Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Ο πλάτανος κι η βρύση

Ένα "αχώριστο" ζευγάρι: Πλάτανος και βρύση στο Λειβάρτζι!


                       Μού ήρθε κι αναστέναξα, σαν στάθηκα στη βρύση.
                       Τα παιδικά, θυμήθηκα, τα χρόνια που ’χω ζήσει,
                       παρέα με τα ξάστερα, τα κρύα τα νερά της
                       και τις δροσιές του πλάτανου που έχει συντροφιά της.
                       Μαζί μου παρασύρθηκε κι αυτή στις θύμησές της,
                       στα νιάτα, στη ζωντάνια της, στις χάρες κι όμορφιές της.
                       Την άκουσα που μίλαγε με μάτια δακρυσμένα,
                       για μυστικά που μέσα της έχει καλά κρυμμένα.
                       Kαι έλεγε στον πλάτανο που στέκεται κοντά της,
                       κι εκείνος με τα γάργαρα ψηλώνει τα νερά της,
                       που σύντροφος αχώριστος από τα πρώτα χρόνια
                       και την πρωταγκαλιάσανε τα τρυφερά του κλώνια:
 
                  –   Ό,τι κι αν μούδωσ’  ζωή, μοιράστηκα με σένα,
                       πιστέ μου, γεροπλάτανε! Τι χρόνια περασμένα
                       ομόρφαιναν τις μέρες μας! Μα τώρα στα στερνά μας
                       μαύροι και δίσεκτοι καιροί φανήκανε μπροστά μας.
                       Πού είν’ εμάς ο κόσμος μας; Που είναι οι χαρές μας;
                       Μονάχοι απομείναμε, χωρίς τις όμορφιές μας.
                       Θυμάσαι, τί γινότανε μπρος στην κορμοστασιά σου,
                       εδώ, στα κρύα μου νερά και στην παχιά σκιά σου;
                       Οι λυγερές τις στάμνες τους που ’ρχόταν να γεμίσουν,
                       με τί λαχτάρα πρόσμεναν τους νιους να συναντήσουν!
                       Πόσες φορές δεν γίναμε και μάρτυρες στους όρκους,
                       σε υποσχέσεις κι όνειρα και στους κρυφούς τους πόθους!
                       Σαν πόσα τέτοια μυστικά κρατάμε φυλαγμένα,
                       καημούς και λύπες και χαρές, στα σπλάχνα μας κρυμμένα.
                       Πώς τραγουδούσανε οι νιές, λεβέντες πώς χορεύαν!
                       Αγωνιστές της Λευτεριάς απ’ τ’ άτια ξεπεζεύαν,
                       μ’ ευγνωμοσύνη έσκυβαν εδώ και ξεδιψούσαν,
                       τη φύση και τον Ύψιστο με την ψυχή υμνούσαν.
                       Σαν λαμπερό χαμόγελο, τότε, το θρόισμά σου,
                       με χάρη μού κρυφόγνεφε κι ένοιωθα τη χαρά σου.
                       Και τι να πεις που κίναγαν στο σκάρο τα κοπάδια
                       και βγαίνανε για τη βοσκή κι ανέβαιναν στα πλάγια.
                       Θαρρούσες τα κουδούνια τους πως μελωδίες βγάζαν,
                       που συμφωνίες μουσικές, τέλεια συνταιριάζαν.
                       Πόσοι δεν ξαποστάσανε εδώ στην αγκαλιά μου,
                       πόσοι δεν επαινέψανε τα δροσερά νερά μου,
                       ξένοι και φίλοι και γνωστοί και ντόπιοι και διαβάτες,
                       του μόχθου άνθρωποι αγνοί, της ξωμαχιάς εργάτες.
                       Πόσοι δεν με παινέψαμε πως είμ’ εγώ η «μία»,
                       «μνημείο» μ’ ονομάσανε, με γράψαν σε βιβλία!
                       Κι ύστερα με ξεχάσανε κι εγώ γερνάω μόνη
                       και νοιώθω να ’χω στα μαλλιά βαρύ-βαρύ το χιόνι.
                       Παρέα, γεροπλάτανε, τον πόνο μας τον λέμε,
                       θυμόμαστε τα νιάτα μας και κάπου κάπου κλαίμε.


                  –   Μαλαματένια βρύση μου, η τέχνη σου στολίδι!
                       Τραγούδι το κελάρυσμα στης φύσης το φτιασίδι!
                       Δώρο Θεού το νάμα σου θα τρέχει κρουσταλλένιο,
                       όπως και ως τα σήμερα, από ψηλά δοσμένο.
                       Και τα πουλιά στους κλώνους μου ποτέ δεν θα σωπάσουν,
                       ύμνοι οι μελωδίες τους, τον Πλάστη θα δοξάζουν.
                       Τι κι αν οι δρόμοι κλείσανε κι οι στράτες δεν περνάνε
                       ζώα κι αγρίμια του βουνού μαζί μας πάντα θα ’ναι.
                       Αυτές είναι οι χάρες μας, αυτές και οι χαρές μας!
                       Τα νιάτα μας μάς λείπουνε και όχ' οι ομορφιές μας.
 
                       Άκουσαν την κουβέντα τους της ρεματιάς τ’ αηδόνια
                      κι αλλάζουν το κελάηδημα, τους λένε με συμπόνια:
                  –  Τα χρόνια κι αν εφύγανε κι αν καιροί περνάνε,
                      οι άνθρωποι τις ρίζες τους, εύκολα δεν ξεχνάνε!


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, από παλαιότερη έκδοσή μου
                              https://nikolpapak.blogspot.com/2021/08/blog-post_29.html

Στέλιος Καζαντζίδης: Ο τραγουδιστής που μας μεγάλωσε! (+ 14.9.2001)


     Συμπληρώνονται σήμερα 14 Σεπτέμβρη 2023, ανήμερα του Σταυρού, είκοσι δύο χρόνια από το ταξίδι του μεγάλου Στέλιου Καζαντζίδη για τις ουράνιες γειτονιές. Σύντομο και με υποκειμενικό μάτι το αφιέρωμά μας στον τραγουδιστή που ερμήνευσε τους πόθους και τους καημούς ενός ολόκληρου λαού και των Ελλήνων της ξενιτιάς.
     Ήταν η εποχή που το μόνο μέσο ψυχαγωγίας στον τόπο μας και σε κάθε ορεινή περιοχή ήταν το ραδιόφωνο κι αυτό βρισκόταν σε λίγα μόνο σπίτια. Η λήψη, ακόμα κι από τους κοντινότερους σταθμούς της Πάτρας, της Τρίπολης, της Αμαλιάδος, του Πύργου και του Μεσολογγίου ήταν κάπως έως πολύ προβληματική, αλλά δεν χορταίναμε να ακούμε, έστω και με παράσιτα τις αγαπημένες μας εκπομπές.
     Τα πολύ γνωστά τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη υπερτερούσαν θα έλεγε κανείς στις «αφιερώσεις ακροατών», «αφιερώσεις» και «η ώρα των ακροατών μας» από τον Πύργο, την Αμαλιάδα και το Μεσολόγγι, αντίστοιχα. Κάθε φορά, λοιπόν, που η εκφωνήτρια/εκφωνητής έλεγε ότι το τραγούδι που ακολουθούσε είναι του Καζαντζίδη, σηκώναμε την κεραία του ραδιοφώνου, ανοίγαμε περισσότερο την ένταση της φωνής του και απαιτούσαμε από την παρέα μας να κάνει ησυχία ν’ ακούσουμε καλύτερα και να σιγο-συνοδέψουμε στους στίχους και στη μελωδία! Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, κάθε φορά που φτάνει στ’ αυτιά μας η φωνή του, μάς έρχεται πάντα στο νου και κάποια ιδιαίτερη στιγμή στο το πατρικό μας σπίτι, τη γειτονιά μας, το χωριό μας και η νοσταλγία ξεχειλίζει!
     Λίγες μέρες πριν το θάνατό του, είχαν προηγηθεί τα γεγονότα στους δίδυμους πύργους (11 του Σεπτέμβρη 2001) και η μεγάλη αναστάτωση σε όλον τον κόσμο μας απέσπασε τη προσοχή και δεν μπορέσαμε να κλίνουμε τότε όσο ευλαβικά έπρεπε το γόνυ στο μεγάλο καλλιτέχνη. Είναι όμως σίγουρο ότι τον έχουμε πάντα στην πρώτη θέση στην καρδιά μας.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.9.2023

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2023

Μια παλιά σχολική τσάντα λέει την ιστορία της και δεν ξαφνιάζει τους μεγαλύτερους...

     Η «διήγηση» έγινε σ’ έναν επισκέπτη του λαογραφικού μουσείου κάποιου ορεινού χωριού της Στερεάς Ελλάδος, στο οποίο η γερασμένη σχολική τσάντα αποτελούσε έκθεμα. Ο επισκέπτης αυτός, το πιθανότερο της κοντινής ηλικίας με αυτή, πέρασε από πολλά άλλα εκθέματα, μπροστά της, όμως, σταμάτησε περισσότερο, το βλέμμα του έμεινε αρκετή ώρα κολλημένο επάνω της και τα χείλη του κάτι να ψέλλιζαν. Μια μικρή πλαστικοποιημένη ετικέτα που ήταν καρφιτσωμένη επάνω της έγραφε: «Η πρώτη σχολική τσάντα του Αρεοπαγίτη Αριστείδη Βάλαρη στο δημοτικό. Σχολικό έτος 1955-56». Φαίνεται πως κάποιες προσωπικές του αναμνήσεις του επιασκέπτη άρχισαν μέσα του να ξυπνάνε κι αυτό η τσάντα το κατάλαβε. Χωρίς χρονοτριβή άρχισε αμέσως να του διηγείται τη δική της ιστορία:
 
     «Καλώς ήρθατε, κύριε! Βλέπω τα μάτια σας που με κοιτάνε με συμπάθεια και νοσταλγία και κάτι θέλετε να μου πείτε. Απ' αυτό παίρνω το θάρρος να σας μιλήσω για τη ζωή μου...

    Γέρασα, καλέ μου κύριε, και γέρασα ξεχασμένη και περιφρονημένη! Πάνε κάπου περισσότερα από πενήντα χρόνια τώρα, που το αφεντικό μου με παράτησε μέσα σε μια παλιά αποθήκη με πολλά άλλα άχρηστα πράγματά του. Για καλή μου τύχη, είχα και δυο βιβλία κι ένα τετράδιο μέσα και δεν ένοιωθα πολλή μοναξιά, αλλά καταπλακωμένη καθώς ήμουν, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Έλεγα πως θα σαπίσω εκεί. Σκοτάδι, πυκνό σκοτάδι εκεί, σκοτάδι που το έκοβες με το μαχαίρι! Το φως της ημέρας είχα ξεχάσει πώς είναι. Άσε που με είχε πνίξει η σκόνη! Ένα παχύ στρώμα είχε κάτσει επάνω μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε το χρώμα μου! Σύννεφο σηκώθηκε με το που δυο χέρια με έβγαλαν και με τίναξαν! Το ότι άντεξα το χρωστάω στο καλό δέρμα με το οποίο είμαι φτιαγμένη και την καλή επεξεργασία που του έκανε ο τεχνίτης που μ' έφξιαξε. Και ευτυχώς πώς, που χρειάστηκε να διαμορφώσουν και να φτιάξουν δωμάτιο την αποθήκη τους για το εγγονάκι τους ,που πριν λίγο καιρό είχε γεννηθεί κι έτσι είχα κι εγώ καλή τύχη και βρήκα μια θέση που νομίζω ότι  μού αξίζει!

     Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ήμουν σ’ ένα ράφι μεγάλου βιβλιοπωλείου στην Αμερική και καμάρωνα για την περίοπτη θέση μου. Πολλοί πελάτες ρωτούσαν για την αξία μου το βιβλιοπώλη, αλλά πάντα προτιμούσαν κάποια άλλη, φθηνότερη. Ένα φθινοπωρινό πρωινό, μπήκε ένας φίλος του βιβλιοπώλη στο μαγαζί, που πέρναγε συχνά από εκεί και τα λέγανε. Θυμάμαι ακόμα την κουβέντα τους, στα Ελληνικά εκείνη την ημέρα:
     “Καλημέρα, Σάββα! Τί κάνεις;…”.
     “Καλώς τον Πέτρο! Καλά! Εσύ;… Έχεις κάνα νέο από την Ελλάδα;”.
     “Χτες είχα γράμμα από τον αδελφό μου το Σωτήρη και πολύ το χάρηκα! Ο γιος του ο Αρίστος είναι πολύ καλός μαθητής και θέλω να τού στείλω μια καλή τσάντα για το σχολείο, έτσι σαν έπαθλο για τις επιδόσεις του”!
     “Μπράβο! Συγχαρητήρια στον ανιψιό σου! Καλή πρόοδο! Αν θες να με ακούσεις, θα πάρεις αυτή την τσάντα, που είναι αθάνατη. Θα την έχουν και όλα τα μικρότερα αδέλφια του”, κι έδειξε εμένα.
     Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο κύριος Πέτρος, έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε ένα κάμποσα δολάρια.
     “Αφού μου το λες εσύ, θα την πάρω! Κατέβασε τη!”, είπε στο φίλο του το Σάββα.
     Σε λίγο βρισκόμουν προσεκτικά πακεταρισμένη από τα χέρια του βιβλιοπώλη, έτοιμη για το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι μου, που κράτησε κάνα μήνα. Κουνήθηκα, κτυπήθηκα μαζί με άλλες αποσκευές, συνταξιδιώτες στο υπερωκεάνιο, αλλά φτάσαμε όλοι σώοι στον Πειραιά. Μαζί με άλλες αποσκευές και πολύ κούνημα μέσα στο καράβι, ούτε που καταλάβαινα αν ήταν μέρα ή νύχτα. Ούτε και πόσες μέρες ταξιδαύαμε. Πάντως, ήταν πολλές...  Με το που άνοιξαν το δέμα στο σπίτι του νέου μου φίλου, του Αρίστου, επιφωνήματα ενθουσιασμού γέμισαν τον αέρα! Προσωπικά να σου πως απογοητεύτηκα, με το που βγήκα και είδα το φτωχόσπιτό τους, γιατί εγώ ήμουνα αλλιώς μαθημένη… Ακολούθησαν ευχές από τους γονείς και τους παππούδες του Αρίστου, μόλις με έδωσαν στα χέρια του, μα εκείνος ο καημένος είχε μείνει αποσβολωμένος.
     “Θα με κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά, που εκείνα θα εξακολουθούν να έχουν ταγάρια για τα βιβλία τους και τα τετράδιά τους…”. “Και το δικό μου το ταγάρι, που έχω μέχρι σήμερα, τί θα το κάνω;…”. “Έπειτα, αυτή η τσάντα είναι μεγάλη για μένα…”, ήταν κάποιες από τις αντιρρήσεις του.
     “Αν είναι λίγο μεγάλη τώρα, σε λίγο που θα μεγαλώσεις περισσότερο, θα σου είναι τέλεια για το γυμνάσιο. Τ’ άλλα παιδιά δεν θα σε κοροϊδεύουνε. Θα σε θαυμάζουνε και θα ζηλεύουνε”, του απάντησαν εκείνοι.
     Όμως, τ’ άλλα παιδιά ποτέ δεν έδειξαν θαυμασμό για τον Αρίστο! Από την πρώτη στιγμή που με είδαν στα χέρια του, ομαδική καζούρα και χειρονομίες και πράξεις εκφοβισμού, μέχρι και άγριο μπούλινγκ γνώριζε από τους “φίλους” του και συχνά γύριζε κλαμένος στο σπίτι. Μέχρι και οι γονείς του τον συνόδευαν στο σχολειό, για να εμποδίσουν τις φραστικές επιθέσεις και τις χειρονομίες των άλλων εναντίον του. Χρειάστηκε πολύς καιρός να εκτονωθεί αυτή η κατάσταση και να ξεπεράσει τους φόβους και τις ντροπές ο Αρίστος…
     Μετά τον Αρίστο με πήρε ο αδελφός του ο Θανάσης και μετά η αδελφή τους η Σωτηρία. Μαζί με τα λίγα βιβλία που είχε μέσα μου ο Αρίστος, είχα και ένα δυο μολύβια, γόμα, που και που καμιά ξύστρα, μα αυτά όλα σπάνια. Τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Ελλάδα, είχα και πλάκα με κοντύλι! Καθημερινά μου έβαζαν μέσα, μαζί με τα βιβλία, και το κολατσιό του Αρίστου και των άλλων παιδιών που με πήραν μετά, για το διάλειμμα: Ήταν λίγο ψωμί, τις πιο πολλές φορές μπομπότα, και ένα κομμάτι τυρί, δεμένα σε μια πετσέτα. Πόσο διαφορετική και πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή μου, αν είχα μείνει στην Αμερική! Άλλαξα κάνα δυο χέρια ακόμα σε ξαδέλφια τους και τελικά κατέληξα σε μια αποθήκη, όπου εκεί έμεινα πολλά χρόνια. Πόσα, μην με ρωτάς. Δεν ξέρω!... Μα και τι να πρωτοθυμηθώ. 
Μαζί με τα λίγα βιβλία που είχε μέσα μου ο Αρίστος, είχα και ένα δυο μολύβια, γόμα, που και που καμιά ξύστρα, μα αυτά όλα σπάνια. Τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Ελλάδα, είχα και πλάκα με κοντύλι! Καθημερινά μου έβαζαν μέσα, μαζί με τα βιβλία, και το κολατσιό του Αρίστου και των άλλων παιδιών που με πήραν μετά, για το διάλειμμα: Ήταν λίγο ψωμί, τις πιο πολλές φορές μπομπότα, και ένα κομμάτι τυρί, δεμένα σε μια πετσέτα.

     Πέρασαν χρόνια που ήμουν καταχωνιασμένη στην αποθήκη και κάποια στιγμή μπήκαν δύο άνθρωποι να καθαρίσουν το χώρο. Τα χέρια που με βρήκαν, ήταν έτοιμα να με πετάξουν μαζί με τ’ άλλα άχρηστα αντικείμενα στα σκουπίδια. Τότε ακούστηκε η φωνή του δεύτερου ατόμου που βοηθούσε στον καθαρισμό και με είδε:
     “Τί είναι’ αυτό;”.
     “Για παλιά σχολική τσάντα μοιάζει…”.
     Αμέσως με πήρε εκείνος στα χέρια του και με χτύπησε δυο τρεις φορές στον τοίχο να φύγει από πάνω μου η σκόνη. Δεν άργησε ν' αρχίσει να φτερνίζεται πολλές φορές. Με άνοιξε με δυσκολία, αφού η μικρή κλειδαριά μου είχε σκουριάσει και ξεφύλλισε τα δυο παλιά βιβλία και το τετράδιο που ήταν στις θήκες μου.
     “Ρε συ! Αυτή είναι η τσάντα του θείου του Αρίστου από το δημοτικό!”, είπε με πολύ ενθουσιασμό! Βλέπεις; Το όνομά του δεν έχει ξεθωριάσει ακόμα από την ετικέτα!
     “Ε, και;”, απάντησε ο άλλος.
     “Τί ΄΄ε, και΄΄”; Θα συγκινηθεί πολύ άμα τη δει!”.
     Με φύλαξαν σε μια γωνιά του σπιτιού και σε λίγες μέρες βρισκόμουν στα χέρια του πρώτου αφεντικού μου, του Αρίστου, παππούς πλέον, που με χάιδευε, μου μίλαγε με πολλή συγκίνηση και στοργή, σαν να ήμουν παιδί του! Πόσα θυμηθήκαμε μαζί από τα νιάτα μας! Πόσες συγκινήσεις νοιώσαμε!... Ευχάριστα, δυσάρεστα, εύκολα, δύσκολα, ανακατεύτηκαν όλα στις θύμησές μας, που θα γέμιζαν πολλές βιβλιοθήκες, αν καθόμουν να τα γράψω!...
      Σε λίγο που ήρθε και η γυναίκα του και της ανακοίνωσε την απόφασή του:
     “Αύριο κιόλας, θα την παραδώσω στον υπεύθυνο του λαογραφικού μουσείου! Πιστεύω να τον ενδιαφέρει…”.
     Έτσι κι έγινε! Με καθάρισε με πολύ προσοχή και πατρική αγάπη το παλιό μου αφεντικό. Μου μίλαγε συνέχεια και με χάιδευε συγκινημένος. Ύστερα φρεσκάρισε το χρώμα μου με βερνίκι και, όπως βλέπετε, κύριε, εδώ βρήκα παλιούς και καλούς φίλους μου: Δυο θρανία δεξιά μου, τον παλιό σχολικό πίνακα απέναντι κι από την άλλη μεριά κάποια βιβλία της εποχής μας. Ξανασμίξαμε όλοι μαζί ύστερα από τόσα χρόνια στην ίδια σχολική αίθουσα που ανταμώναμε και τότε. Λέμε συχνά τα δικά μας, τις αναμνήσεις μας τα παράπονά μας, τις χαρές μας και τις στενοχώριες μας… Άλλοτε κλαίμε κι άλλοτε γελάμε… Περνάμε πολύ καλά, όμως! Γνωρίσαμε και κάναμε και πολλούς άλλους φίλους εδώ, συνομίληκούς μας, μεγαλύτερους, αλλά και μικρότερους: Υφαντά, πλεκτά, εργόχειρα, εργαλεία της γης, σκεύη του σπιτιού, εθνικές και πολεμικές ενδυμασίες, όπλα από τους πολέμους… Ευτυχώς που κάποιοι άνθρωποι έχουν παραπάνω ενέργεια και ευαισθησίες και φροντίζουν για τα μουσεία, γιατί αλλιώς, ούτε κι εσείς θα μας γνωρίζατε, ούτε κι εγώ θα μπορούσα να σας διηγηθώ την ιστορία μου, καλέ μου ευγενικέ και ευαίσθητε κύριε!...».
-------------------------------------------
Σημείωση: Πιθανή ομοιότητα με ονόματα, είναι τυχαία.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 10.9.2023

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

Προσκύνημα στην «αγία Παρασκευή του δράκου», από βιωματικές αφηγήσεις

        

Σαν πρόλογος…
 
     Το «προσκύνημα στην “αγία Παρασκευή του δράκου”», είναι μια καταγραφή και «μείξη» βιωματικών αφηγήσεων της συζύγου μου Ελένης και άλλων ακόμα συγγενών από το χωριό της, με αναφορές στη δεκαετία του 1970 και νωρίτερα. Ο λόγος για τον οποίο καταγράφονται και δημοσιοποιούνται, είναι για να καταδειχθεί η δύναμη των συναισθημάτων πίστης και σεβασμού στο Θείον, που αψηφούσε κάθε εμπόδιο, προκειμένου οι άνθρωποι να νοιώσουν στήριγμα και προστασία και ν' αντλήσουν δύναμη για ν' αντιμετωπίσουν τις διάφορες δυσκολίες. Μυημένα και τα παιδιά πριν κάποια χρόνια σ’ αυτές τις εκδηλώσεις λατρείας, ακόμα κι αυτά της προσχολικής ηλικίας, ακολουθούσαν, όχι μόνο χωρίς αντιρρήσεις και γογγυσμό, αλλά πρόθυμα και με πραγματική πηγαία πίστη.
     Ένας ακόμα λόγος της καταγραφής αυτής, είναι ότι το «προσκύνημα στην αγία Παρασκευή» δεν έχει διαφορές από κάθε άλλο προσκύνημα σε οποιοδήποτε άλλο ξωκκλήσι, μοναστήρι ή ναό σε όλη την Ελλάδα κι αν έχει αυτές θα είναι ελάχιστες. Πολλοί εξ ημών, άλλωστε, έχουμε βιώσει τέτοιες εμπειρίες στα παιδικά μας χρόνια. Όλες οι αφηγήσεις υπερήλικων, αλλά και νεότερων σήμερα προσκυνητών στην «αγία Παρασκευή του δράκου», αλλά και αφηγήσεις προσκυνητών σε διάφορες άλλες περιοχές και εκκλησίες της χώρας μας, συγκλίνουν στην ίδια σκέψη: Η πίστη και η αφοσίωση στο Θείον, είναι καταφυγή και προστασία, σύμφωνα και τον ιερό παρακλητικό κανόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η πολύωρη πεζοπορία και μετάβαση ως εκεί, ήταν μέρος του τελετουργικού, ήταν, αναμφισβήτητα, κι ένα είδος θυσίας, ως ιδιαίτερα κοπιαστική προσπάθεια. Το «τάμα», μάλιστα, που ίσως και να μην ήταν μόνο τάμα, αλλά και καθιερωμένη συνήθεια, είτε ως ομολογία πίστεως, είτε ως μέσο εξαγνισμού, είτε ως επίκληση του Θείου, προκειμένου η Χάρις Του να είχε «μεγαλύτερη» επίδραση. Θεωρείται βέβαιο δε, ότι τόσο η μετάβαση, όσο και η παραμονή και η διανυκτέρευση στην εκκλησία και παρακολούθηση του εσπερινού, της αγρυπνίας, του όρθρου και της πρωινής Θείας Λειτουργίας, έκανε τους πιστούς κι ένοιωθαν και νοιώθουν πάντα αναβαπτισμένοι και με περισσότερο στερεωμένη την πίστη.
     Σήμερα τα προσκυνήματα αυτά έχουν γίνει πολύ πιο χαλαρά, με μετάβαση χωρίς κούραση με τα αυτοκίνητα και χωρίς τη συμμετοχή στη θεία λατρεία με την ίδια προσήλωση, πιθανότατα και με διαφορετική κατάνυξη. Καθόλου μην μας διαφεύγει ότι σ’ ένα σύγχρονο προσκύνημα/πανηγύρι, ειδικά στις πόλεις, αφιερώνουμε ελάχιστο χρόνο να προσκυνήσουμε βιαστικά, ίσως και με «στριμωξίδι»(!) τον άγιο που γιορτάζει, για να αφιερώσουμε αμέσως μετά πολύ περισσότερο χρόνο στους πάγκους με τα πολλών εκατοντάδων είδη των εμπόρων των παζαριών.
***
  «[…]Για την αγία Παρασκευή οι ετοιμασίες ξεκίναγαν από δυο-τρεις μέρες πριν. Ίσως για τους μεγαλύτερους να είχε γίνει ένα είδος ρουτίνας και αναπόφευκτου, αλλά εκούσιου καθήκοντος, για εμάς τα παιδιά, όμως, ήταν ένα πραγματικό πανηγύρι. Περιμέναμε την ημέρα εκείνη περισσότερο κι από τη Λαμπρή! Ατέλειωτα μπουλούκια θα φεύγαμε από τα χωριά, θα περνούσαμε μέσα από δυο και τρία, μπορεί και περισσότερα άλλα χωριά για να φτάσουμε ως εκεί. Ολόκληρο ταξίδι, δηλαδή. Και σάμπως, ποιος υπολόγιζε κούραση; Μας έφτανε μόνο που θα βλέπανε τα μάτια μας τον κόσμο και πίσω από το βουνό και κάτι τέτοιες ευκαιρίες ήταν μια, άντε δυο φορές το χρόνο!
     Από μέρες, λοιπόν, οι μανάδες και οι γιαγιές ετοίμαζαν τα πράγματα που θα παίρναμε μαζί: Τα ρούχα για να στρώσουμε να κοιμηθούμε το βράδυ, αλλά και ρούχα να φορέσουμε, γιατί μετά το νύχτωμα έκανε κρύο. Ετοίμαζαν και τα φαγητά: Τί άλλο; Ψωμί, ελιές και καμιά ντομάτα αν είχαν γίνει. Βλέπεις, νηστεύαμε για να κοινωνήσουμε. Το τυρί και τα βραστά αυγά, που κι απ’ αυτά παίρναμε μαζί, τα είχαμε για την άλλη μέρα, για μετά τη Θεία Κοινωνία.
     Η λαχτάρα μας εμάς ήταν και ο άρτος από την εκκλησία. "Ψωμί με ζάχαρη"(!), είχα ακούσει να τον λένε άλλα μικρότερα παιδιά. Πού να μας χόρταινε, όμως, ένα κομματάκι, λίγο μεγαλύτερο από το αντίδωρο! Κόσμος πολύς κι έπρεπε να φτάσει για όλους. Οι μητέρες μας μας έδιναν και το δικό τους! "Λιχουδιές" για το δρόμο τ’ αχλάδια, κι αυτά στην καλύτερη μισογινωμένα! Όπου βλέπαμε αχλαδιά, εμείς τα παιδιά ειδικά, τρέχαμε! Ανέβαιναν επάνω τα μεγαλύτερα αγόρια, έτρωγαν εκείνα κι έριχναν και σ’ εμάς που τα περιμέναμε αποκάτω ως μάννα εξ ουρανού! Οι φωνές των γονιών μας "πνιγμένες", να μας αποτρέψουν χωρίς ν’ ακουστούν, γιατί αν μας έβλεπε κάποιος αγροφύλακας ή και ιδιοκτήτης του δέντρου, πέρα από την προσβολή, θεωρούνταν κλοπή και μπορεί να είχε και δικαστική συνέχεια.
     Φεύγαμε από το χωριό την παραμονή το μεσημέρι όλο το τσούρμο. Παιδιά, γονείς, θείοι, γείτονες… Στα σπίτια έμεναν οι ανήμποροι κι ένας ή δύο άντρες μόνο για τα πιο απαραίτητες δουλειές και κυρίως για τα ζωντανά, με την αδιαμφισβήτητη εντολή και τον οβολό τους ν’ ανάψουμε και γι’ αυτούς "ένα κερί". Το ταγάρι με τα φαγητά μας και τα μεγαλύτερα ταγάρια με τα ρούχα για το βράδυ, άλλαζαν από ώμο σε ώμο των μεγάλων. Τρεις και τέσσερις ώρες δρόμος, το φορτίο έπρεπε να μοιραστεί δίκαια σε όλους. Κάποιοι έπαιρναν και ζώα και τα φόρτωναν σ’ αυτά.
     "Καλό δρόμο! Βοήθειά σας! Και του χρόνου"! "Σε λιγο θα ξεκινήσουμε κι εμεις!...", εύχονταν κι έλεγαν στα ατέλειωτα μπουλούκια των περαστικών οι κάτοικοι των άλλων χωριών που περνούσαμε.
     Μια πραγματική λαοθάλασσα μέσα και έξω από την εκκλησία. Περιμέναμε αρκετή ώρα στην ουρά για να προσκυνήσουμε. Ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια στα μάτια μας και οι πολλοί παππάδες, αφού στα χωριά μας λειτουργούσε πάντα ένας. Λίγο μετά τον κατανυκτικό εσπερινό, ακολουθούσε νυχτερινή Λειτουργία (αγρυπνία) και ήταν κανόνας να την παρακολουθήσουμε σιωπηλά και υπομονετικά, μέσα ή έξω από την εκκλησία, κι ας μην ακούγαμε καθόλου τους παππάδες και τους ψάλτες. Σπάνια θυμόμαστε μικροφωνικές… Μόνο αν απομακρυνόσουν λίγα μέτρα άκουγες το βόμβο από τις χαμηλόφωνες κουβέντες των μεγάλων, που έσμιγαν από διάφορα χωριά και είχαν πολλά να πουν. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, που τέλειωνε η αγρυπνία, άνοιγαν και τα ταγάρια και στρώνονταν πρόχειρα κατά γης οι πετσέτες για το νηστήσιμο δείπνο. Η κούραση και η εξοχή είχαν ανοίξει την όρεξη και το ψωμί με τις ελιές μας φαινόταν πραγματική αμβροσία!
     Μια κάποια περιπέτεια, αλλά και μια διαφορετική εμπειρία και ο ύπνος. Ξαπλώναμε πολλά παιδιά μαζί στα πρόχειρα στρωσίδια που ετοίμαζαν οι μανάδες, το ένα δίπλα στο άλλο, και δεν χάναμε την ευκαιρία για «πνιγμένα» πειράγματα και παιχνίδια. Κι όταν ο Μορφέας ερχόταν να μας αγκαλιάσει, τραβούσαμε ο ένας σκεπάσματα από τον άλλον, γιατί το νυχτερινό κρύο έτσουζε όλο και περισσότερο, όσο κόντευε το πρωί. Στο πρόγραμμα και τα αγουροξυπνήματα και η σχετική γκρίνια με το χτύπημα της καμπάνας, πριν ακόμα βγει ο ήλιος.
     Μετά την πρωινή Λειτουργία στην εκκλησία, οι ευχές, οι αγκαλιές οι χαιρετισμοί και οι ατέλειωτες ευχάριστες συζητήσεις με μεγάλα και πλατειά χαμόγελα είχαν το λόγο. Συγγενείς από άλλα χωριά με τους οποίους συναντιόμαστε και είχαν καιρό να μας δουν, μας θαύμαζαν εμάς τα παιδιά που είχαμε μεγαλώσει! Επαίνους και λόγια τιμητικά στην κάθε μάνα που μας είχε προσεγμένα και πειθαρχημένα.
    Σχεδόν πάντα, γνωστοί ή συγγενείς από τα κοντινότερα χωριά μας καλούσαν και για καφέ και φαγητό στο σπίτι τους. Πόσο πραγματικά το λαχταρούσαμε εκείνο το φαγητό, ύστερα μάλιστα από την εβδομαδιαία αυστηρή νηστεία για να κοινωνήσουμε! Ημέρα πανηγυριού ήταν και πάντα είχαν κάτι καλό!
     Η επιστροφή στο χωριό δεν είχε καμία σχέση με τη μετάβαση. Το "πανηγύρι", η "εκδρομή", η "φυγή από την καθημερινότητα", εντός ή εκτός εισαγωγικών, είχαν τελειώσει και μαζί τους είχαν πάρει και τον ενθουσιασμό και είχαν φέρει την κούραση, συχνά και την κατήφεια. Επιστρέφαμε πάλι στην καθημερινότητα, βλέποντας, όμως, με τη φαντασία περισσότερο, κάπου πολύ μακριά στον ορίζοντα κάποιο επόμενο προσκύνημα. Και σίγουρα, την επιστροφή στο χωριό δεν ακολουθούσε η χαλάρωση και η ξεκούραση. Οι δουλειές στο σπίτι, στα χωράφια και στα ζωντανά είχαν μείνει πίσω και δεν περίμεναν. Η εμπειρία, όμως, μας άφηνε πάντα κάτι το ξεχωριστό, με δεδομένα και τα θρησκευτικά συναισθήματα του προσκυνήματος στην αγία Παρασκευή του δράκου, του κάθε παρόμοιου προσκυνήματος, ως αναβάπτισμα.
     Με παρόμοιο τρόπο πηγαίναμε και σε άλλες εκκλησίες που γιόρταζαν και γίνονταν πολύ μεγάλα πανηγύρια, όπως στη Φανερωμένη. Εδώ η πεζοπορία ήταν μεγαλύτερη, αλλά πάντα άξιζε[…]».
 
Ιστορικά στοιχεία και θρύλοι
 
     Ο Ναός της Αγίας Παρασκευής του Δράκου δεν είναι μεγάλων διαστάσεων και βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα βόρεια της Άρτας, κοντά στα χωριά Αμπέλια και Χανόπουλο. Αν και γραπτές πηγές δεν φαίνεται να υπάρχουν, η ίδρυσή του χρονολογείται τον 10ο ή 11ο αιώνα και αναφέρεται ότι έχει πυρποληθεί επί τουρκοκρατίας. Εργασίες ανακατασκευής και συντήρησης έγιναν το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, πιθανότατα, λίγο μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Παρά την έλλειψη τοιχογραφιών στο εσωτερικό του, θεωρείται μνημείο μεγάλου ενδιαφέροντος και έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο, καθώς ανήκει στο τέλος της Βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου και είναι δείγμα αρχιτεκτονικής του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
     Στον αύλειο χώρο υπάρχει άνοιγμα σπηλιάς με μεγάλους και επιβλητικούς σταλακτίτες. Το άνοιγμά της είναι διαστάσεων 4Χ4 και το βάθος της 30 μέτρα, περίπου. Κατά μία εκδοχή, η υπόγεια, και φυσικά ανεξερεύνητη συνέχειά της φτάνει μέχρι το χωριό Γρίμποβο της Άρτας. Στο βάθος της διακρίνονται ερείπια παλαιού κτίσματος, ενδεχομένως κάποιου περεκκλησίου, που, πιθανότατα, αποτελούσε χώρο λατρείας, κάτι που συμβαίνει και σήμερα, με τους προσκυνητές να κατεβαίνουν ως εκεί με ασφάλεια από τη σκάλα που έχει κατασκευαστεί για το λόγο αυτόν.

Το άνοιγμα-είσοδος της "σπηλιάς του δράκου" επάνω και ο χώρος λατρείας στο βάθος της


     Σύμφωνα μ’ έναν θρύλο, στη σπηλιά αυτή κατοικούσε ένας δράκος και μια φορά το χρόνο εμφανιζόταν στο χωριό κι έπαιρνε ένα όμορφο κορίτσι. Μη έχοντας άλλη διέξοδο οι κάτοικοι, παρακάλεσαν την αγία Παρασκευή να τους απαλλάξει απ' αυτό το κακό. Η αγία συγκρούστηκε μαζί του και τον σκότωσε. Προς τιμήν της κάτοικοι έχτισαν ναό στο όνομά της ή επέκτειναν το μικρότερο ναΰδριο ή μεγαλύτερου ναού που υπήρχε εκεί. 
     Ένας άλλος θρύλος, που και σήμερα είναι «ζωντανός», αναφέρεται στην εμφάνιση σκορπιών την ημέρα της γιορτής της αγίας Παρασκευής. Το τσίμπημά τους θεωρείται ευλογία, θεραπεύει και προλαμβάνει αρρώστιες και κάποιοι προσκυνητές επιδιώκουν να τους τσιμπήσουν. Πιστεύεται, ακόμα, ότι είναι καλό για τον ίδιον που θα τον τσιμπήσει ο σκορπιός, το σπίτι του, τις δουλειές του και την οικογένειά του.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 2.9.2023
 
 
 

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023

Με γεμάτη την ψυχή από τις παρουσιάσεις του βιβλίου μου «η Ανάσταση στον καιρό της πανδημίας» τον Αύγουστο 2023 στο Γοργόμυλο Πρέβεζας και στα Γιάννενα!

 

Εικόνα: Από την παρουσίαση στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννίνων

Σύντομος πρόλογος

     Ένα βιβλίο με διηγήματα και ποιήματα γράφηκε και εκδόθηκε στον καιρό των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας του covid-19. H Ανάσταση-το Πάσχα του 2020 που γιορτάσαμε ή «γιορτάσαμε» μ’ έναν διαφορετικό τρόπο, εν μέσω αυστηρών μέτρων κορωνοϊού και φόβου, είναι το πρώτο διήγημα του έργου μου, που δάνεισε και τον τίτλο του σε όλο το βιβλίο: «Η Ανάσταση στον καιρό της πανδημίας».
     Πριν ακόμα ενσκήψει η πανδημία, στο χωριό της συζύγου μου, στο Γοργόμυλο Πρέβεζας, είχαν αρχίσει οι εργασίες για την κατασκευή-διαμόρφωση μιας πλατείας. Συζητώντας εκεί τότε με συγγενή μου για την ανάδειξή της, αφού οι εργασίες ολοκληρωθούν, του εξέφρασα τη σκέψη για την παρουσίαση ενός βιβλίου που είχα αρχίσει να «δουλεύω» στις σκέψεις μου. Η ιδέα τον ενθουσίασε, όταν, όμως, οι εργασίες είχαν προχωρήσει αρκετά και η παρουσίαση είχε οριστεί για τις 13 Αυγούστου 2022, ο covid-19 πάλι «έβαλε το χεράκι του» με θετικά κρούσματα στο χωριό και η εκδήλωση αναβλήθηκε, για να γίνει ακριβώς ένα χρόνο αργότερα: 13 Αυγούστου 2023. Θα μπορούσαν να είχαν προηγηθεί κι άλλες παρουσιάσεις, αλλά ήθελα να είναι εκεί η πρώτη, για να τιμήσω με αυτό τον τρόπο και το χωριό της συζύγου μου.
     Η δεύτερη παρουσίαση, λίγες μέρες μετά, στις 17 Αυγούστου 2023 στα Γιάννενα, ήρθε ως μια πολύ ευχάριστη και ιδιαίτερα τιμητική έκπληξη. Η πρόταση μού έγινε από την φίλη αρχαιολόγο Κωνσταντίνα Ζήδρου και την, επίσης φίλη, φιλόλογο- διευθύντρια Πολιτισμού του Δήμου Ιωαννιτών Μαρία Βλάχου. Ακολουθούν αναφορές και για τις δύο παρουσιάσεις.
***
Η παρουσίαση στο Γοργόμυλο Πρέβεζας
 
     Οι εργασίες της πλατείας έβαιναν προς το τέλος τους και λίγες μέρες πριν την ορισμένη ημερομηνία για την παρουσίαση του βιβλίου, επικρατούσε ένας οργασμός εργασιών και ενθουσιασμού στο χωριό. Παράλληλα, και μια αδημονία, αφού η αστάθεια του καιρού με κάποιες απογευματινές βροχές, μας κράταγαν κάπως επιφυλακτικούς. Τελικά, ο καιρός μας έκανε εν μέρει το χατίρι, και λέω εν μέρει, γιατί ο δυνατός αέρας εκείνη τη βραδιά επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό και τη μικροφωνική.
     Πολλές νοικοκυρές πρότειναν με ευχαρίστηση να προσφέρουν τοπικά παραδοσιακά κεράσματα στους προσκεκλημένους. Έβλεπαν την εκδήλωση κάτι και σαν γιορτή, δηλαδή! Άλλοι, ιδίως οι άνδρες, δούλευαν εθελοντικά και με πείσμα από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να μην ξεφύγει ούτε η τελευταία λεπτομέρεια της «γιορτής» κι άλλοι φρόντιζαν για την εξασφάλιση χώρων για τη στάθμευση των αυτοκινήτων.
     Η εκδήλωση είχε τεθεί υπό την αιγίδα του Δήμου Ζηρού Πρέβεζας και η πλατεία βούλιαζε από κόσμο! Ο Χρήστος ανέλαβε χρέη «τροχονόμου», για την αποφυγή συνωστισμού των αυτοκινήτων. Από τις πρώτες αφίξεις και αυτή του δημάρχου κ. Νίκου Καλαντζή. Τόσο ο συντονιστής Φώτης Βάσιος, όσο και οι ομιλητές Μαρία Παπαδοπούλου, Χρήστος Γάλλιος, Βασίλης Ζυγούρης, όλοι εκπαιδευτικοί, που με πολύ ενθουσιασμό είχαν δεχθεί τη συμμετοχή τους, ανέλυσαν με επιστημονική πληρότητα και τον καλύτερο τρόπο τα θέματα του βιβλίου στα οποία αναφέρθηκαν, ενώ παράλληλα εξήραν με πολύ τιμητικά λόγια το όλο πνευματικό έργο του «γαμπρού από τα Καλάβρυτα» συγγραφέα.

Από την παρουσίαση στο Γογρόμυλο Πρέβεζας:
Νεότεροι και γεροντότεροι παρόντες!

     Ανώτερες των προσδοκιών και οι απαγγελίες ποιημάτων και αναγνώσεις αποσπασμάτων των διηγημάτων από τις Ηλιάνα Γάλλιου, Βασιλική Παππά, Δήμητρα Λυμπεροπούλου και τη συζυγό μου Ελένη Γάλλιου. Η απαγγελία ενός «επίκαιρου» ποιήματος από την ταπεινότητά μου, με τίτλο «ρομαντικές στιγμές» ήταν το επιστέγασμα της παρουσίασης, μαζί με τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μου σε όλους. «Επίκαιρο» το ποίημα, αφού «μίλαγε» και για το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα που είχαμε απολαύσει λίγο πριν, με
«του Ζαλόγγου γύρω τα βουνά φωτοστεφανωμένα,
τα σύννεφα στον ουρανό που ήταν χρυσωμένα».
Κι αν το ποίημα ήταν επιστέγασμα της παρουσίασης του βιβλίου, επιστέγασμα της εκδήλωσης υπό τον πλούσιο νυχτερινό φωτισμό της πλατείας, ήταν η απόλαυση των παραδοσιακών κερασμάτων, που με περισσή τέχνη, μεράκι και αγάπη είχαν επιμεληθεί οι πανάξιες νοικοκυρές του χωριού.

Η αφίσα-πρόσκληση του Δήμου Ζηρού Πρεβέζης

Η αφίσα-πρόσκληση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ιωαννιτών

Η παρουσίαση στα Γιάννενα
 
     Η πρόταση για την παρουσίαση του βιβλίου στα Γιάννενα, ως προαναφέρθηκε, μου έγινε με πολύ ενθουσιασμό και ήταν μια ιδιαίτερα τιμητική και ευχάριστη έκπληξη από την εξαίρετη και πολύτιμη φίλη Κωνσταντίνα (Ντίνα) Ζήδρου, αρχαιολόγο. Η πρότασή της έγινε με τον ίδιο ενθουσιασμό δεκτή από την φιλόλογο και διευθύντρια Πολιτισμού του Δήμου Ιωαννιτών Μαρία Βλάχου, με την οποία είχαμε στο μεταξύ ήδη γνωριστεί και είχε αναπτυχθεί ισχυρός φιλικός δεσμός, δημιουργώντας έτσι κι ένα ισχυρό φιλικό «τρίο» και με την Ντίνα.
     Οι δύο ανεκτίμητες φίλες, αδελφές μου πλέον, επιμελήθηκαν την εκδήλωση στον υπαίθριο χώρο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου, με φόντο τη λίμνη  Παμβώτιδα, το μαρτυρικό χωριό Λυγκιάδες και το όρος Μιτσικέλι, το οποίο πολύ συχνά μαζί με τα Γιάννενα ανέφερε ο παππούς μου Κωνσταντίνος Παπακωνσταντόπουλος στις πολεμικές αφηγήσεις του, έχοντας λάβει μέρος στην νικηφόρα μάχη της απελευθέρωσης τη πόλης, το 1912.
     Η εκδήλωση άρχισε πριν το δειλινό, με μια πολύ ζεστή εισήγηση της συντονίστριας και ομιλήτριας Μαρίας Βλάχου, παρουσιάζοντας με τιμητικά λόγια-απόσταγμα αγάπης, σεβασμού και θαυμασμού για τον συγγραφέα. Μεγάλη τιμή περιείχαν και τα λόγια της επόμενης ομιλήτριας, της Ντίνας Ζήδρου. Δεν  μπορώ να ισχυριστώ ότι με όλο αυτό το «απάνθισμα» τιμής για την ελαχιστότητά μου, αισθανόμουν «βολικά» όμως οι ομιλήτριες το εξέφραζαν με όλη τη δύναμη της καρδιάς τους.
     Τρίτος ομιλητής ο εκπαιδευτικός Χρήστος Γάλλιος, που ανέπτυξε το θέμα με τα ίδια συναισθήματα και αισθήματα. Εκτός από τους τρεις ομιλητές, που διάβασαν και διηγήματα και απήγγειλαν ποιήματα του βιβλίου, απήγγειλαν και διάβασαν και οι ψυχολόγος Ηλιάνα Γάλλιου, η φοιτήτρια Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Βασιλική Παππά και η επιχειρηματίας-βιβλιοπώλης Δήμητρα Λυμπεροπούλου.
     Ο όλος συντονισμός, οι ομιλίες τους, οι απαγγελίες και οι αναγνώσεις καθήλωσαν το κοινό, που απέδωσαν μεγάλα εύσημα και αναχώρησαν με τις καλύτερες εντυπώσεις. Ήταν μια πραγματική μυσταγωγία που τέλεσε (το υπογραμμίζω) η αγάπη όλων των συντελεστών, κυρίως, όμως, της Μαρίας Βλάχου και της Ντίνας Ζήδρου, που είχαν την πρωτοβουλία και ανέλαβαν εξ ολοκλήρου την διοργάνωση.
     Ο συγγραφέας, η αφεντιά μου, μίλησε τελευταίος και πέρα από τις ολόθερμες ευχαριστίες, την έκφραση ευγνωμοσύνης για την τιμή και την Αβραμιαία αυτή φιλοξενία και όσα είχε να πει για το βιβλίο, αναφέρθηκε στους δεσμούς που συνδέουν τα Γιάννενα και την Ήπειρο με τα Καλάβρυτα από το 1912. Στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της Ηπείρου τότε, έλαβαν μέρος και Καλαβρυτινοί ήρωες πολεμιστές, μεταξύ αυτών και ο παππούς μου Κωνσταντίνος Γ. Παπακωνσταντόπουλος. Συνδέουν ακόμα τις δύο πόλεις και οι ναζιστικές θηριωδίες, αλλά και ειρηνικές σχέσεις και συνεργασίες, όπως οι πολλοί Ηπειρώτες δάσκαλοι που υπηρέτησαν στα Καλάβρυτα, οι πολλοί Ηπειρώτες τεχνίτες και χτίστες που μετέφεραν και μετέδωσαν τον πολιτισμό τους και τις τέχνες τους στον τόπο μας.
     Για το θέμα έγραψε σχετικά και η ηλεκτρονική εφημερίδα των Καλαβρύτων https://www.kalavrytanews.com/. Ευχαριστώ θερμά τον διευθυντή της και φίλο Νίκο Κυριαζή. Μπορείτε να δείτε/διαβάσετε το σχετικό άρθρο ΕΔΩ.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)

Σάββατο 19 Αυγούστου 2023

Πεταλούδα: Μυθολογικά και λαογραφικά στοιχεία

Η ξεχωριστής ομορφιάς μπλε πεταλούδα του Χελμού
(Φωτογραφία: ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕ
WS)

 

    Λόγω των εντυπωσιακών χρωμάτων της και του χαριτωμένου τρόπου με τον οποίον πετάει η πεταλούδα, είναι έντομο προσφιλές στον άνθρωπο και δεν θεωρείται βλαβερό. Ιδιαίτερα τα παιδιά λαχταρούν να την «πιάσουν», για να αποτελέσει μέρος του παιχνιδιού τους, ενώ πολύ συχνά είναι και θέμα της ζωγραφικής τους, καθώς και θέμα γυναικείου εργοχείρου, κεντήματος ή πλεκτού. Απο τα πρώτα μηνύματα της άνοιξης και πολύ αγαπημένο γεύμα μικρών και μεγαλύτερων πτηνών, αλλά και συνδεδεμένη με θρύλους, μύθους και δοξασίες, ενώ έχει αποτελέσει και αποτελεί αντικείμενο μελέτης πολλών επιστημών.
     Η ονομασία της στην αρχαία Ελλάδα ήταν «ψυχή», γιατί πίστευαν ότι καθεμία τους ήταν «φυλακισμένη» στο σώμα ενός ανθρώπου, που απελευθερώνεται με το θάνατό του. Πολύ κοντά, λοιπόν, τα πιστεύω των αρχαίων προγόνων μας με τα δικά μας, περί αθανασίας της ψυχής, την οποία βλέπουμε να απεικονίζεται και σε αγγεία.  Ο Άγγλος αρχαιολόγος Evans, τονίζει την συμβολική σημασία της παράστασης αυτής, όπως και της χρυσαλλίδας, για την αθανασία. Σύμφωνα και με τον Όμηρο, η ψυχή προέρχεται από το «ψύχω» (αναπνέω).
     Κατά μία εκδοχή της μυθολογίας, η Ψυχή ήταν μια θνητή με πολλά θέλγητρα, που την ερωτεύτηκε ο Δίας. Δεν την άφησε να γνωρίσει θάνατο και την μεταμόρφωσε σε πεταλούδα, έτσι ώστε να μπορεί να πετάξει ελεύθερα στα ύψη. Κατ’ άλλη εκδοχή, η Αφροδίτη ζήλεψε την ομορφιά της κι έστειλε το γιο της τον Έρωτα να δηλητηριάσει τα μυαλά των αντρών, ώστε η πανέμορφη Ψυχή  να μην βρει ταίρι. Οι δύο νέοι, όμως, έσμιξαν και ως καρπός του σφοδρού έρωτά τους προέκυψε η Ηδονή.
     Μελετώντας κανείς θέματα περί Ψυχής στην αρχαιότητα, θα βρει άπειρα ακόμα ενδιαφέροντα.
     Η πεταλούδα πρωταγωνιστεί συχνά σε θρύλους και άλλων λαών. Πολύ συνηθισμένη  είναι και η «μεταπήδηση» στοιχείων από τη μυθολογία, στη σύγχρονη ζωή και στη λαογραφία, Ελληνική και ξένη. Όσον αφορά το συμπαθές αυτό έντομο, όταν πετάει μέσα ή κοντά στο σπίτι, θεωρείται ότι μπορεί να «είναι» και η ψυχή ενός νεκρού που «κάτι θέλει», όπως μνημόσυνο, τρισάγιο, κερί, πρόσφορο, προσευχή για την ανάπαυσή της. Αν η πεταλούδα πετάει λίγες μέρες μετά το θάνατο οικείου προσώπου, μέσα ή κοντά στο σπίτι πάντα, τότε «σίγουρα» είναι η ψυχή του. Αν πάλι καθίσει ή πετάει επάνω σε ποτήρι με νερό, τότε καταδεικνύει τη «δίψα» της για τα τελετουργικά της ανάπαυσής της. Δεν επιτρέπεται σ’ αυτήν την πεταλούδα να κάνουμε κακό, ούτε τα παιδιά αφήνουμε να την πιάσουν για να παίξουν. Πρέπει με κάθε τρόπο να την βοηθήσουμε να βγει από το σπίτι και να πετάξει ελεύθερα.
     Η ανοιχτόχρωμη και ιδίως η άσπρη, θεωρείται ψυχή νέου ανθρώπου, ενώ κατ’ άλλες δοξασίες φέρνει γούρι στο σπίτι και στην οικογένεια. Άλλοι, πάλι, οπαδοί της μετενσάρκωσης, πιστεύουν ότι είναι ψυχή που αναζητεί την μετενσάρκωσή της. Η σκουρόχρωμη κι ακόμα περισσότερο η μαύρη πεταλούδα, μπορεί να προμηνύει δυσκολίες και στενοχώριες και γι’ αυτό ορισμένοι δεν θέλουν να την αφήσουν να ζήσει. 

     Πέραν των αναφορών σε θέματα πεταλούδας-ψυχής ή και άλλων προλήψεων, γνωστή και η παρομοίωση της γυναίκας που αλλάζει συχνά ερωτικούς συντρόφους, ως «πεταλουδίτσα της νύχτας». 

     Τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί και το είδος αυτό μεγάλες απώλειες λόγων των εντομοκτόνων, των φυτοφαρμάκων και γενικά της μόλυνσης της ατμόσφαιρας, ενώ με την τεράστια οικολογική καταστροφή που προκάλεσε η πολυήμερη πυρκαγιά στη Ρόδο, εξαφανίστηκε και μεγάλος αριθμός από την «κοιλάδα των πεταλούδων» εκεί, κάτι που πάντα προβάλει τουριστικά και το πανέμορφο Αιγαιοπελαγίτικο μεγαλονήσι.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.8.2023

Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

Το δώρο του Μουρλοθόδωρου (διήγημα)


     Το είχε από γεννησιμιού του το πρόβλημα ο Θοδωρής, αλλά όσο μεγάλωνε και μέχρι να καβαλήσει τα είκοσι-εικοσιδυό, φαινόταν όλο και περισσότερο. Το συμπαθητικό του ψεύδισμα και η έλλειψη από το λόγο του άρθρων και μορίων, όπως «έρθει Κώστας» (θα έρθει ο Κώστας) ή «δώκεις τούτο Θανάση» (να το δώσεις τούτο στο Θανάση), ήταν γνωστά σε μικρούς και μεγάλους στο χωριό του. Κάποιοι τον μιμούνταν στην ομιλία, είτε για αστείο, είτε για εμπαιγμό, αλλά και κάποιες φορές για συμπάθεια. Κάμποσα παιδιά μιμούνταν πολλές φορές και το βάδισμά του όταν τον έβλεπαν, που είχε και σ’ αυτό μια δυσκολία. Αυτοί ήταν οι λόγοι που δεν πήγε και σχολείο. Τις πρώτες μέρες στην πρώτη τάξη τον πήγαινε η μάνα του και μετά συνέχισε μόνος του, αλλά σχεδόν κάθε μέρα γύριζε κλαίγοντας, αφού πολλά από τα άλλα παιδιά τον κορόιδευαν. Έτσι, οι γονείς του αποφάσισαν να τον σταματήσουν, παρά το θάρρος με το οποίο προσπαθούσε να τους ενισχύσει ο δάσκαλος.
     Μεγάλωσε ο Θοδωρής με το προσωνύμιο «το χαζό». Στη στρατιωτική επιτροπή που τον συνόδευσε ο πατέρας του να περάσει περιοδεύων, απορρίφθηκε ως Ι5 (γιώτα πέντε) και σαν τα χρόνια περνούσαν άλλαξε και το προσωνύμιό του: Από «το χαζό», έγινε «Μουρλοθόδωρος». Κάπου εκεί στα εικοσιπέντε, επιδεινώθηκε και το βάδισμά του και κούτσαινε περισσότερο. Από εκείνη τη νεαρή ηλικία, το ξεκίνημα τη ζωής για όλους, ο Θοδωρής τις περισσότερες φορές κράταγε μαγκούρα να στηρίζεται καλύτερα.  
     «Κάθε χωριό θέλει να έχει τον τρελό του, για να τον δείχνουν όλοι και να λένε: Να, εμείς δεν είμαστε σαν αυτόν», είχε πει μια φορά ένας γυρολόγος, που πέρναγε σε όλα τα χωριά με την πραμάτεια του φορτωμένη στο γάιδαρό του, από βελόνες και κουβαρίστρες, μέχρι και «είδη προικός» για τις ελεύθερες κοπέλες.
     Από την εκκλησία δεν έλειπε καμία Κυριακή και καμία γιορτή. Σχεδόν πάντα ντυνόταν παπαδάκι και βοηθούσε τον παπά είτε μέσα στο ιερό, είτε στη Μικρή και τη Μεγάλη Είσοδο, είτε να κρατήσει τη λαμπάδα αναμμένη μπροστά στο λειτουργό την ώρα της ανάγνωσης του Ευαγγελίου, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία.
     Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξάφνιαζε τους συγχωριανούς του με την εξυπνάδα του, εκεί που δεν το περίμεναν κι αυτό έκανε κάποιους να τον συμπαθούν. Για τους περισσότερους, όμως, ήταν «τυχαίο» ή 
«κάπου αλλού το άκουσε». «Φορτωνόταν» πολύ συχνά αστοχίες συγχωριανών του. Στην ερώτηση «ποιος το έκανε αυτό;», η απάντηση ήταν γνωστή: «Ο Μουρλοθόδωρος»! Όπως κάποτε, που πήγε ο γείτονάς του, ο Γρηγόρης, στο περιβόλι του να δει την πορεία του ποτίσματος και το νερό είχε εκτραπεί κι έτρεχε στο δρόμο. Βέβαιος ότι τη ζαβολιά την έκανε ο «Μουρλοθόδωρος», με το που τον είδε στην αυλή του σπιτιού του τού άστραψε ένα ξεγυρισμένο σκαμπίλι και σαν «συμπλήρωμα» μια καλή κλωτσιά με πολλές βρισιές. Όσο κι αν διαμαρτυρήθηκε ο καημένος, όσο κι αν προσπάθησε με κλάματα να του πει ότι δεν είχε δίκιο, ήταν πλέον αργά: Τις είχε φάει ξεγυρισμένες. Αυτή η άδικη χειροδικία του Γρηγόρη, ήταν η αιτία που οι δυο οικογένειες δεν ξαναμίλησαν κι ας ήταν μια πόρτα. Αυτό κράτησε πολύ καιρό, μέχρι που ο Μουρλοθόδωρος έπεσε από μια κορομηλιά που είχε ανέβει να φτάσει κορόμηλα κι έμεινε στη γης ακίνητος, φωνάζοντας δυνατά από τους πόνους. Τότε πρώτος ο Γρηγόρης έτρεξε κοντά του να τον βοηθήσει κι αμέσως μετά φώναξε τον μπάρμπα-Θύμιο, τον πρακτικό που έσαζε τα σπασίματα και τον γιάτρεψε. Ίσως ήταν και μια πράξη έμπρακτης μεταμέλειάς του κι ας ήρθε μετά από τόσον καιρό να ξαναμιλήσουν οι δυο οικογένειες.   

     Κοινό μυστικό που της Μάρως που έμενε στην άκρη του χωριού της «άρεσαν τα ξινά». Κάμποσοι άντρες όλο την γλυκοκοίταζαν, αφού την θεωρούσαν «εύκολη», ενώ όλες σχεδόν οι γυναίκες την «έθαβαν» όταν έπιαναν ψιλοκουβέντα. Μα κι όταν περνούσε από μπροστά τους, της γύριζαν περιφρονητικά την πλάτη, με μια ταυτόχρονη γκριμάτσα αποστροφής. Κάποια στιγμή, όμως, η κοιλιά της φούσκωνε κι αυτό άρχισε και φαινόταν. Την έκλεισαν μέσα ο πατέρας της και η μάνα της και τη σάπισαν στο ξύλο. Η μάνα της τη έχωνε μια πετσέτα στο στόμα να μην ακούγονται τα κλάματά της και οι φωνές της από τον πόνο του ξυλοδαρμού του πατέρα της, με τον πλάστη που άνοιγε φύλο!
     «Πες μου, μωρή, ποιος είναι, να πάω να τον πιάσω να τον μουνουχίσω στη μέση της πλατείας του χωριού», τη ρωτούσε επίμονα ο πατέρας της ο Αλέκος και ο πλάστης ανέβαινε και κατέβαινε ασταμάτητα στο κορμί της.
     «Ο Μουρλοθόδωρος είναι», είπε από τα πολλά η Μάρω!
     Σταμάτησε να τη δέρνει και μ’ ένα σάλτο βγήκε από το σπίτι.
     «Μα, με το Μουρλοθόδωρο, μωρή;», ήταν αυτό που δεν μπορούσε να χωνέψει η μάνα της και της έκανε την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά. «Μα, με το Μουρλοθόδωρο, μωρή;», ενώ προσπαθούσε να της γλυκάνει τους πόνους από το ξύλο του πατέρα της στο κορμί της με μια βρεγμένη πετσέτα.
     Πέρασε σαν σίφουνας ο Αλέκος από την πλατεία και όλοι που ήταν εκεί κατάλαβαν ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Σε ελάχιστο χρόνο βρέθηκε απέξω από το σπίτι του Μουρλοθόδωρου και έβριζε και κατέβαζε καντήλια ασταμάτητα. Έγινε μεγάλη φασαρία.
     «Τι να του πεις, που είναι άντρας τριάντα χρονών;», αναρωτιόταν ο πατέρας του και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
     Πολλοί χωριανοί, άλλοι από περιέργεια κι άλλοι να «σβήσουν τη φωτιά», είχαν μαζευτεί έξω από το σπίτι. Των περισσότερων οι σκέψεις και τα αναθεματίσματα πήγαιναν κατά τη Μάρω, που στην «ευκολία» της επάνω, έφτασε και μέχρι το Μουρλοθόδωρο.
     Ο καιρός περνούσε, η κοιλιά της όλο και φούσκωνε κι εκείνη περιφρονημένη και δακτυλοδεικτούμενη είχε κλειστεί στο σπίτι της. Ένα απόγευμα χτύπησε η πόρτα. Με το που άνοιξε η μάνα της, ήταν ο Μιχαλιός, ο γιος του μπακάλη.
     «Θέλω να δω τον άντρα σου, κυρ’-Αλέξαινα», της είπε εκείνος.
     Με το που άκουσε τη φωνή του η Μάρω μέσα από το δωμάτιο που ήταν κλεισμένη, μαρμάρωσε. Αν την έσφαζες, δεν θα έβγαζε ούτε μια σταγόνα αίμα.
     «Μέσα είναι… Πέρασε», του είπε εκείνη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της και στη στάση της, αφού δεν είχε περάσει ποτέ ούτε έξω από το σπίτι τους.
     «Δικό μου είναι το παιδί που έχει η Μάρω στην κοιλιά της και θέλω να την κάνω γυναίκα μου! Από σήμερα και πέρα θα σε λέω πατέρα! Μόλις σαραντίσει θα κάνουμε και το γάμο!», του είπε κι έσκυψε και του φίλησε το χέρι!
     Μαλάκωσε η καρδιά του Αλέξη, μαλάκωσε και τη Αλέξαινας και η Μάρω ένοιωσε τρισευτυχισμένη με την υπευθυνότητα του Μιχαλιού.
     Σαν γύριζε από την εκκλησία που είχε πάει να σαραντίσει με το παιδί στην αγκαλιά η Μάρω και οι ετοιμασίες του γάμου ήταν στο αποκορύφωμά τους, βγήκε στο δρόμο μπροστά της κουτσαίνοντας ο Μουρλοθόδωρος. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του, έβγαλε ένα δίδραχμο κι άπλωσε να της το δώσει:
     «Πάρεις σοκολάτα παιδιού!» (να πάρεις σοκολάτα του παιδιού!) της είπε με χαμόγελο και με βλέμμα κατεβασμένο από ντροπή!
     Η Μάρω χαμογέλασε αυθόρμητα, αλλά αμέσως έσκυψε στη γη, από πραγματική ντροπή εκείνη, αναλογιζόμενη σε τί περιπέτειες είχε βάλει το Θοδωρή, την οικογένειά του, την οικογένειά της και όλο το χωριό με το ψέμα της.
     Οι λίγοι που έμαθαν για τη χειρονομία ανθρωπιάς εκείνη του Θοδωρή, θαύμασαν κι ένοιωσαν ενοχές. Πόσο μακριά στέκονταν από την αγνή και άδολη ψυχή του!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 8.7.2023