Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

«Έμαθε τ’ αρνί να τρώει κλαρί…»

(Εικόνα με μεταφορική έννοια)

     Αν και στην ιστοσελίδα μου αποφεύγω να δημοσιεύω προσωπικές μου τοποθετήσεις και  περιορίζομαι
 σε αναρτήσεις λαογραφικού και λογοτεχνικού/πνευματικού περιεχομένου, αυτή τη φορά δεν θ' ακολουθήσω την πεπατημένη, επειδή το θέμα στο οποίο πολύ επιγραμματικά αναφέρομαι, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θρησκευτική και ιστορική παράδοσή μας.
     Το τελευταίο καιρό πολύς λόγος γίνεται ένθεν και ένθεν για το διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Και δεν εναντιώνομαι κατά εκείνων που με θέσεις και υπεύθυνες τοποθετήσεις υποστηρίζουν το διαχωρισμό αυτόν, για την καλύτερη λειτουργία και των δύο θεσμών. Όπως, επίσης, δεν θα ταχθώ υπέρ ή κατά της μισθοδοσίας των κληρικών από το Κράτος. Θυμώνω, όμως, με όσους «πετάνε κορώνες» και πολύ περισσότερο με κάποιους, που χωρίς να ξέρουν τί εστί Εκκλησία, έχουν… άποψη!
     Πόσο, στ’ αλήθεια, αγνώμονες και αμνήμονες γινόμαστε/είμαστε, αν αναλογιστούμε  πόσους αιώνες η Εκκλησία στήριξε και στηρίζει το Κράτος! Πόσους αιώνες η Εκκλησία έκανε όσα έπρεπε να κάνει το Κράτος και έσωσε από τον αφανισμό την Ελλάδα, αφού Κράτος δεν υπήρχε. Πόσο και σήμερα η Εκκλησία είναι αρωγός της Πολιτείας! Και τώρα που ορισμένοι νοιώθουν ότι το Κράτος ενδυναμώθηκε, θεωρούν την Εκκλησία «βαρίδι» και ζητούν μετ’ επιτάσεως να μπει «στην άκρη». Ίσως είναι και της άποψης ότι «δεν την έχουν πλέον ανάγκη»! Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους κληρικούς. Άνθρωποι με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις πολλοί ιερωμένοι των τετρακοσίων χρόνων υποδούλωσης, που όμως αναδείχθηκαν σε Μορφές που εμψύχωσαν, στήριξαν και καθοδήγησαν το λαό προς αποτίναξη του ζυγού. Τους σύγχρονους καιρούς, όμως, οποίον χλευασμόν δέχονται! Και επικεντρώνομαι στο χλευασμό ως προς το Σχήμα τους και όχι τόσο στις ανθρώπινες αδυναμίες, που ενδεχομένως σε ορισμένους κληρικούς υπάρχουν, αν κι εδώ η κριτική δεν είναι ό,τι καλύτερο, πολλώ μάλλον ο χλευασμός.
      Μήπως ανάλογη αγνωμοσύνη δεν επιδεικνύεται και σε Μορφές που μας χάρισαν την Ελευθερία; «Έλληνες αεί παίδες εισίν», μας πληροφορεί ο Πλάτων από την εποχή του κι αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται άλλη μια φορά στις μέρες μας. Φροντίζουμε να καταργούμε από τα σχολικά βιβλία τους σημαντικότερους σταθμούς της Ιστορίας μας και με μεγάλη ευκολία να αποκαθηλώνουμε από δημόσιους χώρους και σχολικές αίθουσες ιερές εικόνες και να υποστέλλουμε εθνικά σύμβολα και εικόνες ηρώων, στους οποίους οφείλουμε την ύπαρξή μας.
     Ένα συγγενές θέμα, που επίσης αναπαράγεται ελαφρά τη καρδία, είναι και η κατάργηση της προσευχής από τα σχολεία. Ουδέποτε η Ελλάδα ήταν άθεο κράτος, είτε προ είτε μετά Χριστόν. Γιατί κάποιοι έχουν βαλθεί σήμερα να την αλλαξοπιστήσουν και να την «αλλαξοϊστορίσουν»;
     Αυτά τα φαινόμενα, τόσο του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, όσο και της κατάργησης της προσευχής στα σχολεία, καθώς και άλλα «συγγενή», που ίσως ορισμένοι ως «παπαγαλάκια» αναπαράγουν και μετ’ επιτάσεως, θυμίζει την παροιμία που λέμε στο τόπο μου: «Έμαθε τ’ αρνί να τρώει κλαρί, λύκος να φάει τη μάνα του»! Το ερώτημα, όμως, που εγείρεται είναι αυτό: Έμαθε όντως τ’ αρνί να τρώει κλαρί;

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος

Ομιλία
σε εκδήλωση* προς τιμήν του Καθηγητού μου
κ. Δημήτρη Χατζόπουλου-Κοινωνιολόγου
(Ναύπλιο, 23.02.2019)



     Είναι περισσότερα από τριάντα χρόνια από τότε που ήμουν σπουδαστής του κ. Δημήτρη Χατζόπουλου, αλλά τόσο ο ίδιος, όσο και η διδασκαλία του είναι από τις αξίες που δεν ξεθωριάζουν στο χρόνο.
     Τον γνώρισα ως καθηγητή μου στις σπουδές Νοσηλευτικής. Από την πρώτη στιγμή είδα στα μάτια του μια γλυκιά μελαγχολία, αλλά και μια αρχοντιά στο ντύσιμό του, στη συμπεριφορά και στους τρόπους του. Η κίνηση των χεριών έδινε τέτοια έμφαση στα όσα δίδασκε, που μαγνήτιζε τα βλέμματα επάνω του. Πολύ σύντομα διαπίστωσα ότι είναι καθηγητής και όχι καθοδηγητής. Με την ίδια άνεση και ισονομία δίδασκε Μάρξ και Μάξ Βέμπερ.  
     Ιδιαίτερα προσιτός και ως άνθρωπος, πολύ σύντομα με άλλους συναδέλφους και συμφοιτητές του θέσαμε την αφελή ερώτηση, «πού ανήκει πολιτικά». Η απάντησή του ήρθε ύστερα από πιέσεις και ήταν αποστομωτική: «Είμαι αναρχοαυτόνομος»!
     Ο κ. Δημήτρης Χατζόπουλος έχει το αριστοτεχνικό χάρισμα να συνεπαίρνει το ακροατήριό του και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον και την εγρήγορση στην αίθουσα διδασκαλίας. Δεν θυμάμαι να κοιτάξαμε ποτέ ρολόι για το διάλειμμα! Δεδομένη, όμως, ήταν η κατάχρηση του διαλείμματος, αφού η ώρα του μαθήματος ποτέ δεν έφτανε!
     Προέβλεπε από τότε ο κ. Δημήτρης Χατζόπουλος τον ευτελισμό και την κρίση που ερχόταν να αλώσει τις παραδοσιακές μας Αξίες μας. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προλάβει και να αποτρέψει την κάθε χαλαρότητα στο θέμα αυτό, ως καθηγητής, ως κοινωνιολόγος και ως άνθρωπος.
     Στο κύτταρο της κοινωνίας, την οικογένεια, και στη διατήρηση των ισορροπιών του γάμου έδινε ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα. Θυμάμαι και θα θυμάμαι πάντα τα λόγια του: «Τα υγιή κύτταρα κάνουν τον υγιή οργανισμό».
     Ένα άλλο χαρακτηριστικό που τον διέκρινε, ήταν η αυστηρότητα στο μάθημά του. Την αυστηρότητά του, όμως, την «απορροφούσαν» δύο άλλα χαρίσματά του: η αντικειμενικότητα και η δικαιοσύνη. 
     Την κάθε προσωπική μου άποψη, έρχονται να επιβεβαιώσουν και οι στίχοι συναδέλφου και ποιήτριας, από ποίημά της, αφιερωμένο στον κ. Χατζόπουλο: 
«Είσαι ο δίκαιος και ο καλός,
της δικαιοσύνης ο φρουρός».
     Και, βέβαια, δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα στιγμιότυπο, στο οποίο άθελά μου βρέθηκα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας: Ήμουν για προσωπικό μου θέμα κοντά στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο ο κ. Χατζόπουλος ήταν Διευθυντής του Υπουργικού Γραφείου και πέρασα για ένα στιγμιαίο χαιρετισμό. Με υποδέχθηκε πολύ χαρούμενος, όπως έκανε πάντα. Στην κουβέντα μας με ενημέρωσε ότι ήταν θέμα ημερών η μετακίνησή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στην αντίστοιχη θέση. Τη στιγμή που μιλούσαμε, εισήλθε στο γραφείο η Διευθύντρια Προσωπικού, τόσο πολύ φορτισμένη συναισθηματικά εν όψει της μετακίνησής του, που πραγματικά έμεινα άναυδος! Ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μου τα λόγια της προς τον κ. Χατζόπουλο: «Ασκείτε τα καθήκοντά σας με πολιτική και δικαιοσύνη! Θα κινήσουμε γη και ουρανό να μην φύγετε!».
     Με την ακεραιότητα του χαρακτήρα του ο κ. Χατζόπουλος έχει πετύχει και κάτι άλλο στη ζωή του: τηρεί τα όσα διδάσκει ως καθηγητής. Τα τηρεί στην οικογένειά του, στον επαγγελματικό, στον κοινωνικό του κύκλο.
     Να σημειώσω, τελειώνοντας, ότι φοιτήτρια του κ. Χατζόπουλου υπήρξε και η σύζυγός μου. Διπλή, λοιπόν, η εμπειρία, διπλές οι αναμνήσεις, διπλός ο σεβασμός, διπλή η εκτίμηση, διπλή η αγάπη!  Και το σημαντικότερο: αμοιβαία!
     Κύριε Δημήτρη Χατζόπουλε,
     Μας δείξατε και μας δείχνετε πάντα στο δρόμο της αρετής. Υπήρξατε χαρισματικός ΔΑΣΚΑΛΟΣ, όχι απλά με «Δ» κεφαλαίο, αλλά με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Υπήρξατε από τους καθηγητές μας, που όταν ανατρέχουμε στη διδασκαλία σας, το σχολείο δεν τελειώνει ποτέ!
     Σας ευχαριστούμε για το «εύ ζην»!
=============================

  *  Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Βουλευτικό του Ναυπλίου, με διοργάνωση του Δήμου Ναυπλιέων, προς τιμήν του Καθηγητή μου στις σπουδές Νοσηλευτικής, Κοινωνιολόγου κ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ. Θερμές οι ευχαριστίες μου και μεγάλη η τιμή για την ταπεινότητά μου, που προτάθηκα από τον ίδιο και επελέγην ως ένας εκ των τριών βασικών ομιλητών.
     Το Βουλευτικό κτίστηκε το 1730 ως τζαμί στο κέντρο του Ναυπλίου. Αργότερα στέγασε την πρώτη Βουλή της Νεότερης Ελλάδος (φθινόπωρο 1825-άνοιξη 1826). Στην πορεία του χρόνου, η αίθουσα έχει χρησιμοποιηθεί και για πολλούς ακόμα σκοπούς, όπως φυλακή και σχολείο. Αξιοσημείωτο να υπογραμμιστεί ότι λειτούργησε και ως δικαστήριο, στη δίκη των Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα. Σήμερα το καλοσυντηρημένο Βουλευτικό λειτουργεί ως χώρος συνεδρίων, διαλέξεων, εκθέσεων, συναυλιών και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Εκοιμήθη εις Κύριον ο Μητροπολίτης Γλυφάδας




     Με συντριβή πληροφορήθηκα σήμερα το πρωί (19.2.2019) το δυσάρεστο νέο. Ο Μητροπολίτης Γλυφάδας Παύλος ο Α΄, ήταν ένα φωτισμένος Ιεράρχης - μια εξέχουσα προσωπικότητα της Εκκλησίας, που αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του και δυσαναπλήρωτο κενό. Διακόνησε την Εκκλησία ως απλός κληρικός, αλλά και ως ιεροκήρυκας πολλών Μητροπόλεων της Ελλάδος. Ως κληρικός της Μητροπόλεως Νικαίας, έσκυψε με πολλή στοργή, αλλά και υλική βοήθεια στους κρατουμένους των φυλακών Κορυδαλλού. Άλλη μια πολυετής και επιτυχημένη δραστηριότητα της διακονίας του ήταν η εξωτερική Ιεραποστολή. Θυμάμαι, κάθε φορά που τον επισκεπτόμουν, έβλεπα αμέτρητα και ογκώδη τα δέματα με ρουχισμό και είδη διατροφής για το σκοπό αυτό. Πάντα έπαιρνε στην αγκαλιά του τα παιδιά μου και πάντα τους έδινε λιχουδιές και παιχνίδια από τη συλλογή του αυτή.
     Πριν την εκλογή του και χειροτονία του εις επίσκοπον, είχε διατελέσει για πολλά χρόνια Διευθυντής Οικοτροφείου της Ανωτέρας Ιερατικής Σχολής της Εκκλησίας στην Κηφισιά και μετά Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Πετράκη. Η προσωπική σχέση που με συνέδεε μαζί του, ήταν τόσο δυνατή, που για το γάμο μας ήλθε από τη Θάσο να μας στεφανώσει και επέστρεψε αυθημερόν (28.7.1985).

28.7.1985...
   Παύλου, του Σεβασμιωτάτου και Θεοπροβλήτου Μητροπολίτου, της αγιωτάτης Μητροπόλεως Γλυφάδας, αιωνία η μνήμη.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος 19.02.2019

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Το λάλημα της κότας και άλλοι κακοί οιωνοί, προερχόμενοι από πτηνά και ζώα


      Από τα πρώτα του βήματα στη γη ο άνθρωπος αγωνιούσε για το τί του επιφυλάσσει το μέλλον, το άμεσο και το απώτερο. Για το λόγο αυτό άρχισε να παρατηρεί και να προσπαθεί να ερμηνεύσει διάφορα φαινόμενα, είτε επίγεια, είτε ατμοσφαιρικά, είτε αστρικά, για να βγάλει συμπεράσματα που θα του φανούν χρήσιμα. Τα ζώα και τα πτηνά, και ειδικά εκείνα που παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του, μπορούσε και μπορεί να τα παρακολουθεί καλύτερα. Έτσι, η αλλαγή στη συμπεριφορά τους ίσως να προμηνύει καλούς ή κακούς οιωνούς. Και επειδή μια ευχάριστη εξέλιξη είναι πάντα καλοδεχούμενη στη ζωή και δεν απαιτεί προετοιμασία και προφύλαξη, η βαρύτητα πάντα δινόταν και δίνεται στα κακά σημάδια. Στη συνέχεια θα δούμε, θα θυμηθούμε το σωστότερο, πώς η λαογραφία μας ερμηνεύει ακόμα και σήμερα συμπεριφορές των ζώων και ειδικά αυτών που βρίσκονται κοντά στη ζωή του ανθρώπου.
     Πέρα όμως από τη λαογραφία μας, οι άνθρωποι που ζουν κοντά στα ζώα, ξέρουν και τη «γλώσσα» τους. Το κακάρισμα της κότας με το που θα γεννήσει το αυτό, π.χ., είναι διαφορετικό από το κακάρισμά της όταν αντιμετωπίζει κάποιον κίνδυνο. Χαρακτηριστικό και διαφορετικό είναι και το κακάρισμα τη στιγμή που βρίσκει τροφή και καλεί («μαυλάει»-αυ=αβ) τις άλλες κότες, όπως χαρακτηριστικό και τη στιγμή που «μιλάει» στον άνθρωπο για να τον ευχαριστήσει που τη φροντίζει!
     Το λάλημα του κόκορα ήταν (και είναι) το γνωστό πρωινό ξυπνητήρι για τους ανθρώπους των αγροτικών περιοχών. Αν όμως ο κόκορας λαλήσει το βράδυ, αυτό είναι προάγγελος μεταβολής του καιρού. Είναι και κάποιες φορές που η κότα μιμείται τον κόκορα στο λάλημα! Αυτό θεωρείται πολύ δυσοίωνο προμήνυμα και για να μην επαληθευτεί («στρέξει») στους ανθρώπους, συνήθως φροντίζουν να… επαληθευτεί στην ίδια την κότα(!): Παρακολουθούν ποια είναι που «λαλάει» και αμέσως μετά τη θυσία και τη «βάφτιση» σε ζεματιστό νερό, παίρνει… θέση στο τραπέζι. Οι προβλέψεις συνεχίζονται με το «διάβασμα» του στήθους του («στηθαμιού») την ώρα του φαγητού, που αν κι εκεί οι ενδείξεις δεν είναι καλές, οι άνθρωποι μπορεί και να τροποποιούν το πρόγραμμα των εργασιών τους, π.χ. αναβάλλουν για λίγες μέρες κάποιες επικίνδυνες εργασίες, αποφεύγουν να χρησιμοποιούν μεγάλα κοπτερά αντικείμενα (όπως τσεκούρια), προσέχουν ιδιαίτερα σε δύσβατα περάσματα, κλπ.
     Άλλος ένας κακός οιωνός από τα οικόσιτα πουλερικά, μπορεί να προέρχεται από το «σημαδαύγουλο». Αυτό είναι αυγό διαφορετικού του κανονικού μεγέθους (συνήθως μικρό και χωρίς κρόκο), που όσοι ξέρουν να το «διαβάζουν», προβλέπουν και τι πιθανόν να συμβεί! Πάντως, δεν θεωρείται καλό σημάδι.
     Άλλα κακά προμηνύματα μπορεί να προέρχονται από μη οικόσιτα ζώα και πτηνά. Π.χ., το κράξιμο του κόρακα πάνω από το χωριό, προμηνύει θάνατο ή πολύ σοβαρή αρρώστεια κάποιου χωριανού. Το κουτσούλισμα συγκεκριμένου μεγάλου πουλιού (πελαργού;) στο κοπάδι, προμηνύει ξεκλήρισμά του από αρρώστια ή από επιδρομή λύκων. Κακό σημάδι μπορεί να είναι και το κουτσούλισμα πουλιού στο κεφάλι ανθρώπου. Μπορεί όμως να είναι ακριβώς το αντίθετο, αν η κουτσουλιά προέρχεται από περιστέρι.
     Άσχημα προμηνύματα για την οικονομία της οικογένειας, ίσως να είναι η είσοδος «αμάλαιγου» ζώου στο σπίτι, π.χ. βατράχου, κάβουρα, σαύρας, ενώ το φίδι θεωρείται και καλό σημάδι! Πολύ καλή τύχη περιμένει όποιον δει αετό να κρατάει φίδι στα νύχια του και να πετάει στον αέρα!
     Η επιστροφή του κοπαδιού στο σπίτι σε μη αναμενόμενη ώρα και χωρίς την παρέμβαση του βοσκού, μπορεί να προμηνύει κακοκαιρία. Επίσης, η ανησυχία των ζώων στο στάβλο, ίσως να προμηνύει σεισμό. Μην ξεχνάμε, ακόμα, ότι και στην αρχαιότητα τα σπλάχνα των προς θυσία ζώων εξετάζονταν από τους μάντεις (σπλαχνομαντεία), οι οποίοι έδιναν διάφορες ερμηνείες, π.χ. για την έκβαση των πολέμων.
     Γνωστά ακόμα ως πολύ κακό σημάδι, θεωρείται και το «κλάμα» του σκύλου και η φωνή του Γκιώνη τη νύχτα, ως κακά προμηνύματα, όπως και πολλά ακόμα. Για το κλάμα του Γκιώνη δείτε/διαβάστε περισσότερα εδώ: 
https://www.kalavrytanews.com/2015/11/blog-post_94.html
     Αν η γάτα πλένεται (καθαρίζαται με τη γλώσσα της) προς την ανατολή, θα έχουμε καλοκαιρία. Αν είναι στραμμένη προς το βορρά, κακοκαιρία

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 09.02.2019


Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Τί είναι το κουτρούλι στο χωράφι, τί το «κουτρουλιασμένο ξύλο» ξύλο και τί κοινό έχουν μεταξύ τους



Κουτρούλια στο χωράφι


α: Το κουτρούλι

          Το κουτρούλι είναι ένας μικρός αλλά ορατός σωρός από χώμα μέσα στο χωράφι, ο οποίος συγκεντρώνεται με το ξινάρι. Αυτό είναι μια ενημέρωση/«προειδοποίηση» πως δεν επιτρέπεται η βοσκή ζώων εκεί. Το κουτρούλι το «βάζει» σε χέρ(ι)σο χωράφι ο ιδιοκτήτης του ή ο ενοικιαστής του, όταν για δικούς του λόγους δεν θέλει να το βοσκήσουν ξένα κοπάδια. Εναλλακτικά, το σωρό χώμα, μπορούν να αντικαταστήσουν μερικές πέτρες, βαλμένες/«χτισμένες» η μία πάνω στην άλλη, που κι αυτό έχει την ίδια έννοια και που είναι γνωστά και ως «πίτσα κουτρούλια» ή «πίτσος κουτρούλια»1. Εξυπακούεται πως στο χωράφι που καλλιεργείται (είναι σπαρμένο), η βοσκή δεν επιτρέπεται κι αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο.
   Πρέπει να ειπωθεί ακόμα, ότι κάποιοι χωριανοί  «ξεκαθάριζαν» τους... λογαριασμούς τους με τα κουτρούλια! Κουτρούλιαζαν τα χωράφια τους επιλεκτικά και μόνο για κάποιους συγχωριανούς τους με τους οποίους είχαν διαφορές κι αν εκείνοι, οι συγκεκριμένοι μόνο, παραβίαζαν τον άγραφο αυτό νόμο, οι συνέπειες ήταν δεδομένες, αφού η λύση δινόταν και από τα δικαστήρια! Ένα είδος «εμφυλίου πολέμου», δηλαδή! Για όλους τους άλλους τα χωράφια τους μπορεί να ήταν ελεύθερα στη βοσκή!    
     Να σημειώσουμε ακόμα ότι με μορφή «κουτρούλιασμα» σκάβουν και τα αμπέλια2. Αυτό όμως γίνεται σε όλο το αμπέλι και σκοπό έχει να βοηθήσει στην ανάπτυξη του κλήματος και στην καρποφορία. Φυσικά, αυτά τα κουτρούλια καμία σχέση δεν έχουν με εκείνα της φύλαξης των χωραφιών, αφού σε καμία περίπτωση το αμπέλι δεν προσφέρεται για βοσκή ζώων.
---------------------------
1,2: Τις λεπτομέρειες αυτές μου θύμισαν αντίστοιχα και συμπεριέλαβα στο κείμενο οι φίλοι και συντοπίτες μου οι Κώστας Σκαρπέλος (συμμαθητής μου στο γυμνάσιο) και Θοδωρής Χαμάκος, τους οποίους και ευχαριστώ. 

β: Το «κουτρουλιασμένο» ξύλο

     Ένα μεγάλο ξύλο, π.χ. δέντρο που θα πέσει, είναι περιζήτητο για το τζάκι. Εκείνος που θα το δει πρώτος μπορεί να το πάρει, αν αυτό δεν βρίσκεται μέσα σε ιδιόκτητο χώρο/περιοχή. Όμως, αν δεν έχει τα απαραίτητα εργαλεία να το κόψει/τεμαχίσει εκείνη τη στιγμή, οι πιθανότητες να το βρει εκεί τις επόμενες μέρες ή τις επόμενες ώρες, είναι μικρές. Τι ίσχυε/ισχύει λοιπόν: εκείνος που θέλει να το κατοχυρώσει, το «σημαδεύει». Βάζει, δηλαδή, μία ή δυο πέτρες, τη μία πάνω στην άλλη, που αυτό σημαίνει ότι το ξύλο είναι «σημαδεμένο», κατοχυρωμένο, δηλαδή, και δεν επιτρέπεται να το πάρει κανένας άλλος.


«Κουτρουλιασμένο» ξύλο

γ: Η κοινή σχέση μεταξύ τους 

  Το κοινό χαρακτηριστικό τους, και αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί, είναι ότι τα κουτρούλια θεωρούνταν άγραφοι νόμοι, που η τήρησή τους είχε την ισχύ των γραπτών, ίσως κι ακόμα μεγαλύτερη. Κανένας δεν μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, πλην του ιδιοκτήτη (ή ενοικιαστή) του χωραφιού και του πρώτου που «κουτρούλιαζε» το ξύλο, όσο χρονικό διάστημα μεσολαβούσε μέχρι να το τεμαχίσει και να το πάρει. Να σημειωθεί πως όταν οι «νόμοι» αυτοί ορισμένες φορές παραβιάζονταν από κάποιους «τολμηρούς» κι αν αυτοί γίνονταν αντιληπτοί από τους έχοντες τη «νόμιμη» χρήση, οι διαπληκτισμοί, ορισμένες φορές και οι ξυλοδαρμοί ήταν σχεδόν βέβαιοι. Κάποιες άλλες φορές οι υποθέσεις μπορεί να ακολουθούσαν τη δικαστική οδό και η δικαίωση εκεί ίσως να μην ήταν πάντα δεδομένη. 

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος 04.02.2019

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Το τζάκι του χωριού: Εργαστήρι γνώσης και σοφίας, περιβόλι πνευματικής ευωδίας.


(Ομιλία μου στην παρουσίαση του βιβλίου:
«Χειμωνιάτικες βραδιές στο τζάκι», Δεκέμβ. 2016)

                                                                                              
     Τζάκι: Είναι πάντα συνυφασμένο με την αριστοκρατική καταγωγή και την αρχοντιά. Γνωστή η φράση: «κρατάει από τζάκι». Είναι όμως συνυφασμένο και με τη φτώχεια, γιατί όσοι δεν έχουμε το προνόμιο του πλούτου, ο νους μας πάει περισσότερο στη φωτιά που καίει και μας ζεσταίνει εκεί.
     Σίγουρα η πιο αγαπημένη και πολυσύχναστη γωνιά του σπιτιού το χειμώνα. Οπωσδήποτε αναπόσπαστα συνδεδεμένο και με το πατρικό μας σπίτι, ειδικά όσων προερχόμαστε από ορεινές και αγροτικές περιοχές. Συχνά και δωμάτιο ύπνου. Τόπος ανταλλαγής σκέψεων και λήψης οικογενειακών αποφάσεων. Εκεί μάθαινε και νέα της γειτονιάς και του χωριού η οικογένεια. Κι αν έπεφτε καμιά εφημερίδα στα χέρια κανενός, τότε είχαμε και νέα από τον έξω κόσμο. Ας ήταν και παλιά, ενός και δύο μηνών! Και σίγουρα χώρος εργασίας, επικοινωνίας, διδασκαλίας, μαγειρικής, ζαχαροπλαστικής, ψυχαγωγίας, θαλπωρής και χαλάρωσης. Η αφετηρία και ο τερματικός σταθμός των περισσοτέρων μας.  
     Σαν πέφτει το βράδυ και μαζεύονται οι δουλειές, μας καλεί κοντά του. Από εκεί και το πρωινό μας ξεκίνημα. Αδιαπραγμάτευτη η παρουσία όλων των μελών της διευρυμένης οικογένειας με τον παππού και τη γιαγιά. Σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο μία, αλλά δύο ή και τρεις πολυμελείς οικογένειες στο ίδιο σπίτι των λίγων τετραγωνικών τα προηγούμενα χρόνια, που όμως ζούσαν αρμονικά. Μαζί με όλους αυτούς και κάποιοι επισκέπτες τα βράδια, γιατί «χίλιοι καλοί χωράνε»!
        Έχει πάντα την τιμητική του το χειμώνα και δίνει την απόλαυση των κόπων του καλοκαιριού. Η φωτιά είναι και συντροφιά. Η θέα της δεν ζεσταίνει μόνο, αλλά είναι και ποιητική! Το σκάσιμο των ξύλων που καίγονται, οι πύρινες γλώσσες με τον απαλό θόρυβο της φλόγας και η απολαυστική ζέστη, κάνουν το τζάκι να μιλάει, να απαγγέλλει και να τραγουδάει! Και μ’ ένα καρφί στο τοίχο το λυχνάρι, ή η λάμπα πετρελαίου, που σκορπούσαν περήφανα το φως τους. Μα όταν τα χωριά μας ηλεκτροδοτήθηκαν, αποχώρησαν ταπεινωμένα για το χρονοντούλαπο!
     Και σαν άνοιγε η μάνα ή η γιαγιά τη γάστρα, ένα σύννεφο ατμού ανείπωτης μοσχοβολιάς απλωνόταν από το ταψί, όχι μόνο σ’ όλο το σπίτι, μα κι έξω απ’ αυτό!
     Το σερβίρισμα του φαγητού γινόταν πάντα με αυστηρή τήρηση της ιεραρχίας. Το πρώτο πιάτο στον παππού, το δεύτερο στη γιαγιά, ο πατέρας, τα παιδιά κατά σειρά ηλικίας και τελευταία η νοικοκυρά μάνα! Ούτε μπορούσε να μιλάει ο καθένας όποτε ήθελε ή όλοι μαζί. Πρώτα οι μεγάλοι. Και οι πολύ σοβαρές και βαρύνουσας σημασίας κουβέντες γίνονταν αργά, όταν τα παιδιά πήγαιναν για ύπνο.
     Με πραγματική κατάνυξη η προσευχή πριν πιάσουμε το κουτάλι να φάμε. Αληθινή μυσταγωγία και το θυμίαμα με αυτοσχέδιες προσευχές τα Σαββατόβραδα! Σαν εσπερινός και προετοιμασία για τον εκκλησιασμό της Κυριακής!
     Και μετά το βραδινό φαγητό, η χαλάρωση και η θαλπωρή! Και μαζί μ’ αυτά η κουβέντα, η άμεση και δια ζώσης επικοινωνία της οικογένειας, χωρίς μηνύματα στα κινητά, χωρίς facebook και twitter, χωρίς ανταλλαγή e-mail με greeklish, μέχρι ο Μορφέας να βαρύνει τα βλέφαρα! Κι όταν ερχόταν γράμμα από τον ξενιτεμένο, μεγάλη στιγμή για την οικογένεια! Το διάβαζε δυνατά ο αρχηγός, για να το ακούσουν όλοι. Τα συναισθήματα αναπόφευκτα.
     Και τι ακόμα δεν μαθαίναμε από τους μεγαλύτερους μπροστά στο τζάκι! Ιστορία, λαογραφία, γεωγραφία, πατριδογνωσία, αριθμητική, φυσική, θρησκευτικά. Ακόμα και αστρονομία και ιατρική. Την ώρα τους είχαν και τα αστεία, τα πειράγματα, οι γρίφοι, τα ανέκδοτα και οι σπαζοκεφαλιές για το ακόνισμα του μυαλού.
     Ποτέ και η μάνα δεν έχανε την ευκαιρία να παραδίδει μαθήματα οικοκυρικής, μαγειρικής, γνεσίματος, πλεξίματος και κεντήματος στα κορίτσια. Ένα μεγάλο μέρος της προίκας τους μπροστά στο τζάκι ετοιμαζόταν! Εκεί έφτιαχναν και τα περισσότερα βότανα και τα διάφορα πρακτικά γιατρικά εκείνοι που ήξεραν, για να ανακουφιστεί ο άρρωστος.
     Στις ιστορίες με θρύλους, φαντάσματα, δράκους, ξωτικά και νεράιδες κυριαρχούσε το δέος! Και μετά που πηγαίναμε για ύπνο, δεν αφήναμε ούτε τρίχα από τα μαλλιά μας έξω από τα σκεπάσματα από το φόβο μας!
     Μήπως δεν ήταν διδασκαλία και τα παραμύθια της γιαγιάς, που είχαν μια αλλιώτικη χάρη στη θαλπωρή του τζακιού; Κάλπαζαν τη φαντασία μας και πάντα ταυτιζόμαστε με τον «καλό» και τον «δυνατό» του παραμυθιού! Πάντα θα θέλαμε να είμαστε στη θέση του! Κι όταν η γιαγιά έφτανε στο «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», το μυαλό μας συνέχιζε να μένει για ώρες και για ημέρες στο παραμύθι και τα μηνύματα πέρναγαν και τα διδάγματα έμεναν!
     Διδασκαλία ήταν και οι εμπειρίες ζωής, τα παθήματα, οι περιπετειώδεις αλλά και οι εύθυμες ιστορίες της καθημερινότητας από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους, όταν τις διηγούνταν ο ένας στον άλλον. «Άκουγε γέρου συμβουλή και παιδεμένου γνώμη», λέμε στον τόπο μου.
     Μήπως και το ίδιο το τζάκι δεν ήταν αντικείμενο διδασκαλίας στα σχολεία, τότε που τα βιβλία ήταν ανθρωποκεντρικά και Αξιοκεντρικά; Πώς μπορούν να ξεχαστούν και οι σοφές συμβουλές των μεγαλύτερων, που πολλές φορές  μάς έρχονται στο νου, ακριβώς τη στιγμή που τις έχουμε ανάγκη!
     Ήταν και τόπος μελέτης αυτή η αγαπημένη γωνιά του σπιτιού. Τα παιδιά εκεί διαβάζαμε κάθε απόγευμα κι εκεί ετοιμάζαμε τα μαθήματά μας για την επόμενη ημέρα στο σχολείο. Στη θαλπωρή του διάβαζαν και οι μεγάλοι κάποιο βιβλίο, αν για οποιοδήποτε λόγο έμεναν σπίτι.
     Είναι ακόμα το τζάκι και χώρος τήρησης πολλών εθίμων, όπως το γνωστό «πάντρεμα της φωτιάς» στην Ήπειρο και το Πελοποννησιακό έθιμο, με το ψήσιμο των αυγών στη χόβολη, το βράδυ της αποκριάς.
     Σαν και πόσους ανθρώπους του πνεύματος δεν ενέπνευσε το τζάκι! Και θα συνεχίσει να εμπνέει, κι ας μη βιώνουμε τόσο συχνά το ρομαντισμό του! Μήπως λίγες φορές έχει εκφραστεί και η λαϊκή σοφία γι’ αυτό;
     Κάποτε, όμως, στη ζωή μας κυριαρχούν τα οξύμωρα σχήματα. Έτσι κι εδώ. Τότε που τα χωριά μας είχαν κόσμο, τα σπίτια ήταν φτωχικά. Σήμερα βλέπεις τα σπίτια ανακαινισμένα και σύγχρονα, με αρχοντικά τζάκια, που όμως είναι κλειστά. Μας περιμένουν μόνο για λίγες μέρες το καλοκαίρι και για λιγότερες το χειμώνα. Κι αν τα τζάκια των πατρικών μας σπιτιών δεν μας ζεσταίνουν σωματικά, μας ζεσταίνουν συναισθηματικά, με τη νοσταλγία και τις πάντα ζωντανές αναμνήσεις που είμαστε φορτωμένοι. Εκεί είναι το καλύτερο από κάθε άλλο απάγκιο. Εκεί νοιώθουμε περισσότερο προστατευμένοι από το κρύο και τους ανέμους.
    Μ’ αυτή τη ζεστασιά, λοιπόν, που δίνει το τζάκι όχι μόνο στο σώμα μας, αλλά και στις καρδιές μας, κυρίως στις καρδιές μας,  μπορούμε να μεταλαμπαδεύουμε και στους επερχόμενους τις Αξίες που κράτησαν ψηλά οι πρόγονοί μας, σε ιδιαίτερα χαλεπούς καιρούς, και μας τις παρέδωσαν ακέραιες. Οι μπόρες, οι θύελλες και οι σεισμοί είναι στο διάβα της ζωής. Όταν όμως το οικοδόμημα έχει γερά θεμέλια, δεν κινδυνεύει. Ή, τουλάχιστον, κινδυνεύει λιγότερο.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 30.1.2017

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019


Το «νοστιμότερο»  ψάρι
(Διήγημα)



     Έμπαινε το καλοκαίρι του 1970. Ο Θανάσης πήρε στα χέρια του το απολυτήριο του δημοτικού, έτοιμος να πετάξει στη ζωή. Πολύ καλός ο βαθμός του, άριστα, μα οι φόβοι για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο τον κράταγαν κάπως μουδιασμένο. Παρά τη βεβαιότητα του δασκάλου του, τα καλά λόγια και τα θάρρος που έδινε ο ίδιος και σ’ αυτόν και στους γονείς του, τού ήταν αδύνατο να χαλαρώσει.
     Το χωριό του Θανάση ήταν ορεινό και σε μεγάλο υψόμετρο, μακριά από τον πολιτισμό της μεγαλούπολης, ή έστω κάποιας μικρής πόλης. Δεν είχε φύγει ποτέ από εκεί και το πρώτο του ταξίδι  με το λεωφορείο θα ήταν για το γυμνάσιο, κάνα δυο ώρες μακριά! Μα πέρα από το μούδιασμα των εξετάσεων στο γυμνάσιο που τον κράταγε συνεσταλμένο, ονειρευόταν πολλά άλλα θετικά που θα πρωτοαντίκρυζαν για πρώτη φορά τα μάτια του. Τα φανταζόταν στο μυαλό του, έτσι όπως του τα περιέγραφαν οι γονείς του, ή όπως τα είχε διαβάσει σε βιβλία, ή όπως τα άκουγε από άλλους. Κι ένα από εκείνα που στριφογύριζαν περισσότερο και ολοένα στο μυαλό του, ήταν τα ψάρια που θα έβλεπε μέσα σε τελάρα στο ψαράδικο!
     Τα ψάρια του άρεσαν πάρα πολύ του Θανάση, αλλά μόνο λίγες φορές είχε φάει μέχρι την ηλικία αυτή! Δύσκολα ερχόταν ο ψαράς με το μικρό μπλε φορτηγάκι από την πόλη και ακόμα πιο δύσκολα η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του επέτρεπε να αγοράσουν, έστω και λίγα! Η γιαγιά και η μητέρα του έκαναν καλό κουμάντο κάτι φορές και φύλαγαν τα αυγά από τις κότες. Ξέροντας και οι δυο τη λαχτάρα του Θανάση, πήγαιναν στον ψαρά όταν ερχόταν και τα λίγα αυγά τα αντάλλασσαν με ψάρια!
     Η μέρα των εισαγωγικών εξετάσεων στο γυμνάσιο ήρθε. Μαζί με τη μητέρα του και άλλους συμμαθητές και συμμαθήτριες του χωριού του, που τους συνόδευαν κι αυτούς οι γονείς τους, κατηφόρισαν πολύ πριν ξημερώσει στη δημοσιά, για να πάρουν το λεωφορείο που θα πέρναγε λίγο μετά την ανατολή του ηλίου για το κεφαλοχώρι που ήταν το γυμνάσιο. Το καρδιοχτύπι του το ίδιο με τα άλλα παιδιά, που όλα σχεδόν φουσκώνανε και ξεφουσκώνανε από την αγωνία τους. Μπαίνοντας στο λεωφορείο σχεδόν ξεχάστηκαν και όλα κοίταζαν γύρω τους: τα καθίσματα, τον κόσμο που ήταν γεμάτο, τον εισπράκτορα που με δυσκολία πέρναγε από το διάδρομο ανάμεσα από τους στριμωγμένους όρθιους επιβάτες για να κόψει εισιτήρια, τα διάφορα στολίδια στα μπροστινά τζάμια, το μικρό εικονοστάσι με το φωτάκι-καντηλάκι που έκαιγε πάνω από το κεφάλι του οδηγού… Κοίταζαν ακόμα και θαύμαζαν τον ίδιο τον οδηγό, τον «αφέντη» του αυτοκινήτου, πόσο αφοσιωμένος ήταν στη δουλειά του και πώς τόσο εύκολα κουμαντάριζε ένα ολόκληρο «θηρίο». Το ίδιο μαγεύτηκαν με τα σπίτια, τα δέντρα κι όλα τα άλλα αντικείμενα που «έφευγαν» πίσω τους, καθώς το λεωφορείο έτρεχε!
     Το κουδούνι χτύπησε στο γυμνάσιο και η αγωνία του Θανάση και όλων των άλλων υποψηφίων μαθητών γυμνασίου, έφτασε στο αποκορύφωμά της. Βλοσυρό το βλέμμα των καθηγητών, δεν άφηνε πολλά περιθώρια επιείκειας για κάποιο μικρό ή  μεγαλύτερο λάθος στο γραπτό του.
     Όταν τελείωσε και παρέδωσε την κόλα του, ένοιωθε χαλαρωμένος, αφού πίστευε πως έγραψε αρκετά καλά στο πρώτο μάθημα κι αυτό τον όπλιζε με θάρρος για τη συνέχεια. Μαζί με τη μητέρα του και άλλους δύο ακόμα συμμαθητές και τους γονείς τους ανηφόρισαν για το κέντρο του μεγάλου χωριού. Με τα πρώτα βήματά τους στην αγορά, κοίταζε γύρω του ο Θανάσης να μην χάσει από το βλέμμα του το ψαράδικο!
     Καθώς βάδιζαν, η μητέρα του χαιρέτισε με μια εγκάρδια καλημέρα έναν κύριο, που ήταν ακουμπισμένος στο κάσωμα της ανοιχτής πόρτας του εστιατορίου του. Με την ίδια εγκαρδιότητα ανταπέδωσε κι εκείνος το χαιρετισμό και τους κάλεσε να περάσουν μέσα στο μαγαζί να τους κεράσει. Ανταποκρίθηκε πρόθυμα η ίδια, πιάνοντας από το χέρι το γιο της και μπήκαν μαζί στο εστιατόρια, αφήνοντας την υπόλοιπη παρέα να προχωρήσει και θα συναντιόντουσαν αργότερα, αφού τους ζήτησαν συγνώμη. Τι πολλές και ανακατωμένες μυρωδιές από φαγητά έφταναν στη μύτη του, μα απ’ όλες υπερίσχυε το τηγανητό ψάρι!
     Κάθισαν σ’ ένα τραπέζι που του είπε ο εστιάτορας, ο κυρ-Γιάννης, και μετά τις πρώτες κουβέντες τους έφερε τις πορτοκαλάδες, όπως του παρήγγειλαν.
     «Ήρθατε για το γυμνάσιο; Δίνει το παιδί;», ρώτησε ο κυρ-Γιάννης.
     «Ναι, ήρθε κι εμάς ο καιρός μας», απάντησε η μητέρα του.
     «Βρε, πώς περνάν τα χρόνια! Σαν χτες μου φαίνεται πως ήταν που έμαθα ότι γέννησες!... Καλή επιτυχία», ευχήθηκε ο κυρ-Γιάννης, γυρνώντας προς το παιδί και χαμογελώντας του. Από την κουβέντα με τη μητέρα του ο Θανάσης κατάλαβε πως τους συνέδεε κάποια συγγένεια, όχι και τόσο κοντινή.
     Όλη την ώρα που έμειναν εκεί και κουβέντιαζαν η μητέρα του με τον κυρ-Γιάννη, το βλέμμα του Θανάση είχε καρφωθεί στο βάθος του εστιατορίου που ήταν η κουζίνα. Εκεί μια γυναίκα κάπως προχωρημένης ηλικίας με μεγάλη ποδιά και άσπρο σκούφο στο κεφάλι τηγάνιζε ψάρια, ενώ ταυτόχρονα άνοιγε κάμποσες κατσαρόλες και ανακάτευε τα φαγητά! Του Θανάση του έτρεχαν τα σάλια και από την εικόνα και από τη μοσχοβολιά τους! Πίστευε πως το κέρασμα της πορτοκαλάδας θα συμπλήρωνε ένα ψάρι, που τόσο λαχταρούσε! Με τη φαντασία του «έφτιαχνε» τη στιγμή εκείνη που ο κυρ-Γιάννης θα σηκωνόταν από την καρέκλα του, θα πήγαινε στην κουζίνα και θα γύριζε κρατώντας ένα ψαράκι αχνιστό και ξεροτηγανισμένο για να του το προσφέρει!
    Η ώρα όπως πέρναγε, χωρίς η επιθυμία του να πραγματοποιείται. Σε λίγο σηκώθηκε πρώτη η μητέρα του, χαιρετήθηκαν με τον κυρ-Γιάννη κι έφυγαν. Για τη λαχτάρα του για ένα μικρό ψαράκι, ούτε σκέψη, ούτε λόγος από τον εστιάτορα! Το μυαλό του τότε γύρισε έξι χρόνια πίσω, στο πρώτο του σχολικό βιβλίο, το αλφαβητάριο της πρώτης δημοτικού, που κι εκεί έβλεπε αχόρταγα την «κυρία Φανή» με τρία ψάρια στο πιάτο, έτοιμα για το τηγάνι! Ούτε κι απ’ αυτά μπορούσε να φάει! 

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 29.01.2019