Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019


Γιορτή ψωμιού στον Πειραιά!

     Πόσες, στ’ αλήθεια, δραστηριότητες, που απαιτούσαν πολύ αγώνα, ήταν όμως «ραχοκοκαλιά» στη ζωή του ανθρώπου μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, συναντάμε σήμερα ως «γιορτές»! Π.χ., γιορτή τσίπουρου, γιορτή κάστανου, γιορτή τρύγου, γιορτή φασολάδας κι ένα σωρό ακόμα! Καθόλου τυχαία, φυσικά, γιατί και τότε είχαν το χρώμα της γιορτής, αφού συμμετείχαν όλοι, πολύ συχνά και τα βρέφη μέσα στην κούνια σε μια άκρη του χωραφιού!  Η συγκομιδή, άλλωστε, ήταν χαρά και γιορτή για το σπίτι, την οικογένεια και την κοινωνία, αφού έφερνε τον πλούτο.
     Μια τέτοια «γιορτή» διοργανώνουν αυτές τις μέρες στο Πασαλιμάνι στον Πειραιά (πλατεία Κανάρη), ο  Σύνδεσμος Αρτοποιών Πειραιώς και Νήσων (Σ.Α.Ν.Π.) και οι «Μύλοι Λούλη». Εκεί, εκτός από την προμήθεια ψωμιού, προσφέρονται δωρεάν στον επισκέπτη και διάφορα αρτοσκευάσματα. Σ’ έναν από του χώρους της έκθεσης, η αλευροβιομηχανία «Λούλη», αναπαριστά σε μικρογραφία τον παραδοσιακό αλευρόμυλο και τη λειτουργία του, σε κατασκευή από ξύλο. Δείτε παρακάτω τις εικόνες και το σύντομο βίντεο. Μπορείτε ακόμα να δείτε σχετικό άρθρο μου στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS, ΕΔΩ .
     Σημειώνεται, τέλος, ότι:
     1: Η παρούσα ανάρτηση δεν γίνεται για προβολή/διαφήμιση της προαναφερόμενης αλευροβιομηχανίας, αλλά για την αναφορά στην παράδοση.
     2: Οι  φωτογραφίες και το σύντομο βίντεο που ακολουθούν, είναι με τη σύμφωνη γνώμη των παραγόντων τη έκθεσης.





Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 22.9.2019
(Σύντομο βιογραφικό δείτε ΕΔΩ)

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019


Μια παλιά σχολική τσάντα διηγείται…


Αφιερώνεται στον Πρόεδρο του Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας, κ. Παναγιώτη Φράγκο, που χάρη στο πείσμα του και στους άοκνους αγώνες του, δημιουργήθηκε και λειτουργεί στο χωριό μας ένα από τα λίγα πολυθεματικά Λαογραφικά Μουσεία στην Ελλάδα, το Κέντρο Λαογραφίας και Λειβαρτζινής Παράδοσης (ΚΕ.ΛΑ.ΛΕΙ.ΠΑ.)   


     Η "διήγηση" έγινε σ’ ένα επισκέπτη του λαογραφικού μουσείου κάποιου ορεινού χωριού της Στερεάς Ελλάδος, στο οποίο η γερασμένη σχολική τσάντα αποτελούσε έκθεμα. Ο επισκέπτης αυτός, το πιθανότερο συνομήλικός της, πέρασε από πολλά άλλα εκθέματα, όμως μπροστά της σταμάτησε περισσότερο και το βλέμμα του έμεινε αρκετή ώρα κολλημένο σ’ αυτήν. Μια μικρή πλαστικοποιημένη ετικέτα που ήταν καρφιτσωμένη επάνω της έγραφε: «Η πρώτη σχολική τσάντα του Αρεοπαγίτη Αριστείδη Βάλαρη στο δημοτικό. Σχολικό έτος 1955-56». Φαίνεται πως κάποιες προσωπικές του αναμνήσεις άρχισαν μέσα του να ξυπνάνε κι αυτό η τσάντα το κατάλαβε. Χωρίς χρονοτριβή άρχισε αμέσως να του "διηγείται" τη δική της ιστορία:

     «Καλώς ήρθατε, κύριε! Βλέπω τα μάτια σας που με κοιτάνε με συμπάθεια και νοσταλγία κι από κει παίρνω το θάρρος να σας μιλήσω για τη ζωή μου. 
     Γέρασα, καλέ μου κύριε, και γέρασα ξεχασμένη και περιφρονημένη! Πάνε κάπου περισσότερα από πενήντα χρόνια τώρα, που το αφεντικό μου με παράτησε μέσα σε μια παλιά αποθήκη με πολλά άλλα άχρηστα πράγματά του. Για καλή μου τύχη, είχα και δυο βιβλία κι ένα τετράδιο μέσα και δεν ένοιωθα πολλή μοναξιά, αλλά καταπλακωμένη καθώς ήμουν, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Έλεγα πως θα σαπίσω εκεί. Το φώς της ημέρας είχα ξεχάσει πώς είναι. Άσε που με είχε πνίξει η σκόνη! Ένα παχύ στρώμα είχε κάτσει επάνω μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε το χρώμα μου! Σύννεφο σηκώθηκε με το που με έβγαλαν και με τίναξαν! Το ότι άντεξα το χρωστάω στο καλό δέρμα με το οποίο είμαι φτιαγμένη και την καλή επεξεργασία που του έκανε ο τεχνίτης. Και ευτυχώς πώς, που χρειάστηκε να διαμορφώσουν και να φτιάξουν δωμάτιο την αποθήκη τους για το εγγονάκι τους που πριν λίγο καιρό είχε γεννηθεί κι έτσι είχα κι εγώ καλή τύχη και βρήκα μια θέση που νομίζω ότι  μού αξίζει!
     Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ήμουν σ’ ένα ράφι μεγάλου βιβλιοπωλείου στην Αμερική και καμάρωνα για την περίοπτη θέση μου. Πολλοί πελάτες ρωτούσαν για την αξία μου το βιβλιοπώλη, αλλά πάντα προτιμούσαν κάποια άλλη, φθηνότερη. Ένα φθινοπωρινό πρωινό, μπήκε ένας φίλος του βιβλιοπώλη στο μαγαζί, που πέρναγε συχνά από εκεί και τα λέγανε. Θυμάμαι ακόμα την κουβέντα τους στα Ελληνικά εκείνη την ημέρα:
     “Καλημέρα, Σάββα! Τί κάνεις;”.
     “Καλώς τον Πέτρο! Καλά! Εσύ;… Έχεις κάνα νέο από την Ελλάδα”.
     “Χτες είχα γράμμα από τον αδελφό μου το Σωτήρη και πολύ το χάρηκα! Ο γιος του ο Αρίστος είναι πολύ καλός μαθητής και θέλω να τού στείλω μια καλή τσάντα για το σχολείο, έτσι σαν έπαθλο για τις επιδόσεις του”!
     “Μπράβο! Συγχαρητήρια στον ανιψιό σου! Καλή πρόοδο! Αν θες να  με ακούσεις, θα πάρεις αυτή την τσάντα, που είναι αθάνατη. Θα την έχουν και όλα τα μικρότερα αδέλφια του”, κι έδειξε εμένα.
     Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο κύριος Πέτρος, έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε ένα κάμποσα δολάρια.
     “Αφού μου το λες εσύ, θα την πάρω! Κατέβασε τη!”, είπε στο φίλο του το Σάββα.
     Σε λίγο βρισκόμουν προσεκτικά πακεταρισμένη από τα χέρια του βιβλιοπώλη, έτοιμη για το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι μου, που κράτησε κάνα μήνα. Κουνήθηκα, κτυπήθηκα μαζί με άλλες αποσκευές/συνταξιδιώτες στο υπερωκεάνιο, αλλά φτάσαμε όλοι σώοι στον Πειραιά. Σε λίγες μέρες που άνοιξαν το δέμα στο σπίτι του νέου μου φίλου, του Αρίστου, επιφωνήματα ενθουσιασμού γέμισαν τον αέρα! Προσωπικά να σου πως απογοητεύτηκα, με το που βγήκα και είδα το φτωχόσπιτό τους, γιατί εγώ ήμουνα αλλιώς μαθημένη… Ακολούθησαν ευχές από τους γονείς και τους παππούδες του Αρίστου, μόλις με έδωσαν στα χέρια του, μα εκείνος ο καημένος είχε μείνει αποσβολωμένος.
     “Θα με κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά, που εκείνα θα εξακολουθούν να έχουν ταγάρια για τα βιβλία τους και τα τετράδιά τους…”. “Και το δικό μου το ταγάρι, που έχω μέχρι σήμερα, τί θα το κάνω;…”. “Έπειτα, αυτή η τσάντα είναι μεγάλη για μένα…”, ήταν κάποιες από τις αντιρρήσεις του.
     “Αν είναι λίγο μεγάλη τώρα, σε λίγο που θα μεγαλώσεις θα σου είναι τέλεια. Τ’ άλλα παιδιά δεν θα σε κοροϊδεύουνε. Θα σε θαυμάζουνε και θα ζηλεύουνε”, του απάντησαν εκείνοι.
     Όμως, τ’ άλλα παιδιά ποτέ δεν έδειξαν θαυμασμό για τον Αρίστο! Από την πρώτη στιγμή που με είδαν στα χέρια του, ομαδική καζούρα και χειρονομίες και πράξεις εκφοβισμού γνώριζε από τους “φίλους” του, και συχνά γύριζε κλαμένος στο σπίτι. Μέχρι και οι γονείς του τον συνόδευαν στο σχολειό, για να εμποδίσουν τις φραστικές επιθέσεις και τις χειρονομίες των άλλων εναντίον του. Χρειάστηκε πολύς καιρός να εκτονωθεί αυτή η κατάσταση και να ξεπεράσει τους φόβους και τις ντροπές ο Αρίστος…
     Μετά τον Αρίστο με πήρε ο αδελφός του ο Θανάσης και μετά η αδελφή τους η Σωτηρία. Άλλαξα κάνα δυο χέρια ακόμα σε ξαδέλφια τους και τελικά κατέληξα σε μια αποθήκη, όπου εκεί έμεινα πολλά χρόνια. Πόσα, μην με ρωτάς. Δεν ξέρω!...
     Κάποια στιγμή, μπήκαν δύο άνθρωποι στην αποθήκη να την καθαρίσουν. Τα χέρια που με βρήκαν, ήταν έτοιμα να με πετάξουν μαζί με τ’ άλλα άχρηστα αντικείμενα στα σκουπίδια. Τότε ακούστηκε η φωνή του δεύτερου ατόμου που βοηθούσε στον καθαρισμό και με είδε:
     “Τί είναι’ αυτό;”.
     “Για παλιά σχολική τσάντα μοιάζει…”.
     Αμέσως με πήρε εκείνος στα χέρια του και με χτύπησε δυο τρεις φορές στον τοίχο να φύγει από πάνω μου η σκόνη. Αμέσως άρχισε να φτενίζεται. Με άνοιξε με δυσκολία, αφού η μικρή κλειδαριά μου είχε σκουριάσει και ξεφύλλισε τα βιβλία και το τετράδιο.
     “Ρε συ! Αυτή είναι η τσάντα του θείου του Αρίστου από το δημοτικό!”, είπε με πολύ ενθουσιασμό!
     “Ε, και;”, απάντησε ο άλλος.
     “Τί ΄΄ε, και΄΄”; Θα συγκινηθεί πολύ άμα τη δει!”.
     Με φύλαξαν σε μια γωνιά του σπιτιού και σε λίγες μέρες βρισκόμουν στα χέρια του πρώτου αφεντικού μου, του Αρίστου, παππούς πλέον! Πόσα θυμηθήκαμε μαζί από τα νιάτα μας! Πόσες συγκινήσεις νοιώσαμε!... Ευχάριστα, δυσάρεστα, εύκολα, δύσκολα, ανακατεύτηκαν όλα στις θύμησές μας.
      Σε λίγο που ήρθε και η γυναίκα του, της ανακοίνωσε την απόφασή του:
     “Αύριο κιόλας, θα την παραδώσω στον υπεύθυνο του λαογραφικού μουσείου! Πιστεύω να τον ενδιαφέρει…”.
     Έτσι κι έγινε! Με καθάρισε πολύ καλά το παλιό μου αφεντικό, μου φρεσκάρισε το χρώμα μου με βερνίκι και όπως βλέπετε, εδώ βρήκα παλιούς και καλούς φίλους μου: δυο θρανία δεξιά μου, ο παλιός σχολικός πίνακας απέναντι κι από την άλλη μεριά κάποια βιβλία της εποχής μας. Ξανασμίξαμε όλοι μαζί ύστερα από τόσα χρόνια στην ίδια σχολική αίθουσα που ανταμώναμε και τότε. Λέμε συχνά τα δικά μας, τις αναμνήσεις μας τα παράπονά μας, τις χαρές μας και τις στενοχώριες μας… Άλλοτε κλαίμε κι άλλοτε γελάμε… Περνάμε πολύ καλά, όμως! Γνωρίσαμε και κάναμε και πολλούς άλλους φίλους εδώ, συνομίληκους, μεγαλύτερους, αλλά και μικρότερους: υφαντά, πλεκτά, εργόχειρα, εργαλεία της γης, σκεύη του σπιτιού, εθνικές και πολεμικές ενδυμασίες, όπλα από τους πολέμους… Ευτυχώς που κάποιοι άνθρωποι έχουν παραπάνω ενέργεια και ευαισθησίες και φροντίζουν για τα μουσεία, γιατί αλλιώς, ούτε κι εσείς θα μας γνωρίζατε, ούτε κι εμείς θα μπορούσαμε να σας διηγηθούμε την ιστορία μας!...».
-------------------------------------------

Σημείωση: Πιθανή ομοιότητα με ονόματα, είναι τυχαία.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 13.9.2019
( Σύντομο βιογραφικό δείτε ΕΔΩ )

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Για μια σοκολάτα! (Διήγημα)



     Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ξημέρωσε Σάββατο και χαράς ευαγγέλια για τα παιδιά του γυμνασίου του Σοποτού: Θα πήγαιναν στα χωριά τους, στους δικούς τους, όπως κάθε Σάββατο, αφού όλη τη βδομάδα έμεναν εκεί για το σχολείο τους!  
     Με άλλη, πολύ διαφορετική και χαρούμενη διάθεση σηκώθηκε πρωί-πρωί και ο Θοδωρής και ετοίμασε βιαστικά τα βιβλία στην τσάντα του. Έφαγε δυο μπουκιές ψωμί για «πρωινό», που κι αυτό είχε ξεραθεί έξι μέρες τώρα κι έφυγε για το σχολείο. Μαζί του πήρε και μια άλλη, φθαρμένη νάιλον τσάντα, με τα λίγα άπλυτα ρούχα του μέσα, για να μην είναι αναγκασμένος να γυρίσει σπίτι μετά το μάθημα, με κίνδυνο να χάσει το λεωφορείο. Αυτή την τσάντα την είχε ετοιμάσει από το βράδυ, την είχε δέσει καλά, έτσι που να μην φαίνεται το περιεχόμενό της και τον κορόιδευαν τ' άλλα παιδιά! Τελευταία κίνηση πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, ήταν να βεβαιωθεί ότι είχε στην τσέπη του τις τελευταίες του δραχμές, ίσα-ίσα που έφταναν για το μαθητικό εισιτήριο.
     Στους συμμαθητές του που συνάντησε στο δρόμο, απάντησε ότι μέσα στη δεμένη τσάντα είχε μια παραγγελία του πατέρα από την αγορά, όταν η περιέργειά τους και η «ετοιμότητα» για πειράγματα τα έκαναν να τον ρωτήσουν τί περιείχε. Πείστηκαν εκείνα κι άρχισαν άλλες κουβέντες, που περιστρέφονταν, πού αλλού, στα χωριά τους που θα πήγαιναν το μεσημέρι και μια βδομάδα τώρα είχαν νοσταλγήσει τους δικούς τους και τα σπίτια τους.
     Κάθε μάθημα που τελείωνε, κάθε διάλειμμα που ερχόταν, κάθε λεπτό  που πέρναγε, έφερνε πιο κοντά το πάντα πολυπόθητο ταξίδι της επιστροφής! Στο τρίτο διάλειμμα ο Θοδωρής είδε μια συμμαθήτριά του να τρώει σοκολάτα. Τί ήταν να τη δει! Του τρέξανε τα σάλια και του φάνηκε ότι θα λιποθυμήσει από τη λιγούρα, μα προσπάθησε να το ξεπεράσει. Αδύνατο όμως, αφού δεν έφευγε με τίποτα από το μυαλό του η εικόνα και προπάντων η λαχτάρα. Όσο κι αν μέτραγε και ξαναμέτραγε τις λίγες δραχμούλες που είχε στην τσέπη, αυτές έφταναν μόνο για το εισιτήριο. Τότε άρχισαν οι σκέψεις και τα ερωτηματικά να έρχονται βασανιστικά το ένα μετά το άλλο:
     «Θα πάρω μια σοκολάτα και θα πάω με τα πόδια στο χωριό!...». «Μα είναι είκοσι έξι χιλιόμετρα δρόμος!... Θα φτάσω αργά…». «Ε, και; Τί έγινε! Σάμπως θα είναι η πρώτη φορά ή η τελευταία;». Αυτά στριφογύρισαν ελάχιστα λεπτά στο μυαλό του και χωρίς άλλη αναβολή κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα στο μικρό κυλικείο της κυρά-Χαρίκλειας, που ήταν και επιστάτρια και καθαρίστρια και πάντα έδειχνε την αγάπη της στα παιδιά.
     Τί το ήθελε κι αυτή η χριστιανή, να του δώσει από τη συσκευασία που εκείνη τη στιγμή άνοιξε και περιείχε είκοσι ολάκερες σοκολάτες μέσα! «Να τις είχα όλες αυτές!», σκέφθηκε ο Θοδωρής, μα αρκέστηκε στη μία, που την απόλαυσε με όλες του τις αισθήσεις! Η λιχουδιά έλιωνε στο στόμα του κι αν μπορούσε θα έκλεινε τα μάτια του για μεγαλύτερη απόλαυση!    
     Με την τελευταία μπουκιά χτύπησε και το κουδούνι, εκείνος όμως ένοιωθε ότι είχε στυλωθεί στα πόδια του!
     Τη Δευτέρα το πρωί, που συνάντησε τους συμμαθητές του στο λεωφορείο για το σχολείο, εφοδιασμένοι οι περισσότεροι με το ψωμί, το τυρί και στην καλύτερη περίπτωση κάνα δυο κομμάτια λαχανόπιτα, για να περάσουν τη βδομάδα, απάντησε στις ερωτήσεις τους, με τί πήγε στο χωριό το Σάββατο:
-  Με τα πόδια…
-  Γιατί;    
-  Για το χατίρι μιας σοκολάτας!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 4.9.2019
( Σύντομο βιογραφικό  εδώ )

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019


«Ιστορία της Επαρχίας Καλαβρύτων»

     Ένα δίτομο, ογκώδες, καλογραμμένο, με υπερπλούσια εικονογράφηση και πολυτελούς έκδοσης έργο, έχω την τιμή να κρατάω στα χέρια μου, αφιερωμένο από τον πολυβραβευμένο συντοπίτη συγγραφέα (από το Λεχούρι Καλαβρύτων) κ. Νίκο Σακελλαρόπουλο!
     Ό,τι και να πει κανείς για την πολύ μεγάλη αυτή πνευματική δημιουργία των εννιακοσίων σελίδων, είναι λίγο! Προς το παρόν παραθέτω τον πλούτο που αντικρίζει ο αναγνώστης με το πρώτο άνοιγμα των βιβλίων: Τα περιεχόμενα!

     Εκφράζω τις πιο θερμές ευχαριστίες μου στον φτασμένο στην κορυφή πνευματικό δημιουργό κ. Νίκο Σακελλαρόπουλο για το ανεκτίμητο δώρο του, υποσχόμενος να επανέλθω στο θέμα εν ευθέτω χρόνω.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.9.2019

Για μεγέθυνση των εικόνων, «πατήστε» επάνω σε αυτές

ΤΟΜΟΣ Α΄







ΤΟΜΟΣ Β΄






















Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Προσκύνημα στη μονή Σέλτσου


Η μονή Σέλτσου από σχετικά μακρινή απόσταση... 
…και από κοντινή

Ι. Η απόφαση, το ταξίδι

     Έχοντας μια ιδιαίτερη ευαισθησία, σεβασμό κι ευγνωμοσύνη στα μνημεία της Ορθοδοξίας μας, για τη μεγάλη τους συμβολή τόσο στο θρησκευτικό συναίσθημα, όσο και στην αποτίναξη των τετρακοσίων χρόνων «νύχτας» του Έθνους, δεν αφήνουμε ευκαιρίες που μας προκύπτουν. Και η απόφαση για το προσκύνημα στη Μονή Σέλτσου της εξαμελούς ομάδας διακοπών, την Τρίτη 23 Ιουλίου 2019, πάρθηκε χωρίς χρονοτριβές από την προηγούμενη, αμέσως με το που «έπεσε» η πρόταση, μετά το πρωινό μπάνιο στην παραλία της Καστροσυκιάς Πρέβεζας.
     Είχαμε καθίσει στο κοντινότερο ταβερνάκι και η απαλή αύρα που ερχόταν από τη θάλασσα χάιδευε απαλά τα πρόσωπα όλων μας και έκανε πιο χαρούμενη τη διάθεσή μας. Το κυματάκι έσκαγε στην ακτή και συμπλήρωνε οπτικά και ηχητικά την ευχάριστη ατμόσφαιρα, ενώ το «καθιερωμένο» ουζάκι της αντρικής ομάδας, η μπύρα της γυναικείας και το, επίσης καθιερωμένο, παγωτό των παιδιών που μπαινόβγαιναν στη θάλασσα, ανέβαζε την ευφορία όλων μας!
     Στην ερώτηση του μεγαλύτερου της παρέας, του Δημήτρη, «για πού θα βάλουμε πλώρη αύριο;», η Μαρία απάντησε:
     «Να πάμε στη μονή Σέλτσου! Έχω ακούσει ότι εκτός από ιστορικό μοναστήρι της Άρτας, έχει φανταστική διαδρομή και μαγευτικά τοπία. Είναι κοντά στο χωριό Πηγές…»
     Δεν χρειάστηκε να το πολυσυζητήσουμε. «Επικυρώθηκε» άμεσα και ομόφωνα! Έτσι, το επόμενο πρωί, συνόδευε το ξεκίνημα και όλη τη διαδρομή η χαρούμενη διάθεση (διακοπές γαρ), τα καλοπροαίρετα πειράγματα του ενός στον άλλον και τα κεράσματα, από τα οποία έπεφταν ψίχουλα στα καθίσματα και στο πάτωμα του αυτοκινήτου και έκαναν τον οδηγό και ιδιοκτήτη του να κάνει συνεχείς παρατηρήσεις!
     Εκτός των «παρατηρήσεων» αυτών είχαμε κι άλλο ένα θέμα: άλλοι ήθελαν τα παράθυρα ανοιχτά και άλλοι κλειστά. «Ιεροσυλία» υποστήριζαν οι μεν, να βρίσκεσαι στη φύση και να τη στερείσαι, «περιχαρακωμένος» στη μικρή καμπίνα του μεταφορικού μέσου. «Προστασία», όμως, επιχειρηματολογούσαν οι δε, αφού μπορεί να μπουν έντομα μέσα και να μας αιφνιδιάσουν, πρώτ’ απ ’όλους τον οδηγό, που μπορεί να χάσει και τον έλεγχο του οχήματος.
     «Και καλά, βρε Δημητράκη! Τόσα χρόνια που ταξιδεύαμε με αυτοκίνητα χωρίς κλιματισμό, πώς… επιζήσαμε;», προσπάθησα να προβάλω το δικό μου επιχείρημα και να τον μεταπείσω.
     «Τότε ήμαστε πολύ μακριά από εδώ που είμαστε σήμερα», ήταν η δική του απάντηση-επιχείρημα, που δεν μπορώ να πω ότι με αποστόμωσε!
     Μετά την Άρτα και με «συνοδηγό» το χάρτη, αφήσαμε αριστερά μας το ιστορικό από την ομώνυμη του μάχη του Πέτα, το χωριό του αξέχαστου ηθοποιού Νίκου Ρίζου και ακολουθώντας τη φιδίσια διαδρομή στο απόλυτο πράσινο, περνούσαμε διάφορα χωριά, το ένα μετά το άλλο, μεταξύ των οποίων Καλεντίνη, Ασπροχώρι, Μηλιανά. Παιδιά που έπαιζαν στις πλατείες, δεν έδειχναν να αποσπάται  η προσοχή τους από το πέρασμά μας, κάτι που αναμφίβολα συνέβαινε στα δικά μας παιδικά χρόνια: όταν νοιώθαμε ότι θα περάσει αυτοκίνητο από το χωριό μας (πολύ σπάνιο!), παρατούσαμε το παιχνίδι για λίγα λεπτά και τρέχαμε να το δούμε, να το «απολαύσουμε», να αναγνωρίσουμε τη μάρκα του, να «διαγνώσουμε» τις ικανότητες του οδηγού!


Το ιστορικό χωριό Πέτα Άρτας
     Από ψηλά και μακριά ο Ασπροπόταμος (Αχελώος) κυλούσε τα νερά του, ελεύθερα πλέον από την πρώτη τους τιθάσευση στο φράγμα της Μεσοχώρας, για να υποστούν τις δοκιμασίες των επόμενων τιθασεύσεων στα φράγματα των Κρεμαστών, του Καστρακίου και του Στράτου.  
     Πρώτος σταθμός μας, μετά από περίπου δύο ώρες διαδρομής, το χωριό Πηγές, που απέχει μικρή απόσταση από το μοναστήρι του προορισμού μας. Με εγκάρδια «καλημέρα» και πολλή ζεστασιά μας υποδέχθηκαν οι λίγοι υπερήλικες θαμώνες του καφενείου-εστιατορίου στην πλατεία, για το οποίο είχαμε καλές πληροφορίες για την ποιότητα του φαγητού του. Σχεδόν αμέσως με το που καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι με έξι καρέκλες κάτω από το βαθύσκιωτο μεγάλο πλατάνι, βγήκε και η σύζυγος του ιδιοκτήτη και μας καλωσόρισε κι αυτή με χαμόγελο και φιλοφρονήσεις. Ανταποδώσαμε με επαίνους για το φυσικό κάλος του τόπου τους και τις καλές πληροφορίες που είχαμε για την επιχείρησή τους.

Στο κέντρο του χωριού Πηγές
     Πραγματική απόλαυση ο καφές από τα χέρια της με τα κουλουράκια που τον συνόδευαν! Κάθισε κι εκείνη μαζί μας και γρήγορα βρήκαμε κοινούς γνωστούς, αφού ο Κώστας της παρέας μας είχε υπηρετήσει αστυνόμος στην περιοχή τους. Ο σύζυγός της, που η ίδια τον κάλεσε, μας έδωσε πληροφορίες για το μοναστήρι και τα κλειδιά για να μπούμε να προσκυνήσουμε, αφού είναι κλειστό και λειτουργεί μόνο λίγες φορές το χρόνο.
     Τους ευχαριστήσαμε και σε κάνα δίωρο που θα επιστέφαμεμε, σύμφωνα τους υπολογισμούς μας, μας υποσχέθηκε ότι θα είχε έτοιμα τα φαγητά της παραγγελίας μας.

ΙΙ. Φτάνοντας στο μοναστήρι

     Ο έξι-εφτά χιλιόμετρα χωματόδρομος, και όχι σε καλή κατάσταση, από το χωριό μέχρι το μοναστήρι, προϊδέαζε για την εικόνα που θα αντικρίζαμε σε λίγο. Κάπου στα μισά της διαδρομής σταματήσαμε για λίγο να απολαύσουμε τον Αχελώο και το φράγμα της Μεσοχώρας, στην εξαιρετικά δύσβατη περιοχή που έχει κατασκευαστεί. Έργο πνοής μεν, πολύ βάναυση παρέμβαση στη φύση δε.


Έργο πνοής το φράγμα Μεσοχώρας,
αλλά και βάναυση παρέμβαση στη φύση
     Με ανάμικτα συναισθήματα σε λίγο ανοίξαμε την αυλόπορτα της μονής: Το μνημείο των  αγωνιστών της ιστορικής μάχης, το σε πολύ καλή κατάσταση διατηρητέο καθολικό και τα περιβάλλοντα κτιριακά συγκροτήματα, δεν έδεναν καθόλου με τα μεγάλα χόρτα, ύψους έως και ενός μέτρου(!), που είχαν αρχίσει να ξεραίνονται από τη ζέστη του καλοκαιριού. Τα ίδια συναισθήματα ακολούθησαν και όταν εισήλθαμε στο ναό: άριστα διατηρημένες οι εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες του 17ου αιώνα και το επίσης περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, όμως η «βουβαμάρα» της μοναξιάς και κάποιες αράχνες σε ορισμένα σημεία έφερναν έναν κόμπο στο λαιμό. 


Παρακείμενες κτιριακές εγκαταστάσεις της μονής
     Οι συγκρίσεις σε αυτές τις περιπτώσεις γίνονται αυτόματα και αμέσως ο νους μου ταξίδεψε στο μοναστήρι του χωριού μου, την Αγία Τριάδα Λειβαρτζίου του Δήμου Καλαβρύτων. Πολλές, πάμπολλες οι ομοιότητες παντού: στις διαστάσεις, στην πολύ καλή συντήρηση, στις τοιχογραφίες, στη χρονική περίοδο ανέγερσης, αλλά και στην ίδια τη μοναξιά!
     Στον πρόναο κυριαρχούν οι παραστάσεις της μέλλουσα κρίσης και τα τελώνια των ψυχών. «Παρών» και εδώ ο μυλωνάς που κρατάει περισσότερο αλεύρι απ’ ότι του αναλογεί από τον πελάτη του, «παρών» και ο οινέμπορος που προσθέτει νερό στο κρασί για να αυξήσει το κέρδος του! Παραστάσεις από εικόνες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, όπως και στην Αγία Τριάδα, που θα κριθούν ανάλογα στη Δευτέρα Παρουσία. Στον κυρίως ναό και στο ιερό βήμα κυριαρχούν παραστάσεις από τη θριαμβεύουσα εκκλησία: από τη ζωή του Χριστού και τοιχογραφίες αγίων. Απόλυτος όμως ο σεβασμός απαγόρευση λήψης φωτογραφιών στην είσοδο, δεν μπήκαμε στον πειρασμό να την παραβλέψουμε.


«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗ»!
     Αφού προσκυνήσαμε τις εικόνες και προσευχηθήκαμε, βγαίνοντας κλείσαμε καλά την εκκλησία. Θαυμάσαμε την άγρια φύση του τοπίου, τις απόκρημνες χαράδρες και τις ψηλές ελατόφυτες βουνοκορφές γύρω, καθώς και το μνημείο προ τιμήν των ηρώων αγωνιστών του 1804. Δεν άντεξα εδώ στον «πειρασμό» και χτύπησα «χαμηλόφωνα» μεν, χαρμόσυνα δε τις καμπάνες! «Σ' ένα μήνα ακριβώς θα χτυπήσουν δυνατά και θα αντιλαλήσουν στα γύρω βουνά, γι’ αυτό αξίζει να τις ακούσει για λίγο το μοναστήρι», σκέφθηκα!



     Πριν πάρουμε το δρόμο της επιστροφής, η ώριμη ρίγανη που η μοσχοβολιά της χωνόταν ευχάριστα στη μύτη μας και που μπορούσες πραγματικά να θερίσεις σε όλη την περιοχή, δεν μας άφησε αδιάφορους και επιδοθήκαμε για λίγα λεπτά στη συλλογή της, παρά τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, που μας «χτύπαγε στο κεφάλι»!


Η  μοσχοβολιά της ρίγανης δεν μας άφησε αδιάφορους!
      Μετά τον «καθαρμό των αισθήσεων» από το προσκύνημα, σύμφωνα και με το πασχαλινό τροπάριο, αυτές «ευφράνθησαν» και πάλι με το απολαυστικό φαγητό που μας περίμενε λίγο αργότερα στην ταβέρνα «Σέλτσο», στο κέντρο του χωριού Πηγές. Αφού παραδώσαμε τα κλειδιά του μοναστηριού με θερμές ευχαριστίες στον καταστηματάρχη, που με το παραπάνω μας περιποιήθηκε, κάναμε έναν μικρό περίπατο μέχρι τη μεγάλη πέτρινή βρύση, για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας, με προορισμό τα γέφυρα Κοράκου. Εκεί, στη βρύση, δεν αφήσαμε την ευκαιρία να πάει χαμένη και για λίγο «μπουγελωθήκαμε», γελώντας, τρέχοντας και φωνάζοντας! Ποιος να ξέρει πώς θα χαρακτήρισαν τη στιγμιαία επιστροφή μας στα παιδικά μας χρόνια, δύο περαστικοί που μας κοίταζαν περίεργα!

IΙΙ. Στη γέφυρα Κοράκου 

     Λίγα χιλιόμετρα κάτω από το χωριό Πηγές, βρισκόταν μέχρι τις 28 Μαρτίου 1949 η περίφημη γέφυρα Κοράκου ή Κορακογιόφυρο. Δεν αφήσαμε ούτε κι αυτή την ευκαιρία να «πέσει κάτω» και επισκεφθήκαμε το χώρο. Η γέφυρα του Κοράκου ήταν η μεγαλύτερη τοξωτή των Βαλκανίων, με δεύτερη αυτή της Πλάκας. Αν και έζησε 434 χρόνια, αντέχοντας σε σεισμούς, μανιασμένες κατεβασιές του Ασπροπόταμου και σκληρές μάχες επί τουρκοκρατίας, έπεσε και αυτή θύμα του εμφυλίου πολέμου, το Μάρτιο του 1949, που ανατινάχθηκε από αντάρτες, σε μία από τις φονικότερες μάχες, για να ανακοπεί ο Στρατός προς τη μεριά της Άρτας και να μην τους ακολουθήσει στο πέρασμά τους για Αργιθέα! Τα «λείψανα» της γέφυρας του Κοράκου, που «εκτίθενται» στη βόρεια πλευρά του ποταμού και το τμήμα του νότιου ποδιού που υπάρχει ακόμη, πραγματικά μας γέμισαν θλίψη.
     Σύμφωνα με γραπτά στοιχεία, το Κορακογιόφυρο ήταν μια τέλεια αρχιτεκτονική κατασκευή πρακτικής τέχνης και ένωνε την Καρδίτσα με την Άρτα. Κτίστηκε το 1524-15 από τον μητροπολίτη Λάρισας Βησσαρίωνα τον Β΄, τον επονομαζόμενο και «δεσπότη των γεφυριών»,  επειδή είχε χτίσει αρκετά. Σύμφωνα με την παράδοση και μεταξύ των εκδοχών για την ονομασία της («γέφυρα Κοράκου»), είναι και αυτή: Ο δεσπότης Βησσαρίων ο Β΄ δεν ενδιαφερόταν για την υστεροφημία του, να δώσει σε κάποιο από τα γεφύρια  που κτίστηκαν με τις φροντίδες του το όνομά του. Όταν, λοιπόν, το έργο της συγκεκριμένης γέφυρας τελείωσε, ο ίδιος ανέβηκε και στάθηκε την ημέρα των εγκαινίων στο ψηλότερο σημείο της καμάρας. Από εκεί φώναξε και ρώτησε τους εργάτες και το κοινό που ήταν αποκάτω: «Πώς με βλέπετε εδώ πάνω;». «Σαν κόρακα»(!), του απάντησαν εκείνοι και από τότε «κατοχυρώθηκε» η ονομασία!


«Λείψανα» της γέφυρας του Κοράκου.
Στον κόκκινο κύκλο: ερείπια από το «πόδι» στη νότια πλευρά.
Στον κίτρινο κύκλο: Κτιριακή εγκατάσταση, που μάλλον λειτουργούσε ως τελωνείο. 
     Η στρατηγικής σημασίας αυτή γέφυρα έπαιξε και σημαντικό ρόλο για την περιοχή και επί τουρκοκρατίας. Μεταξύ πολλών άλλων πολεμικών επεισοδίων, οι πολεμιστές του Γιάννη Μπουκουβάλα αντιμετώπισαν νικηφόρα τουρκική επίθεση και ο τοπικός βοεβόδας και ο κατής που είχαν εγκαταστήσει φρουρά εκεί έπεσαν νεκροί. Από το γεγονός αυτό προέκυψε και το δημοτικό τραγούδι:

«Τ' έχεις καημένε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις;
Μήνα διψάς για αίματα, για τούρκικα κουφάρια;
Αν εδιψάς για αίματα, για τούρκικα κουφάρια,
πέτα ψηλά κατ’ τ’ Άγραφα, στου Άσπρου το γιοφύρι».

     Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, έχει ξεκινήσει προσπάθεια για την ανακατασκευή της ιστορικής γέφυρας, όπως ήταν πριν την ανατίναξή της. Είθε!


Η σύγχρονη γέφυρα, σε μικρή απόσταση από την ανατιναχθείσα ιστορική
     Μετά και την επίσκεψη στον ιστορικό αυτό χώρο, η απόλαυση του καφέ λίγο πιο κάτω, δίπλα στη νέα, τσιμεντένια γέφυρα, έκλεισε την ημερήσια εξόρμησή μας, πριν ακολουθήσουμε την αντίθετη διαδρομή για την επιστροφή στην αφετηρία μας, στο Γοργόμυλο Πρέβεζας.

ΙV. Σύντομη αναφορά στο ιστορικό μοναστήρι του Σέλτσου
(Πηγές: Έντυπο της Ι. Μητροπόλεως Άρτας, Βικιπαίδεια)

     Μια ακόμα αετοφωλιά της Ορθοδοξίας μας η μονή Σέλτσου, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι σκαρφαλωμένη στην απόκρημνη παραφυάδα του υψώματος Κοκκινόλακκος των Τζουμέρκων, που τα πόδια της δροσίζει ο  Ασπροπόταμος.
     Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα, το μοναστήρι κτίστηκε αρχικά τον 10ο  αιώνα και καταστράφηκε από μεγάλο σεισμό στις αρχές του 15ου, για να ανεγερθεί εκ νέου το 1697. Σήμερα σώζεται ακέραιος, ενώ οι ερειπωμένες παρακείμενες εγκαταστάσεις αναστηλώθηκαν πρόσφατα. Πανηγυρίζει στα «εννιάμερα της Παναγίας», στις 23 Αυγούστου.
     Η ιστορία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά και τη θυσία τους. Όταν το Σούλι κυριεύθηκε από τον Αλή Πασά, οι Σουλιώτες άρχισαν να εγκαταλείπουν τον τόπο τους, για να μην παραδοθούν στους Τούρκους. Μεγάλος αριθμός, λέγεται για περισσότερους από χίλιους, έφτασαν στη μονή τα Χριστούγεννα του 1803, με αρχηγούς τον Κίτσο και Νότη Μπότσαρη. Η περιοχή αποτελούσε φυσικό οχυρό, λόγω της τοποθεσίας. Περί τις είκοσι μέρες αργότερα άρχισε η στενή πολιορκία τους από χιλιάδες στρατιώτες του Αλή Πασά, που αν και με σοβαρές απώλειες, οι Σουλιώτες κατάφεραν να τους αποκρούσουν. Οι υπερασπιστές έμειναν αποκλεισμένοι όλο το χειμώνα στο μοναστήρι, με λιγοστά τρόφιμα και πολεμοφόδια που τους προμήθευαν κρυφά και με πολλούς κινδύνους οι κάτοικοι των γύρω χωριών.
     Τον Απρίλιο του 1804, και έπειτα από στενή πολιορκία τεσσάρων μηνών, οι Τούρκοι εξουδετέρωσαν την αντίσταση και μπήκαν στο Μοναστήρι. Τότε άλλοι σφαγιάστηκαν και άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Ο Νότης Μπότσαρης αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος, ενώ ο Κίτσος μαζί με τον 13χρονο γιό του Μάρκο και λίγους ακόμα συμπατριώτες τους γλίτωσαν της σφαγής μέσα σε μια σπηλιά. Περί τα διακόσια γυναικόπαιδα (κατ’ άλλους διπλάσια) προτίμησαν να γκρεμιστούν σε βάραθρο τριακοσίων μέτρων, αναδεικνύοντας έτσι το Σέλτσο σ’ ένα νέο Ζάλογγο.


Προτομή της Λένως Μπότσαρη, στο περιβάλλοντα χώρο της μονής
     Ο Δήμος Τετραφυλλίας, σε συνεργασία με τον Δήμο Σουλίου, διοργανώνει στις 24 Απριλίου κάθε χρόνο επταήμερες εκδηλώσεις, τις «Γιορτές Σέλτσου», προ τιμήν του ηρωισμού και της θυσίας των Σουλιωτών και των άλλων υπερασπιστών της μονής, καθώς και της θυσίας των γυναικόπαιδων που το 1804 έπεσαν στο γκρεμό, για να γλιτώσουν από τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά.

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 29.8.2019
( Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε εδώ )

Τρίτη 27 Αυγούστου 2019


Βιβλιοπαρουσίαση:
«ΣΤΑΘΜΟΙ…  στον χρόνο»
ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Π. Λάμπρη

Αυτοέκδοση-ανάρτηση στον προσωπικό της ιστότοπο, 2019


     Ανήσυχη και αεικίνητη συγγραφικά και εν γένει πνευματικά η φιλόλογος-εκπαιδευτικός Β/βάθμιας εκπαίδευσης, συγγραφέας, ερευνήτρια, λαογράφος και ποιήτρια Παναγιώτα Π. Λάμπρη, μας εκπλήσσει συχνά και ευχάριστα, αν και η φράση «μας εκπλήσσει», δεν μπορεί να εκφράσει σε όλη της τη διάσταση την πραγματικότητα, αφού όσοι την γνωρίζουμε, ευρισκόμαστε συνεχώς σε αναμονή για την επόμενη πνευματική της δημιουργία!
     Γνωρίζοντας την πένα της εκλεκτής και πολύτιμης φίλης Παναγιώτας, υποδέχθηκα με μεγάλο ενθουσιασμό της ανάρτηση του νέου ηλεκτρονικού βιβλίου της – ποιητική συλλογή – με τίτλο «ΣΤΑΘΜΟΙ…  στον χρόνο», τον περασμένο Ιούλιο (2019). Ο ενθουσιασμός μου έγινε μεγαλύτερος, αφού σε λίγες μέρες άρχιζαν οι καλοκαιρινές διακοπές μου και με το βιβλίο της θα αποκτούσαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Όμως, προς δυσάρεστη έκπληξή μου, ο τόπος της καλοκαιρινής μου χαλάρωσης δεν είχε επαρκή πρόσβαση στο διαδίκτυο κι έτσι η ανάγνωση-μελέτη του νέου έργου της αναβλήθηκε για λίγες εβδομάδες.
     Αναμφισβήτητα καταξιωμένος εκπαιδευτικός θεωρείται εκείνος που φέρνει εις πέρας το έργο του μέσα στις σχολικές αίθουσες. Πολύ περισσότερο καταξιωμένος, όμως, είναι εκείνος που διδάσκει με την εν γένει παιδεία του και τη δράση και έξω από αυτές. Και η Παναγιώτα Λάμπρη είναι μία αυτού του επιπέδου εκπαιδευτικός, που οι συνεχείς και ακάματες πνευματικές δραστηριότητές της, το ήθος της και οι ενασχολήσεις της καταδεικνύουν πάντα την ακεραιότητα και την ποιότητα του χαρακτήρα της και του επιπέδου της.
     «Αλήθειες» θα μπορούσα να τιτλοφορήσω αρκετά από τα στιχουργήματα του βιβλίου της «ΣΤΑΘΜΟΙ…  στον χρόνο», προσωπική πάντα η σκέψη, και τούτο γιατί διαβάζοντάς τα ταυτίζονται είτε με φράσεις της λαϊκής σοφίας, είτε με αρχαία ρητά. Ενδεικτικά και προς επίρρωση παραθέτω στίχους από τα ποιήματα:  

α: «Ζωή», σελ. 65:

«Αν η αρχή της
του παντός το ήμισυ είναι,
το τέλος της
είναι το άπαν»,

που έχουν παρόμοια σημασία με την παροιμία: «τα στερνά τιμούν τα πρώτα».

β: «Παρακμή», σελ 55/56:

«Πώς από το τέλμα η παιδεία θα βγει,
όταν αυτοί, που πρέπει να εκπέμπουν
ζέον αγωγής και γνώσης φως,
το σβήνουν;»,

που θυμίζει την παροιμία: «βάλαν’ το λύκο να φυλάει τα πρόβατα».

γ: «Χορτασμένοι», σελ 49:

«Υπάρχει κάποιος,
που ό,τι λέει ή υπόσχεται,
να το εννοεί
και πράξη να το κάνει,
όταν στης εξουσίας τον θώκο
καταστεί;»,

που θυμίζει κι αυτό άλλη παροιμία, την: «ο χορτασμένος δεν καταλαβαίνει το νηστικό».

δ: «Τα βέλη»

«Τίποτα πιο πικρό
από τα βέλη των αγαπημένων.
Των άλλων,
ακόμα και τα δηλητηριώδη,
τα θανατηφόρα βέλη,
πιο υποφερτά
μπορούν να λογισθούνε»,

που μας παραπέμπει στο μύθο του Αισώπου «αετός τοξευθείς»: «Και τούτο μοι ετέρα λύπη, το τοις εμοίς πτεροίς εποθνήσκειν».

     Οι εβδομήντα πέντε σελίδες του βιβλίου της περιέχουν σαράντα πέντε  ποιήματα με ποικιλία θεμάτων, επικεντρωμένα στην πλειονότητά τους σε αγαπημένα της πρόσωπα και τόπους, των οποίων νοιώθει την ευεργεσία. Καθόλου τυχαίο αυτό, αφού με το πόνημά της η πνευματική δημιουργός εκφράζει την ευγνωμοσύνη της και το αφιερώνει «σ’ όσους με καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ευεργέτησαν»! Όμορφος και πραγματικά πρωτότυπος τρόπος έκφρασης/ανταπόδοσης ευγενών συναισθημάτων, «εφαρμογή» του «ευποιίας ής έτυχες, μνημόνευε», σύμφωνα και με τον Κλεόβουλο τον Ρόδιο. Επίσης, δεν θεωρώ τυχαίο που ορμητήρια έμπνευσης και γραφής όλων των ποιημάτων αυτού του βιβλίου της αγαπητής Παναγιώτας, είναι ο γενέθλιος τόπος (Ροδαυγή Άρτας, Άρτα), ο τόπος διαμονής της (Πάτρα) και το αγαπημένο της νησί (Κύθνος).
     Τόσο τα εξώφυλλα, όσο και τις σελίδες του, στολίζουν περίτεχνα παραστάσεις από αμφορείς, προσωπίδες, αντικείμενα και αγαλματίδια της αρχαιότητας.      
     Οι αναγνώστες/τριες μπορούν να δουν και να διαβάσουν όλο το βιβλίο εδώ .

Λίγα λόγια για τη Συγγραφέα

     Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γεννήθηκε στη Ροδαυγή Άρτας. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αρθρογραφεί, δημοσιεύει βιβλιοπαρουσιάσεις και μελέτες κι έχει βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Βιβλία που έχει εκδώσει:  Τη λαογραφική μελέτη «Ροδαυγή - Το Ρόδο της Αυγής» (2006), τη συλλογή διηγημάτων «Το χάσικο ψωμί» (2009), τη μελέτη «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης, ο Ιστορητής» (2011), την ποιητική συλλογή «Ἐν ὀδύναις» (2014),  τη μελέτη «Η Μνήμη της Γεύσης - Αρχέγονων Ηπειρωτικών Εδεσμάτων Συναγωγή» (2015), τη δεύτερη-συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου «Ροδαυγή - Το Ρόδο της Αυγής» (2016). Επίσης, βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή έχει αναρτήσει και στον προσωπικό ιστότοπο: «Σε δρόμους της κίνας» (2017), «Χαρμολύπες» (2018), «Λιανοτράγουδα» (2019), καθώς και το παρουσιαζόμενο «ΣΤΑΘΜΟΙ…  στον χρόνο» (2019).

Νίκος Χρ. Παπακωνστανόπουλος, 28.8.2019
( Σύντομο βιογραφικό σημείωμα εδώ )

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019


Ένα Θεάρεστο παρέδειγμα προς μίμηση!

      Ένα μέρος των φετινών διακοπών το περάσαμε με τη σύζυγό μου στη μαγευτική Σάμο. Συγκεκριμένα, στο πανέμορφο σε φυσικό κάλος και με μεγάλη καρδιά ανθρώπους χωριό, τα Κοντακαίικα του Καρλοβάσου, φιλοξενούμενοι όπως πολλές άλλες φορές στο παρελθόν από συγγενική και πολύ οικεία οικογένεια. Στις δόξες τους τις μέρες της παραμονής μας εκεί το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου τα προσκυνήματα στα ξωκκλήσια που γιόρταζαν, του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Παντελεήμονα, με τα πολλά και όμορφα τοπικά έθιμα, όπως αυτό της «γιορτής» (δείτε/διαβάστε για τη «γιορτή» περισσότερα εδώ).
     Μια εκδήλωση, όμως, με πολύ πολιτιστικό και θρησκευτικό χρώμα, ήταν η χοροεσπερίδα στον αύλειο χώρο του καθεδρικού Ιερού Ναού του χωριού, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την πρωτοβουλία για την άψογη διοργάνωση και την όλη επιμέλεια, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, είχε η ενορία και ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκε στον εφημέριο π. Αργύριο Μελά. Να σημειωθεί δε, ότι με το χρηματικό ποσό που συγκεντρώθηκε, θα γίνουν εργασίες συντήρησης στο ιερό  του ναό του κοιμητηρίου του χωριού, στον άγιο Νεκτάριο, που έχει υποστεί φθορές.
     Πραγματικά πολύ όμορφη πρωτοβουλία με πάνδημη συμμετοχή των κατοίκων, πολύ κέφι και διάθεση για τον ιερό αυτό σκοπό. Η προσφορά τοπικών εδεσμάτων από τις νοικοκυρές, με «πρωταγωνιστές» τα λαχταριστά «τυροπιτάρια» και τις πεντανόστιμες «τηγανόπιτες», ξεπέρναγε κάθε φαντασία! Όμως, αυτό που δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητο (προσωπική πάντα η εκτίμηση) ήταν ο συνεχής έλεγχος από τον συντονιστή, πανάξιο π. Αργύριο, να μην ξεφύγει η παραμικρή λεπτομέρεια. Και δεν ήταν μόνο αυτό! Συνεχώς τον βλέπαμε να σερβίρει με πολλή προθυμία και χαμόγελο ενορίτες και παρευρισκόμενους, μαζί με τους εθελοντές σερβιτόρους! Τότε μας ήλθαν στο νου τα λόγια του Ευαγγελίου: «τίς γὰρ μείζων, ὁ ἀνακείμενος ἢ ὁ διακονῶν;» (Λουκά, ΚΒ΄, 22) και «ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος» (Ματθαίου, Κ΄, 27).


     Στην πολύ σύντομη συνομιλία που είχαμε μαζί του, εντυπωσιαστήκαμε ακόμα περισσότερο, αφού ο π. Αργύριος δεν είναι μόνιμος κάτοικος του χωριού, που θα είχε κι ένα λόγο παραπάνω να ενδιαφέρεται για τον τόπο του. Είναι από τη γειτονική Ικαρία, αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να ενδιαφέρεται για την ενορία του. Δεν τον εμποδίζει ακόμα να διοργανώνει μαθήματα κατηχητικού στα παιδιά και Αγιογραφικό Κύκλο για όλες τι ηλικίες! Και όλα αυτά, παρά το βεβαρυμμένο ιστορικό της υγείας του!
     Στη συνέχεια ο π. Αργύριος έσυρε με πολλή χάρη πρώτος έναν Ικαριώτικο  χορό μαζί με την πρεσβυτέρα. Το ενθουσιώδες χειροκρότημα των ενοριτών του ήταν η εκδήλωση λατρείας στο πρόσωπο του πανάξιου ποιμένα τους!


          Τότε θυμήθηκα και τα λόγια του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου:
     «Φέρτε μου τέτοιους παπάδες, ν’ αλλάξουμε τον κόσμο»!

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 9.8.2019
e-mail: nikolpapak@yahoo.gr 
( Σύντομο βιογραφικό εδώ )