ )

Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Το «δικό μας» ράλι «Ακρόπολις» (δεκαετία 1970)!


(Αναδημοσίευση από τη συλλoγή αφηγημάτων μου με τίτλο
«Η φωτογραφία», εκδόσεις «Άπειρος Χώρα», 2012



    Το ράλι «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» στη δεκαετία του 1970 περνούσε από πολλά χωριά των Καλαβρύτων. Άθλιος ο δρόμος, αλλά και μοναδικής διαδρομής. Ας θυμηθούμε μέσα από ένα βιωματικό αφήγημα πώς το ζούσαμε εκείνη την εποχή, με την ευκαιρία της αναμ,ενόμενης σύγχρονης διοργάνωσης, 9-12 Σεπτεμβρίου 2021.  


Σύντομο ενημερωτικό σημείωμα*

     To Ράλι Ακρόπολις ήταν ένας από τους σημαντικότερους και παλαιότερους αγώνες αυτοκινήτου στην Ελλάδα, που πέρα από το αθλητικό και πολιτιστικό του ενδιαφέρον, ανεδείκνυε και τις περιοχές διέλευσής του. Η διοργάνωσή του ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 από την ΕΛΠΑ και ένα από τα ιδρυτικά του μέλη ο Απόστολος Νικολαΐδης. Το 1960 ο αγώνας συμπεριλαμβάνεται στο Ευρωπαϊκό και από το 1973 και στο παγκόσμιο πρωτάθλημα οδηγών και κατασκευαστών αυτοκινήτων. Από το 2013 δεν προσμετράται στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα λόγω οικονομικών δυσχερειών, ενώ το τελευταίο χρονικό διάστημα αυτό επανεξετάζεται. Η εκκίνησή του δινόταν κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και ο τερματισμός του γινόταν στο Ζάππειο.

* Πηγή: Βικιπαίδεια
-----------------------------

     Πέρα από το Πάσχα και τις πασχαλινές διακοπές, την αναγέννηση της φύσης, την αισιοδοξία και την ευχάριστη διάθεση της άνοιξης, είχαµε κι άλλον έναν λόγο στα πρώτα γυµνασιακά µας χρόνια να θέλουµε να έλθει αυτή η εποχή: Το ράλι «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»!
     Ένα κοµµάτι της διαδροµής ήταν και το πέρασµα από τα χωριά µας, στο δρόµο Κλειτορία – Σοποτό – Τριπόταµα. Μέσα, λοιπόν, στο ήρεµο και γαλήνιο περιβάλλον των τόπου µας, το θέαµα αυτό, που δεν ήταν απλό και συνηθισµένο, µπορούσαµε να απολαύσουµε ζωντανά! Το ενδιαφέρον και η αγωνία, µα προ πάντων η οπτική και ακουστική επαφή, έδιναν την απόλυτη µοναδικότητα και µας έκαναν να το θεωρούµε σαν κάτι το πολύ φαντασµαγορικό. Το ζούσαµε πάρα πολύ έντονα και σε συνδυασµό µε την υπαρκτή πιθανότητα να «τραφιαστούν» αυτοκίνητο οδηγός και το συνοδηγός, ανέβαζε κατακόρυφα και τη δική µας αδρεναλίνη. Γι’ αυτό το περιµέναµε µε λαχτάρα και το παρακολουθούσαµε µε πραγµατικό δέος!
     Οι αγώνες γίνονταν στο τέλος του Μάη ή στις αρχές του Ιούνη, ούτε λίγο ούτε πολύ, δηλαδή, την περίοδο των γραπτών εξετάσεων. Ποιος έδινε όµως σηµασία σε διαβάσµατα και εξετάσεις, αφού το ράλι ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον. Οι «δοκιµαστικές» διελεύσεις ξεκίναγαν κάνα µήνα πριν τους αγώνες, που για µας δεν είχαν µικρότερο ενδιαφέρον από τον «τελικό». Τα νέα είχαν κυκλοφορήσει αρκετές µέρες νωρίτερα και µαθεύονταν, από πού αλλού, από συµµαθητές και φίλους που διάβαζαν αθλητικές εφηµερίδες. Από την πρώτη στιγµή βρισκόµαστε σε εγρήγορση και είχαµε επισηµάνει έγκαιρα το «στρατηγικό» σηµείο που θα µας έδινε το πλεονέκτηµα να βλέπουµε περισσότερο και καλύτερα, τόσο στις επικίνδυνες στροφές, όσο και στις «ευθείες». Με το που ακουγόταν ο δαιµονιστικός και ταυτόχρονα «ηδονιστικός» θόρυβος της βουής του αυτοκινήτου, που ξανάφαινε από το Μαυροχόρτι, τρέχαµε στις... προεπιλεγµένες θέσεις! Σε ελάχιστα λεπτά τα πρώτα αυτοκίνητα έφταναν στο Αγρίδι. Χειροκροτήµατα, φωνές, επιφωνήµατα, χειρονοµίες θαυµασµού και επιδοκιµασίας! Χαµός! Όλες αυτές οι εκδηλώσεις γίνονταν µεγαλύτερες και πιο ενθουσιώδεις, όταν πέρναγαν οι Έλληνες ραλίστες, γνωστοί ως και τον τελευταίο µας, όπως ο Μοσχούς, ο Ιαβέρης, ο Στρατισίνο, ο Λιβιεράτος. Βέβαια, είχαµε ενηµερωθεί προηγουµένως για τη µάρκα και το νούµερο του αυτοκινήτου του καθενός, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα να τους δούµε και να τους αναγνωρίσουµε. Ένα µεγάλο και πολύ πυκνό σύννεφο σκόνης – «ντεκόρ» που σηκωνότανε και «ακολουθούσε», σιγά – σιγά απλωνότανε γύρω και προς τα πάνω. Το σύννεφο αυτό γινόταν πολύ µεγαλύτερο αν ήταν άπνοια και τα αυτοκίνητα πέρναγαν σε µικρές αποστάσεις το ένα από το άλλο.
     Ακολουθούσαµε το θέαµα µε το βλέµµα σε όλη αυτή τη διαδροµή, όσο είχαµε οπτική επαφή, µέχρι που «σκαπέταγαν», λίγο πριν το «Καλογερικό Μύλο». ∆ύο ήταν τα καταλληλότερα σηµεία:  Ένα στην «Ξερόµαντρα», λίγο µετά το Αγρίδι προς το Σοποτό και το δεύτερο στη στροφή «στ’ Αλώνια», στο έµπα του χωριού από δυτικά. Το δεύτερο σηµείο το προτιµούσαµε περισσότερο, γιατί πολύ γρήγορα και εύκολα µπορούσαµε να βρεθούµε εκεί. Η «Ξερόµαντρα» έδινε περισσότερο θέαµα, αλλά ήταν µακριά. Τυχερός ήταν κανείς, αν βρισκόταν στη θέση εκείνη την ώρα που ξανάφαιναν στο Μαυροχόρτι. Κι αν το ράλι πέρναγε πρωί και σε ώρα µαθήµατος, πολύ µεγάλη τύχη! Συνήθως πηγαίναµε εκδροµή να το απολαύσουµε από εκεί!!!
     Κάπως ριψοκίνδυνα, σαν παιδιά, θέλαµε να ζυγώσουµε όσο γίνεται κοντύτερα στο δρόµο, ει δυνατόν στην άκρη, να το απολαύσουµε καλύτερα, να «ακουµπήσουµε» τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, αν γινόταν, και να φτάσει στη μύτη μας η σκόνη που σήκωναν! Ποιος έδινε και πολύ σηµασία στις επίµονες συµβουλές των καθηγητών µας και κάθε µεγαλύτερου, να παρακολουθούµε από µεγάλες αποστάσεις και με ασφάλεια! Το ίδιο συνέβαινε και µε τις παροτρύνσεις των χωροφυλάκων, που µε τη σφυρίχτρα στο στόµα, έπιαναν κι αυτοί καίρια σηµεία κατά µήκος της διαδροµής, να ελέγχουν και να αποµακρύνουν περίεργους και «φιλάθλους», κυρίως παιδιά, για την αποφυγή ατυχήματος.
     Όταν τελείωνε το θέαµα, άρχιζαν αµέσως τα σχόλια, αλλά και η µελαγχολία. Σχόλια για το κάθε αγωνιστικό αυτοκίνητο και το πώς έτρεχε, µε µεροληπτική πάντα κριτική για τους Έλληνες αγωνιζόµενους και µελαγχολία, που τελείωσε! Από τη στιγμή εκείνη αρχίζαµε να ζούµε µε την αναµονή του επόµενου αγώνα, σ’ ένα χρόνο!
     Είχα ακούσει από ένα αρκετά µεγαλύτερό µου παιδί και τούτο το παράδοξο και µου είχε σφηνωθεί στο µυαλό:
     «Αν κάτσεις κάτω από ένα γεφύρι, θα ζήσεις µια ξεχωριστή εµπειρία... Θα νοµίσεις πως σηκώνεται αεροπλάνο, τη στιγµή που περνάει το ράλι από πάνω...»!
    Ήθελα να «βιώσω» αυτήν την «εµπειρία του αεροπλάνου(!)», έστω και µέσα από ψευδαισθήσεις, έστω και µε τη φαντασία. Τα αεροπλάνα τα «ξέραµε» βλέποντάς τα µόνο να πετάνε, σε δεκάδες κάποιες χιλιάδες πόδια από πάνω µας, και σε µέγεθος µικρού πουλιού! Για το «εγχείρηµά» µου αυτό κατάφερα να πείσω και το συµµαθητή µου και φίλο µου, το Σταμάτη, να µε ακολουθήσει, κόντρα σε όλους τους άλλους που προτιµούσαν να βλέπουν και να ακούν. Αυτό που καταφέραµε µε το Σταμάτη, ήταν να χάσουµε το καλύτερο κοµµάτι από το θέαµα, αφού τρέξαµε να είµαστε κάτω από το µικρό γεφύρι, λίγα δευτερόλεπτα πριν φτάσουν τα πρώτα αγωνιστικά αυτοκίνητα. Και το µόνο που νοιώσαµε εκεί, ήταν ο στιγµιαίος θόρυβος της µηχανής των πρώτων δύο – τριών, που πέρασαν και τις πέτρες µαζί µε χώµατα που πετάγονταν από τη µια κι από την άλλη πλευρά του γεφυριού. Ευτυχώς, καταλάβαµε γρήγορα την... «αποκοτιά» µας και το εγκαταλείψαµε, «πιάνοντας» ένα σηµείο, µε κάποια οπτική επαφή!
     Για πολύ καιρό µετά µε ακολουθούσε η δικαιολογηµένη κοροϊδία και ειρωνεία του συµµαθητή µου και πολλών άλλων ακόµα, όταν μάθαιναν πώς την
έπαθα!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 27.5.2019