Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Περί ευγνωμοσύνης (άρθρο)

Βανδαλισμός αγάλματος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στον τόπο γέννησής του, 
στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας. 
Πηγή εικόνας-θέματος: https://www.enikos.gr/society/agnostoi-vandalisan-to-agalma-tou-kolokotroni-sto-ramovouni-photo/1427945/

     Δεν θα μπορούσαν να είναι εκτός πραγματικότητος τα λόγια του μεγάλου φιλοσόφου της αρχαιότητας Αριστοτέλη, «η ευγνωμοσύνη γερνάει γρήγορα». Και είναι πολλές οι φορές που διαπιστώνουμε, είτε για τον εαυτό μας, είτε για άλλους –περισσότερο για άλλους, γιατί τον εαυτό μας τον κρίνουμε πάντα με επιείκεια(!)–, ότι δεν είμαστε «εντάξει» στην έκφραση της ευγνωμοσύνης απέναντι σε συνανθρώπους μας που μας έχουν ευεργετήσει.  
     Η αλάνθαστη λαϊκή σοφία δανείζεται και διδάσκει την οφειλόμενη ευγνωμοσύνη στην ευεργεσία με μια πολύ γνωστή και χαρακτηριστική εικόνα της καθημερινής ζωής και με την παροιμία «πίνει η κότα το νερό, μα τηράει (κοιτάει) και το Θεό». Για λόγους ανατομίας, η κότα και όλα τα πτηνά, για να κατέβει στο στομάχι τους το νερό που πίνουν, σηκώνουν το κεφάλι τους ψηλά. Μεταφορικά, λοιπόν, η λαϊκή σοφία παρομοιάζει με έκφραση δοξολογίας των πτηνών στο Δημιουργό την κίνησή τους αυτή, όταν βρουν νερό να ξεδιψάσουν.
     Η έκφραση της ευγνωμοσύνης από άνθρωπο σε άνθρωπο, φυσικά και προς το Θεό, δεν μπορούμε να πούμε ότι ισχύει πάντα και είναι πολλά τα παραδείγματα που μπορούμε να επικαλεστούμε πάνω σ’ αυτό. Να μιλήσουμε για την αχαριστία μας, τόσο στους ήρωες της Λευτεριάς, όσο και στους μεγάλους ευεργέτες και σε προσωπικότητες του πνεύματος, που μας έχουν αφήσει μεγάλες παρακαταθήκες και πολύ συχνά βλέπουμε τα αγάλματά τους βανδαλισμένα με διάφορα χρώματα ή και με μεγάλες φθορές από ανθρώπινα χέρια; Μήπως δεν είναι αγνωμοσύνη για τους ήρωες της επανάστασης του 1821, το ότι δεν διδάσκονται πλέον στα σχολεία, ή αν διδάσκονται, διδάσκονται εν συντομία και με πολλή προχειρότητα. Να μιλήσουμε και για τις εικόνες τους, που μέχρι το πρόσφατο παρελθόν κοσμούσαν σχολικές αίθουσες και δημόσιους χώρους, διδάσκοντας σιωπηλά, και σήμερα τις έχουμε υποστείλει; Ή μήπως για κάθε είδους βανδαλισμούς που βλέπουμε, διαβάζουμε ή ακούμε σε μεγάλα έργα τέχνης, που προάγουν την παιδεία μας, την ιστορία μας και τον πολιτισμό μας; Σχετικές φωτογραφίες κάνουν το γύρο του διαδικτύου και των ειδήσεων, άσε που πολλές φορές τις αναρτούν και οι ίδιοι οι καταστροφείς, για να επιδείξουν τις… ικανότητές τους, επιδεικνύοντας παράλληλα και την «παιδεία» τους. Πρόσφατο παράδειγμα η βεβήλωση του αγάλματος του ήρωα Αντώνη Κατσαντώνη στη Θεσσαλονίκη.
     «Όταν λάβεις χάρη, να την θυμάσαι», μας διδάσκει ο αρχαίος ποιητής Μένανδρος. «Και στο παρελθόν η Ελλάς έπεσε, αλλ’ ουδέποτε ξέπεσε», μας διδάσκει και ο αείμνηστος μεγάλος ιστορικός Σαράντος Καργάκος. Και δεν ξέπεσε η Πατρίδα μας, γιατί έμεινε αταλάντευτα προσηλωμένη στις παραδοσιακές Αξίες της και στα Ιδανικά της. Πέρασαν πολύ δύσκολοι καιροί και στο πρόσφατο και στο πιο μακρινό παρελθόν. Μέσα από «Σκύλες» και «Χάρυβδες» πέρασε η Πατρίδα μας – οι πρόγονοί μας, και όμως, δεν απεμπόλησαν τις Αξίες τους, τις οποίες εμείς σήμερα απεμπολούμε σε καιρούς ευημερίας και με μεγάλη ευκολία. Ας μας βάλει σε κάποιες σκέψεις και ας προβληματίσει αυτό.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 22.1.2025




Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2025

Το «στρίψιμο» του τσιγάρου και στοιχεία από τη λαθραία διακίνηση του καπνού στο παρελθόν


     Πάντα οι άνθρωποι αρέσκονται στις μικροαπολαύσεις, μία εκ των οποίων για κάποιους θεωρείται και το κάπνισμα. Αρκετοί είναι εκείνοι που «δεν μπορούν να το κόψουν», το ίδιο κι αυτοί που ομολογούν ότι καπνίζουν «μηχανικά», ίσως να μην είναι λιγότεροι και όσοι λένε ότι βρίσκουν μια διέξοδο και χαλάρωση με την «απόλαυσή» του. Μέχρι πρόσφατα, το τσιγάρο ήταν και «πιστοποίηση» χειραφέτησης και «μαγκιάς», τόσο πολύ, μάλιστα, που όχι λίγοι έφηβοι πίεζαν τον εαυτό τους να καπνίσουν, για να δείξουν στο φιλικό περιβάλλον τους ότι «μεγάλωσαν»! Βέβαια, όλη αυτή η πίεση και προσπάθεια, πολύ μακριά από γονείς, παππούδες κι άλλους συγγενείς, γιατί η επιβαλλόμενη απαγόρευση για τις νεαρές ηλικίες ήταν δεδομένη και με συνέπειες από την πλευρά των γονέων, κυρίως, παρ’ όλο που οι πολύ κοντινοί συγγενείς άνδρες ήταν καπνιστές. Και βέβαια, δεν απέχει πραγματικότητας και σοφίας το επιχείρημα των μεγαλύτερων, ότι «το τσιγάρο βλάφτει και την υγεία και την τσέπη».
     Απόλαυση, λοιπόν, το κάπνισμα και θα είναι ολοζώντανες οι εικόνες από τα παιδικά μας χρόνια στα μάτια μας του όλου τελετουργικού για το «στρίψιμο» του τσιγάρου των μεγαλυτέρων μας. Και, φυσικά, χωρίς φίλτρο, και όχι όπως βλέπουμε σε χρήστες του σύγχρονου συσκευασμένου εμπορικού καπνού. Στο ολιγόλεπτο διάλειμμα στις δουλειές του κάμπου, συναντιόντουσαν οι καλλιεργητές των γύρω χωραφιών, καθισμένοι αναπαυτικά κάτω από τον παχύ ίσκιο ενός μεγάλου δέντρου. Σε όσους καθυστερούσαν στην τελετουργική αυτή μάζωξη, το «προσκλητήριο» ήταν στερεότυπο και σταλμένο με δυνατή φωνή: «Ελάτε για τσιγάρο, ρεεεεε!»! Μαζί με την κουβέντα, έβγαζαν από την τσέπη τους την ταμπακέρα και το τσιγαρόχαρτο, το οποίο τις περισσότερες φορές ήταν μικρό κομμάτι εφημερίδας! Αν, μάλιστα, είχαν συγγενείς στην Αμερική και τους έστελναν Αμερικάνικες εφημερίδες ήταν «άρχοντες» και τούτο γιατί το χαρτί των εφημερίδων εκείνων ήταν πολύ λεπτό, ημιδιάφανο θα έλεγε κανείς. Έτσι, δεν κάπνιζε «εφημερίδα» ο καπνιστής, αλλά εκτός αυτού ήταν εύκολο και στο στρίψιμο, στο «σάλιωμα» και στο κόλλημα! Αξίζει να ειπωθεί ότι το εργοστασιακό τσιγαρόχαρτο που πωλείται σήμερα ελεύθερα σε καπνοπωλεία, περίπτερα κλπ, τα παλαιότερα χρόνια δικαιούνταν να το έχουν και να το χρησιμοποιούν μόνο οι καπνοπαραγωγοί, σε περιορισμένες ποσότητες και κατόπιν αδείας, το οποίο προμηθεύονταν από δημόσια υπηρεσία, π.χ. μονοπώλια καπνού. Διαφορετικά, κινδύνευαν με κατηγορίες καπνολαθρεμπορίας και οι ποινές δεν ήταν αστείες.
     Ο ψιλοκομμένος καπνός (σε πολλές περιοχές συνηθιζόταν σε ουδέτερο, «το καπνό» και σε κάποιες άλλες, λιγότερες, και ως «το καπινό») μαρτυρούσε αρχοντιά, σε σχέση με τον χοντροκομμένο και πολύ προχειρότητα το τριμμένο στις παλάμες αποξηραμένο φύλλο του φυτού.
     Πραγματική μαστοριά και με υπομονή το καλό στρίψιμο της μικροποσότητας καπνού χύμα στην εφημερίδα, από την ίδια τους την παραγωγή, το οποίο μάλιστα, τόσο αυτό όσο και το κάπνισμα, γινόταν με χίλιες δυο προφυλάξεις, γιατί ως «λαθραίο» ήταν παράνομο και διωκόταν για λαθρεμπόριο (δείτε περισσότερα ΕΔΩ). Ίσως και σαν παράνομο, να έδινε μεγαλύτερη απόλαυση!
     Πολύ περισσότερο το κάπνισμα, αλλά και το «στρίψιμο», όμως, ήταν κι αυτό ευχαρίστηση, ως τέχνη και δημιουργία. Στην τσέπη και σε ετοιμότητα πάντα και ο αναπτήρας είτε το τσακ(ου)μάκι (δείτε για τους τρόπους παραδοσιακού ανάμματος σε παλαιότερο άρθρο του ιστολογίου μου, ΕΔΩ). Όχι σπάνια, η πρώτη «ρουφηξιά» (εισπνοή) συνοδευόταν και από ένα μακρόσυρτο «αααα!».       
     Δύσκολη και βαριά η επιστροφή στο χωράφι. Η μικρή εκείνη απόλαυση τελείωνε γρήγορα, όπως όλα τα καλά, άλλωστε, γιατί η δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει.   
     Το ίδιο σκηνικό και στα βουνά, που έσμιγαν οι τσοπάνηδες. Ειδικά τους χειμερινούς μήνες, που συχνά άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν. Τότε ο καπνός της ήταν και «κάλεσμα»! Οι γύρω από τη φωτιά μαζεμένοι-καθιστοί ή και όρθιοι τσοπάνηδες, επιδίδονταν κι αυτοί στο «στρίψιμο», στην κουβέντα και στην ευχαρίστηση, προσέχοντας πάντα και το κοπάδι τους που έβοσκε παραπέρα. Πολύ πιο χαλαροί πάντα από τους εργάτες των χωραφιών, αφού το κοπάδι βοσκούσε μόνο του και χωρίς ιδιαίτερη επιτήρηση. Τους καλοκαιρινούς μήνες αντηχούσε στα πλάγια το ίδιο με τα χωράφια μεγαλόφωνο κάλεσμα του ενός στον άλλον: «Έλα για τσιγάρο, ρεεε!»!
     Εκτός από κάπνισμα ο ψιλοκομμένος καπνός, ήταν χρήσιμος και ως «πρέζα» ή «ταμβακισμό». Δείτε περισσότερα γι’ αυτόν ΕΔΩ.
     Και όλον τον 20ό αιώνα, και νωρίτερα, γεγονός είναι ότι η καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού στήριξαν πολύ τη Ελληνική οικονομία. Μεγάλες καπνοβιομηχανίες ιδρύθηκαν και άνθισαν, ενώ οι βλαπτικές του επιπτώσεις στον άνθρωπο δεν ήταν γνωστές. Υπήρχαν μάλιστα και γιατροί, που συνιστούσαν το κάπνισμα για αδυνάτισμα(!), αν και ελάχιστοι ήταν τότε οι παχύσαρκοι.
     Ο κύριος λόγος που στην πατρίδα μας ενθαρρύνθηκε η παραγωγή του, ήταν γιατί μπορούσαν να ευδοκιμήσουν ακόμη και σε άγονα εδάφη, σε εκτάσεις βουνών και πολλές φορές μακριά από τα μάτια των ελεγκτών. Η καλλιέργεια δεν ήταν ελεύθερη και ο κάθε καπνοκαλλιεργητής έπρεπε να πάρει άδεια για τον επόμενο χρόνο, δηλώνοντας πόση έκταση θα αξιοποιήσει. Η όλη δραστηριότητα ήταν, κυρίως, οικογενειακή υπόθεση. Τα μηχανήματα και για την καλλιέργεια, συγκομιδή, επεξεργασία, προετοιμασία ήταν άγνωστα, αλλά τα χέρια κάθε νοικοκυριού πολλά. Φυσικά, δεν υπήρχε θέμα για το δηλωμένο, αλλά για το λαθραίο προϊόν. Το δηλωμένο μετά τη επεξεργασία του και την προετοιμασία του το προωθούσαν κανονικά στο εμπόριο, με πρώτη «στάση» στις αποθήκες των μονοπωλίων. Ο έλεγχος από τους ειδικούς εκτιμητές και για την ποιότητα και για την ποσότητα ήταν αυστηρός. Το αποτέλεσμα της παραγωγής υπολογιζόταν με το στρέμμα και την κατάσταση του εδάφους κι αν δηλωνόταν λιγότερο του υπολογισμού αυτού, οι υπόνοιες των αρμοδίων ήταν δεδομένες και οι έλεγχοι επισταμένοι. Ανάλογα με το επίπεδο ποιότητας γινόταν και η πληρωμή στον παραγωγό. Αρκετά μεγαλύτερα κέρδη, όμως, απέδιδε ο μη δηλωμένος καπνός, δηλ. «το λαθραίο», που ως περισσότερο φροντισμένος, ήταν και καλύτερης ποιότητος. Ένας ακόμα λόγος που άνθισε το λαθρεμπόριο, είναι που δεν επιτρεπόταν από την Πολιτεία η καλλιέργεια όλων των ποικιλιών.
     Ο καλής ποιότητας λαθραίος καπνός ήταν περιζήτητος και χρυσοπουλιόνταν στο λαθρεμπόριο. Γι’ αυτό και οι καπνοπαραγωγοί δεν φρόντιζαν μόνο για καλή ποικιλία σπόρου και φυτωρίου, αλλά περιποιόντουσαν επιμελώς την καλλιέργειά τους μέχρι την τελευταία συγκομιδή, αφού αυτή γίνεται πάντα σε στάδια. Πάντα σε εγρήγορση η όλη επιχείρηση, γιατί οι έλεγχοι γίνονταν σε ανύποπτους πάντα χρόνους.
     Η παράνομη διακίνηση γινόταν κυρίως τη νύχτα από ερημικά μονοπάτια των βουνών με τα ζώα, ή και «στην πλάτη». Το  «πράμα» έπρεπε να φτάσει με ασφάλεια και με κάθε μυστικότητα στον προορισμό του, γιατί και ο πελάτης ήταν το ίδιο ένοχος με τον λαθρέμπορο. Ένα μέρος από το αλλού καλύτερο προϊόν, προοριζόταν για ρεγάλο σε ανθρώπους που είχαν μεγάλες υποχρεώσεις. Χαρακτηριστική και η κουβέντα «αυτό το φυλάω για την υποχρέωση στον…» - π.χ. βουλευτή(!) - (υποχρέωση από παρελθούσα ή για επικείμενη εξυπηρέτηση). Φυσικά, έπρεπε να είναι καλά φυλαγμένο σε μέρος που δεν κινούσε υποψίες και τόσο οι παραγωγοί, όσο και οι αγοραστές ήταν αρκετά καλά οργανωμένοι από κρυψώνες. Έπρεπε να είναι και οι συνθήκες ξήρανσης και φύλαξης κατάλληλες και με τον απαιτούμενο αερισμό, για να μην «ανάψει» το πολύτιμο προϊόν τους από υγρασία.
     Οι παράνομοι καλλιεργητές/διακινητές/έμποροι ήταν οργανωμένοι και ως προς την επεξεργασία του και την προετοιμασία του να φτάσει προσεγμένο και έτοιμο για χρήση. Τα «χαβάνια» ήταν τα ειδικά χειροκίνητα μηχανήματα κοπής μεγάλων ποσοτήτων. Για μικροποσότητες ήταν αρκετό ένα κοφτερό μαχαίρι και μια σταθερή επιφάνεια, π.χ. τραπέζι.  Φυσικά, και η παράνομη κατοχή και χρήση χαβανιού, επέσειε αντίστοιχη ποινή με το λαθρεμπόριο, ίσως και πολύ μεγαλύτερη, αφού σήμαινε και μεγάλη και συνεχή διακίνηση παράνομου προϊόντος.
     Όχι σε ένα, αλλά σε πολλά χωριά λέγονται διάφορες ιστορίες εφευρετικότητας των καπνοπαραγωγών για την παράνομη διακίνηση, ειδικά μεγάλων ποσοτήτων. Ένας από τους πιο έξυπνους τρόπους μεταφοράς που έχει ακουστεί, ίσως να ήταν αυτός που έβαζαν τα πέταλα στα ζώα ανάποδα, το μπρος, πίσω, δηλαδή! Έτσι, οι ένοπλες περιπολίες της χωροφυλακής σε δρόμους, μονοπάτια και βουνά, που έψαχναν εκεί και ίχνη οπλών και πετάλων στο έδαφος, αναζητούσαν τους παράνομους διακινητές σε αντίθετη κατεύθυνση! Σ’ αυτό «βοηθούσε» ιδιαίτερα την παρανομία και η ήπια χιονόπτωση, όταν αυτή είχε προηγηθεί, χρονική στιγμή που προτιμούσαν για τη μεταφορά. Τα αποτυπώματα των πετάλων των οπλών των ζώων ήταν πολύ περισσότερο ευδιάκριτα στο χιόνι! Αναμφισβήτητα κι εδώ είχαν θέση και κρυφοί μεσίτες ή και μεσάζοντες που το μεταπωλούσαν κι έπαιρναν κι αυτοί το «κατιτίς» τους, σίγουρα όχι ευκαταφρόνητο.
     Στη σημερινή εποχή δεν έχει εκλείψει η λαθρεμπορία καπνού. Διώκεται και με αυστηρές ποινές, μάλιστα. Πολύ συχνά ακούμε για εξάρθρωση και συλλήψεις λαθρεμπόρων καπνού πολύ μεγάλων ποσοτήτων, όχι από την παραγωγή της γης, αλλά από σύγχρονα μέσα, παράνομα συσκευαστήρια και οργανωμένα κυκλώματα και  που δρουν «πίσω» από την εφορία και τις ελεγκτικές υπηρεσίες.
 
Νίκος Χρ. Παπαπακωνσταντόπουλος, 18.1.2025

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

Το «Μαργιόλικο» με πίπιζες!


     Ένα τηλεφώνημα στο ύψος του Κιάτου, στην εθνική οδό, επιστρέφοντας από εξόρμηση του δωδεκαημέρου, με έκανε να βγω στο πρώτο πάρκινγκ και να συνομιλήσω με το πολύ σημαντικό πρόσωπο που με καλούσε, γιατί ήξερα ότι κάτι σημαντικό ήθελε να μου πει. Ήταν ο μεγάλος-μέγιστος εκφραστής της γνήσιας δημοτικής παράδοσης του τόπου μας, δεξιοτέχνης της φλογέρας, του κλαρίνου και «αηδόνι» του παραδοσιακού δημοτικού τραγουδιού, ο Χαράλαμπος Γιαννόπουλος, από τη γειτονική με το χωριό μου Κερασιά (παλαιότερα Κερέσοβα), με τον οποίο μας συνδέει αμοιβαία ισχυρή φιλία και αληθινά και δυνατά αισθήματα.
     Εν ολίγοις, και γνωρίζοντας την ευαισθησία μου σε θέματα παράδοσης, ο πολύ αγαπητός Χαράλαμπος με πληροφόρησε πολύ χαρούμενος και πολύ συγκινημένος για ένα παλιότερο δημοτικό τραγούδι, «το μαργιόλικο», που σε συνεργασία με τον κ. Γιώργο Υφαντή «ανέβασε» στην πλατφόρμα youtube του διαδικτύου.
     Συναισθήματα χαράς και συγκίνησης με πλημμύρισαν, αφού μου θύμισε τα ατόφια παραδοσιακά πανηγύρια του χωριού μου-των χωριών μας, μα όχι μόνο αυτό. Το τραγούδι είχα ακούσει πολλές φορές από τον πατέρα μου, που είτε το σιγοτραγουδούσε μόνος του, είτε το τραγουδούσε σ’ εμάς τα παιδιά του, είτε σε εκδηλώσεις χαράς, όπως γάμους, αρραβώνες και βαπτίσεις.
     Μα ούτε εδώ σταματούν τα δυνατά συναισθήματα χαράς και συγκίνησης που μου έφερε «το μαργιόλικο» και η ολιγόλεπτη τηλεφωνική κουβέντα με τον Χαράλαμπο. Το τοπικό μουσικό συγκρότημα των χωριών μας πολύ συχνά το έπαιζε με τις καραμούζες (πίπιζες) και τη συνοδεία ταβουλιού (νταουλιού). Καραμούζες έπαιζαν οι αείμνηστοι Πάνος Μιχαλόπουλος και Ναπολέων (Νάπος) Κεφαλάς και ταβούλι ο Αλέξης Παρασκευόπουλος. Όλοι τους αξεπέραστοι καλλιτέχνες και όχι μόνο για την εποχή τους. Μετά το θάνατο του Αλέξη (1963), συνέχισε ο γιός του Σταύρος και άλλοτε ο συγχωριανός του Χαράλαμπου Κώστας Ανδριόπουλος. Το άκουσμα του τραγουδιού από το youtube, καταμαρτυρεί την μουσική πληρότητα και παιδεία των καλλιτεχνών, αφ’ ενός, την άριστη ποιότητα της ηχογράφησης, παρά τα μέσα της εποχής, αφ’ εταίρου, η οποία, σημειωτέον έχει γίνει από τον ίδιο τον Χαράλαμπο Γιαννόπουλο το 1975. Στις έγχρωμες φωτογραφίες του διαδικτύου φαίνονται από αριστερά προς τα δεξιά: Ναπολέων (Νάπος) Κεφαλάς), Πάνος Μιχαλόπουλος, Κώστας Ανδριόπουλος.

Το παραδοσιακό μουσικό συγκρότημα του Λειβαρτζίου Καλαβρύτων, αποτελούμενο από τους: Ναπολέοντα (Νάπο) Κεφαλά (αριστερά), Αλέξη Παρασκευόπουλο (κέντρο) και Πάνο Μιχαλόπουλο (δεξιά), Φωτογραφία: Μέσα δεκαετίας 1960 - από το προσωπικό μου αρχείο και το βιβλίο μου «Λειβάρτζι, σ' ευχαριστώ!», 2002.

 
Λίγα λόγια για το τραγούδι
 
     «Μαργιόλικο», σημαίνει το «ναζιάρικο» και ενίοτε το «πονηρό», με εστίαση σε ελεύθερο κορίτσι. Είναι τραγούδι-τσάμικος χορός και άλλες παραλλαγές καλαματιανός-συρτός. Ενδέχεται από περιοχή σε περιοχή μα συναντάμε διάφορες παραλλαγές και στους στίχους του, οι οποίοι στην δυτική-βορειοδυτική Πελοπόννησο έχουν ως κατωτέρω, καθ’ υπαγόρευση και του Χαράλαμπου Γιαννόπουλου. Φαίνεται ότι το όνομα του «μαργιόλικου» του τραγουδιού, είναι «Μαρούσω», που, μάλλον δεν είναι άλλο από «Μαρία».
 
                          Για ιδέστε ο μαργιόλικο και το μαργιολεμένο,
                         πώς βάζει το φεσάκι του,  σαν να ’ναι’ μεθυσμένο.
                 (Παραλλαγή: Πώς στρίβει το μουστάκι του, σαν να ναι μεθυσμένο)
                     -   Δεν είμαι εγώ μαργιόλικο, ούτε και μεθυσμένο,
                         Η αγάπη με βαλάντωσε, κ’ είμαι βαλαντωμένο.
                     -  Σαράντα κίτρινα φλουριά δεμένα σ’ ένα γράμμα.
                        πάρ’ τα, Μαρούσω, μ’ μια βραδιά να κοιμηθούμ’ αντάμα.
                     -  Φωτιά να κάψει τ’ άσπρα σου, φωτιά και τα φλουριά σου.
                        Τα κάλλη μου δεν τα ’χω ’γω να ’ρθουν στην αγκαλιά σου.
                        Τούτος ο άσπρος μου λαιμός και τα γλυκά μου μάτια,
                        με σένα και τους όμοιους, δεν γίνονται πραμάτεια.

     Σημείωση: Στο μέσο ορισμένων στίχων παρεμβάλλεται και το «άιντε, ρούσα μου», π.χ. «για ιδέστε ο μαργιόλικο, άιντε ρούσα μου, και το μαργιολεμένο». Μπορείτε να απολαύσετε το τραγούδι με καραμούζες (πίπιζες - οργανικό) και ταβούλι (νταούλι) ΕΔΩ.
 
     Επιβάλλεται να σημειώσουμε ακόμα ότι σταθμός στη μουσική διαδρομή του Χαράλαμπου Γιαννόπουλου ήταν η γνωριμία του, η μαθητεία του και η συνεργασία του με το μεγάλο δάσκαλο Σίμωνα Καρά. Εκεί γνώρισε και συνεργάστηκε με πολλούς ακόμα κορυφαίους της παράδοσής μας, όπως τη Δόμνα Σαμίου, το Χρόνη Αηδονίδη, το Χρήστο Πανούτσο, τον Παναγιώτη Μυλωνά και πολλούς άλλους.

Ο Χαράλαμπος Γιαννόπουλος
Φωτογραφία από εμφάνισή του στην εκπομπή «το αλάτι της γης», της ΕΡΤ1 – 2020


     Τον καιρό που ο Σίμωνας Καράς όργωνε την Ελλάδα, καταγράφοντας την μουσική μας παράδοση με μεράκι και επιστήμη, ο Χαράλαμπος Γιαννόπουλος ήταν δεξί του χέρι. Και, φυσικά, δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να έλθουν μαζί και στον τόπο μας. Έτσι, λοιπόν, συνάντησαν μεταξύ άλλων και το προαναφερόμενο τοπικό παραδοσιακό μουσικό συγκρότημα, το οποίο ο Χαράλαμπος Γιαννόπουλος γνώριζε πολύ καλά και είχαν ήδη άριστη και αρμονική συνεργασία.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 9.1.2025

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

Προσμονή πρωτοχρονιάς (ποίημα)

                                Κι αν τους ώμους μας βαραίνει
                                ένας παραπάνω χρόνος,
                                η ζωή μας κι αν κονταίνει
                                κι αν ανηφορίζει ο δρόμος,
 
                                με ελπίδες και με δώρα,
                                φώτα και βεγγαλικά
                                θα προσμένουμε την ώρα
                                που ’ρχεται πρωτοχρονιά.
 
                                Οι ελπίδες που μας φέρνουν
                                και μας δίνουν οι γιορτές,
                                πάντα αληθινές να βγαίνουν
                                και γεμάτες με χαρές!
 
                                Κι αν τους ώμους τους βαραίνει
                                κάθε χρόνος πιο πολύ,
                                η ζωή μας ομορφαίνει 
                                με χαρές αν ενωθεί. 

 

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 25.12.2024
https://nikolpapak.blogspot.com/2021/08/blog-post_29.html

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

Η ιστορία του τέταρτου μάγου


     Σύμφωνα με την Παράδοση, οι μάγοι που ξεκίνησαν από την ανατολή για τη Βηθλεέμ να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Βασιλιά, δεν ήταν τρεις, αλλά τέσσερις: Μαζί με τους γνωστούς Μελχιόρ, Γασπάρ και Βαλτάσαρ, ήταν και ο Αρταβάν ή Αρτάβανος, επίσης αστρονόμος. Οδηγούμενοι από το άστρο και βαδίζοντας οι τέσσερις για τη Βηθλεέμ, ο Αρταβάν έμεινε πίσω να βοηθήσει έναν πολύ ανήμπορο, πιθανότατα Εβραίο. Το άστρο, όμω,ς προχωρούσε και αν καθυστερούσαν και οι άλλοι τρεις μαζί του, θα το έχαναν. Αναγκάστηκαν έτσι να προχωρήσουν, αφήνοντας τον Αρταβάν να τους ακολουθήσει μόνος του.
     Όταν ο άρρωστος καλυτέρεψε και ο Αρταβάν μπορούσε να φύγει, αφήνοντάς του ένα μέρος από το δώρο που προοριζόταν για το Βασιλιά. Οι άλλοι τρεις είχαν απομακρυνθεί πολύ, αλλά ούτε και το άστρο μπορούσε να δει στον ουρανό. Περιπλανήθηκε μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε, αναζητώντας επίμονα το Βασιλιά που ξεκίνησε να βρει μαζί με τους τρεις άλλους συνοδοιπόρους του, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Κάποια στιγμή, συνάντησε μια χήρα και τη συμπόνεσε τόσο, που τής έδωσε ένα μέρος από το υλικό δώρο που προοριζόταν για το Χριστό. Ύστερα από νέες περιπλανήσεις, συνάντησε ένα φτωχό ορφανό και έδωσε και σ’ αυτό ένα ακόμα μέρος από το δώρο. Αργότερα συνάντησε έναν ανάπηρο γέρο, που δεν είχε κανέναν στον κόσμο, τον συμπόνεσε κι αυτόν και του έδωσε το τελευταίο κομμάτι του δώρου.
     Πολλά χρόνια αργότερα, έφτασε στην Ιερουσαλήμ, όπου έμαθε πως σταυρώνουν τρεις κακούργους. Πλησίασε να δει περί τίνος πρόκειται, και διαπίστωσε ότι ένας εξ’ αυτών ήταν ο Βασιλιάς που τόσα χρόνια αναζητούσε! Γονάτισε τότε να Τον προσκυνήσει, λέγοντας με κλάματα ότι δεν του έμεινε τίποτα από το δώρο που είχε γι’ Αυτόν! Τότε ο Χριστός του απάντησε πάνω από το Σταυρό:
     «Μην στενοχωριέσαι! Η χήρα, το ορφανό και ο ανήμπορος γέρος, ήμουν εγώ»!
     Διαβάζοντας κανείς την ιστορία του τέταρτου μάγου από διάφορες πηγές, διαπιστώνει διάφορες μικρές ή μεγαλύτερες παραλλαγές από κείμενο σε κείμενο. Μεταξύ των παραλλαγών είναι και αυτή: Ο Αρταβάν κατόρθωσε να φτάσει στη Βηθλεέμ με κάποια μικρή καθυστέρηση σε σχέση με τους άλλους τρεις μάγους. Όμως, η Θεία Οικογένεια είχε φύγει για την Αίγυπτο, κατόπιν υπόδειξης του Αγγέλου, να σωθεί ο Ιησούς από το μένος του Ηρώδη. Ένα μέρος από το δώρο που είχε ο Αρταβάν, το έδωσε να δωροδοκήσει στρατιώτες και να σώσει με αυτόν τον τρόπο νήπια από τη σφαγή. Μεταξύ των παιδιών που σώθηκαν έτσι, ήταν και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 24.12.2024

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία των καλάντων και τα δυσνόητα κάλαντα της πρωτοχρονιάς

              

α. Ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία (επιγραμματικά)
 
     Αν και η ονομασία «κάλαντα» προέρχεται από τις Ρωμαϊκές καλένδες (kalendae), την πρώτη ημέρα κάθε νέου χρόνου που γίνονταν γιορτές και θυσίες προς τιμή των θεών, οι ρίζες τους είναι αρχαιοελληνικές. Σε κείμενα αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, π.χ. Ομήρου, Ησιόδου, Αριστοφάνη, Πλουτάρχου Θεόγνιδος (Θέογνη) κλπ, αναφέρονται με διάφορες ονομασίες, ανάλογα με εποχιακές εκδηλώσεις, όπως ειρεσιώνες, χελιδονίσματα, κορωνίσματα, αλλά και με την γενικότερη ονομασία «αγερμοί», δηλ. έρανοι χορηγιών (αγείρω=αθροίζω, μαζεύω, ερανίζομαι). Ήταν τραγούδια λέγονταν από σπίτι σε σπίτι και γίνονταν είτε ως χαιρετισμός στους νοικοκυραίους, είτε για την οικονομική ενίσχυση διαφόρων εκδηλώσεων, π.χ. πολιτιστικών. Ενδεχομένως, για να αποσπάσουν μεγαλύτερο φιλοδώρημα, χρησιμοποιούσαν και διάφορες επαινετικές προσφωνήσεις, κάτι που ισχύει και σήμερα, π.χ. «άρχοντες». Αργότερα οι συνήθειες αυτές πέρασαν στους Βυζαντινούς χρόνους και συνδυάστηκαν με τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης.
     Τα κάλαντα είναι εθιμικά εγκωμιαστικά, ευχετήρια και εορταστικά τραγούδια, που τα λένε τα παιδιά, κυρίως, παραμονές των μεγάλων εορτών: Των Χριστουγέννων, της πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Εξαίρεση αποτελούν αυτά του Λαζάρου και της Μεγάλης Παρασκευής, που τα μεν πρώτα αναφέρονται στο πάθος του αγίου Λαζάρου, κατά την τριήμερη κάθοδό του στον Άδη και την ανάσασή του, τα δε δεύτερα στο Πάθος Του Χριστού και στον πόνο της Παναγιάς. Τα παιδιά που τα τραγουδούν στις πόρτες των σπιτιών και αναγγέλλουν με τον τρόπο αυτό τη χαρμόσυνη γιορτή της επόμενης ημέρας, συνήθως παίζουν και διάφορα όργανα, π.χ. φυσαρμόνικα, ακορντεόν κλπ. Περισσότερο γνωστό και συνηθισμένο είναι το μεταλλικό τριγωνάκι, που ο χτύπος του μοιάζει να ισοκρατεί το τραγούδι των παιδιών. Παλαιότερα, αλλά και σήμερα σε κάποιες περιοχές, ιδίως νησιωτικές, τα παιδιά κρατούν μικρό ομοίωμα στολισμένου καραβιού, με το οποίο στην αρχαιότητα παρίσταναν τον ερχομό της γιορτής των Ανθεστηρίων – το πλοίο παρίστανε τον ερχομό του θεού Διονύσου. Στις μέρες μας το στολισμένο καραβάκι έχει τη σημασία της στενής σχέσης των Ελλήνων με τη θάλασσα.
    Εκτός από την αναγγελλία της μεγάλης γιορτής της επόμενης ημέρας, κυρίως Δεσποτικής, τα κάλαντα εμπεριέχουν και χαιρετισμό στο νοικοκύρη και στο σπίτι του, π.χ. «καλήν ημέραν άρχοντες», «σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε/ πέτρα να μην ραγίσει/ κι ο νοικοκύρης του σπιτιού/ χρόνια πολλά αν ζήσει». Οι «άρχοντες» νοικοκυραίοι βγαίνουν στην πόρτα του σπιτιού και προσφέρουν στα παιδιά κάποιο φιλοδώρημα, συνήθως μικρό, αλλά και διάφορα κεράσματα, π.χ. γλυκά των ημερών, συνήθεια η οποία αποτελεί απήχηση της αρχαιότητας, που η νοικοκυρά φιλοδωρούσε ανάλογα τους τότε καλαντιστές.
     Αν φτάνοντας τα παιδιά στο τέλος του τραγουδιού τους, δεν έχει βγει ακόμα η νοικοκυρά για το καθιερωμένο φιλοδώρημα – άγραφος νόμος, λένε τους τελευταίους στίχους πολύ δυνατά, ώστε να την αναγκάσουν να τηρήσει τις υποχρεώσεις της!
     Οι μορφές των καλάντων είναι στερεότυπες, διαφέρουν όμως από τόπο σε τόπο, τόσο ως στιχουργήματα, όσο και ως μουσική.
 
β. Τα δυσνόητα κάλαντα της πρωτοχρονιάς.
 
     Αν και η Δεσποτική γιορτή της Περιτομής του Χριστού υπερέχει από την μνήμη της μεγάλης μορφής της Εκκλησίας μας, του αρχιεπισκόπου Καισαρείας αγίου Βασιλείου, διάφοροι λόγοι, π.χ. εορταστικοί, λαογραφικοί, εμπορικοί, ανάγουν την δευτερεύουσα γιορτή του αγίου σε υπερέχουσα. Η πρωτοχρονιά, εξ’ άλλου, είναι γιορτή ανταλλαγής δώρων «για το καλό του χρόνου», αλλά και ημέρα ειδικών εορταστικών προσφορών στα παιδιά. Αυτό φαίνεται να είναι άλλος ένας λόγος που δίνει «βαρύτητα» στη γιορτή του αγίου Βασιλείου, τόσο πολύ, μάλιστα, που δεν είναι λίγοι εκείνοι που αγνοούν παντελώς ότι ο Ιησούς «νόμον εκπλιρών, περιτομήν θελήσει καταδέξη σαρκικήν, όπως παύση τα σκιώδη και περιέλη το κάλυμμα των παθών ημών», σύμφωνα με το απολυτίκιο της ημέρας. Η δε ανταλλαγή και προσφορά δώρων την πρωτοχρονιά και την παραμονή της, ανάγεται στον άγιο Βασίλειο και μπορείτε να δείτε/διαβάσετε γιατί σε σχετικό άρθρο μας στην έγκριτη ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, με τίτλο «η ιστορία της βασιλόπιτας», «πατώντας» ΕΔΩ.
     Στον μεσαίωνα οι άνθρωποι των χαμηλών οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων, δεν είχαν δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες. Οι μέρες που αποτελούσαν εξαίρεση, ήταν οι γιορτές, που τότε μόνο μπορούσαν να τους χαιρετίσουν και να τους τραγουδήσουν, και πάλι τυπικά, όμως, και προς εκδήλωση σεβασμού. Ήταν και οι μοναδικές ευκαιρίες που δίνονταν και σε νεαρούς των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, να εκφράσουν παραλλαγμένα τις επιθυμίες τους και τους πόθους τους σε κοπέλες της αριστοκρατίας, για να μην προδοθούν. Τότε, λέγεται, ότι ανάμεσα στους στίχους των καλάντων της πρωτοχρονιάς, έβαζαν και άλλους στίχους με τα λόγια που ήθελαν να πουν στην αγαπημένη τους και της έστελναν με αυτά τα μηνύματά τους. Ακόμα κι αν εκείνες μπορεί να είχαν ανταποκριθεί θετικά στα αισθήματα του νέου, είναι πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσαν ν’ ανταποκριθούν και στο κάλεσμά του – αν θα τους το επέτρεπε η κοινωνική τους θέση. Ας τα δούμε καλύτερα:
«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά»,
ψηλή μου δεντρολοβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος,
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος».
     Καθόλου «ύποπτη» η αναφορά και συνάμα χαιρετισμός για τη γιορτή της επόμενης ημέρας στον πρώτο στίχο. Στον δεύτερο, όμως, ο νεαρός καλαντιστής, αλλάζει θέμα και εκδηλώνει «παραλλαγμένα» στο θαυμασμό και την επιθυμία του στην νεαρή αρχόντισσα του σπιτιού, παρομοιάζοντάς την με δεντρολιβανιά, δέντρο που συμβολίζει κόρη αριστοκρατικής οικογένειας! Στον δε τέταρτο στίχο της λέει ότι «για μένα εκκλησιά με άγιο θρόνο»!
«Άγιος Βασίλης έρχεται,
άρχοντες το κατέχετε,
(παραλλαγή-διαφορετικό θέμα: και δεν μας καταδέχεται)
από την Καισαρεία,
συ ’σαι αρχόντισσα κυρία».
     Κι εδώ τίποτα το «ύποπτο». Έρχεται η γιορτή του αγίου Βασιλείου κι αυτό το γνωρίζετε, άρχοντες. Στην παραλλαγή του δευτέρου στίχου, όμως, υπονοεί ότι «τέτοια μεγάλη μέρα γιορτής, η αρχόντισσα του σπιτιού και της καρδιάς του δεν τον καταδέχεται»!
     Στον τρίτο στίχο επανέρχεται στο θέμα του εορτασμού του αγίου, που έρχεται από την Καισαρεία, αλλά στον τέταρτο επανέρχεται και απευθύνεται και εξομολογείται τον έρωτά του στην όμορφη νέα, αποκαλώντας την «αρχόντισσα κυρία», ότι είναι «η αρχόντισσά του».
«Κρατά(ει) εικόνα και χαρτί,
ζαχαροκάντιο ζυμωτή,
χαρτί και καλαμάρι,
δες κι εμέ το παλληκάρι».
     Στο δεύτερο στίχο, και σύμφωνα με μελέτη του ακαδημαϊκού Δημήτρη Καραμάτσκου, ζαχαροκάντιο είναι το παραδοσιακό γλυκό βανίλια ή αλλιώς «υποβρύχιο». Ζαχαροκάντιο είναι και η ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο. «Ζυμωτή» με βανίλια και με πολλή ζάχαρη, λοιπόν, η κόρη!
     Χαρτί κα καλαμάρι κρατάει ο άγιος. Τίποτα το «ύποπτο» κι εδώ. Στον τέταρτο στίχο  παρακαλεί, εκλιπαρεί την όμορφη νέα να του δώσει σημασία, να τον «κοιτάξει» (δες κι εμέ το παλληκάρι)!
     Στη συνέχεια:
«Το καλαμάρι έγραφε,
την μοίρα του την έλεγε
και το χαρτί ομίλει,
άγιε μου καλέ Βασίλη».
(παραλλαγή-δεύτερο θέμα τελευταίου στίχου: «άσπρε μου, ή άγιε μου καλέ μου ήλιε».
     Τι έγραφε το καλαμάρι και τί έλεγε το χαρτί που μιλούσε; Την κακή μοίρα του νεαρού έλεγαν και τα δύο, που θα ζούσε δυστυχισμένος, αφού η «δεντρολιβανιά» του δεν «ενέδιδε» ή δεν μπορούσε να ενδώσει στον έρωτά του, λόγω της κοινωνικής τους διαφοράς. Στην παραλλαγή του τελευταίου στίχου, την αποκαλεί «άσπρο» ή «άγιο» ήλιο του.
     Ίσως να είναι η εξαίρεση, ενδεχομένως, που κάποια αρχοντοπούλα απαντά ή έτσι θα ήθελε ο νέος να του απαντήσει, σύμφωνα με την τελευταία στροφή τελευταία στροφή:
«Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς
κάτσε το πόνο σου να πεις,
κάτσε να τραγουδήσεις,
και να μας καλοκαρδίσεις».
     Κι αν αυτοί οι στίχοι δεν είναι απάντηση της αρχοντοπούλας στον νεαρό καλαντιστή, είναι ένα καλωσόρισμα στον αγαπημένο άγιο, να μπει στο σπίτι, να καθίσει να φάει και να ξεκουραστεί, να μιλήσει για τις περιπέτειες του ταξιδιού του, να τραγουδήσει και να καλοκαρδίσει όλους τους ανθρώπους του σπιτιού.
     Εν κατακλείδι, οι γνωστοί σήμερα στίχοι των καλάντων της πρωτοχρονιάς είναι παραλλαγμένοι από εκείνους του παρελθόντος και η πιθανή ή οι πιθανές ιστορίες αγάπης που εκφράζονταν μαζί με τα κάλαντα έχουν χαθεί, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον αϊ-Βασίλη.
------------------------------------------
Πηγές: Εγκυκλοπαίδειες ΔΟΜΗ, ΓΙΟΒΑΝΗ και ΕΛΛΑΔΙΚΗ
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 22.12.2024

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Λυρίδα, η μούσα του τραγουδιού», της Μαρίας Γ. Κουρνέτα


     Είναι αλήθεια πως όταν βρεθείς σε μια εκδήλωση παρουσίασης βιβλίου, δεν είναι λίγα αυτά που έχεις να κερδίσεις. Είναι, επίσης αλήθεια, πως θα κάνεις νέες γνωριμίες με πνευματικούς δημιουργούς εκεί. Τα κέρδη αυτά αποκόμισα και προσωπικά, από την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Κουρνέτα, εκπαιδευτικού και συγγραφέως, με τίτλο «Λυρίδα, η μούσα του τραγουδιού», από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές», 2024. Μαζί και το ίδιο το βιβλίο – δώρο της, με ιδιόχειρη και εγκάρδια αφιέρωσή της, που στολίζει την βιβλιοθήκη μου και την ψυχή μου!
      Δεν ήταν λάθος η από την πρώτη στιγμή εκτίμησή μου, και προτού ακόμα το ξεφυλλίσω, ότι πρόκειται για βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας. Κύρια πρωταγωνίστρια η νεράιδα «Λυρίδα», με συμπρωταγωνιστές και «κομπάρσους» από τη φύση. Φαίνεται πως μια «νεράιδα Λυρίδα» πέφτοντας από τον ουρανό ως λαμπερό πεφταστέρι, έμεινε στο «μυστικό δάσος». Εκεί συνάντησε την αγνότητα και με ηγετικό ρόλο, ως ένας μικρός «Απόλλωνας» συντόνιζε στους ρυθμούς της μαγευτικής μουσικής της και του τραγουδιού της το «μικρό δωδεκάθεο» της φύσης εκεί και όλα λειτουργούσαν αρμονικά, μέχρι που η σκοτεινή και ζηλιάρα νεράιδα Σιωπηδόνα της πήρε τη φωνή και επέβαλε σιωπή σε όλο το δάσος. Έτσι χάθηκε κάθε αρμονία και όλη η αυτή όμορφη μουσική πανδαισία.
     Όμως, κάθε καλό παραμύθι τελειώνει με το «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλυτέρα», κάτι που στη Λυρίδα, της μούσα του τραγουδιού, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό. Το τέλος της ιστορίας είναι πολύ ξεχωριστό και πρωτότυπο: Η σκοτεινή και ζηλιάρα νεράιδα «άρχισε να αμφιβάλει για τις επιλογές της και να αναγνωρίζει τη δύναμη της φιλίας και της αποδοχής»! Σαν τι πιο διδακτικό θα μπορούσε να δώσει και ο επίλογος ενός κειμένου, ενός μύθου, μιας ιστορίας, ενός βιβλίου σε μικρούς και μεγάλους! Ιδιαίτερα αξιόλογη και η εικονογράφηση, που για τους μικρούς φίλους του βιβλίου είναι το «υφάδι» στις σελίδες του και στις παραγράφους του.
     Η πλοκή του δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ένα κλασικό παραμύθι, και συνδυάζει αριστοτεχνικά τον πεζό λόγο με την ποίηση. Και έρχεται να μας «ανακαλέσει στην τάξη», και να μας υπενθυμίσει ότι η αξία των παραμυθιών και των μύθων ποτέ δεν αμφισβητήθηκε και ποτέ κανείς δεν εναντιώθηκε σ’ αυτά στο διάβα των αιώνων. Το διάβασμα ενός βιβλίου στα παιδιά από τους γονείς και τους παππούδες,  και ειδικά ενός παραμυθιού, πολύ πριν ακόμα πάνε σχολείο, θα αμβλύνει τη φαντασία τους, θα τα διδάξει, θ' αναπτύξει πολύ πιο στενές και ισχυρές σχέσεις με τους κοντινότερους αυτούς συγγενείς τους. Φυσικά, θ' αγαπήσουν και το βιβλίο. Ειδικά δε σαν παραμύθι, θα διεισδύσει στην ψυχολογία τους και θα συμβάλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους.  
     Η συγγραφέας με το έργο της αυτό, πετυχαίνει και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό: Δίνει «τρισδιάστατα» την αξία της μουσικής παιδείας, την οποία προσωπικά  θεωρώ ισάξια της γενικής παιδείας. Από αρχαιοτάτων χρόνων αναγνωρισμένη η αξία της μουσικής, όντας κι αυτή ισάξιος τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας με την ομιλία, μα και όχι λίγες φορές ανώτερος, αφού μιλάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά των «συνομιλητών» και των ανθρώπων στους οποίους απευθύνεται.
     Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και σ’ ένα ακόμα πνευματικό δημιούργημα της συγγραφέως: Το προσωπικό της ιστολόγιο (BLOG), στο οποίο έχει βάλει γερά θεμέλια κι αρχίζει να το χτίζει. Την συγχαίρω θερμά και της εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο της, καλοτάξιδο και το ιστολόγιό της!
     Φίλη αγαπητή, πλέον, Μαρία Κουρνέτα, σ’ ευχαριστώ πολύ για το δώρο σου και την ιδιόχειρη ζεστή αφιέρωσή σου σ’ αυτό! Οι πνευματικές μας ανησυχίες θα μας γνωρίσουν καλύτερα.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 18.12.2024
Σύντομο βιογραφικό σημείωμα: ΕΔΩ