Η λέξη «πρέζα», που σήμερα έχει την έννοια
ναρκωτικού («πρεζάκιας» - «πρεζόνι», υποτιμητικά, απαξιωτικά και με απόδοση
κατηγορίας στο χρήστη της), στο παρελθόν ήταν κάτι πολύ διαφορετικό και σ’ αυτό
θα επιχειρήσουμε ν’ αναφερθούμε στην παρούσα σύντομη λαογραφική καταγραφή.
Η πρέζα ήταν μικροποσότητα καπνού σε σκόνη. Για να φτάσει στη μορφή αυτή, ζέσταιναν κοντά στη φωτιά τον ψιλοκομμένο καπνό να φύγει η υγρασία του κι αμέσως μετά τον έτριβαν με περιστροφικές κινήσεις ανάμεσα στις δύο παλάμες (εικόνα 1η). Ύστερα έπαιρναν τη σκόνη αυτή με τα δύο δάχτυλα ενός χεριού (αντίχειρα και δείκτη - εικόνα 2η) και την εισέπνεαν/ρουφούσαν σε δόσεις από τις ρινικές χοάνες (τη μύτη) με βαθιές εισπνοές. Αμέσως επαναλάμβαναν δεύτερη φορά (δεύτερη δόση), με τον ίδιο τρόπο ίσως και τρίτη, μέχρι η πρέζα να τελειώσει.
Με τις πρώτες κιόλας βαθιές εισπνοές, η σκόνη καπνού προκαλούσε ερεθισμό και καταρροή στο ρινικό βλεννογόνο κι άρχιζε η δακρύρροια και ο πτερνισμός (συνεχή φτερνίσματα), τα οποία ήταν επαναλαμβανόμενα και, συνήθως, θορυβώδη, που ενοχλούσαν τ’ άλλα μέλη τα οικογένειας. Με την αντανακλαστική αυτή αντίδραση του αναπνευστικού, αποβάλλονταν πολλές εκκρίσεις, που πιθανόν περιείχαν και παθογόνους μικροοργανισμούς, π.χ. ιούς γρίπης. Αυτός ήταν και ο κύριος σκοπός της χρήσης της, «να διώξουν το κρυολόγημα», πριν ακόμα εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα στον οργανισμό, γι’ αυτό και τη συνήθιζαν τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. Λέγεται ότι η εισπνοή μεγαλύτερων ποσοτήτων, έφερνε χαλάρωση(!), γι’ αυτό την «έπαιρναν» λίγο πριν τον βραδινό ύπνο. Βέβαιο είναι, όμως, ότι η συχνή χρήση της ως στερεά μορφή (σκόνη), προκαλούσε και μεγάλες βλάβες στο αναπνευστικό, ίσως και μη αναστρέψιμες. Η πρόκληση χαλάρωσης ή ευφορίας από την πρέζα, ίσως να υποκρύπτει και την ονομασία της χρήσης επικίνδυνων ναρκωτικών.
Θα λέγαμε ότι σε κάποιες περιπτώσεις η διαδικασία ότι ήταν τελετουργική. Ίσως κάποιοι από τους μεγαλύτερους να θυμούνται που μαζευόντουσαν σ' ένα σπίτι στα χωριά παρέες γερόντων, κυρίως, γύρω από το τζάκι κι «έβαζαν πρέζα». Για τις «θεραπευτικές» ιδιότητές της δε, μιλούσαν συχνά και στους νεότερους και τους παρότρυναν να κάνουν κι αυτοί το ίδιο.
Αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για την πρέζα, διαβάζουμε σε λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες: α. Ποσότητα κονιορτοποιημένου υλικού, που παίρνεται με τον αντίχειρα και το δείκτη και εισπνέεται από την μύτη. β. Ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε σκόνη, που εισπνέεται από τη μύτη. γ. Σκόνη καπνού, που παρασκευάζεται με ειδικό τρόπο και εισπνέεται από τη μύτη.
Τη χρήση πρέζας, συναντάμε και με τον όρο «ταμβακισμός» (ταμβάκο-ταμπάκο) από τις ιταλικές και ισπανικές ονομασίες του καπνού, tabacco, και tabaco, αντίστοιχα. Ως ταμβακισμός, επίσης, αναφέρεται και η δηλητηρίαση που προκαλείται από κάπνισμα και εισπνοή μεγάλων ποσοτήτων καπνού (ταμπάκου).
Μιμούμενα τα παιδιά τις κινήσεις των μεγάλων στις χρήσεις της πρέζας, παίζαμε ανά δύο ή και περισσότεροι το ομώνυμο παιχνίδι: Την «παίρναμε», δήθεν, από την παλάμη του αντιπάλου και την «εισπνέαμε». Με την «εισπνοή», λέγαμε και την «κριτική» μας στον «χορηγό» της, π.χ. «ωραία πρέζα, αρωματική», ή «έχουμε πάρει καλύτερη»! Το παιχνίδι είχε επιτυχία και ο παίκτης που «εισέπνεε» ήταν νικητής, εάν και εφ' όσον με αιφνίδια και αστραπιαία κίνηση χτυπούσε με την παλάμη του την παλάμη του αντιπάλου του (που του «έδινε την πρέζα»), πριν προλάβει εκείνος να την τραβήξει. Διαφορετικά έχανε και ακολουθούσε άλλος!
Να σημειώσουμε, τέλος, ότι ο όρος «πρέζα», χρησιμοποιείται και για χρήση μικροποσοτήτων διαφόρων προϊόντων στην καθημερινή ζωή, π.χ., «μια πρέζα αλάτι έβαλα στο φαΐ», «μια πρέζα πιπέρι», ή «μια πρέζα ρίγανη», «μια πρέζα ζάχαρη έχει ο καφές» κλπ.
Η πρέζα ήταν μικροποσότητα καπνού σε σκόνη. Για να φτάσει στη μορφή αυτή, ζέσταιναν κοντά στη φωτιά τον ψιλοκομμένο καπνό να φύγει η υγρασία του κι αμέσως μετά τον έτριβαν με περιστροφικές κινήσεις ανάμεσα στις δύο παλάμες (εικόνα 1η). Ύστερα έπαιρναν τη σκόνη αυτή με τα δύο δάχτυλα ενός χεριού (αντίχειρα και δείκτη - εικόνα 2η) και την εισέπνεαν/ρουφούσαν σε δόσεις από τις ρινικές χοάνες (τη μύτη) με βαθιές εισπνοές. Αμέσως επαναλάμβαναν δεύτερη φορά (δεύτερη δόση), με τον ίδιο τρόπο ίσως και τρίτη, μέχρι η πρέζα να τελειώσει.
Με τις πρώτες κιόλας βαθιές εισπνοές, η σκόνη καπνού προκαλούσε ερεθισμό και καταρροή στο ρινικό βλεννογόνο κι άρχιζε η δακρύρροια και ο πτερνισμός (συνεχή φτερνίσματα), τα οποία ήταν επαναλαμβανόμενα και, συνήθως, θορυβώδη, που ενοχλούσαν τ’ άλλα μέλη τα οικογένειας. Με την αντανακλαστική αυτή αντίδραση του αναπνευστικού, αποβάλλονταν πολλές εκκρίσεις, που πιθανόν περιείχαν και παθογόνους μικροοργανισμούς, π.χ. ιούς γρίπης. Αυτός ήταν και ο κύριος σκοπός της χρήσης της, «να διώξουν το κρυολόγημα», πριν ακόμα εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα στον οργανισμό, γι’ αυτό και τη συνήθιζαν τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. Λέγεται ότι η εισπνοή μεγαλύτερων ποσοτήτων, έφερνε χαλάρωση(!), γι’ αυτό την «έπαιρναν» λίγο πριν τον βραδινό ύπνο. Βέβαιο είναι, όμως, ότι η συχνή χρήση της ως στερεά μορφή (σκόνη), προκαλούσε και μεγάλες βλάβες στο αναπνευστικό, ίσως και μη αναστρέψιμες. Η πρόκληση χαλάρωσης ή ευφορίας από την πρέζα, ίσως να υποκρύπτει και την ονομασία της χρήσης επικίνδυνων ναρκωτικών.
Θα λέγαμε ότι σε κάποιες περιπτώσεις η διαδικασία ότι ήταν τελετουργική. Ίσως κάποιοι από τους μεγαλύτερους να θυμούνται που μαζευόντουσαν σ' ένα σπίτι στα χωριά παρέες γερόντων, κυρίως, γύρω από το τζάκι κι «έβαζαν πρέζα». Για τις «θεραπευτικές» ιδιότητές της δε, μιλούσαν συχνά και στους νεότερους και τους παρότρυναν να κάνουν κι αυτοί το ίδιο.
Αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για την πρέζα, διαβάζουμε σε λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες: α. Ποσότητα κονιορτοποιημένου υλικού, που παίρνεται με τον αντίχειρα και το δείκτη και εισπνέεται από την μύτη. β. Ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε σκόνη, που εισπνέεται από τη μύτη. γ. Σκόνη καπνού, που παρασκευάζεται με ειδικό τρόπο και εισπνέεται από τη μύτη.
Τη χρήση πρέζας, συναντάμε και με τον όρο «ταμβακισμός» (ταμβάκο-ταμπάκο) από τις ιταλικές και ισπανικές ονομασίες του καπνού, tabacco, και tabaco, αντίστοιχα. Ως ταμβακισμός, επίσης, αναφέρεται και η δηλητηρίαση που προκαλείται από κάπνισμα και εισπνοή μεγάλων ποσοτήτων καπνού (ταμπάκου).
Μιμούμενα τα παιδιά τις κινήσεις των μεγάλων στις χρήσεις της πρέζας, παίζαμε ανά δύο ή και περισσότεροι το ομώνυμο παιχνίδι: Την «παίρναμε», δήθεν, από την παλάμη του αντιπάλου και την «εισπνέαμε». Με την «εισπνοή», λέγαμε και την «κριτική» μας στον «χορηγό» της, π.χ. «ωραία πρέζα, αρωματική», ή «έχουμε πάρει καλύτερη»! Το παιχνίδι είχε επιτυχία και ο παίκτης που «εισέπνεε» ήταν νικητής, εάν και εφ' όσον με αιφνίδια και αστραπιαία κίνηση χτυπούσε με την παλάμη του την παλάμη του αντιπάλου του (που του «έδινε την πρέζα»), πριν προλάβει εκείνος να την τραβήξει. Διαφορετικά έχανε και ακολουθούσε άλλος!
Να σημειώσουμε, τέλος, ότι ο όρος «πρέζα», χρησιμοποιείται και για χρήση μικροποσοτήτων διαφόρων προϊόντων στην καθημερινή ζωή, π.χ., «μια πρέζα αλάτι έβαλα στο φαΐ», «μια πρέζα πιπέρι», ή «μια πρέζα ρίγανη», «μια πρέζα ζάχαρη έχει ο καφές» κλπ.
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 6.11.2024
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου