Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Πορτοφόλι με κλειδαριά του 1912!



                           

     Αν και όχι ιδιαίτερα επετειακό, ταιριάζει όμως με το πνεύμα των ημερών και τον εορτασμό της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ένα κειμήλιο από την προσωπική μου συλλογή: Ένα πορτοφόλι του παππού μου Κωνσταντίνου Γ. Παπακωνσταντόπουλου με κλειδαριά, από την εποχή των βαλκανικών πολέμων!
     Το μικρών διαστάσεων (8Χ7 εκατοστά) και σε άριστη κατάσταση πορτοφόλι  είναι με περισσή τέχνη χαντροκεντημένο, με τη μια πλευρά έναν έφιππο εύζωνα και στην άλλη μια χριστιανική εκκλησία. Στο μεταλλικό μέρος της μιας πλευράς (στα κόκκινα περιγράμματα της πρώτης φωτογραφίας) είναι χαραγμένα με αιχμηρό αντικείμενο το μονόγραμμά του («ΚΠ») και η χρονολογία 1912. Στο εσωτερικό του έχει μια δεύτερη υποδοχή νομισμάτων ή μικροαντικειμένων.



     Μέσα στο κειμήλιο βρίσκονται νομίσματα των δεκαετιών 1911-1947, αλλά και δύο ακόμα του 1830 και 1874! Βρίσκεται ακόμα εκεί και το δαχτυλίδι των αρραβώνων του, χωρίς όμως την κόκκινη χάντρα, όπως ανέφερε και ο ίδιος.

Νομίσματα 1911-1947 και δαχτυλίδι αρραβώνων

Νομίσματα 1830-1874


Δαχτυλίδι αρραβώνων 

     Η δημοσίευση του θέματος «δένει» και με κάτι ακόμα: Με την Β΄ έκδοση, από την «Άπειρος Χώρα», του βιβλίου «Η φωτογραφία», στις σελίδες του οποίου περιλαμβάνονται και αφηγήσεις από την πολεμική του δράση στις νικηφόρες μάχες των Γιαννιτσών, των Ιωαννίνων και αλλού. Τα αντίτυπα της έκδοσης παρέλαβα μόλις χθες από το τυπογραφείο και όπως και η Α΄ έκδοση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του βετεράνου των βαλκανικών πολέμων-Α΄ παγκοσμίου πολέμου παππού μου. Για το βιβλίο (Α΄ έκδοση) διαβάστε περισσότερα εδώ:
και εδώ:
https://www.kalavrytanews.com/2011/03/blog-post_7350.html


Η Β΄ έκδοση του βιβλίου «η φωτογραφία»

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 23.3.2019




     

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

«Πάμε για σαλιγκάρια;»!


Σαλιγκάρι βουνού


     Πώς και πώς περιμέναμε στα παιδικά μας χρόνια να γλυκάνει λίγο ο καιρός μετά του Ευαγγελισμού, να πάμε στα βουνά των χωριών μας για να μαζέψουμε σαλιγκάρια! Ήταν μια εξόρμηση που συνδύαζε πολλά πράγματα μαζί: άμεση επαφή κι επικοινωνία με τη φύση, χαλάρωση, αγνάντεμα από τα ψηλά στα χαμηλότερα, συντροφική απασχόληση που έπαιρνε και τη μορφή συναγωνισμού και παιχνιδιού και, οπωσδήποτε, η απόλαυση των κόπων μας με το νόστιμο μεζέ τους! Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
      Από το τέλος του Μάρτη και μέχρι να πιάσουν οι πρώτες μεγάλες ζέστες του Μάη, τα σαλιγκάρια είναι στις δόξες τους. Τότε η ερώτηση από κάποιον της αγοροπαρέας ήταν δεδομένη: «Πάμε για σαλιγκάρια;». Δεδομένη, φυσικά, και η απάντηση, αφού πάντα η πρόταση γινόταν με ενθουσιασμό αποδεκτή απ’ όλους!
     Τα σημεία/περιοχές που ζουν είναι γνωστά και πάντα μας αποζημιώνουν.  Ειδικά όταν βρέξει λίγο και μετά βγάλει ήλιο, βγαίνουν για βοσκή και η συλλογή τους είναι εύκολη. Ποιος δεν έχει ακούσει και την παροιμιώδη έκφραση που λέγεται για τους ανθρώπους, όταν βελτιώνεται ο καιρός και βγαίνουν από τα σπίτια τους «σαν τα σαλιγκάρια»! Μα και όταν ο καιρός δεν είναι τόσο ιδανικός, ειδικά αυτή τη χρονική περίοδο, τίποτα δεν μας κράταγε. Παίρναμε πάλι τα βουνά και σίγουρα θα τα «ξετρυπώναμε» κάτω από τις πέτρες και μέσα στους τοίχους που ήταν «κολλημένα». Και όσο για φόβους από φίδια, που κι αυτά με τις πρώτες ανοιξιάτικες ζέστες αφήνουν τη χειμερία νάρκη τους, ούτε σκέψη, ούτε λόγος!
     Οι επιδρομές γίνονταν είτε ομαδικά, είτε μεμονωμένα. Και σίγουρα ο άτυπος διαγωνισμός για το ποιος θα μαζέψει τα περισσότερα, στην ημερήσια διάταξη κι αυτός! Μα δεν μας εμπόδιζε ούτε η νύχτα, αφού τα αγαπημένα μας οστρακοειδή της ξηράς είναι και… νυχτερινοί τύποι. Ένα κομμάτι «καοτσούκι» από παλιό λάστιχο αυτοκινήτου, δεμένο με σύρμα στην κορυφή ενός ξύλου και άλλα δυο-τρία εφεδρικά, έκαναν ένα αυτοσχέδιο δαυλό, που το φως του ήταν αρκετό για τη «δουλειά» μας! Την άλλη μέρα το πρωί, μπορεί να ήμαστε αγνώριστοι από τοη μουτζούρα του καπνού του καουτσούκ! Απαραίτητο κι ένα ταγάρι για τη συλλογή τους, που κάθε λίγα λεπτά έπρεπε να ελέγχεται, γιατί αλλιώς η «απόδραση» ήταν δεδομένη.  Κατά πολύ ασφαλέστερο ήταν ένα μακρύ σύρμα, το οποίο τρύπαγε την άκρη στο κέλυφος και το ένα μετά το άλλο δημιουργούσαν μια αρμαθιά και από εκεί ήταν αδύνατο να φύγουν.



     Σαλιγκάρια δεν υπάρχουν μόνο στα βουνά μας, αλλά και στους κάμπους, τα λεγόμενα «μπομπόλια», που βόσκουν σε ομαλό έδαφος και στα χωράφια. Αυτά είναι μεγαλύτερα, πιο στρογγυλοποιημένα και με περισσότερο κρέας. Η ανάβαση όμως στο βουνό και η συλλογή τους κάτω από τις πέτρες και δύσβατα σημεία με κόπο και αγωνία, έχει άλλη χάρη, που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί!

Σαλιγκάρι κάμπου (μπομπόλι ή μπόμπολας)


      Εκτός από νόστιμος μεζές τα σαλιγκάρια, ήταν και μια πρακτική λύση στο φαγητό της μεγάλης σαρακοστής, αφού είναι νηστίσιμα. Ειδικά τη Μεγάλη Εβδομάδα που τα σχολεία έκλειναν και με τη νηστεία στο απόγειό της, οι επιδρομές στα βουνά έπαιρναν καθολικό χαρακτήρα. Και μετά την επιστροφή στο σπίτι, στα κάρβουνα που «τραγουδούσαν», στο τηγάνι, ή το ταψί στο φούρνο με τα απαραίτητα μυρωδικά εύφραιναν τις αισθήσεις όλης της οικογένειας, περισσότερο όμως των παιδιών που τα είχαμε μαζέψει.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.3.2019

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Οι ευκολίες που έφεραν χαλάρωση των ηθικών αντιστάσεων



     Οι γενιές των πρώτων χρόνων ή και δεκαετιών μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, έβλεπαν ότι η ζωή έχει προοπτικές βελτίωσης. Οι κάτοικοι των αστικών περιοχών περίμεναν την ανοικοδόμηση, την ίδρυση και λειτουργία εργοστασίων, τη δημιουργία υπηρεσιών και γενικά την ανάπτυξη, που θα έδιναν στον κόσμο δουλειές, άρα και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Πολλοί από τους κατοίκους αγροτικών περιοχών, και μάλλον η μεγάλη πλειοψηφία τους, ονειρεύονταν κι αυτοί, -αν όχι τόσο για τους ίδιους, αλλά για τα παιδιά τους-, να μπορέσουν να ξεφύγουν από τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της εκεί διαβίωσης, για να βρουν στις πόλεις καλύτερη ποιότητα ζωής. Το «σύνθημα» και η επίμονη προτροπή από τους μεγαλύτερους στους νεότερους ήταν κοινή, όχι μόνο στις ορεινές περιοχές, αλλά και στις πεδινές: «Μάθε λίγα γράμματα, να φύγεις από δω χάμου να ζήσεις καλύτερα». Τώρα, αν οι καταστάσεις ήρθαν έτσι, που ορισμένοι αυτό το «σλόγκαν» το απέδωσαν στην ξενομανία κι αν η εγκατάλειψη του τόπου που μας ανέθρεψε μας βαραίνει συνειδησιακά και συναισθηματικά, αυτό είναι μια άλλη παράμετρος.
     Οι νεότεροι, είτε ακούγοντας τις προτροπές αυτές, είτε βλέποντας και οι ίδιοι τις δυσκολίες εκείνης της αγροτικής ζωής, άλλοι αγωνιστήκαμε περισσότερο για «δυο κλίτσες γράμματα» και άλλοι λιγότερο. Στη μεγάλη μας πλειοψηφία αναζητήσαμε την τύχη μας σε κοντινότερες ή πιο μακρινές πόλεις και ορισμένοι στο εξωτερικό. Όντως, η αστυφιλία, αφ’ ενός και η πρόοδος αφ’ εταίρου (η πρόοδος εντός και εκτός εισαγωγικών), μάς έφεραν βελτιώσεις στην ποιότητα ζωής και μάλιστα σημαντικές. Μας έφεραν όμως και ανατροπές, πού είτε δεν μπορούσαμε να τις φανταστούμε, είτε δεν μπορούσαμε να τις υπολογίσουμε καν. Η σημαντικότερη από αυτές τις ανατροπές (προσωπική η εκτίμηση), είναι οι «υπερβολικές» ελευθερίες, με άμεσες συνέπειες στη συνοχή της οικογένειας και της χαλάρωσης των ηθών γενικότερα. Μ’ άλλα λόγια, δηλαδή, αποδείχθηκε ότι οι δυσκολίες κράταγαν τις ισορροπίες, κάτι που υποστήριζε συχνά στους λόγους του και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος.
     Η ανέχεια, πρώτ’ απ’ όλα, που η πολυμελής οικογένεια, και σε πολλές περιπτώσεις η συγκατοίκηση δύο και τριών οικογενειών στο ίδιο σπίτι, είχε μία μόνο επιλογή στο φαγητό και, φυσικά, το ίδιο για όλους, ήταν από τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Η σημερινή υπερεπάρκεια σε πολλά καταναλωτικά αγαθά, μας έφερε πολύ περισσότερες απαιτήσεις, με τη χαρακτηριστικότερη να έχουμε τρία και τέσσερα και πέντε φαγητά στο τραπέζι, χωρίς και πάλι να νοιώθουμε ευχαριστημένοι και «κορεσμένοι»!
     Μια δεύτερη δυσκολία ήταν συγκατοίκηση πολλών και πολυμελών οικογενειών στα πολύ λίγων τετραγωνικών σπίτια, κι αυτά χωρίς τις στοιχειώδεις προδιαγραφές κατασκευής και υγιεινής, Οι πρώτες στην «ιεραρχία» απαιτήσεις αυτής της συγκατοίκησης ήταν η υπακοή και ο σεβασμός του ενός μέλους στο άλλο και πολύ περισσότερο στους μεγαλύτερους. Η απομάκρυνση από τον παραδοσιακό και ομολογουμένως δύσκολο τρόπο διαβίωσης/συμβίωσης, πιστεύεται πως συνέβαλε σε σημαντικό βαθμό στη χαλάρωση και της υπακοής, του σεβασμού και των ηθικών φραγμών και αντιστάσεων. Ο σεβασμός αυτός μεταξύ των μελών της οικογένειας μεταφερόταν και στα σχολεία από τα παιδιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, καθολικά σχεδόν, οι ισορροπίες αυτές έχουν αντιστραφεί σήμερα και στην πραγματικότητα υπακοή κάνουν οι γονείς και οι δάσκαλοι και όχι τα παιδιά!
     Μεγάλο το θέμα για το αν οι δυσκολίες κράταγαν ισορροπίες και εύλογα θα αναρωτηθούν ορισμένοι: «Έπρεπε να μείνουμε σ’ εκείνες τις εποχές;». Η προσωπική μου απάντηση είναι αναμφισβήτητα «ΟΧΙ», με την υποσημείωση ότι δεν αντισταθήκαμε σε ουσιώδη και πρωτεύοντα θέματα κι έχουμε χάσει το μέτρο. Στην προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του χαμένου μέτρου, εδώ και καιρό έχει αρχίσει να παρατηρείται ένα φαινόμενο με κατεύθυνση αντίθετη με την τότε: Ενώ ο πολιτισμός και η «απελευθέρωση» από παρόμοιους με τους παραπάνω «κανόνες», τις συνήθειες και την «καλή ζωή» εκείνης της εποχής «ερχόταν» από την πόλη στην περιφέρεια/στο χωριό, σήμερα διαφαίνεται ότι η ποιότητα ζωής βρίσκεται στην περιφέρεια/στο χωριό και όχι στην πόλη. Όσο για την πενία ηθικών αντιστάσεων, παρατηρείται παντού μια τάση «ομογενοποίησης».

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 16.3.2018

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019


     «Έρχεται» σε λίγο από το τυπογραφείο και τις Εκδόσεις «Άπειρος Χώρα»  η Β΄ έκδοση του βιβλίου «Η φωτογραφία», συλλογή αφηγημάτων!


Φωτογραφία-εξώφυλλο του βιβλίου:
Στρατιώτες/πολεμιστές, μετά τη νικηφόρα μάχη των Γιαννιτσών, Οκτώβριος 1912
(Ο καθιστός αριστερά ο παππούς μου Κωνσταντίνος Παπακωνσταντόπουλος,
βετεράνος των Βαλκανικών πολέμων-Α΄παγκοσμίου πολέμου)

      Αντί άλλης παρουσίασης, παραθέτω τα «προλεγόμενα»:

     Είναι και επιστημονικά αποδεδειγμένο πως βιώματα και αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων, δεν ξεθωριάζουν από τη μνήμη μας και πάντα παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας, πάντα μας σηματοδοτούν,  ακόµα κι αν τα χρόνια µας αυτά δεν είναι «ονειρεμένα».
     Η οικονοµική αδυναµία, οι χιλιοµετρικές αποστάσεις από τις παραγωγικότερες και εµπορικότερες περιοχές, η έλλειψη γρήγορων µεταφορικών µέσων µέχρι πριν λίγες δεκαετίες, δεν θα µπορούσε να πει κανείς ότι επέτρεπαν στα χωριά τότε τη σηµερινή ποιότητα ζωής. ∆εν βλέπαµε όµως και διαφορές δίπλα µας, αφού όλοι λίγο–πολύ ήµαστε «το ίδιο», εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, που κι αυτές τις αντιµετωπίζαµε, µάλλον µε... ρατσιστικό µάτι! Παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες «και τι δεν θα δίναµε» να µπορούσαµε να «βρεθούµε» ξανά στα παιδικά µας χρόνια!
     Φυσικά, ελάχιστα προβλήµατα µας απασχολούσαν και ούτε χρειαζότανε να τρέχουµε σε ψυχολόγους, ούτε είχαµε ανάγκη από αντικαταθλιπτικά, που ο σύγχρονος τρόπος ζωής οδηγεί αρκετούς νέους κάτω των είκοσι να καταφεύγουν εκεί. Άλλως τε, όλα αυτά ήταν τελείως άγνωστα σ’ εµάς τότε.
     Ήταν βεβαιότητα και όχι απλά ελπίδα πως το αύριο θα είναι καλύτερο. Γι’ αυτό «βιαζόµαστε» να µεγαλώσουµε γρήγορα, να µπορέσουµε να κατακτήσουµε την καλύτερη ζωή, σαν με τον τρόπο που έδειχναν ότι ζούνε όσοι έρχονταν για λίγες µέρες τα καλοκαίρια στο χωριό µας–στα χωριά µας.
     Η δοµή της διευρυµένης τότε οικογένειας, το σχολείο, ο αδιαπραγµάτευτος σεβασµός στις Αξίες, αλλά και η έλλειψη παραγόντων που σήµερα αποπροσανατολίζουν, (π.χ. σύγχρονες µορφές ηλεκτρονικής επικοινωνίας), πέρναγαν αποτελεσµατικότερα στην εύπλαστη αυτή ηλικία µας θετικά µηνύµατα για όσα σήµερα κλυδωνίζονται. Ίσως ήταν κι αυτό ένας λόγος που µας έδινε περισσότερη ζωντάνια, περισσότερη αισιοδοξία και περισσότερη αυτοπεποίθηση.
     Είναι και κάποιες φορές όµως που έρχεται «κάτι» να µας «τσιγκλήσει» και να µας κάνει να θυµηθούµε πιο έντονα και πιο καθαρά κάποιες στιγµές που µας κάνουν περισσότερο να συγκινηθούµε, να µελαγχολήσουµε, να γελάσουµε, να μετανιώσουμε για κάποιες παιδικές µας επιλογές. Σ’ εµένα αυτό το «τσίγκλησµα» ήλθε µε µια ολότελα ξεχασµένη φωτογραφία του παππούλη µου, στη µνήµη του οποίου αφιερώνω την παρούσα έκδοση. Μ’ έκανε να γυρίσω µερικές δεκαετίες πίσω η φωτογραφία αυτή, δρώντας µαζί και σαν ένα «ντόµινο» νοσταλγιών και συναισθηµάτων, που είχαν πολλά χρόνια να «παρελάσουν» τόσο ζωντανά και τόσο έντονα στη µνήµη µου.
     Στάθηκε ακόµα και σαν αφορµή να υλοποιήσω µια σκέψη που είχε αρχίσει να στριφογυρίζει µέσα µου: Να αποτυπώσω σε λίγες σελίδες κάποιες από τις προσωπικές µου αναµνήσεις–βιώµατα, σαν ανάγκη έκφρασης και επικοινωνίας, αλλά και σαν έµµεση και αναπόφευκτη σύγκριση του τότε µε το τώρα.
     Νοιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω θερµά τον Κωνσταντίνο Νικολόπουλο – Καµενιανίτη, συµµαθητή µου τότε και µε πολλές ιδιότητες σήµερα: του Συγγραφέα – Λογοτέχνη, τ. Αντιπροέδρου της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, Αντιδηµάρχου Πολιτισµού στον τ. ∆ήµο Αροανίας και, οπωσδήποτε, αδελφικού φίλου. Στα τόσα πολλά που µας ενώνουν, είναι και οι κοινές εµπειρίες, νοσταλγίες και συναισθήµατα που ξαναζωντανεύουν µέσα από αυτές τις σελίδες. Και είναι αλήθεια πως η αγάπη µε την οποία αγκαλιάζει και προλογίζει και αυτό το βιβλίο ο Κώστας, µε γεµίζει µε περισσότερες και µεγαλύτερες υποχρεώσεις.
     Ευχαριστώ, τέλος, και τη σύζυγό µου Ελένη και τα παιδιά µας Μαρίνα και Αγγελική, για την αµέριστη στήριξη και συνδροµή τους στη συγγραφική µου προσπάθεια.

Κωνσταντίνος Γ. Παπακωνσταντόπουλος (1890-1973)
Το μότο του βιβλίου:

«Όσο περνούν τα χρόνια μου
κι όσο περνώ μ’ εκείνα,
τόσο γλυκά τριγύρω μου
μοσχοβολούν τα κρίνα
των πρωτινών Απρίληδων…
Τα παιδιακίσια χρόνια
μου κελαηδούν αηδόνια
σε νύχτες και σ’ ερμιές»
                                                 Κωστής Παλαμάς

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 6.3.2019

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Παγκόσμιες ημέρες, γιορτές γενεθλίων και ονομαστικές γιορτές



     Είναι πολλές οι «παγκόσμιες ημέρες» το χρόνο που έχουν επίσημα ή ανεπίσημα καθιερωθεί από διάφορους φορείς και οργανισμούς ανά την υφήλιο. Με έναν σύντομο υπολογισμό ξεπερνάνε κατά πολύ τις διακόσιες και στην πλειοψηφία τους αποσκοπούν να δοθεί βαρύτητα στην ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση για πολλά θέματα, όπως για διάφορες σοβαρές ασθένειες, για το περιβάλλον, για τη φτώχεια, για τα δικαιώματα και την αλληλεγγύη σε  ορισμένες ομάδες ανθρώπων, όπως οι υπερήλικες, άλλων που μαστίζονται, όπως οι πρόσφυγες κλπ.
     Πολύ γνωστές σε όλους μας είναι κι άλλες παγκόσμιες ημέρες, που έχουν επικρατήσει και ως «γιορτές», όπως της μητέρας (δεύτερη Κυριακή του Μάη), ημέρα περιβάλλοντος (5 Ιουνίου), ημέρα μουσικής (21 Ιουνίου), της γυναίκας (8 Μάρτη), και πολλές ακόμα. «Ηγετική μορφή» μεταξύ αυτών, πιθανότατα κατέχει η «γιορτή των ερωτευμένων», στις 14 του Φλεβάρη.   
     Γνωστή και από τη αρχαία Ελλάδα η γιορτή της μητρότητας και της γονιμότητας,  όλους μας διακατέχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία για την ημέρα της μητέρας, του ανθρώπου στον οποίο οφείλουμε την ύπαρξή μας, και όχι μόνο. Ανάλογη έμφαση δίνεται και στη «γιορτή» της γυναίκας, ως ημέρα μνήμης των αγώνων του κινήματος για τα δικαιώματά της, που ενώ άρχισε να γιορτάζεται το 1909 σε διάφορες χώρες, υιοθετήθηκε το 1975 από τα Ηνωμένα Έθνη. Και στις δύο αυτές παγκόσμιες ημέρες, εκτός των μηνυμάτων που στέλνονται κάθε χρόνο, δίνεται και πολλή έμφαση στην εμπορική κίνηση, που ίσως κάποιες φορές να υπερτερεί του λόγου για τον οποίο έχουν θεσπιστεί. Υπέρμετρο εμπορικό χρώμα λαμβάνει και η «ημέρα των ερωτευμένων» κι αν θελήσει να μιλήσει κανείς και για άλλες ακρότητες, σίγουρα μεταξύ αυτών θα είναι και η ημέρα του μαξιλαροπόλεμου, στις 7 του Απρίλη!  
     Τα τελευταία χρόνια δίνεται όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στην ημέρα γενεθλίων του καθενός μας και ιδιαίτερα των παιδιών, που συνήθως γιορτάζονται φανταχτερά. Ξενόφερτη συνήθεια κατά κύριον λόγον, που ούτε λίγο ούτε πολύ ήλθε να αντικαταστήσει τις ονομαστικές γιορτές, οι οποίες συνεχώς υποβαθμίζονται, μέχρι και που αγνοούνται! Χαρακτηριστική είναι η απάντηση μαθητή της τελευταίας τάξης δημοτικού, στην ερώτηση «ποια γιορτή σου αρέσει περισσότερο, η ονομαστική του ή τα γενέθλιά σου;»: «Τα γενέθλια, φυσικά, γιατί έρχονται περισσότεροι φίλοι μου και μου φέρνουν περισσότερα δώρα»!
     Δεν ισχυρίζεται κανείς να αγνοηθούν τα γενέθλια, ούτε έχει αρνητικό αντίκτυπο ο εορτασμός τους. Όμως, καλό θα είναι να μην δίνεται μόνο σε αυτά βαρύτητα και να σταματάμε εκεί. Όπως διδάσκεται σε μικρή ηλικία ο άνθρωπος, έτσι θα πορευτεί και στη μετέπειτα ζωή του κι έχουμε πολλά παραδείγματα στην πράξη προς τούτο.
     Η υιοθέτηση αυτής της τακτικής είναι ένα ακόμα εισαγόμενο «προϊόν» που μας αποπροσανατολίζει και συμβάλει στο να αποποιηθούμε την παραδοσιακή μας ταυτότητα μας και το σεβασμό και την προσήλωση στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης μας, στη μνήμη των αγίων της Εκκλησίας μας και να στραφούμε προς άλλα «μοντέρνα» ενδιαφέροντα, ενώ ανέκαθεν ως χώρα μας χαρακτηρίζει ο σεβασμός στο Θείον. Να σημειωθεί, παράλληλα, πως ένα ακόμα είδος «έκπτωσης» των ονομαστικών γιορτών, είναι ο όλο και περισσότερο κοσμικός χαρακτήρας που προσλαμβάνουν, ενώ αντίθετα ο θρησκευτικός βαίνει συνεχώς μειούμενος. Και βέβαια, τη μεταστροφή αυτή δεν την έχουν επιφέρει οι «παγκόσμιες ημέρες», αλλά η χαλάρωση από τα θρησκευτικά μας πιστεύω και η προσήλωση σε εκκοσμικευμένες αναζητήσεις. Προσωπική η εκτίμηση και, ίσως, όχι μακριά από την πραγματικότητα.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 03.03.2019

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

«Έμαθε τ’ αρνί να τρώει κλαρί…»

(Εικόνα με μεταφορική έννοια)

     Αν και στην ιστοσελίδα μου αποφεύγω να δημοσιεύω προσωπικές μου τοποθετήσεις και  περιορίζομαι
 σε αναρτήσεις λαογραφικού και λογοτεχνικού/πνευματικού περιεχομένου, αυτή τη φορά δεν θ' ακολουθήσω την πεπατημένη, επειδή το θέμα στο οποίο πολύ επιγραμματικά αναφέρομαι, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θρησκευτική και ιστορική παράδοσή μας.
     Το τελευταίο καιρό πολύς λόγος γίνεται ένθεν και ένθεν για το διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Και δεν εναντιώνομαι κατά εκείνων που με θέσεις και υπεύθυνες τοποθετήσεις υποστηρίζουν το διαχωρισμό αυτόν, για την καλύτερη λειτουργία και των δύο θεσμών. Όπως, επίσης, δεν θα ταχθώ υπέρ ή κατά της μισθοδοσίας των κληρικών από το Κράτος. Θυμώνω, όμως, με όσους «πετάνε κορώνες» και πολύ περισσότερο με κάποιους, που χωρίς να ξέρουν τί εστί Εκκλησία, έχουν… άποψη!
     Πόσο, στ’ αλήθεια, αγνώμονες και αμνήμονες γινόμαστε/είμαστε, αν αναλογιστούμε  πόσους αιώνες η Εκκλησία στήριξε και στηρίζει το Κράτος! Πόσους αιώνες η Εκκλησία έκανε όσα έπρεπε να κάνει το Κράτος και έσωσε από τον αφανισμό την Ελλάδα, αφού Κράτος δεν υπήρχε. Πόσο και σήμερα η Εκκλησία είναι αρωγός της Πολιτείας! Και τώρα που ορισμένοι νοιώθουν ότι το Κράτος ενδυναμώθηκε, θεωρούν την Εκκλησία «βαρίδι» και ζητούν μετ’ επιτάσεως να μπει «στην άκρη». Ίσως είναι και της άποψης ότι «δεν την έχουν πλέον ανάγκη»! Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους κληρικούς. Άνθρωποι με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις πολλοί ιερωμένοι των τετρακοσίων χρόνων υποδούλωσης, που όμως αναδείχθηκαν σε Μορφές που εμψύχωσαν, στήριξαν και καθοδήγησαν το λαό προς αποτίναξη του ζυγού. Τους σύγχρονους καιρούς, όμως, οποίον χλευασμόν δέχονται! Και επικεντρώνομαι στο χλευασμό ως προς το Σχήμα τους και όχι τόσο στις ανθρώπινες αδυναμίες, που ενδεχομένως σε ορισμένους κληρικούς υπάρχουν, αν κι εδώ η κριτική δεν είναι ό,τι καλύτερο, πολλώ μάλλον ο χλευασμός.
      Μήπως ανάλογη αγνωμοσύνη δεν επιδεικνύεται και σε Μορφές που μας χάρισαν την Ελευθερία; «Έλληνες αεί παίδες εισίν», μας πληροφορεί ο Πλάτων από την εποχή του κι αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται άλλη μια φορά στις μέρες μας. Φροντίζουμε να καταργούμε από τα σχολικά βιβλία τους σημαντικότερους σταθμούς της Ιστορίας μας και με μεγάλη ευκολία να αποκαθηλώνουμε από δημόσιους χώρους και σχολικές αίθουσες ιερές εικόνες και να υποστέλλουμε εθνικά σύμβολα και εικόνες ηρώων, στους οποίους οφείλουμε την ύπαρξή μας.
     Ένα συγγενές θέμα, που επίσης αναπαράγεται ελαφρά τη καρδία, είναι και η κατάργηση της προσευχής από τα σχολεία. Ουδέποτε η Ελλάδα ήταν άθεο κράτος, είτε προ είτε μετά Χριστόν. Γιατί κάποιοι έχουν βαλθεί σήμερα να την αλλαξοπιστήσουν και να την «αλλαξοϊστορίσουν»;
     Αυτά τα φαινόμενα, τόσο του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, όσο και της κατάργησης της προσευχής στα σχολεία, καθώς και άλλα «συγγενή», που ίσως ορισμένοι ως «παπαγαλάκια» αναπαράγουν και μετ’ επιτάσεως, θυμίζει την παροιμία που λέμε στο τόπο μου: «Έμαθε τ’ αρνί να τρώει κλαρί, λύκος να φάει τη μάνα του»! Το ερώτημα, όμως, που εγείρεται είναι αυτό: Έμαθε όντως τ’ αρνί να τρώει κλαρί;

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος

Ομιλία
σε εκδήλωση* προς τιμήν του Καθηγητού μου
κ. Δημήτρη Χατζόπουλου-Κοινωνιολόγου
(Ναύπλιο, 23.02.2019)



     Είναι περισσότερα από τριάντα χρόνια από τότε που ήμουν σπουδαστής του κ. Δημήτρη Χατζόπουλου, αλλά τόσο ο ίδιος, όσο και η διδασκαλία του είναι από τις αξίες που δεν ξεθωριάζουν στο χρόνο.
     Τον γνώρισα ως καθηγητή μου στις σπουδές Νοσηλευτικής. Από την πρώτη στιγμή είδα στα μάτια του μια γλυκιά μελαγχολία, αλλά και μια αρχοντιά στο ντύσιμό του, στη συμπεριφορά και στους τρόπους του. Η κίνηση των χεριών έδινε τέτοια έμφαση στα όσα δίδασκε, που μαγνήτιζε τα βλέμματα επάνω του. Πολύ σύντομα διαπίστωσα ότι είναι καθηγητής και όχι καθοδηγητής. Με την ίδια άνεση και ισονομία δίδασκε Μάρξ και Μάξ Βέμπερ.  
     Ιδιαίτερα προσιτός και ως άνθρωπος, πολύ σύντομα με άλλους συναδέλφους και συμφοιτητές του θέσαμε την αφελή ερώτηση, «πού ανήκει πολιτικά». Η απάντησή του ήρθε ύστερα από πιέσεις και ήταν αποστομωτική: «Είμαι αναρχοαυτόνομος»!
     Ο κ. Δημήτρης Χατζόπουλος έχει το αριστοτεχνικό χάρισμα να συνεπαίρνει το ακροατήριό του και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον και την εγρήγορση στην αίθουσα διδασκαλίας. Δεν θυμάμαι να κοιτάξαμε ποτέ ρολόι για το διάλειμμα! Δεδομένη, όμως, ήταν η κατάχρηση του διαλείμματος, αφού η ώρα του μαθήματος ποτέ δεν έφτανε!
     Προέβλεπε από τότε ο κ. Δημήτρης Χατζόπουλος τον ευτελισμό και την κρίση που ερχόταν να αλώσει τις παραδοσιακές μας Αξίες μας. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προλάβει και να αποτρέψει την κάθε χαλαρότητα στο θέμα αυτό, ως καθηγητής, ως κοινωνιολόγος και ως άνθρωπος.
     Στο κύτταρο της κοινωνίας, την οικογένεια, και στη διατήρηση των ισορροπιών του γάμου έδινε ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα. Θυμάμαι και θα θυμάμαι πάντα τα λόγια του: «Τα υγιή κύτταρα κάνουν τον υγιή οργανισμό».
     Ένα άλλο χαρακτηριστικό που τον διέκρινε, ήταν η αυστηρότητα στο μάθημά του. Την αυστηρότητά του, όμως, την «απορροφούσαν» δύο άλλα χαρίσματά του: η αντικειμενικότητα και η δικαιοσύνη. 
     Την κάθε προσωπική μου άποψη, έρχονται να επιβεβαιώσουν και οι στίχοι συναδέλφου και ποιήτριας, από ποίημά της, αφιερωμένο στον κ. Χατζόπουλο: 
«Είσαι ο δίκαιος και ο καλός,
της δικαιοσύνης ο φρουρός».
     Και, βέβαια, δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα στιγμιότυπο, στο οποίο άθελά μου βρέθηκα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας: Ήμουν για προσωπικό μου θέμα κοντά στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο ο κ. Χατζόπουλος ήταν Διευθυντής του Υπουργικού Γραφείου και πέρασα για ένα στιγμιαίο χαιρετισμό. Με υποδέχθηκε πολύ χαρούμενος, όπως έκανε πάντα. Στην κουβέντα μας με ενημέρωσε ότι ήταν θέμα ημερών η μετακίνησή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στην αντίστοιχη θέση. Τη στιγμή που μιλούσαμε, εισήλθε στο γραφείο η Διευθύντρια Προσωπικού, τόσο πολύ φορτισμένη συναισθηματικά εν όψει της μετακίνησής του, που πραγματικά έμεινα άναυδος! Ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μου τα λόγια της προς τον κ. Χατζόπουλο: «Ασκείτε τα καθήκοντά σας με πολιτική και δικαιοσύνη! Θα κινήσουμε γη και ουρανό να μην φύγετε!».
     Με την ακεραιότητα του χαρακτήρα του ο κ. Χατζόπουλος έχει πετύχει και κάτι άλλο στη ζωή του: τηρεί τα όσα διδάσκει ως καθηγητής. Τα τηρεί στην οικογένειά του, στον επαγγελματικό, στον κοινωνικό του κύκλο.
     Να σημειώσω, τελειώνοντας, ότι φοιτήτρια του κ. Χατζόπουλου υπήρξε και η σύζυγός μου. Διπλή, λοιπόν, η εμπειρία, διπλές οι αναμνήσεις, διπλός ο σεβασμός, διπλή η εκτίμηση, διπλή η αγάπη!  Και το σημαντικότερο: αμοιβαία!
     Κύριε Δημήτρη Χατζόπουλε,
     Μας δείξατε και μας δείχνετε πάντα στο δρόμο της αρετής. Υπήρξατε χαρισματικός ΔΑΣΚΑΛΟΣ, όχι απλά με «Δ» κεφαλαίο, αλλά με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Υπήρξατε από τους καθηγητές μας, που όταν ανατρέχουμε στη διδασκαλία σας, το σχολείο δεν τελειώνει ποτέ!
     Σας ευχαριστούμε για το «εύ ζην»!
=============================

  *  Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Βουλευτικό του Ναυπλίου, με διοργάνωση του Δήμου Ναυπλιέων, προς τιμήν του Καθηγητή μου στις σπουδές Νοσηλευτικής, Κοινωνιολόγου κ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ. Θερμές οι ευχαριστίες μου και μεγάλη η τιμή για την ταπεινότητά μου, που προτάθηκα από τον ίδιο και επελέγην ως ένας εκ των τριών βασικών ομιλητών.
     Το Βουλευτικό κτίστηκε το 1730 ως τζαμί στο κέντρο του Ναυπλίου. Αργότερα στέγασε την πρώτη Βουλή της Νεότερης Ελλάδος (φθινόπωρο 1825-άνοιξη 1826). Στην πορεία του χρόνου, η αίθουσα έχει χρησιμοποιηθεί και για πολλούς ακόμα σκοπούς, όπως φυλακή και σχολείο. Αξιοσημείωτο να υπογραμμιστεί ότι λειτούργησε και ως δικαστήριο, στη δίκη των Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα. Σήμερα το καλοσυντηρημένο Βουλευτικό λειτουργεί ως χώρος συνεδρίων, διαλέξεων, εκθέσεων, συναυλιών και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος