Καλώς ήλθατε στον προσωπικό μου ιστολόγιο, που δημιουργήθηκε για την ανάρτηση θεμάτων λογοτεχνίας, λαογραφίας και παράδοσης. Σας ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψή σας! Με εκτίμηση και σεβασμό, Ν. Π.
Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2022
Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022
Σύντομο αφιέρωμα στο ιστορικό θωρηκτό «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ»
Αν κάνει κανείς ένα περίπατο μέχρι το
Τροκαντερό, στο Παλιό Φάληρο, θα δει στο Πάρκο Ναυτικής Παράδοσης το θρυλικό
θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», μαζί με το
αντιτορπιλικό «Βέλος» και την τριήρη «Ολυμπιάς», τα οποία μπορεί και να
επισκεφθεί.
Θεωρώντας χρέος μας τη γνώση και τη
διαφύλαξη της ιστορίας μας, κάνουμε ένα σύντομο αφιέρωμα στο ιστορικό αυτό
πολεμικό καράβι. Ένα δεύτερο σκεπτικό που με οδήγησε στη συγγραφή του παρόντος
άρθρου, είναι ότι θα μπορούσε αυτό να αποτελέσει κίνητρο σε σχολεία, συλλόγους,
φορείς, ομάδες, αλλά και στον καθένα και στην καθεμία για μια επίσκεψη στα
πλωτά παρόμοια μουσεία. Σίγουρα θα αποζημιωθεί και θα μάθει πολλά, που ίσως να
μην γνωρίζει. Άλλωστε, μια τέτοια επίσκεψη, θα είναι και απότιση φόρου τιμής
στους ζωντανούς αυτούς θρύλους της ναυτικής μας ιστορίας.
Μεγάλοι είναι οι συναισθηματικοί δεσμοί με συνδέουν με τον ζωντανό αυτό
θρύλο το πολεμικού μας ναυτικού, το θωρηκτό Αβέρωφ, για δύο λόγους. Ο πρώτος
είναι η ευγνωμοσύνη που νοιώθω για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα και ο
δεύτερος γιατί μ’ αυτό είχε ταξιδέψει και ο βετεράνος των Βαλκανικών πολέμων
και Α΄ παγκοσμίου πολέμου παππούς μου Κωνσταντίνος
Παπακωνσταντόπουλος, ο οποίος πάντα το ανέφερε με πολύ σεβασμό στις
πολεμικές του αφηγήσεις.
Αξέχαστη μένει πάντα στη μήνη μου και η
πρώτη μου επίσκεψη το 1987, όταν έτυχα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της
αφήγησης ενός ναύτη, του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, που με πολύ έντονα συναισθήματα
περιέγραφε στο κατάστρωμα του θρυλικού πλοίου τις αναμνήσεις/εμπειρίες/περιπέτειές
του! Σε επόμενες επισκέψεις μου, με τελευταία 17 Απριλίου 2021, τα συναισθήματά
μου δεν ήταν ούτε λιγότερα, ούτε μικρότερα από την πρώτη.
Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» είναι
ιστορικό πλοίο της νεότερης Ελλάδας. Πρόκειται για το μοναδικό δείγμα του τύπου
(θωρακισμένο καταδρομικό) που διατηρείται στο κόσμο ως σήμερα. Ναυπηγήθηκε στο
Λιβόρνο της Ιταλίας την περίοδο 1908 - 1911, και εντάχθηκε στο τότε Ελληνικό
Βασιλικό Ναυτικό.
Η τότε κυβέρνηση του Κυριακούλη
Μαυρομιχάλη δαπάνησε περισσότερες από 23.600.000 δρχ. για την απόκτησή του. Οι
8.000.000 προέρχονταν από το 20% της συνολικής κληρονομιάς Μεγάλου Ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, που παραχώρησε με τη διαθήκη του
στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το 1899, στην οποία όριζε ότι το ποσό αυτό διατίθεται
για την ναυπήγηση μεγάλου πολεμικού πλοίου που θα φέρει τ’ όνομά του. Το
υπόλοιπο ποσό για την προμήθειά του, καλύφθηκε από το Ταμείο Εθνικού Στόλου. Η
Ελληνική Κυβέρνηση, μάλιστα, πέτυχε ευνοϊκότερους όρους και τιμή αγοράς, έναντι
άλλων ενδιαφερομένων.

Ο Εθνικός Ευεργέτης Γεώργιος Αβέρωφ

| Μνημείο-άγαλμα του Μεγάλου Εθνικού Ευεργέτη στον τάφο του (Α΄ νεκροταφείο Αθηνών) |
Κατά την αρχική του διαμόρφωση, η καύσιμη
ύλη του ήταν ο άνθρακας, η ενδεικτική ιπποδύναμη 19.000 ίπποι και η ταχύτητά
του 23 κόμβοι. Το πλήρωμά του αποτελούσαν 670 άνδρες, είχε εκτόπισμα 10.118
τόνους και οι διαστάσεις του ήταν: μήκος
140,5 μ., πλάτος 21 μ., βύθισμα 7,5 μ. Τον οπλισμό του αποτελούσε μεγάλος
αριθμός πυροβόλων διαφόρων διαμετρημάτων και τορπιλοσωλήνων.
Η καθέλκυση του πλοίου έγινε το Μάρτη του
1910 και παραλήφθηκε από την Ελλάδα ένα χρόνο μετά, ύστερα από τις
προβλεπόμενες δοκιμές. Πρώτο του ταξίδι ήταν στην Αγγλία, όπου έλαβε μέρος στις
εορτές στέψης του Βασιλιά Γεωργίου του Ε΄ και εφοδιάσθηκε με πυρομαχικά. Στις 1
του Σεπτέμβρη του 1911 κατέπλευσε στο Φάληρο, όπου τού επιφυλάχθηκε πρωτοφανής
μεγαλειώδης υποδοχή από όλα τα πλωτά μέσα της περιοχής, που ήταν γεμάτα κόσμο.
Από τη στιγμή εκείνη το «Γεώργιος Αβέρωφ» ήταν το πιο σύγχρονο και το πιο
ισχυρό πολεμικό πλοίο στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στο Αιγαίο.
Με την έναρξη των εχθροπραξιών των
Βαλκανικών πολέμων τον Οκτώβριο του 1912, ο Ελληνικός στόλος κλήθηκε να πετύχει
έναν ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό στόχων: Να εμποδίσει την έξοδο του οθωμανικού
στόλου στο Αιγαίο, να αποκτήσει την κυριότητα των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου,
να εμποδίσει τη μεταφορά οθωμανικών στρατευμάτων και εφοδίων προς τα ηπειρωτικά
μέτωπα των Βαλκανίων, καθώς και να προστατεύσει τις θαλάσσιες μεταφορές της
Ελλάδας και των συμμάχων της. Η περίοδος εκείνη υπήρξε αναντίρρητα η πλέον ένδοξη για το θωρηκτό
«Γεώργιος Αβέρωφ», που τέθηκε επικεφαλής του Στόλου του Αιγαίου υπό τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και
απέπλευσε προς τα Δαρδανέλια. Η νικηφόρα ναυμαχία της Έλλης, η κατάληψη του
Αγίου Όρους, της Λήμνου και των άλλων νησιών του βορείου Αιγαίου (Θάσου,
Σαμοθράκης, Ίμβρου, Τενέδου, Αγίου Ευστρατίου, Μυτιλήνης, Χίου), διέλυσε τις
προσδοκίες του Σουλτάνου και της Υψηλής Πύλης για τον έλεγχο του Αιγαίου. Το
«Γεώργιος Αβέρωφ» είχε γίνει για την Ελλάδα σύμβολο, ενώ για την Τουρκία «το
διαβολοκάραβο» (σεϊτάν παπόρ).
Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπηρεσίες
του ήταν ελάχιστες, καθώς ο Τουρκικός Στόλος παρέμεινε κλεισμένος στα
Δαρδανέλλια λόγω της ναυτικής υπεροχής των συμμάχων. Με το τέλος του πολέμου
εισέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποθεώθηκε από τον Ελληνικό πληθυσμό της
περιοχής.
Κατά τις επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία, η
κύρια προσφορά του ήταν η μεταφορά στρατιωτών και η κάλυψη των αποβατικών
επιχειρήσεων στην Ανατολική Θράκη.
Το 1925 το θωρηκτό αναβαθμίστηκε στα
ναυπηγεία της Τουλόν της Γαλλίας, για να ανταποκρίνεται στις καινούργιες
απαιτήσεις. Το 1928 όλες οι εργασίες είχαν αποπερατωθεί και το πλοίο ήταν και
πάλι επιχειρησιακά έτοιμο. Εννιά χρόνια αργότερα (1937) βρέθηκε ξανά στην
Αγγλία, αυτή τη φορά για την τελετή στέψης του βασιλιά Γεωργίου του ΣΤ΄.
Κατά την κήρυξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου,
την μετέπειτα εισβολή και ραγδαία προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στην
Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού σχεδίαζε να το
βυθίσει, λόγω της παλαιότητάς του. Το πλήρωμά του τότε εξεγέρθηκε και με δική
του πρωτοβουλία διέφυγε στην Αλεξάνδρεια. Το «Γεώργιος Αβέρωφ» ήταν ένα από τα
λίγα Ελληνικά πλοία που κατάφεραν να φτάσουν σώα στην Αιγυπτιακή πόλη, αφού τα
περισσότερα βυθίστηκαν από τις επιδρομές γερμανικών αεροπλάνων.
Στις 17 Οκτωβρίου του 1944, επικεφαλής για
άλλη μια φορά του Στόλου, μετέφερε την τότε Ελληνική κυβέρνηση από την εξορία
στην απελευθερωμένη Αθήνα, με πλοίαρχο τον μετέπειτα Υπουργό Εμπορικής
Ναυτιλίας Σπυρίδωνα Μάτεση, ο οποίος
υπήρξε και ο τελευταίος πλοίαρχος του θωρηκτού, το οποίο αποσύρθηκε το 1952 και
μέχρι το 1984 ήταν αγκυροβολημένο στον Πόρο.
Το 1984 το Πολεμικό Ναυτικό αποφάσισε να
το μετατρέψει σε πλωτό μουσείο και το μετέφερε στο Φάληρο. Εκεί βρίσκεται από
τότε και τιμάει με την παρουσία του το Ελληνικό Ναυτικό και την ναυτική
κληρονομιά της Ελλάδος.
Όσα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού
εισέρχονται στο λιμάνι του Φαλήρου τού αποδίδουν τιμές: Ο κυβερνήτης διατάζει
το πλήρωμα από στάση προσοχής να κάνει κλίση κεφαλής προς το «Γεώργιος Αβέρωφ»
και, με το σχετικό σφύριγμα του πλοίου στο οποίο επιβαίνουν, στρέφονται οι
κεφαλές όλων στο θρυλικό θωρηκτό, ενώ οι αξιωματικοί το χαιρετούν στρατιωτικά.
Το 2003 βραβεύτηκε για τις υπηρεσίες που
στην πατρίδα με το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.
Από τον Απρίλιο 2017 έγιναν στο «Γεώργιος
Αβέρωφ» οι απαραίτητες εργασίες
συντήρησης. Για το λόγο αυτό ταξίδεψε με τη βοήθεια ρυμουλκών από το Φάληρο έως
τα ναυπηγείο Σκαραμαγκά. Τρεις μήνες μετά επέστρεψε στο Τροκαντερό, όπου
συνεχίστηκαν εκεί οι εργασίες συντήρησης. Με την αποπεράτωση των εργασιών
αυτών, άνοιξε τις πύλες του στους επισκέπτες του.
Σχετικά πρόσφατα διαβάσαμε ότι η τελευταία
αυτή συντήρησή του αναθέρμανε το όνειρο να αποκτήσει πάλι τη δυνατότητα να
ταξιδέψει σε νησιά του Αιγαίου τα οποία και απελευθέρωσε! Ποιος δεν θα
συγκινηθεί όταν γίνει αυτό! Ποιος δεν θα ριγήσει όταν ξαναδεί τον δοξασμένο
«γέροντα» του πολεμικού μας ναυτικού να βγαίνει υπερήφανος στο Αρχιπέλαγος!
Στις 5 Οκτωβρίου 2017 το θωρηκτό αναχώρησε
για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, για τους εορτασμούς της επετείου απελευθέρωσης
της πόλης, του ΟΧΙ και της εορτής του αγίου Δημητρίου. Τότε, 26 Οκτωβρίου 2017,
η πολεμική σημαία του τιμήθηκε με τον
Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας επί
του πλοίου, που βρισκόταν στο λιμάνι της συμπρωτεύουσας.
«Τα χριστιανικά αισθήματα της τότε
Ελληνικής κοινωνίας αλλά και οι προσωπικές πεποιθήσεις των αξιωματικών του Πολεμικού
Ναυτικού και της ηγεσίας του, φρόντισαν ώστε στη ναυαρχίδα του Ελληνικού στόλου
να υπάρχει εκκλησία επί του καταστρώματος, παρότι δεν προβλεπόταν από τα αρχικά
σχέδια του πλοίου, τα οποία προσαρμόστηκαν κατόπιν σχετικής επιθυμίας και
παραγγελίας του Πολεμικού Ναυτικού», περιγράφει ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος
Μαρμαρινός, συνταγματάρχης - ιερέας του ΓΕΝ. Το εκκλησάκι έγινε στο σημείο που
ήταν σχεδιασμένη η πυριτιδαποθήκη. Πρόκειται για το μοναδικό πολεμικό πλοίο με
ναό και μάλιστα πάντα υπηρετούσε ιερέας.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου στο θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ

Ο ναός του αγίου Νικολάου στο θωρηκτό
επέδρασε ουσιαστικά στην ψυχολογία του πληρώματος και συνετέλεσε στην επιτυχία
της αποστολής του. Καθ’ όλη τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, επέβαινε του
πλοίου στρατιωτικός ιερέας ως κανονικό μέλος του πληρώματος, λειτουργούσε
Κυριακές και γιορτές και εμψύχωνε το πλήρωμα τις δύσκολες στιγμές.
Στο μικρό αυτό ναό τελέσθηκαν και
μυστήρια, όπως γάμοι και βαπτίσεις, ιδιαίτερα παιδιών ομογενών κατά τα ταξίδια
του θωρηκτού στη βόρεια Αφρική.
Για κάποιους ο ναός του πλοίου και η
προστασία του αγίου Νικολάου ήταν ο λόγος που το «Γεώργιος Αβέρωφ» δεν έχασε
ούτε μία μάχη και δεν υπέστειλε ποτέ τη σημαία του από την ημέρα της καθέλκυσής
του.
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 25.10.2022
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022
Τα σχολικά συσσίτια: Βιωματικές εμπειρίες και μια σύντομη ιστορική αναδρομή
![]() |
| Η καταταλαιπωρημένη καραβάνα των σχολικών συσσιτίων! |
Ήταν τελείως διαφορετικό εκείνο το πρωινό
στην πρώτη τάξη του δημοτικού, πριν ακόμα έρθει για τα καλά ο χειμώνας: Κάθε
παιδί πηγαίνοντας για το σχολείο, είχαμε μαζί μας και μια καραβάνα για το συσσίτιο,
με το απαραίτητο κουτάλι και το πιρούνι. Άλλος την κράταγε στα χέρια του, άλλος
την είχε μέσα στην τσάντα, που για τους περισσότερους η τσάντα ήταν ένα υφαντό
ταγάρι, άλλος την είχε κρεμάσει από τη ζώνη του.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή ξέραμε ότι «σχολικό
συσσίτιο» ήταν το κολατσιό για το διάλειμμα που παίρναμε από το σπίτι, κι αυτό δεν
ήταν τίποτα περισσότερο από ψωμί και τυρί ή κάνα φρούτο. Οι οδηγίες από τον
διευθυντή, τον αείμνηστο Αναστάσιο Παναγόπουλο, και των άλλων δασκάλων
του τριθέσιου δημοτικού σχολείου του χωριού μας, είχαν δοθεί με σαφήνεια από τις
προηγούμενες μέρες σε γονείς και μαθητές και άλλαξαν τελείως τη συνήθεια αλλά και την ανάγκη εκείνου
του κολατσιού: Θα άρχιζε η λειτουργία και διανομή σχολικών συσσιτίων! Οι όποιες
απορίες μας λύθηκαν από την πρώτη κιόλας μέρα της εφαρμογής του θεσμού, στα
μεγαλύτερα παιδιά, δηλαδή, γιατί εμείς των μικρών τάξεων κινούμαστε αποκλειστικά
και μόνο με τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις. Το σχολείο μας είχε την ευλογία της τέλειας οργάνωσης
και σε αυτόν τον τομέα, με υποδειγματική τη λειτουργία του θεσμού, όπως και σε
όλα τα άλλα θέματα που έχουν αναφερθεί σε άρθρα μου στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, καθώς και στην
προσωπική μου βιβλιογραφία.
Φθάνοντας στο προαύλιο, μια πρωτόγνωρη
μυρωδιά για το χώρο του σχολείου έφτασε στο αισθητήριο όργανο της όσφρησής μας, κάτι σαν καμένο γάλα. Η
μύτη μας δεν μας γέλασε, αφού επρόκειτο για το ζεστό «σκονόγαλο», που μόλις
είχε παρασκευαστεί από τους έμμισθους μαγείρους που είχαν προσληφθεί για την
παρασκευή του συσσιτίου. Πριν το πρώτο πρωινό μάθημα, ένα ένα τα παιδιά, κάπου
διακόσια τότε, περνούσαμε μπροστά από το μάγειρα και από το μεγάλο καζάνι μας
σέρβιρε το ζεστό γάλα. Στο επόμενο βήμα ο βοηθός του μας έδινε ένα κομμάτι
άσπρης φρατζόλας, κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τους περισσότερους και στο άλλο
βήμα ο δεύτερος βοηθός του μάγειρα μια χαρτοπετσέτα, είδος υπερπολυτελείας για
την εποχή! Η μεγάλη αίθουσα είχε διαμορφωθεί κατάλληλα σε ένα πραγματικά
πρότυπο εστιατόριο. Εκεί «πήραμε το πρωινό» μας, εκεί και το μεσημεριανό, μετά
το μάθημα, με τον ίδιο τρόπο σερβιρίσματος.
Ένα παρόμοιο σκηνικό έβλεπε κανείς σε κάθε
σχολείο, ιδίως της επαρχίας, αφού σε πολλά σχολεία αστικών κέντρων παρεχόταν
μόνο πρωινό και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τα είδη τροφίμων δίνονταν στους
γονείς και κηδεμόνες μη παρασκευασμένα. Μη παρασκευασμένα τρόφιμα δίνονταν ορισμένες
φορές και σχολεία της επαρχίας, όταν είχαν μεγάλες παραλαβές, οι οποίες σχεδόν
πάντα έφταναν εκεί με φορτηγά του στρατού. Αυτά ήταν συγκεκριμένα, όπως Ολλανδικό
τυρί κονσερβοποιημένο σε μεγάλες συσκευασίες, λάδι, βούτυρο, όσπρια, ζυμαρικά.
Αν και νοιώθαμε ότι το «σκονόγαλο» είχε
μια «μυρωδιά» και πολύ γρήγορα αρχίσαμε να εκφράζουμε αρνητικότητα γι’ αυτό,
ήταν όμως υποχρεωτικό για πρωινό. Για το μεσημεριανό φαγητό, όμως, είχαμε
πάντα άλλο ενδιαφέρον. Από τις «καθιερωμένες» καθημερινές ερωτήσεις που κάναμε
ο ένας, πρώτη ήταν το: «τί φαΐ έχει σήμερα;»!
Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα συσσιτίου όλης
της σχολικής χρονιάς, ήταν σχεδόν αντίγραφο αυτού της πρώτης εβδομάδος. Ρύζι,
μακαρόνια, όσπρια, πατάτες, το περιβόητο πλιγούρι και κάποια Σάββατα βακαλάος
παστός πλακί στο καζάνι, αφού χωρίς φούρνο και δεν υπήρχε δυνατότητα
ψησίματος. Το κρέας ήταν πολύ σπάνιο κι αυτό αν προερχόταν κάποια προσφορά από
κτηνοτρόφο του χωριού. Εξαίρεση στο κρέας απετέλεσε η επόμενη μόνο χρονιά (1964-65),
που με πρωτοβουλία και φροντίδα του αείμνηστου δασκάλου Κωνσταντίνου Τσόγκα
από την Ήπειρο αγοραζόταν από το σχολικό ταμείο κάποιο ζώο και κάθε
Σάββατο ετοιμαζόταν για το συσσίτιό μας, πάντα καλομαγειρεμένο, όπως και όλα τα
άλλα φαγητά.
Αν υπήρχε και περίσσευμα στο καζάνι, και
το φαγητό ήταν νόστιμο, σκοτωμός γινόταν για το συμπλήρωμα! Πολλοί τρώγαμε
γρήγορα και «αμάσητη» την πρώτη μερίδα, για να προλάβουμε να πάρουμε και
δεύτερη! Πόσα από τα παιδιά δεν κρατάγαμε και λίγο από το κάθε νόστιμο φαγητό
στην καραβάνα, κρυφά πάντα, γιατί αυτό απαγορευόταν, για να το πάμε στους
δικούς μας στο σπίτι μας! Η «σύλληψη» μαθητή που μετέφερε φαγητό εκτός
σχολείου, μπορεί να επέσειε και τιμωρία.
Για
τη λειτουργία των μαγειρείων ήταν απαραίτητα και τα ξύλα για τη φωτιά, αφού το
χωριό μας, όπως και πολλά άλλα, δεν είχε ηλεκτροδοτηθεί ακόμη, αλλά ούτε και
συσκευή υγραερίου υπήρχε. Έτσι, οι γονείς σε συνεργασία με τους δασκάλους και
τους μαγείρους έφερναν εκ περιτροπής φορτία με τα ζώα τους για το σκοπό αυτό.
Τα συσσίτια έδιναν στους μαθητές
των σχολείων ένα παραπάνω πλεονέκτημα για «κοινωνική συνεύρεση», παρ’ όλο που
αυτοί ήταν πολλές ώρες της ημέρας μαζί. Πέρα από την υπ’ αριθμόν «ένα» ανάγκη
για τη ζωή του ανθρώπου και ιδιαίτερα ενός οργανισμού που είναι σε ανάπτυξη, το
φαγητό, ανακούφιζαν οικονομικά και την οικογένεια, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή
ήταν πολύτεκνη. Η ώρα του φαγητού έδινε ακόμα στα παιδιά και τις αρχές της
ομαδικότητας, της ευγένειας, της συνεργασίας, της υπακοής, της πειθαρχίας, της εφαρμογής
στην πράξη βασικών κανόνων υγιεινής, αφού όλη ο διαδικασία ήταν υπό την
επίβλεψη των δασκάλων, ενίοτε αυστηρή.
Από τις πολλές θύμησές μας μένει πάντα αξεθώριαστη
και η πατρική-μητρική αγάπη και η στοργή με την οποία μας περιέβαλαν οι
μάγειροι και οι μαγείρισσες των σχολείων μας. Προσωπικά, δεν παραλείπω ένα
κεράκι και στους αξιαγάπητους αείμνηστους συγχωριανούς μου Χρήστο Ραβαζούλα,
Περικλή (Πέρο) Ραβαζούλα και Τασούλα Ανδρούτσου. Η αξέχαστη
Τασούλα, μάλιστα, μου κράταγε το χέρι με την καραβάνα όταν περνούσα να με σερβίρει,
λέγοντάς μου: «Στάσου να σου βάλω κι άλλο εσένα, γιατί είναι μακριά το σπίτι
σου κι έχεις δρόμο» και μου έβαζε και δεύτερη κουτάλα! Εκείνο το φαΐ, που λίγες
φορές μπορούσαμε να το έχουμε στο σπίτι μας, πραγματικά το απολαμβάναμε.
Πισωγυρίζοντας σ’ εκείνα τα χρόνια, πάντα τα νοσταλγούμε κι ας ήταν πολύ δύσκολα. Δύσκολα σε πολλούς τομείς και η ποιότητα
ζωής σχεδόν ανύπαρκτη. Όμως, ήταν τα χρόνια της νιότης (και όχι οπωσδήποτε της
ανεμελιάς), της αγνότητας, αλλά και χρόνια της ελπίδας, αφού τα καλύτερα στη ζωή τα
βλέπαμε να έρχονται.
Σύντομη ιστορική αναδρομή
Οι
πρώτες παροχές σχολικών συσσιτίων αναφέρονται περί το 1915, όπου δινόταν
ημιδιατροφή, ιδίως πρωινό ή δεκατιανό σε ορισμένα-λίγα σχολεία που κρίθηκε ότι
οι μαθητές είχαν περισσότερο ανάγκη σίτισης. Η προσπάθεια συνεχίστηκε σε
περισσότερα σχολεία μετά το 1925. Φαίνεται ότι τότε κυριαρχούσε το γάλα, το
άσπρο ψωμί, το βούτυρο και το κίτρινο τυρί.
Αρχές
της δεκαετίας του 1930 ο τότε υπουργός παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου πήρε μέτρα
για την καλύτερη οργάνωση των σχολικών συσσιτίων, κινητοποιώντας και την τοπική
κοινωνία κάθε περιοχής και οι σιτιζόμενοι μαθητές αυξήθηκαν. Εκτός από τα
χρήματα που διέθεσε το Υπουργείο Παιδείας την εποχή εκείνη, συγκεντρώθηκαν
αρκετά και από εράνους και δωρεές. Στην προσπάθεια αυτή συμμετείχε ενεργά και η
Εκκλησία δια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου και της Λέλας Μεταξά, συζύγου
του πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά και ο αριθμός των σιτιζομένων μαθητών πλησίασε
τις 100.000. Στο τέλος της ίδιας δεκαετίας η νομοθεσία βελτιώθηκε και ο θεσμός
ενισχύθηκε.
Η
δεκαετία του 1940-50 ήταν εξαιρετικά δύσκολη για την Ελλάδα. Εκτός όλων των
άλλων πληγών, μεγάλο πλήγμα δέχθηκε και η οικονομία. Παρ’ όλα αυτά, όμως,
εμφανίστηκαν εθελοντικές οργανώσεις, που προσέφεραν μεγάλη βοήθεια σε
χειμαζόμενους πολίτες. Αυτές οργάνωσαν και λειτούργησαν στο μέτρο του δυνατού
και σχολικά συσσίτια, σώζοντας πολλά παιδιά από την πείνα και το θάνατο. Την
περίοδο εκείνη μεγάλο βάρος των συσσιτίων ανέλαβε και ο Ερυθρός Σταυρός και
άλλα ιδρύματα του εσωτερικού και του εξωτερικού.
Μεταξύ
των συμπερασμάτων που αναφέρονται στη χορήγηση των σχολικών συσσιτίων όλης
αυτής της περιόδου, είναι η ανακούφιση γονέων και παιδιών με το θεσμό. Ο
υποσιτισμός δοκίμασε όλον τον πληθυσμό, υπέσκαπτε την υγεία και αύξησε την
παιδική νοσηρότητα. Τα σχολικά συσσίτια αντιμετώπισαν ή έστω περιόρισαν την
πείνα των παιδιών και ενίσχυσαν την άμυνα του οργανισμού τους. Δικαίως, λοιπόν,
έχουν χαρακτηριστεί ως ευεργετήματα. Μετά τη λήξη της πολεμικής περιόδου, που
συμπεριλάμβανε τον ιταλικό πόλεμο, την γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο,
ενεργοποιήθηκε και πάλι η νομοθεσία για την καλύτερη οργάνωση και παροχή των σχολικών συσσιτίων, με ευθύνη της πολιτείας. Αλλά και μετά την πολεμική
περίοδο, όμως, που οι άνθρωποι των αγροτικών, κυρίως, περιοχών άφηναν μόνα τους
και με υποτυπώδη τροφή τα παιδιά, να εργαστούν οι ίδιοι στα χωράφια για την
ανόρθωση της οικογενειακής και κρατικής οικονομίας, τα σχολικά συσσίτια
συνέχισαν και τότε να είναι εξ ίσου μεγάλο ευεργέτημα.
Με
τη μεταρρύθμιση του 1964, επί πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και υπουργού παιδείας Ευάγγελου Παπανούτσου, ο θεσμός γενικεύτηκε και συμπεριέλαβε όλα τα δημοτικά
σχολεία της χώρας. Σταδιακά, όμως, και με την αύξηση του βιοτικού επιπέδου η
σίτιση αυτή καταργήθηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 1960.
Απαραίτητο
να σημειωθεί, τέλος, ότι από την πρώτη εφαρμογή τους, μέχρι και την κατάργησή τους
προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, ψυχή του όλου εγχειρήματος ήταν οι
δάσκαλοι, οπωσδήποτε και οι μάγειροι που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν και εθελοντές.
Αναμφισβήτητα η παροχή μικρογευμάτων σε
μαθητές των σχολείων με την οικονομική κρίση του 2010 μας θύμισε και τα σχολικά
συσσίτια των δεκαετιών 1950 και 1960, που έθρεψαν και τη γενιά μας.
==============================
Πηγές:
- Προσωπικά βιώματα.
- Μαρία Μποντίλα: «Ο ρόλος, η οργάνωση και η
λειτουργία των μαθητικών συσσιτίων στη δεκαετία 1940-1950».
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος
Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022
Συνταγές παραδοσιακών προϊόντων του τρύγου: μούστος, μουσταλευριά, πετιμέζι, σουτζούκια
Σύντομος πρόλογος
Στον τόπο
μου ο τρύγος γίνεται αργά, τέλη Σεπτεμβρίου-αρχές Οκτωβρίου, λόγω του ορεινού
κλίματος. Πραγματικός ξεσηκωμός, ο «αδελφός»
του θέρου και του πολέμου και γιορτή του φθινοπώρου. Εκτός από το κρασάκι που
ευφραίνει όλο το χρόνο τις καρδιές, περιζήτητα είναι και τα άλλα προϊόντα του, που με τον πλέον παραδοσιακό τρόπο έφτιαχναν/φτιάχνουν οι νοικοκυρές, όπως
ο μούστος, η μουσταλευριά, το πετιμέζι και τα σουτζούκια. Όλα αυτά τα
γλυκίσματα μπορούν να συντηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός ψυγείου, «εναρμονισμένα»
και με την προ ψυγείου εποχή. Ειδικά τα σουτζούκια και το πετιμέζι μπορούν να
καταναλωθούν άφοβα όλο το χειμώνα, ή ακόμα και την άνοιξη.
ΣΥΝΤΑΓΕΣ
Α. Μούστος (κομμένος με στάχτη)
Αφού έχουν πατηθεί τα σταφύλια, σουρώνουμε
καλά το μούστο να μην έχει κουκούτσια και τσαμπιά σταφυλιού, τον βάζουμε σε
μεγάλη σχετικά κατσαρόλα, προσθέτοντας στάχτη, σε αναλογία μια κουταλιά της
σούπας ανά λίτρο. Ανακατεύουμε καλά και τον βάζουμε στη φωτιά. Μ' έναν κεψέ*
βγάζουμε τον αφρό που σχηματίζεται, μόλις αρχίσει και βράζει. Συνεχίζουμε σε
σιγανή φωτιά, μέχρι να γίνει σχετικά παχύρρευστος και μετά τον αφήνουμε να
κατασταλάξει για δώδεκα ώρες, περίπου. Μετά τον στραγγίζουμε με προσοχή,
πετώντας το ίζημα στάχτης που έχει καθίσει στον πάτο του σκεύους που τον
βράσαμε.
Β. Μουσταλευριά
Υλικά για 6-8 μερίδες:
2-2,5
λίτρα βρασμένου μούστου, 1/2 του κιλού αλεύρι.
Προαιρετικά: τριμμένα καρύδια,
καβουρντισμένο σουσάμι, κανέλα και γαρύφαλλο τριμμένο.
Εκτέλεση:
Βάζουμε το μούστο στην κατσαρόλα και
ρίχνουμε το αλεύρι μόλις ζεσταθεί λίγο. Ανακατεύουμε συνέχεια για να μη
σβολιάσει, σε σιγανή πάντα φωτιά. Το ανακάτεμα συνεχίζεται όλη την ώρα που την
έχουμε στη φωτιά, μέχρι να γίνει κρέμα. Χρειάζεται προσοχή γιατί πετάει
τσιλάγρες* που μπορεί να μας προκαλέσουν εγκαύματα. Με το που την κατεβάζουμε,
την αφήνουμε λίγο να κρυώσει και τη σερβίρουμε σε πιάτα ή σε ατομικές μερίδες,
πασπαλίζοντας το τριμμένο καρύδι, το σουσάμι και την κανέλα με το γαρύφαλλο.
Γ. Πετιμέζι
Το πετιμέζι γίνεται αν βράσουμε
περισσότερο το μούστο και γίνει παχύρρευστος. Όταν η στάθμη στην κατσαρόλα
κατεβαίνει, προσθέτουμε κι άλλο κομμένο μούστο. Βρασμένο κατάλληλα, συντηρείται
εκτός ψυγείου πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκτός από γλυκαντικό το πετιμέζι σε
προϊόντα οικιακής ζαχαροπλαστικής, μπορούμε μ’ αυτό να φτιάξουμε μουσταλευριά
όλες τις εποχές, αραιώνοντάς το με νερό, που το επαναφέρει σε μούστο.
Δ. Σουτζούκια
Τα υλικά που θα χρειαστούμε είναι καρύδια
και μουσταλευριά.
Αφού έχουμε σπάσει τα καρύδια, διαλέγουμε
τα μεγαλύτερα κομμάτια και τα περνάμε με βελόνα σε κλωστή. Στην άλλη άκρη της
κλωστής έχουμε δέσει ένα μικρό τσόφλι για να τα κρατάει και να γίνονται μικρές
αρμαθιές. Σε κάθε μια που γεμίζει, βγάζουμε τη βελόνα και στη θέση της δένουμε μια
μικρή διχάλα, που να μπορούμε να τα κρεμάσουμε να ξεραθούνε. Το μήκος ενός
μέτριου σουτζουκιού φτάνει στα σαράντα με πενήντα εκατοστά.
![]() |
| Προεργασία του καρυδιού |
Μόλις είναι έτοιμες οι αρμαθιές τα καρύδια, τις βουτάμε μία-μία στην κατσαρόλα με τη μουσταλευριά, που μόλις έχουμε φτιάξει και με τη βοήθεια μιας κουτάλας, κρατώντας τες από τη διχάλα και με προσοχή να μην καούμε. Τις βγάζουμε σχεδόν αμέσως και τις κρεμάμε σε χώρο που έχουμε ετοιμάσει, με ταψιά ή λαμαρίνες αποκάτω να μαζεύουν τη μουσταλευριά που σταλάζει και να μην λερώνει και να μην πηγαίνει χαμένη. Επαναλαμβάνουμε τρεις τέσσερις φορές σε μικρό χρονικό διάστημα ή περιχύνουμε με την κουτάλα στη θέση που είναι κρεμασμένα, μέχρι να καλυφθούν καλά τα καρύδια και τα σουτζούκια μας να πάρουν το ανάλογο πάχος.
![]() |
| Κρεμασμένα σουτζούκια το χειμώνα! |
Όταν στεγνώσουν και σταματήσουν να
σταλάζουν τα κρεμάμε στον αέρα ή στον ήλιο να ξεραθούν. Είναι ένα εξαιρετικά
νόστιμο, χορταστικό και θρεπτικό γλύκισμα, που μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο
χρονικό διάστημα. Ποιός μπορεί να ξεχάσει και με τι λαχτάρα τα τρώγαμε και τα
μοιραζόμαστε με φίλους μας στα διαλλείματα του σχολείου τους παγωμένους μήνες
του χειμώνα! Αλλά και τα κρεμασμένα στις βεράντες των σπιτιών, πάντα ήταν πρόκληση για ορισμένα παιδιά, που ως "αίλουροι" ανέβαιναν και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν καταναλωθεί!
-----------------------------------------
*
Παραπέμπει στο «Καλαβρυτινό... λεξικό»: ΕΔΩ
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 26.9.2022
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 26.9.2022
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022
ΜΕ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Κάθε φορά που όμορφα λουλούδια σου χαρίζω,
κει που πρωτόπα «σ’ αγαπώ» μ’ αρέσει και γυρίζω.
Ξέρουν αυτά καλυτέρα για να σου λένε τόσα,
όσα δεν φτάνει να σου πει μονάχη της η γλώσσα!
Κάθε φορά που όμορφα λουλούδια σου χαρίζω,
κει που πρωτόπα «σ’ αγαπώ» μ’ αρέσει και γυρίζω.
Ξέρουν αυτά καλυτέρα για να σου λένε τόσα,
όσα δεν φτάνει να σου πει μονάχη της η γλώσσα!
Ν.Π., 29.9.2022
Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022
Πόσο μεγάλο είναι το «χάσμα γενεών» στις μέρες μας;
Ως «χάσμα» ερμηνεύεται στα διάφορα λεξικά το
ρήγμα, το άνοιγμα μιας γήινης ή άλλης επιφάνειας, με μεγάλο πλάτος και βάθος. «Χάσμα
μέγα», χωρίζει και τον παράδεισο από την κόλαση, σύμφωνα με την παραβολή του
πλουσίου και το φτωχού Λαζάρου του Χριστού (Ευαγγέλιο Λουκά κεφ. ΙΣΤ΄, εδάφιο
26). Στις μεταφορικές έννοιες δίνεται και η αδυναμία προσέγγισης και συνοχής
μεταξύ των ανθρώπων. Είναι, άραγε, σήμερα τόσο μεγάλες οι «αποστάσεις» μεταξύ
μεγαλύτερων και νεότερων, ώστε δεν είναι λίγοι εκείνοι που μιλάνε για «χάσμα
γενεών»;
Τη γενιά των σημερινών εβδομηντάρηδων, ακόμα και των εξηντάρηδων και των πενηντάρηδων, χαρακτηρίζει ένα μεγάλο προνόμιο: Έζησε την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας, χωρίς καλά να προλαβαίνει και να καταλάβει τί γίνεται γύρω της. Από το χειροκίνητο τηλέφωνο (με τη «μανιβέλα»), π.χ., βρέθηκε να κρατάει στα χέρια της κινητό i-phone, όπως και να επικοινωνεί πανεύκολα και οποιαδήποτε στιγμή με όλον τον πλανήτη, όχι μόνο με φωνή, αλλά και με ζωντανή εικόνα, πράγμα κάποτε παντελώς αδιανόητο. Το, ας πούμε περίεργο, είναι που και στο χειροκίνητο αντιμετώπιζε δυσκολίες στο χειρισμό του, αλλά και στο κινητό, ως «αναλφάβητη» στην τεχνολογία γενιά. Από το ταπεινό ραδιόφωνο μπαταρίας, κι αυτό μόνο σε αρχοντόσπιτα, που η λήψη του ήταν πολύ προβληματική στις απομακρυσμένες περιοχές από τα αστικά κέντρα και περισσότερο στις ορεινές, βρέθηκε να παρακολουθεί δορυφορική τηλεόραση. Κοινό χαρακτηριστικό και εδώ, η δυσκολία στο χειρισμό, μέχρι την όποια μικρή εξοικείωση. Θα μπορούσε κανείς να αραδιάσει πολλά ακόμα παραδείγματα, όπως π.χ. μικρές και μεγάλες μετακινήσεις με τα πόδια και με ζώα τότε και με αυτοκίνητο σήμερα, την εξαντλητική χειρωνακτική εργασία με την καθιστική, την εξαιρετικά δύσκολη απόκτηση αγαθών, τότε, και γενικά την ποιότητα ζωής που έχει αλλάξει ριζικά επί τα βελτίω σήμερα, αν και ορισμένοι θεωρούν ότι αυτή η «ταχύτητα φωτός» στην πρόοδο, ίσως να «μην μας βγει σε καλό».
Η παραπάνω εικόνα δεν χαρακτηρίζει μόνο τις
«ακραίες» γενιές των εβδομηντάρηδων με την νεότερη, αυτήν της σημερινής δεκαετίας, αλλά και τις με μικρότερου εύρους, τις «μεσαίες», π.χ. τους σαραντάρηδες με τους
εικοσάρηδες, που οι πρώτοι δεν είναι τόσο ενημερωμένοι για τις σύγχρονες τεχνολογίες,
όσο οι δεύτεροι.
Δεδομένες και οι απορίες μεταξύ των γενεών. Οι μεγάλες απορούν με τον καλπασμό αυτό των εξελίξεων των τεχνολογιών, ενώ οι μικρότερες και οι μικρές αντιμετωπίζουν με ανάλογη απορία ή και παντελή αδιαφορία αφηγήσεις και γραπτά κείμενα για την εικόνα και την ποιότητα της ζωής, μόλις πριν λίγες δεκαετίες. Και εδώ κάποιες φορές έρχεται η «σύγκρουση», που ξεκινάει με τη χρήση των όρων «ευνοημένοι», «ανεύθυνοι» και «απείθαρχοι» οι των νεότερων γενεών, ενώ τα «μυαλά» των μεγαλύτερων χαρακτηρίζονται ενίοτε έως συχνάκις «παρωχημένα».
Γεγονός είναι ότι κάθε νέος, κάθε γενιά κάνει την «επανάστασή» της, όπως είναι επίσης γεγονός ότι στο παρελθόν αυτές οι «επαναστάσεις» στην πατριαρχική οικογένεια είχαν πολύ μικρότερη δυναμική και πολύ μεγαλύτερο αποτέλεσμα «καταστολής». Η απελευθέρωση πολλών παγιωμένων συνηθειών, αλλά και αρχών, π.χ. σεξουαλική, ελευθερίας της έκφρασης κλπ, έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα: μεγαλύτερη δυναμική, ανυπακοή, μικρότερη «καταστολή» και εν κατακλείδι περιορισμό ή και έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των γενεών, με δεδομένη εδώ και την ευθύνη των ΜΜΕ, του διαδικτύου και της ψηφιακής εποχής. Έπειτα, οι συνεχείς και «μεγάλες εκπτώσεις» στην παιδεία, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους.
Ειδικοί εκφράζουν την άποψη ότι το χάσμα αυτό μπορεί να γεφυρωθεί, ή έστω να περιοριστεί, θέτοντας ορισμένες προϋποθέσεις, όπως:
- Αμοιβαίος σεβασμός και κατανόηση στα «πρέπει» και στα «θέλω», που προτάσσουν αντίστοιχα μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Εδώ, στο «πρέπει», υποκρύπτονται και η παραίνεση αυτοσυγκράτησης και η «καταστολή», όπως και στο «θέλω» μπορεί να υποκρύπτεται η ανυπακοή, ίσως και η «επαναστατική» διάθεση, με γνώμονα το ότι «ελευθερία» μπορεί να «ακούγεται» σε ορισμένους σαν «κάνω ό,τι θέλω».
Τη γενιά των σημερινών εβδομηντάρηδων, ακόμα και των εξηντάρηδων και των πενηντάρηδων, χαρακτηρίζει ένα μεγάλο προνόμιο: Έζησε την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας, χωρίς καλά να προλαβαίνει και να καταλάβει τί γίνεται γύρω της. Από το χειροκίνητο τηλέφωνο (με τη «μανιβέλα»), π.χ., βρέθηκε να κρατάει στα χέρια της κινητό i-phone, όπως και να επικοινωνεί πανεύκολα και οποιαδήποτε στιγμή με όλον τον πλανήτη, όχι μόνο με φωνή, αλλά και με ζωντανή εικόνα, πράγμα κάποτε παντελώς αδιανόητο. Το, ας πούμε περίεργο, είναι που και στο χειροκίνητο αντιμετώπιζε δυσκολίες στο χειρισμό του, αλλά και στο κινητό, ως «αναλφάβητη» στην τεχνολογία γενιά. Από το ταπεινό ραδιόφωνο μπαταρίας, κι αυτό μόνο σε αρχοντόσπιτα, που η λήψη του ήταν πολύ προβληματική στις απομακρυσμένες περιοχές από τα αστικά κέντρα και περισσότερο στις ορεινές, βρέθηκε να παρακολουθεί δορυφορική τηλεόραση. Κοινό χαρακτηριστικό και εδώ, η δυσκολία στο χειρισμό, μέχρι την όποια μικρή εξοικείωση. Θα μπορούσε κανείς να αραδιάσει πολλά ακόμα παραδείγματα, όπως π.χ. μικρές και μεγάλες μετακινήσεις με τα πόδια και με ζώα τότε και με αυτοκίνητο σήμερα, την εξαντλητική χειρωνακτική εργασία με την καθιστική, την εξαιρετικά δύσκολη απόκτηση αγαθών, τότε, και γενικά την ποιότητα ζωής που έχει αλλάξει ριζικά επί τα βελτίω σήμερα, αν και ορισμένοι θεωρούν ότι αυτή η «ταχύτητα φωτός» στην πρόοδο, ίσως να «μην μας βγει σε καλό».
Δεδομένες και οι απορίες μεταξύ των γενεών. Οι μεγάλες απορούν με τον καλπασμό αυτό των εξελίξεων των τεχνολογιών, ενώ οι μικρότερες και οι μικρές αντιμετωπίζουν με ανάλογη απορία ή και παντελή αδιαφορία αφηγήσεις και γραπτά κείμενα για την εικόνα και την ποιότητα της ζωής, μόλις πριν λίγες δεκαετίες. Και εδώ κάποιες φορές έρχεται η «σύγκρουση», που ξεκινάει με τη χρήση των όρων «ευνοημένοι», «ανεύθυνοι» και «απείθαρχοι» οι των νεότερων γενεών, ενώ τα «μυαλά» των μεγαλύτερων χαρακτηρίζονται ενίοτε έως συχνάκις «παρωχημένα».
Γεγονός είναι ότι κάθε νέος, κάθε γενιά κάνει την «επανάστασή» της, όπως είναι επίσης γεγονός ότι στο παρελθόν αυτές οι «επαναστάσεις» στην πατριαρχική οικογένεια είχαν πολύ μικρότερη δυναμική και πολύ μεγαλύτερο αποτέλεσμα «καταστολής». Η απελευθέρωση πολλών παγιωμένων συνηθειών, αλλά και αρχών, π.χ. σεξουαλική, ελευθερίας της έκφρασης κλπ, έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα: μεγαλύτερη δυναμική, ανυπακοή, μικρότερη «καταστολή» και εν κατακλείδι περιορισμό ή και έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των γενεών, με δεδομένη εδώ και την ευθύνη των ΜΜΕ, του διαδικτύου και της ψηφιακής εποχής. Έπειτα, οι συνεχείς και «μεγάλες εκπτώσεις» στην παιδεία, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους.
Ειδικοί εκφράζουν την άποψη ότι το χάσμα αυτό μπορεί να γεφυρωθεί, ή έστω να περιοριστεί, θέτοντας ορισμένες προϋποθέσεις, όπως:
- Αμοιβαίος σεβασμός και κατανόηση στα «πρέπει» και στα «θέλω», που προτάσσουν αντίστοιχα μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Εδώ, στο «πρέπει», υποκρύπτονται και η παραίνεση αυτοσυγκράτησης και η «καταστολή», όπως και στο «θέλω» μπορεί να υποκρύπτεται η ανυπακοή, ίσως και η «επαναστατική» διάθεση, με γνώμονα το ότι «ελευθερία» μπορεί να «ακούγεται» σε ορισμένους σαν «κάνω ό,τι θέλω».
- Δόμηση αμοιβαίας εκτίμησης και εμπιστοσύνης.
Κι εδώ να τονιστεί ότι και η μία και η άλλη κερδίζονται. Ούτε απαιτούνται ούτε
είναι αυτονόητες.
- Ειλικρινής προσέγγιση και συνειδητοποίηση της διαφορετικότητος των ηλικιών.
- Κατανόηση από τους μεγαλύτερους των συνθηκών ανατροφής των μικρότερων, αλλά και προσπάθεια «διείσδυσης» από τους μικρότερους στον τότε τρόπο ζωής των μεγαλύτερων.
- Ειλικρίνεια και επικοινωνία ουσιαστική.
Το ερώτημα, πάντως, παραμένει: Υπάρχουν τέτοιες πιθανότητες ή το «χάσμα» θα συνεχίσει να μεγαλώνει με τα άλματα της τεχνολογίας και την αλλαγή συνηθειών; Φοβάμαι πως υπερισχύει το τελευταίο.
- Ειλικρινής προσέγγιση και συνειδητοποίηση της διαφορετικότητος των ηλικιών.
- Κατανόηση από τους μεγαλύτερους των συνθηκών ανατροφής των μικρότερων, αλλά και προσπάθεια «διείσδυσης» από τους μικρότερους στον τότε τρόπο ζωής των μεγαλύτερων.
- Ειλικρίνεια και επικοινωνία ουσιαστική.
Το ερώτημα, πάντως, παραμένει: Υπάρχουν τέτοιες πιθανότητες ή το «χάσμα» θα συνεχίσει να μεγαλώνει με τα άλματα της τεχνολογίας και την αλλαγή συνηθειών; Φοβάμαι πως υπερισχύει το τελευταίο.
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 18.9.2022
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 18.9.2022
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022
Η «μετάλλαξη» των ζώων
Από τα ζώα που ανέκαθεν χρησιμοποιούσε και συνεχίζει να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, είτε ως οικόσιτα είτε για τις δουλειές του, ορισμένα έχουν υποστεί ένα είδος «μετάλλαξης». Η γάτα, π.χ., είχε σαν αποστολή το κυνήγι των ποντικών ή και άλλων ζώων που εισέβαλαν, κυρίως, σε κατοικίες της υπαίθρου και αγροτικές, π.χ. φίδια και σαύρες. Ο σκύλος, επίσης, ήταν φύλακας, ενώ και τα δύο σ’ ένα υπολογίσιμο ποσοστό έχουν μετατραπεί αποκλειστικά σε ζώα συντροφιάς, που, αναμφισβήτητα αυτό δεν είναι κακό-αντίθετα είναι βήμα προς τον πολιτισμό-, αναμφισβήτητα και πάλι, όμως, έχουν χάσει ή τείνουν να χάσουν την παραδοσιακή τους αποστολή. Παράλληλα, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι τα ζώα αυτά δεν είναι και φύλακες των κηδεμόνων τους, ή είναι αποκλειστικά και μόνο φύλακες, π.χ. σε κοπάδια ζώων, αγροικίες, αποθηκευτικούς χώρους κλπ., ή δεν ήταν και στο παρελθόν εν μέρει ζώα συντροφιάς. Η πολύ άνω του φυσιολογικού αγάπη που επιδεικνύει σ' αυτά ο άνθρωπος, εξομοιώνοντάς τα και αυτά με ανθρώπους και κάποιες φορές με «ισότιμα μέλη» της οικογένειας και «παιδιά τους»(!), ξεφεύγει από το μέτρο, το οποίο από καταβολής κόσμου κρατούσε ισορροπίες. Κι αν εδώ εγερθούν φωνές, που θα πουν ότι γίναμε πολιτισμένοι», φρονώ ότι «ναι», τα ζώα πρέπει και επιβάλλεται να έχουν φροντίδα, όχι όμως ισάξια και ισότιμη με των ανθρώπων (των παιδιών). Το ότι πολλοί ισχυρίζονται ότι ήταν "μέλη της οικογένειας", ναι, ήταν μέλη με τη μεταφορική έννοια και όχι με την μεταλλαγμένη, που σε αρκετές περιπτώσεις βλέπουμε σήμερα. Τα βοοειδή ήταν ζώα κατά το μείζον για το όργωμα των αγρών και κατά το έλασσον για παραγωγή κρέατος. Σε πολλές περιπτώσεις κρέας γινόντουσαν σε βαθύ γήρας και σίγουρα στην Ελληνική κρεαταγορά δεν κατείχαν την πρώτη θέση ζήτησης. Σήμερα είναι μία πολύ μεγάλη - ίσως η μεγαλύτερη πηγή παραγωγής πηγή κρέατος. Άλλα ζώα, όπως το συμπαθητικό γαϊδουράκι και το μουλάρι, που ήταν απαραίτητα ως μεταφορικά μέσα στις αγροτικές εργασίες ή και για την έλξη μη αυτοκινούμενων τροχοφόρων (κάρων), τείνουν να εκλείψουν και χαρακτηρίζονται ως προστατευόμενα. Απαραίτητο να σημειωθεί εδώ ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί κακομεταχείριση ο τρόπος αυτός ζωής των ζώων στο παρελθόν, αφού εργάζονταν κι αυτά όπως και οι άνθρωποι, το ίδιο σκληρά. Τα θεωρούσαν και ήταν συνεργάτες και τα φρόντιζαν ως μέλη της οικογένειάς τους, ως προαναφέρθηκε. Στην περίοδο της αναπαραγωγής τα φρόντιζαν με περισσότερη στοργή, όπως και στην περίοδο της κύησης, της λοχείας και του θηλασμού, που τα απάλλασσαν από την εργασία ή εργάζονταν λιγότερο. Ανάλογη με τους ανθρώπους ήταν η φροντίδα τους και στο διάλειμμα του μεσημεριού για φαγητό: Τα άφηναν στον ίσκιο, τους έριχναν να φάνε κι αυτά, τα πότιζαν και τα σκέπαζαν με κουβέρτες να μην κρυώσουν που είχαν ιδρώσει, π.χ. στο όργωμα. Το πετάλωμα, που γινόταν από ειδικούς τεχνίτες, τους πεταλωτές, ήταν μια ακόμα φροντίδα για τις οπλές τους. Όχι σπάνια στα απετάλωτα ζώα εισχωρούσαν μικρές αιχμηρές πέτρες από το έδαφος σ’ αυτές, προκαλώντας τραυματισμό, φλεγμονή και πόνο. Εξαίρεση όλων αυτών αποτελούν τα αιγοπρόβατα, που παραμένουν «σταθερή αξία» παραγωγής κρέατος και γάλακτος (για το μαλλί το συζητάμε, αφού τα πλεκτά έχουν αντικατασταθεί από τα βιομηχανικά), που σε πολλές περιπτώσεις, όμως, εκτρέφονται σε φάρμες και όχι ελεύθερα. Ανάλογης εκμετάλλευσης για το κρέας τους είναι και τα χοιρινά, όπως και τα πουλερικά, που μας δίνουν επιπλέον και τα αυγά τους.
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.9.2022
Από τα ζώα που ανέκαθεν χρησιμοποιούσε και συνεχίζει να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, είτε ως οικόσιτα είτε για τις δουλειές του, ορισμένα έχουν υποστεί ένα είδος «μετάλλαξης». Η γάτα, π.χ., είχε σαν αποστολή το κυνήγι των ποντικών ή και άλλων ζώων που εισέβαλαν, κυρίως, σε κατοικίες της υπαίθρου και αγροτικές, π.χ. φίδια και σαύρες. Ο σκύλος, επίσης, ήταν φύλακας, ενώ και τα δύο σ’ ένα υπολογίσιμο ποσοστό έχουν μετατραπεί αποκλειστικά σε ζώα συντροφιάς, που, αναμφισβήτητα αυτό δεν είναι κακό-αντίθετα είναι βήμα προς τον πολιτισμό-, αναμφισβήτητα και πάλι, όμως, έχουν χάσει ή τείνουν να χάσουν την παραδοσιακή τους αποστολή. Παράλληλα, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι τα ζώα αυτά δεν είναι και φύλακες των κηδεμόνων τους, ή είναι αποκλειστικά και μόνο φύλακες, π.χ. σε κοπάδια ζώων, αγροικίες, αποθηκευτικούς χώρους κλπ., ή δεν ήταν και στο παρελθόν εν μέρει ζώα συντροφιάς. Η πολύ άνω του φυσιολογικού αγάπη που επιδεικνύει σ' αυτά ο άνθρωπος, εξομοιώνοντάς τα και αυτά με ανθρώπους και κάποιες φορές με «ισότιμα μέλη» της οικογένειας και «παιδιά τους»(!), ξεφεύγει από το μέτρο, το οποίο από καταβολής κόσμου κρατούσε ισορροπίες. Κι αν εδώ εγερθούν φωνές, που θα πουν ότι γίναμε πολιτισμένοι», φρονώ ότι «ναι», τα ζώα πρέπει και επιβάλλεται να έχουν φροντίδα, όχι όμως ισάξια και ισότιμη με των ανθρώπων (των παιδιών). Το ότι πολλοί ισχυρίζονται ότι ήταν "μέλη της οικογένειας", ναι, ήταν μέλη με τη μεταφορική έννοια και όχι με την μεταλλαγμένη, που σε αρκετές περιπτώσεις βλέπουμε σήμερα.
Τα βοοειδή ήταν ζώα κατά το μείζον για το όργωμα των αγρών και κατά το έλασσον για παραγωγή κρέατος. Σε πολλές περιπτώσεις κρέας γινόντουσαν σε βαθύ γήρας και σίγουρα στην Ελληνική κρεαταγορά δεν κατείχαν την πρώτη θέση ζήτησης. Σήμερα είναι μία πολύ μεγάλη - ίσως η μεγαλύτερη πηγή παραγωγής πηγή κρέατος.
Άλλα ζώα, όπως το συμπαθητικό γαϊδουράκι και το μουλάρι, που ήταν απαραίτητα ως μεταφορικά μέσα στις αγροτικές εργασίες ή και για την έλξη μη αυτοκινούμενων τροχοφόρων (κάρων), τείνουν να εκλείψουν και χαρακτηρίζονται ως προστατευόμενα.
Απαραίτητο να σημειωθεί εδώ ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί κακομεταχείριση ο τρόπος αυτός ζωής των ζώων στο παρελθόν, αφού εργάζονταν κι αυτά όπως και οι άνθρωποι, το ίδιο σκληρά. Τα θεωρούσαν και ήταν συνεργάτες και τα φρόντιζαν ως μέλη της οικογένειάς τους, ως προαναφέρθηκε. Στην περίοδο της αναπαραγωγής τα φρόντιζαν με περισσότερη στοργή, όπως και στην περίοδο της κύησης, της λοχείας και του θηλασμού, που τα απάλλασσαν από την εργασία ή εργάζονταν λιγότερο. Ανάλογη με τους ανθρώπους ήταν η φροντίδα τους και στο διάλειμμα του μεσημεριού για φαγητό: Τα άφηναν στον ίσκιο, τους έριχναν να φάνε κι αυτά, τα πότιζαν και τα σκέπαζαν με κουβέρτες να μην κρυώσουν που είχαν ιδρώσει, π.χ. στο όργωμα. Το πετάλωμα, που γινόταν από ειδικούς τεχνίτες, τους πεταλωτές, ήταν μια ακόμα φροντίδα για τις οπλές τους. Όχι σπάνια στα απετάλωτα ζώα εισχωρούσαν μικρές αιχμηρές πέτρες από το έδαφος σ’ αυτές, προκαλώντας τραυματισμό, φλεγμονή και πόνο.
Εξαίρεση όλων αυτών αποτελούν τα αιγοπρόβατα, που παραμένουν «σταθερή αξία» παραγωγής κρέατος και γάλακτος (για το μαλλί το συζητάμε, αφού τα πλεκτά έχουν αντικατασταθεί από τα βιομηχανικά), που σε πολλές περιπτώσεις, όμως, εκτρέφονται σε φάρμες και όχι ελεύθερα. Ανάλογης εκμετάλλευσης για το κρέας τους είναι και τα χοιρινά, όπως και τα πουλερικά, που μας δίνουν επιπλέον και τα αυγά τους.
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.9.2022
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








