Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Η καθιέρωση της εορτής των Τριών Ιεραρχών ως αγίων των γραμμάτων και του πνεύματος και η σημερινή χαλάρωση



     Κάθε φορά που μιλάμε ή ακούμε για τους Τρεις Ιεράρχες, ο νους μας πάει κατ’ ευθείαν στον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο το Ναζιανζηνό ή Θεολόγο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, που είναι στενά συνυφασμένοι με τα μαθητικά μας χρόνια, ως «μέγιστοι φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος» και «μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας». Αν και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γιορτάζει και στις 23 Νοεμβρίου κάθε χρόνο, μέσα στον Ιανουάριο γιορτάζουν και οι τρεις: την 1η του μήνα, την 25η και την 27η, αντίστοιχα. Στο τέλος του 11ου αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλεξίου του Κομνηνού, καθιερώθηκε από τον Μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη κοινός εορτασμός και για τους τρεις. Ο λόγος της καθιέρωσης του από κοινού αυτού εορτασμού κρίθηκε αναγκαίος, λόγω της διαμάχης που ξέσπασε ανάμεσα στους ορθοδόξους που διαιρέθηκαν σε κόμματα, καθένα από τα οποία θεωρούσε σπουδαιότερο τον ένα από του τρεις. Η διαμάχη αυτή παρά λίγο να δημιουργήσει σχίσμα και θέλοντας η Εκκλησία να σταματήσει τη διχόνοια αυτή και να τιμήσει ισάξια τους Ιεράρχες, καθιέρωσε κοινή ημέρα εορτασμού και για τους τρεις, στις 30 Ιανουαρίου. Ο Μητροπολίτης Ιωάννης, μάλιστα, συνέδεσε τη σχέση τους με τον Τρισυπόστατο Θεό.
     Στην Ελλάδα ο πρώτος εορτασμός συνδυάστηκε με καθιέρωση μνημοσύνου την ημέρα αυτή υπέρ τον ευεργετών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, για πρώτη φορά το 1842. Προγενέστερα αναφέρονται: α: Η τέλεση μνημοσύνου την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, για τους χορηγούς σχολείων στη συνοικία Σταυροδρόμι της Κωνσταντινούπολης, το 1805. β: Η τέλεση μνημοσύνου υπέρ των ευεργετών και συνδρομητών της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, τα έτη 1812-1813, την ίδια μέρα. γ: Στην Ιόνιο Ακαδημία οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται και τιμώνται ως οι προστάτες της από τη σύστασή της. Η πραγματική θεσμοθέτηση της εορτής, όμως, καθυστέρησε ως το 1911, όταν το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο απέκτησε νέο οργανισμό, όπου εκεί προσδιόρισε και τις εορτές του, αν κι αυτό έγινε εν μέσω αντεγκλήσεων.
      Την επί εκατό και πλέον χρόνια θεσμοθετημένη σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών, που περιελάμβανε και εκκλησιασμό με τη σημαία, «αποκαθήλωσε» πολύ πρόσφατα το Υπουργείο Παιδείας και την μετέτρεψε σε απλή αργία(!) για τα σχολεία. Έτσι, μαθητές και σπουδαστές αποκόπηκαν από την επαφή και με τις σχολικές δραστηριότητες, τη γνώση και τα βιώματα από την όμορφη αυτή παράδοση της δικής τους ημέρας, ευτυχώς, για μικρό χρονικό διάστημα: Τον Ιανουάριο 2020 η τότε - μεταγενέστερη πολιτική ηγεσία του ίδιου Υπουργείου, επανέφερε την 30ή Ιανουαρίου «ως ημέρα πραγματοποίησης εορταστικών εκδηλώσεων προς τιμήν των τριών Αγίων και της Παιδείας, καθώς και όλης της εκπαιδευτικής κοινότητας», αλλά χωρίς εκκλησιασμό. Το αν, όμως,  στον εορτασμό δίνεται η βαρύτητα που του αρμόζει, τύποις και έργοις, αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα. Εκ της διαφαινονένης γενικότερης ζοφερής εικόνας και στα πλαίσια του «εκμοντερνισμού», φαίνεται να είναι θέμα χρόνου η τροποποίηση του πρώτου άρθρου του Συντάγματος της Ελλάδος, που ορίζει ότι η προστασία του πολιτεύματος ανήκει «εις το Όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου  Τριάδος». Απευκτέο για την Ορθόδοξη χώρα μας, όμως ορατό και φοβάμαι ορατό σε κοντινό ορίζοντα.
--------------------

Απολυτίκιο:

     « Τους τρεις μεγίστους φωστήρας Της Τρισηλίου Θεότητος, τους την οικουμένην ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τον Μέγαν και τον Θεολόγον Γρηγόριον, συν τω κλεινώ Ιωάννη, τω την γλώτταν χρυσορρήμονι, πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί, συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν. Αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημῶν αεί πρεσβεύουσιν ».
---------------------

Πηγές:
-  Ορθόδοξος Συναξαριστής
-  Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ»
 Εγκυκλοπαίδεια «ΓΙΟΒΑΝΗ»

Επιμέλεια: Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 25.1.2020

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Τί είναι η φορτωτήρα;



     Η σωστή φόρτωση του ζώου γίνεται με δύο «πλευρά»*, δεξιά κι αριστερά του σαμαριού. Όταν ανεβάσουμε το ένα «πλευρό» στο σαμάρι (π.χ. το ένα σακί με το περιεχόμενό του) και το δέσουμε με την τριχιά (σχοινί) για να το συγκρατεί, πρέπει απαραίτητα να βοηθηθεί/κρατηθεί από δεύτερο άτομο, μέχρι να φορτωθεί και το άλλο (ισοβαρές) για να ισορροπήσει. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει δεύτερο άτομο να βοηθήσει, το «υποκαθιστά» η φορτωτήρα. «Πενία τέχνας κατεργάζεται», δηλαδή! Αυτή είναι ένα σχετικά χοντρό και ανθεκτικό ξύλο, ύφους 1.5 μέτρου, περίπου, που η κορυφή του καταλήγει σε μικρή διχάλα (σχήμα «Υ»). Το «Υ» στηρίζει/υποδέχεται την τριχιά που συγκρατεί το φορτίο, όπως δείχνει η φωτογραφία, μέχρι να φορτωθεί και το δεύτερο «πλευρό». Εδώ, στη φωτογραφία, η υπομονή του συμπαθέστατου γαϊδαράκου είναι/φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά!
     Τα ζώα είναι κατάλληλα εκπαιδευόμενα και δεν μετακινούνται την ώρα της φόρτωσης. Η παροιμιώδης έκφραση «ξύλο με τη φορτωτήρα», λέγεται μεταφορικά για κάποιον που δέχθηκε ανηλεή ξυλοδαρμό. Αυτό προέκυψε από την ώρα του φορτώματος, που η φορτωτήρα χρησιμοποιείται και ως απειλητικό μέσο ξυλοδαρμού στο ζώο, αν δεν είναι ήσυχο (δεν «κάθεται» να το φορτώσουν), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάποιες φορές δεν γίνεται και πραγματικότητα.
---------------------------

* Υπάρχει και ο τρόπος φορτώματος «μισοψόμι», συμπληρωματικό με ελαφρύ φορτίο ανάμεσα στα δύο «πλευρά», στο επάνω μέρος του σαμαριού.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 12.1.2020
https://nikolpapak.blogspot.com/2017/05/blog-post_22.html



Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020


Τα πανηγύρια, άλλοτε και σήμερα


Πανηγύρι στο Λειβάρτζι (Καλαβρύτων), με τοπικά-παραδοσιακά συγκροτήματα
(δεκαετίες 1950-1960)
Εικόνες: Από το λεύκωμα του Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας
«Το Λειβάρτζι χτες και Σήμερα», έκδοση 2005

    Ανέκαθεν το πανηγύρι του χωριού, του κάθε χωριού, ήταν το μεγαλύτερο ετήσιο πολιτιστικό και εορταστικό γεγονός και, δικαιολογημένα, μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, το περίμεναν με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Κι επειδή τα πανηγύρια έχουν την τιμητική του μετά το Πάσχα μέχρι το φθινόπωρο, με τον αϊ-Γιώργη να τ’ ανοίγει και τον αϊ-Δημήτρη να τα κλείνει, είναι και ο καιρός σύμμαχος, χωρίς αυτό να είναι δεδομένο. Ας προσπαθήσουμε να θυμηθούμε λίγο τα παραδοσιακά πανηγύρια και η σύγκριση με το σήμερα έρχεται αυτόματα.

Α: Άλλοτε

     «Αφορμή», λοιπόν, για γλέντι και ξεφάντωμα το πανηγύρι του χωριού, μα και αυστηρό πάντα το «πρωτόκολλο» στο κάθε τι του εορτασμού, με πρώτο και καλύτερο τον υποχρεωτικό-καθολικό εκκλησιασμό. Μια ατέλειωτη «ουρά» λαμπροφορεμένων προσκυνητών, ντόπιων και ξενοχωριτών, ανηφορίζει ή κατηφορίζει (ανάλογα με το πού είναι η εκκλησία), κρατώντας πολλοί στα χέρια τους το τάμα τους, που είναι μια μεγάλη λαμπάδα, «ίσα με το μπόι τους».
     Το «πρώτο» «πανηγυράκι» μικρής διάρκειας, γίνεται με τραγούδι και χορό έξω από την εκκλησία που γιορτάζει, μετά τη λειτουργία. Τραγουδάει πρώτος «με το στόμα» κάποιος γεροντότερος, που ξέρει καλύτερα τα λόγια του τραγουδιού κι αμέσως «το παίρνουν» (το επαναλαμβάνουν) στίχο-στίχο οι άλλοι, είτε μια μικρή ομάδα, είτε όλοι μαζί. Τοπικά μουσικά συγκροτήματα, π.χ. ταβούλια (νταούλια), φλογέρες, κλαρίνα, δεν χάνουν την ευκαιρία να πλαισιώσουν τον εορτασμό και να βγάλουν ένα καλό μεροκάματο.
      Αμέσως μετά το λόγο έχει η κατ’ οίκον φιλοξενία. Κάθε νοικοκύρης προσπαθεί να «μαζέψει» όσο περισσότερους φίλους, συγγενείς και γνωστούς του ξενοχωρίτες, για να τους πάρει και να τους φιλοξενήσει Αβραμιαία στο σπίτι του. Και θα ήταν παράλειψη, αν δεν ειπωθεί πως αρκετές φορές διαπληκτίζεται με συγχωριανούς του, για να «κερδίσει» περισσότερους φιλοξενούμενους!
     Υποχρεωτικές, βεβαίως, είναι και οι προετοιμασίες που έχουν προηγηθεί και δηλώνουν το σεβασμό στον εορτάζοντα άγιο, στο κάθε τι της παράδοσης και στο γενικότερο γιορτινό κλίμα, όπως η καθαριότητα, τα ασβεστώματα, το συγύρισμα των σπιτιών. Από το τελετουργικό δεν λείπει και η θυσία του καλύτερου σφαχτού την παραμονή. Οι νοικοκυρές, με τη βοήθεια των κοριτσιών επιδίδονται με περισσή τέχνη και άτυπο συναγωνισμό στα γλυκά και στο φρεσκοφουρνισμένο ψωμί και όλη η γειτονιά, όλος ο μαχαλάς, όλο το χωριό μοσχοβολάει πανηγύρι!
     Μαζί με όλα αυτά, οι νοικοκυραίοι φροντίσουν, όχι μόνο για τη φιλοξενία των επισκεπτών/προσκυνητών από τα γύρω χωριά, αλλά και των μεταφορικών τους μέσων, που στο παρελθόν ήταν τα ζώα, με «εορταστική περιβολή» κι αυτά, όπως το καλεί η μέρα: καθαρό και προσεγμένο το σαμάρι, με στρωμένο επάνω το καλύτερο και φανταχτερότερο υφαντό απλάδι! Κι αν φανταστεί κανείς ότι ο μεγάλος αριθμός αυτοκινήτων που κατακλύζουν σήμερα τον περιβάλλοντα χώρο της εκκλησίας που πανηγυρίζει, κάποτε ήταν ζώα με πολύχρωμες «ενδυμασίες», η εικόνα είναι μαγική!

Εορταστική, επίσημη «αμφίεση» μεταφορικού μέσου!
  
     Ανάλογο το ενδιαφέρον και για τα «βιολιά», το μουσικό συγκρότημα που θα φτάσει στο χωριό, και τη «χορεύτρια» (τραγουδίστρια), που σχεδόν πάντα κλέβει την παράσταση με την ομορφιά της, τον ντύσιμό της, το τραγούδι της, τη χάρη της. Κι όταν ήρθε η φούστα «μίνι» στη μόδα, «χαράς ευαγγέλια» για τον ανδρικό πληθυσμό!
    Με κάθε επισημότητα το βράδυ όλοι βγαίνουν στα βιολιά στο κέντρο του χωριού. «Παρών» κι εδώ ο συναγωνισμός στο ντύσιμο, αφού όλοι θέλουν να επιδειχθούν, αλλά και το «νυφοπάζαρο» είναι πάντα άρρηκτα συνδεδεμένο με τα πανηγύρια και ειδικά τις βραδινές/νυχτερινές ώρες! Αυστηρό πάντα το «πρωτόκολλο» και στην απαρέγκλιτη τήρηση της σειράς προτεραιότητας στο χορό, στην, οπωσδήποτε, ολονύκτια διασκέδαση, αν και η κρασοκατάνυξη κάποιες φορές μπορεί να προκαλέσει μικροπαρεξηγήσεις.
     Σχεδόν πάντα το πανηγύρι συνδυάζεται με τον εορτασμό του πολιούχου αγίου, όπως προαναφέρθηκε, που μπορεί να είναι διήμερο ή και τριήμερο. Παράλληλα, όμως, κάθε χωριό διοργανώνει κι άλλα μικρότερα, ολιγόωρα ημερήσια πανηγύρια, στον εορτασμό κάποιας άλλης εκκλησίας ή σε ξωκκλήσι, με πολλά έθιμα, όλα τους με την αυστηρή τήρηση των κανόνων της παράδοσης. Εκεί συνηθίζεται περισσότερο να κάθονται κάτω από τον ίσκιο των δέντρων μετά τη λειτουργία, κι αν υπάρχει πηγή κοντά, τί πιο ιδανικότερο. Μαζεύονται παρέες δύο τριών και περισσότερων οικογενειών, στρώνουν τα καθαρά μεσάλια τους και βγάζουν από τα ταγάρια το μεσημεριανό τους που έχουν πάρει μαζί. Αφού ευφρανθούν οι αισθήσεις, το «ρίχνουν» στο τραγούδι και στο χορό. Η επιστροφή στο χωριό αρχίζει προς το απόγευμα, συνεχίζοντας το τραγούδι περπατώντας στο μονοπάτι! 

   
Φαγοπότι στο «Μαυροκούτσουρο»,
μετά τη Θ. Λειτουργία στο ξωκκλήσι του αϊ-Θανάση του Αγριδιού (Καλαβρύτων)
2 Μάη 2015

     Το πανηγύρι του χωριού έχει περισσότερο από κάθε άλλη εκδήλωση και μία άλλη παράμετρο: Είναι μια καλή ευκαιρία «επίδειξης» και «προβολής» υποψηφίων γαμπρών και νυφών. Η προσεγμένη εμφάνιση και η πρόκληση θαυμασμού μεταξύ των ενδιαφερομένων και των συγγενών τους, μπορεί να «εδραιώσει» το προξενιό, όπως και την κρυφή σχέση!
     Το τέλος του πανηγυριού φέρνει πάντα μελαγχολία, αφού το εορταστικό κλίμα ανήκει πλέον στο παρελθόν. Και γίνεται ακόμα μελαγχολικότερο, όταν φεύγουν οι ξενιτεμένοι και τα σπίτια αδειάζουν.
     Αν και πολλές συνήθειες και έθιμα έχουν εκπέσει ή και ξεχαστεί, αρκετά τηρούνται ακόμα με σεβασμό στην παράδοση στα χωριά μας, γι’ αυτό και η αναφορά γίνεται σε ενεστώτα και όχι σε παρελθοντικό χρόνο,  π.χ. «έχουν» και όχι «είχαν», «είναι» και όχι «ήταν».

Β: Σήμερα

     Τις τελευταίες δεκαετίες, που η ύπαιθρος σταδιακά ερημώνει και οι μετακινήσεις από περιοχή σε περιοχή είναι πανεύκολες και γίνονται σε πολύ μικρό χρόνο, ο κόσμος μπορεί και διασκεδάζει και σε πολλά άλλα πανηγύρια, κοντινών ή μακρινότερων χωριών. Αυτό έχει επιφέρει ένα είδος «κορεσμού» και η αναμονή του πανηγυριού του χωριού έχει χάσει το ενδιαφέρον της και την αίγλη του παρελθόντος. Άλλωστε, γενικότερα και η παράδοση έχει χαλαρώσει, όπως προαναφέρθηκε, και πολλά γίνονται «κρύα» και «τυποποιημένα». 
     Μεγάλος συνωστισμός παρατηρείται στα «αστικού τύπου» πανηγύρια. Συνηθίζεται σε μικρότερες και μεγαλύτερες πόλεις που γιορτάζει η καθεδρική εκκλησία, να στήνεται ένα μεγάλο εμπορικό πανηγύρι με χιλιάδες πάγκους και δεκάδες χιλιάδες εμπορεύματα. Η κοσμοσυρροή είναι τόσο μεγάλη και το «πατείς με-πατώ σε» έχει τον πρώτο λόγο. Το ενδιαφέρον δεν κλέβουν ούτε ο εκκλησιασμός, ούτε τα παραδοσιακά μουσικά συγκροτήματα, εφ’ όσον υπάρχουν. Έχουν κι αυτά υποβαθμιστεί με τον ίδιο τρόπο, που και πολλές άλλες παλαιότερες καλές μας συνήθεις έχουν υποστεί μικρές ή μεγάλες «εκπτώσεις».
      Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι τοπικοί Δήμοι ή και οι ίδιες οι ενορίες διοργανώνουν πολύ καλές εκδηλώσεις με παραδοσιακά μουσικά συγκροτήματα και χορευτικά, αυτές είναι ολιγόωρες και το ενδιαφέρον του κοινού συγκεντρώνεται στην εμπορική δραστηριότητα.
      Ο εμπορικός κόσμος της περιοχής και οι μικροπωλητές που κατακλύζουν τους χώρους, τρίβουν τα χέρια τους, αφού περιμένουν να πάνε καλά οι δουλειές τους. Δεν λείπουν, όμως, και οι αστάθμητοι παράγοντες, όπως η μεταβολή του καιρού, που μπορεί να τους προκαλέσει μεγάλη οικονομική ζημιά.
     Πολύ μικρή ή και καθόλου σημασία δίνουμε στην αμφίεσή μας στο πανηγύρι της πόλης, που μπορεί να είναι αμφίεση χαλαρών διακοπών, με ξεβαμμένη βερμούδα, παντόφλες και ευτελούς αξίας μπλουζάκι. Κι αν  το γλυκό θεωρηθεί απαραίτητο για το φίλεμα στον επισκέπτη (εάν και εφ’ όσον «περάσει» από το σπίτι μας), το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς έχει φροντίσει κατάλληλα γι’ αυτό.
     Κοντολογίς, όσο κι αν θέλουμε να μιλήσουμε εδώ για παράδοση… αστείο πράγμα! Ένα πολύ βιαστικό πέρασμα στο προσκύνημα, υπό μεγάλο συνωστισμό και εκνευρισμό, αφού δεν έχουμε την υπομονή να περιμένουμε πολύ! Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, δεν λείπουν και οι ύβρεις, οι χειρονομίες και οι φραστικές επιθέσεις για να «τρυπώσουμε» και να βρεθούμε όσο πιο γρήγορα γίνεται στο προσκυνητάρι, κάνοντας στο σταυρό μας σαν να «παίζουμε μαντολίνο»! Ο χρόνος, όμως, για την περιοδεία σε όλους τους εμπορικούς πάγκους απεριόριστος, χωρίς κούραση χωρίς εκνευρισμό και με υπομονή Ιώβεια!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 10.1.2020
( Σύντομο βιογραφικό δείτε ΕΔΩ )

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Το πρώτο λαχείο




    Σε ειδική-πανηγυρική εκδήλωση στις 13 Δεκεμβρίου 2019, απενεμήθησαν οι τιμητικές διακρίσεις του καθιερωμένου ετήσιου Πανελλήνιου και Πακγκύπριου λογοτεχνικού διαγωνισμού, της ιστορικής ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ. Μεταξύ των πνευματικών έργων πού διακρίθηκαν, είναι και το διήγημα «το πρώτο λαχείο» της ταπεινότητάς μου.

   
                  Η επίδοση του Βραβείου από τον Πρόεδρο της ΕΕΛ κ. Λευτέρη Τζόκα

     Ολόθερμες οι ευχαριστίες μου στον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Ένωσης, κ. Λευτέρη Τζόκα, όλα τα Μέλη του Δ.Σ., καθώς και στην Κριτική Επιτροπή.
    Μπορείτε στη συνέχεια να διαβάστε και το διήγημα:

Το πρώτο λαχείο

     Πάνε κάπου σαράντα χρόνια από τότε που η Στεφανία είχε τραυματιστεί στην Κέρκυρα, σ’ ένα αυτοκινητικό ατύχημα κι έμεινε με βαριά αναπηρία, μόλις είχε κλείσει τα είκοσι έξι της. Ένα μικρό φορτηγό την είχε χτυπήσει λίγο έξω από το κέντρο της πόλης του νησιού κι από τότε δεν ξαναπερπάτησε. Καθηλώθηκε στο κρεβάτι και μπορούσε να μετακινηθεί μόνο με βοήθεια και με αναπηρικό καροτσάκι. Τί ειρωνεία της τύχης, όμως, και τί λαχείο ήταν αυτό που της έδωσε η ζωή, σ’ αυτή τη γεμάτη σφρίγος ηλικία! Μόλις λίγες μέρες πριν είχε πάρει στα χέρια της το μεταπτυχιακό τίτλο στην κοινωνιολογία, ύστερα από το πτυχίο γεωπονίας που είχε προηγηθεί με άριστα και ήταν έτοιμη ν’ ανοίξει τα φτερά της για να πετάξει στη ζωή.
     Τί και δεν είχαν κάνει οι γονείς της για να μπορέσει να περπατήσει, έστω και με πατερίτσες, που πίστευαν ότι σιγά-σιγά θα τις πέταγε κι αυτές και θα ήταν όπως και πριν, έστω και με κάποια μικρή δυσκολία. Πούλησαν χωράφια, πούλησαν ζωντανά, δανείστηκαν κιόλας από δικούς τους ανθρώπους, μα μάταια. Γιατροί κι άλλοι γιατροί, φάρμακα κι άλλα φάρμακα, λεφτά κι άλλα λεφτά, κάμποσα ταξίδια στο εξωτερικό, όλα πήγανε στράφι.
     Σ’ όλη της αυτή τη δοκιμασία, στάθηκε ακούραστος δίπλα της και ο Γρηγόρης, το παλληκάρι με το οποίο από το σχολειό υπήρχε μια αμοιβαία έλξη και σκέψη να ενώσουν τις ζωές τους. Παρ’ όλο που η σχέση τους δεν είχε επισημοποιηθεί, παρ’ όλο που στην κλειστή κοινωνία του οικογενειακού και κοινωνικού τους κύκλου δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό, ως το ανεπίσημο, ο Γρηγόρης τη στήριζε με όλες του τις δυνάμεις και όλα του τα αισθήματα. Μαζί στο πήγαιν’-έλα στους γιατρούς, μαζί στα ταξίδια στο εξωτερικό για την υγεία της, και πάντα με ενδιαφέρον και πάντα με πολλές ελπίδες. Η κόπωση όμως άρχισε να φαίνεται στα μάτια του κι αυτό το έβλεπε η Στεφανία, ειδικά όσο πέρναγε ο καιρός και οι ελπίδες σιγόσβηναν.
    Τρία χρόνια μετά το σοβαρό ατύχημά της, βρήκε τη δύναμη και πήρε την οριστική απόφαση να «απομακρύνει» από κοντά της το Γρηγόρη. Όσο κι αν το θεωρούσε δυσβάστακτο για την ίδια, όσο κι αν ένοιωθε ότι τον είχε ανάγκη, όσο κι αν διαισθανόταν ότι ο χωρισμός τους θα της επιδείνωνε την κατάσταση σε κάθε τομέα, κυρίως όμως συναισθηματικά, έπρεπε να το κάνει. Ήταν πλέον ξεκάθαρο μέσα της ότι δεν μπορούσε να τον κρατήσει κοντά της, αφού οι προοπτικές να φτιάξει τη ζωή της μαζί του εξανεμίζονταν μαζί με τα όνειρά της. Με την κοπέλα που συνδέθηκε αργότερα ο Γρηγόρης έκαναν οικογένεια σε μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό τη Στεφανία την έκανε και να πονέσει, όπως ήταν αναμενόμενο, αλλά και ν’ ανακουφιστεί, γιατί του αναγνώριζε κάθε δικαίωμα να φτιάξει τη δική του ζωή.
     Σε όσους προσπαθούσαν να βρούνε να της πούνε δυο λόγια και να την ενθαρρύνουν στις δυσκολοδιάβατες ανηφοριές της, κούναγε το κεφάλι απελπισμένη και η απάντησή της ήταν στερεότυπη: «Ήμουνα νιά και γέρασα»! Στην πραγματικότητα, όμως, δεν το έβαζε κάτω. Με πολλή θέληση είχε εξασκήσει τη δύναμη των χεριών της και με τη βοήθεια ενός δεύτερου ατόμου ανέβαινε σχετικά εύκολα από το κρεβάτι στο καροτσάκι και γύριζε σχεδόν καθημερινά την πόλη. Οι γονείς της είχαν προσθέσει και κατάλληλη ράμπα στα πέντε σκαλοπάτια από το δρόμο στο σπίτι τους κι αυτό ήταν μεγάλη ευκολία για το παιδί τους.    
     Έβλεπε η Στεφανία και τη φυσική φθορά των γονιών της, που ο καημός του μονάκριβου παιδιού τους είχε επισπεύσει τα γεράματά τους. Τότε πήρε άλλη μια μεγάλη απόφαση: Τούς ζήτησε να τη βάλουν στο ίδρυμα αναπήρων, αφού η ζωή της έβαινε οριστικά σε αδιέξοδο και θα γινόταν πολύ μεγαλύτερο μετά απ’ αυτούς. Αντέδρασαν πολύ αρνητικά στην επιθυμία της, τελικά όμως τους κατάφερε. Το γάμο της Γιώτας με τον Ανέστη, τρόφιμων του ιδρύματος και των δύο με ελαφρά αναπηρία, που έγινε και πρωτοσέλιδο στις τοπικές εφημερίδες, τον χρησιμοποίησε κατάλληλα και συνετέλεσε κάπως θετικά σ’ αυτό: στους γονείς της έλεγε επίμονα ότι εκεί θα βρει κοινά ενδιαφέροντα με ανθρώπους της ηλικίας της και οι αντιρρήσεις τους σιγά-σιγά κάπως άρχισαν να κάμπτονται. Όχι πως πίστεψαν ποτέ ότι θα εύρισκε και η ίδια μια τέτοια τύχη εκεί, αλλά έβλεπαν και οι ίδιοι ότι τα γεράματα ήρθαν.
     Μετά την εγκατάστασή της στο ίδρυμα, οι γονείς της την επισκέπτονταν ο ένας το πρωί και ο άλλος το απόγευμα κάθε μέρα. Κοντινούς συγγενείς δεν είχαν πολλούς, που και αυτοί οι λίγοι άρχισαν σταδιακά να απομακρύνονται.
     Από τις πρώτες της δραστηριότητες στο ίδρυμα αναπήρων, ήταν να βγαίνει με τις ημερήσιες άδειές της και να γυρίζει όλη την πόλη, συνήθεια που είχε και πριν. Τις Κυριακές εκκλησιαζόταν, ενώ πολύ συχνά τα απογεύματα πήγαινε σε προβολές κινηματογραφικών ταινιών, σε θεατρικές παραστάσεις κι άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, γεμίζοντας έτσι ευχάριστα τη ζωή της. Γενικά η πνευματική καλλιέργεια ήταν πάντα στα πρώτα της ενδιαφέροντα και τα βράδια και τις κρύες και βροχερές μέρες το διάβασμα γινόταν μια άλλη ευχάριστη κι αγαπημένη της διέξοδος. Οι υπόλοιποι συνασθενείς της κι όλο το προσωπικό του ιδρύματος τη θαύμαζαν και την είχαν βαφτίσει «βιβλιοφάγο».
     Αργότερα, και με την άδεια της διοίκησης του ιδρύματος, εξασφάλισε  πρόσβαση στο μαγειρείο. Τα διάφορα γλυκίσματα και τα κέικ που έφτιαχνε εκεί, σε συνεργασία με το προσωπικό, γινόταν ανάρπαστα και πάντα τα απολάμβαναν όλοι με όλες τους τις αισθήσεις και τις καλύτερες κριτικές τους: το «μμμμμ!» της απόλαυσης!  
     Ολοένα όμως κάτι την «έτρωγε» μέσα της: Οι σκέψεις πως πολλές φορές τα όνειρα γκρεμίζονται, κομματιάζονται, συνθλίβονται, γίνονται σκόνη, «ονειρόσκονη», όπως έλεγε συχνά. Την απασχολούσε και η πραγματικότητα, πως οι αναμνήσεις ζουν ακέραιες, δεν κομματιάζονται και δεν γίνονται «αναμνησόσκονη». Μ’ αυτές τις αναμνήσεις αποφάσισε υπηρετήσει τις φιλοδοξίες και να τις πραγματοποιήσει με άλλους σχεδιασμούς: να διδάξει, να παραδειγματίσει, να αφυπνίσει, να μοιράσει αγάπη, παιδεία και πολιτισμό, αξιοποιώντας τις επιστήμες της, μα προ πάντων τη θέλησή της και τη δυναμική της που ποτέ δεν της έλειψαν. Κάτι που ακόμα περισσότερο ήθελε να διώξει μακριά από πάνω της, ήταν ο οίκτος με τον οποίο έβλεπε να την αντιμετωπίζουν κάποιοι άνθρωποι του κοντινού και του μακρινού περιβάλλοντός της. Έτσι, σε συνεργασία με τον τοπικό δήμο, συλλόγους κι άλλους φορείς, γρήγορα άρχισε να διοργανώνει με πολλή μεγάλη επιτυχία ομιλίες, διαλέξεις και συνέδρια, με θέματα γεωπονίας και κοινωνιολογίας, σε συνεδριακά κέντρα, σε αίθουσες του Δήμου και σε σχολεία.
     Σύντομα η φήμη της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του νησιού της κι έγινε αντικείμενο θαυμασμού και για τη δράση της αυτή, κυρίως όμως για τον αγώνα της και τη θέλησή της για τη ζωή. Τα θέματα τα οποία ανέπτυσσε ανακοινώνονταν έγκαιρα μέσω του Τύπου και συνέρεαν και τα παρακολουθούσαν επιστήμονες από πολλές πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού.
     Όσο, όμως, κι αν όλες αυτές οι πολυδιάστατες  δραστηριότητες της έδιναν ζωή, έρχονταν ώρες που ένοιωθε το Γολγοθά της όλο και πιο ανηφορικό. Της έλειπε πάνω απ’ όλα η οικογένεια, η ελεύθερη κίνηση, ο χορός, η άθληση, ο περίπατος στο δάσος και στην παραλία, το κολύμπι, όπως και κάθε τι ακόμα που για τον καθένα θεωρείται δεδομένο. Τα προβλήματα υγείας που συσσωρεύονταν το ένα μετά το άλλο όσο τα χρόνια περνούσαν, στα εξήντα της τής είχαν περιορίσει κατά πολύ την κινητικότητα, που ήταν η κύρια δύναμη που της έδινε ζωή το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Η ανημπόρια και ο θάνατος των γονιών της επέδρασαν ακόμα πιο αρνητικά στην ψυχολογία της, αφού δεν είχε άλλον κοντινό συγγενή να νοιώσει στήριξη. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μια ψυχιατρική διάγνωση, αυτή της κατάθλιψης, φαινόταν ότι είχε επιδεινώσει κι εκείνη με το δικό της τρόπο την υγεία της και τη συμπεριφορά της.  Ακμαιότατη πάντα η αντίληψή της, όμως, αντιλαμβανόταν τη συμπάθεια και σε κάποιες περιπτώσεις τον οίκτο του προσωπικού του ιδρύματος, που τόσα χρόνια τους γνώριζε και αυτούς ένοιωθε για δικούς της ανθρώπους. Αυτό την καταρράκωνε ακόμα περισσότερο, αφού είχε αναγκαστεί να περιορίσει και πολλές ζωτικής σημασίας δραστηριότητες για την ίδια και παντού ήταν αναγκασμένη να ζητά τη βοήθειά τους, ακόμα και σε πολύ απλά πράγματα.
     Ένα μουντό χινοπωριάτικο απόγευμα, μουντό στην ατμόσφαιρα και μαύρο για τη Στεφανία, μια πολύ ευχάριστη έκπληξη ήρθε να της αλλάξει τη διάθεση: Πήγε και την επισκέφθηκε ο πρωτοξαδερφός της ο Χαράλαμπος, που είχε έρθει από την Αυστραλία. Ούτε και η ίδια τον γνώρισε κι αυτός με τη βοήθεια του προσωπικού ενημερώθηκε πως ήταν στο δεύτερο από τα τρία κρεβάτια του θαλάμου. Ο χρόνος είχε αφήσει αμείλικτα το πέρασμά του επάνω και στους δυο τους.
     Χαρές και ξεφωνητά μόλις γνωρίστηκαν! Είχαν να ειδωθούν από το σχολείο και τα συναισθήματα ήταν απερίγραπτα, αφού πάντα τους άρεσε η παρέα που έκαναν στα παιδικά τους χρόνια. Η Στεφανία άρχισε να γελάει, να λάμπει το πρόσωπό της, να θέλει προσέξει τον εαυτό της. Όλη αυτή τη χαρά ήρθε να την απογειώσει μια πρόταση του ξαδέρφου της, που είχε και το όνομα του παππού τους. Προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει να βγούνε μαζί έξω, να πάνε στο θέατρο και μετά να φάνε στο καλύτερο εστιατόριο του νησιού!
     Με τη βοήθεια του προσωπικού φόρεσε το φόρεμα που κάποτε φόραγε μόνο στην Ανάσταση. Ο Χαράλαμπος την πήρε με το καροτσάκι και βγήκαν έξω, περιμένοντας κάτω από τα σκαλιά, μέχρι να έρθει το αυτοκίνητο που είχε ειδοποιήσει ο ίδιος.
     Πόσο καιρό είχε να κατέβει τις σκάλες του ιδρύματος! Πόσο καιρό είχε να νοιώσει το χάδι του αέρα στο πρόσωπό της, ν’ ακούσει το ρυθμικό ήχο από τα πέταλα των αλόγων που έσερναν τις άμαξες, να νοιώσει τη μυρωδιά από την αλμύρα και το ιώδιο της θάλασσας, να φτάσει καθαρά στ’ αυτιά της το σφύριγμα του καραβιού που έμπαινε στο λιμάνι… Με μια βαθειά ανάσα, με χαμόγελο ευτυχίας, με το άνοιγμα των χεριών της και το κλείσιμο των ματιών της απόλαυσε όλα αυτά που τόσο είχε στερηθεί και που κάποτε ήταν καθημερινό κομμάτι της ζωής της.
     Τότε πέρασε από μπροστά τους ένα πλανόδιος λαχειοπώλης, με μια τσάντα στον ώμο και τέσσερα πέντε λαχεία που κράταγε σε κάθε χέρι.
    «Πάρτε λαχεία! Μείνανε τα τελευταία και είναι τυχερά!», τους είπε. Αμέσως η Στεφανία, με έκδηλη την ευτυχία κι ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό της, του απάντησε:
     «Τί να τα κάνω τα δικά σου λαχεία, φίλε μου! Το λαχείο που κέρδισα εγώ απόψε, αξίζει πολύ περισσότερο από τον πρώτο λαχνό αυτών που κρατάς!».

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.12.2019
( Σύντομο βιογραφικό δείτε ΕΔΩ )






Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Προσμονή πρωτοχρονιάς (ποίημα)


Κι αν την πλάτη μας βαραίνει
ένας παραπάνω χρόνος,
η ζωή μας κι αν κονταίνει
κι αν ανηφορίζει ο δρόμος,

με ελπίδες και με δώρα,
φώτα και βεγγαλικά
θα προσμένουμε την ώρα
που ’ρχεται πρωτοχρονιά!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 11.12.2019

«Αρνάδες, κατσ’κάδες»!



     Ένα πολύ όμορφο έθιμο που συναντάμε κυρίως στην Ήπειρο, ανήμερα τα Χριστούγεννα, είναι και το εξής:
     Αμέσως με το που θα γυρίσουν από την Εκκλησία, μετά τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, ρίχνουν στη φωτιά μικρά κλωνάρια χλωρού πουρναριού. Εκείνα μόλις αρχίσουν να καίγονται, τρίζουν, «σκάνε», κάνοντας έναν θόρυβο λες και ακούγεται πολυβόλο! Τότε εύχονται στο νοικοκύρη και μεταξύ τους: 
     «Χρόνια πολλά! Αρνάδες, κατσ'κάδες». 
     Η ευχές «αρνάδες, κατσ'κάδες» και «νύφες, γαμπρούς», φαίνεται να έχει την ίδια βαρύτητα με την κατ' εξοχήν ευχή της ημέρας, τα «χρόνια πολλά». Εύχονται έτσι να γεννηθούν θηλυκά αρνιά και κατσίκα για ν’ αυγατίσει το κοπάδι και να πάει καλά η οικονομία του σπιτιού! 
     Αμέσως μετά τα κορίτσια, που σημειωτέον δεν πάνε (δεν πήγαιναν) για κάλαντα την παραμονή, παρά μόνο τ' αγόρια, κάνουν επισκέψεις στα σπίτια του χωριού, κρατώντας κι εκεί στα χέρια τους μικρά κλωνάρια χλωρού πουρναριού. Μπαίνοντας κάνουν το ίδιο και δίνουν τις ίδιες ευχές. Μετά τις ευχαριστίες των νοικοκυραίων, την ανταπόδοση των ευχών και το καθιερωμένο κέρασμα, φεύγουν για το επόμενο σπίτι.  
     Δείτε το σύντομο σχετικό βίντεο:



Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 11.12.2019

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

Η αλισίβα: παρασκευή και συνηθέστερες χρήσεις



     Η γνωστή σε πολλούς αλισίβα που έφτιαχναν οι άνθρωποι στα νοικοκυριά τους, ήταν εύκολη στην παρασκευή της, εύχρηστη στην καθαριότητα και σε πολλές ακόμα ανάγκες του σπιτιού μέχρι πρόσφατα και, όπως πολλά ακόμα είδη πρώτης ανάγκης και χρήσεως, έδωσε τη θέση της σε προϊόντα της τεχνολογίας και του του εμπορίου. 
     Παρασκευάζεται από στάχτη καμένων ξύλων και νερό, με τον εξής τρόπο: Αφού απομακρύνουμε από τη στάχτη τα μικρά και τα μεγάλα κάρβουνα (καλύτερος τρόπος είναι το κοσκίνισμα), την βάζουμε να βράσει με ανάλογη ποσότητα νερού, κατά προτίμηση βρόχινου (συνήθως μισή έως μία κουταλιά της σούπας ανά λίτρο νερού). Μετά το βράσιμο την αφήνουμε να κατακάτσει στον πάτο του σκεύους που έβρασε και με προσοχή παίρνουμε το υποκίτρινο νερό με κάποιο άλλο σκεύος, π.χ. κουτάλα, χωρίς τη στάχτη από τον πάτο, φυσικά. Η αλισίβα μας είναι έτοιμη!
     Πασίγνωστες οι χρήσεις της στην καθαριότητα, ιδίως στις μεγαλύτερες νοικοκυρές. Τα ρούχα που πλένονται με αλισίβα, πραγματικά αστράφτουν κι αυτό φαίνεται καλύτερα στα λευκά, χωρίς να κινδυνεύουν τα ίδια και τα χέρια από τις φθορές και τα καυστικά των χημικών απορρυπαντικών. Μία ακόμα χρήση της στην καθαριότητα είναι στο λούσιμο. Ίσως το καλύτερο προϊόν του εμπορίου (σαμπουάν), να μη μπορεί να δώσει στα μαλλιά τόση απαλότητα, όση η αλισίβα με το πράσινο σαπούνι!
     Η τεχνική της μπουγάδας με αλισίβα είναι η εξής: Πρώτα σαπουνίζονται τα ρούχα με το γνωστό τρόπο στη σκάφη. Μετά από ένα ξέβγαλμα τοποθετούνται σε μεγάλο κοφίνι, το «μπουγαδοκόφινο» διπλωμένα και με σειρά, το ένα πάνω στο άλλο, αφού πρώτα απλωθεί εσωτερικά του ένα μεγάλο πανί (π.χ. σεντόνι), το «μπουγαδόπανο» ή «σταχτόπανο», με τρόπο που να τα τυλίξει και να τα σκεπάσει. Όταν το κοφίνι γεμίσει, σκεπάζονται τα ρούχα με τις γωνίες του μπουγαδόπανου. Στη συνέχεια ρίχνουν οι νοικοκυρές λίγη-λίγη την αλισίβα επάνω τους, ώστε αργά αργά να «ποτίσουν» και να μείνουν έτσι για δύο-τρεις ώρες. Στο ξέβγαλμα και μετά στο άπλωμα καμαρώνουν την καθαριότητά τους!
     Οι  καθαριστικές ιδιότητες της αλισίβας οφείλονται στο ανθρακικό κάλιο που έχει η στάχτη και διαλύει τα λίπη και γενικά τους δύσκολους λεκέδες.
     Το κοφίνι της μπουγάδας χρησιμοποιείται και ως «ήπια» ύβρις, με τη φράση «της μάνας σου το μπουγαδοκόφινο»! Αυτή μπορεί να σημαίνει τα «άπλυτα» της μάνας «σου», με την πραγματική και τη μεταφορική έννοια, αλλά μπορεί και να υπονοεί κάτι πολύ πιό χυδαίο και εξαιρετικά υβριστικό.
     Εκτός από καθαριστικό μέσο, η αλισίβα χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική, ειδικά στην παρασκευή των κουραμπιέδων, του μούστου και του πετιμεζιού. Οι απειροελάχιστες ποσότητες ανθρακικού καλίου που παίρνουμε με την κατανάλωση των προϊόντων αυτών, δεν είναι καθόλου επιβλαβείς. Αντίθετα, θεωρούνται ευεργετικές, γιατί καθαρίζουν και το έντερο από τους παθογόνους μικροοργανισμούς.    

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 25.11.2019
( Σύντομο βιογραφικό δείτε  ΕΔΩ )