Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Οι πρώτες μέρες στο σχολείο (παιδικές αναμνήσεις)



     Ο πατέρας πολύ λίγα γράµµατα ήξερε και καθόλου η µάνα. Πού ευκαιρίες εκείνη την εποχή και πού οικονοµικές δυνατότητες για τέτοιες δουλειές, λίγο πριν το Β΄ παγκόσµιο πόλεµο. Τού άρεσε πολύ, όµως, του πατέρα το διάβασµα και τα γράµµατα γενικότερα. Δεν άφηνε αδιάβαστο κανένα χαρτί που πέρναγε από τα χέρια του, αν και δυσκολευότανε ακόµα και να συλλαβίσει. Αυτό του το µεράκι κοίταζε µε κάθε τρόπο να το περάσει και σε µας, τα παιδιά του, πριν ακόµα πάµε σχολείο.
     Η µάνα και η γιαγιά µάς λέγανε πολλές φορές παραµύθια το βράδυ που µάς βάζανε για ύπνο κι αυτό µάς άρεσε, όπως αρέσει σε κάθε παιδί. Η τελετουργική διαδικασία του πατέρα όµως ήταν το κάτι άλλο: Έβγαζε µόλις ξαπλώναµε ένα από τα µικρά βιβλία µε παραµύθια που είχε µέσα σ’ ένα ξύλινο  κασελάκι, κάτω από το κρεβάτι, καθότανε δίπλα µας και µας το διάβαζε! Πόσο µε µάγευε και µε ικανοποιούσε η τελική επικράτηση του αδύναµου, όταν ο «κακός» προσπαθούσε µε κάθε τι να τού καταπατήσει το δίκιο! Πόσο µε µάγευαν και η πλοκή, η δράση, η περιπέτεια, που όσο κι αν το παραμύθι μού ήταν γνωστό από τις πολλές φορές που είχα ακούσει, πίστευα πως θα µπορούσαν πολλά ν’ ανατραπούν και να έχει άλλη έκβαση! Πόσο περισσότερο ακόµα µε µάγευαν τα βιβλία των παραµυθιών με εικόνες στις σελίδες τους! Εκεί που διάβαζε ο πατέρας, τον σταµατούσα και τού ζήταγα να τις δω και να τις ξαναδώ, αχόρταγα κάθε φορά, όπως όταν τις πρωτοέβλεπα. Φαντασιωνόμουν τότε και βρισκόμουν σε ονειρεμένους κόσµους, όπως όλα τα παιδιά που στερούνται και τα απαραίτητα για τα προς το ζην και γίνονται ευτυχισμένα με το νου τους.
     ∆εν σταματούσαν, όµως, εδώ οι φιλοδοξίες του πατέρα. ∆εν άφηνε την κάθε ευκαιρία που του δινότανε και μας μάθαινε σιγά-σιγά πώς να πιάνουµε το µολύβι. Κι ύστερα, µε πολλή θέληση και πολύ υποµονή, µας έβαζε να γράφουµε µικρές λεξούλες.
     Όταν ήλθε ο καιρός του σχολείου µε πήρε από το χέρι να µε πάει να µε «γράψει». Με το που µπαίνουµε, µας καλωσόρισε ο διευθυντής στο γραφείο του. Ήταν ο πρώτος µου δάσκαλος, ο αείµνηστος «Τάσος» Παναγόπουλος, από το γειτονικό με το χωριό μου Βερσίτσι σήμερα Σειρές Καλαβρύτων:
     «Βρε, καλώς το µαθητή!».
     «Καληµέρα σας!», είπε ο πατέρας, απευθυνόµενος και στον άλλο δάσκαλο και στη δασκάλα που ήταν στο γραφείο, με χαρακτηριστική κλίση της κεφαλής του που έδειχνε σεβασμό.
     «Θέλεις να µάθεις γράµµατα;», µε ρώτησε χαµογελώντας!
     «Ξέρω γράµµατα!», απάντησα µε σχετικό θάρρος και περισσότερη αυτοπεποίθηση.
     «Για να δούµε, ποιά γράµµατα ξέρεις να µας τα γράψεις», µου είπε και µου έδωσε ένα χαρτί κι ένα µολύβι.
     Τα πήρα, έκατσα στη γωνία του γραφείου του, που εκεί µού έβαλε µια καρέκλα η δασκάλα και έγραψα τις λέξεις: «Νίκοσ» και «∆άσοσ». Το έδωσα πάλι στο διευθυντή, το κοίταξε και επαίνεσε τους γονείς µου για την προετοιµασία.
     Όλες αυτές οι προσπάθειες των γονιών µας, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ανατροφή µας. Λίγες µέρες µετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, πήρα και το πρώτο µου σχολικό βιβλίο, το Αλφαβητάριο, και συνειδητοποίησα ότι είχα κι εγώ κάτι που ήτανε εντελώς δικό µου κι ένοιωθα τόση ευτυχία, όση λίγες φορές µέχρι τότε είχα νοιώσει! Τι όµορφο, τι καθαρό, τι πολλές «ζωγραφιές», τι προσεγµένο και µε χοντρό εξώφυλλο να µη... «χαλάει»! Το πήρε κι ο παππούς στα χέρια του το βράδυ που γύρισε από τα πρόβατα και το ξεφύλλιζε, θαυµάζοντάς το.


     «Αυτό είναι βιβλίο, όµορφο και γερό! Αυτό μάλιστα! Βιβλίο που σε μαθαίνει γράμματα!» είπε, κι εγώ καµάρωνα που ανήκε σε µένα.
     Τα πρώτα βράδια το ξεφύλλιζα για πολλή ώρα και ταξίδευα µε τις εικόνες του και τη φαντασία µου κι όταν ο ύπνος βάραινε τα µάτια µου το έβαζα κάτω από το µαξιλάρι µου. Λίγη ώρα µετά, που είχα πλέον κοιµηθεί, ερχότανε ο πατέρας και το «τράβαγε» σιγά – σιγά, να µη µε ξυπνήσει. Την άλλη µέρα το πρωί το έψαχνα και, ξέροντας ότι µού το «ξαναπήρε», τον μάλωνα!
     Τι ήταν κι αυτή η µυρωδιά του καινούργιου βιβλίου! Το άνοιγα, «έχωνα» τη µύτη µου στα φύλλα του, έσφιγγα µε τις παλάµες µου τα χοντρά εξώφυλλα στο πρόσωπό µου και «ρούφαγα» αχόρταγα και µε βαθιές ανάσες τη µυρωδιά του, κλείνοντας τα µάτια για περισσότερη απόλαυση!
     Στα µεγάλα γράµµατα των πρώτων σελίδων του, δεν έδωσα και πολλή σηµασία. Οι εικόνες του με ενθουσίαζαν πολύ περισσότερο. Η µία καλύτερη και οµορφότερη από την άλλη! Τι η οικογένεια, που πήγαιναν όλοι µαζί στην Εκκλησία, τι που ήταν όλοι καθισµένοι στο τραπέζι και τρώγανε, τι τα παιδιά που παίζανε... Και το πόσο γελούσα κάθε φορά που έβλεπα δεµένα κι ανακατεµένα τα γράµµατα µέσα σε ένα σακί! Πόσο χάζευα και τη γριούλα που καθότανε και ζεσταινότανε στο τζάκι! Μού θύµιζε τη δική μας γιαγιά, που όταν κρύωνε πολύ και «χωνότανε» ολόκληρη κάτω από το τζάκι μας να ζεσταθεί! Σε άλλη εικόνα η ίδια γριούλα µε µια κατσαρόλα γάλα και η γάτα να γυροφέρνει και να χαϊδεύεται στα πόδια της. Από τα πολύ αγαπηµένα µου ζώα η γάτα, µαζί µε τα αρνάκια και τα κατσικάκια, που πολλές φορές «συµµετείχαν» στο παιχνίδι µου. Πάντα ήθελα να τα φροντίζω περισσότερο από τα άλλα ζωντανά, δείχνοντάς τους τα συναισθήµατά µου. Ήθελα όµως και να τα «αναγκάζω» με τον τρόπο αυτό να µου ανταποδίδουν και τη δική τους αγάπη και να... έρχονται πρόθυµα να παίζουµε!
     Ζωγραφισµένη λίγο-πολύ η ίδια µας η ζωή, η ζωή των µικρών και των µεγάλων, µέσα σ’ εκείνο το αλφαβητάριο. Σε κάθε σελίδα του, σε κάθε κείµενό του η έµφαση στην οικογένεια και στη φύση δεν πέρναγε απαρατήρητη. Ακόµα και τα παιχνίδια των παιδιών ήταν τα ίδια µε τα δικά µας, χωρίς να προβάλλονται διαφορές και «παιδιά άλλων ταχυτήτων». Γι αυτό το αγάπησα και το ένοιωσα από την πρώτη στιγμή κάτι πολύ δικό µου, σαν κάτι που να µε εκφράζει.
     ∆εν εξέφραζε, όµως, µόνο εκείνα που ήξερα. Εξέφραζε και όλα εκείνα που ήθελα και εκείνα που ονειρευόµουνα στα πολύ παιδικά µου όνειρα. Εικόνες λιγότερο ή καθόλου γνώριµες στη ζωή του τόπου µας που µού εξήπταν τη φαντασία. Εικόνες που τις κοίταζα πολύ πιο αχόρταγα από τις άλλες, τις γνώριµες, και ζήλευα, γιατί δεν είχα κι εγώ την τύχη να βρίσκοµαι σε τόπους που οι άνθρωποι ζουν καλύτερα. Εικόνες σαν κι αυτή µε τα τρία «κόκκινα» ψάρια σ’ ένα πιάτο, που το κράταγε µε τα δυο της χέρια η «κυρία Φανή» και πίσω να ακολουθεί η κόρη της, η «Άννα», κρατώντας αυτή το τηγάνι και τη µπουκάλα µε το λάδι. Πολύ προσεγµένη η «κυρία Φανή», με τα μαλλιά της κότσο, έμοιαζε της μητέρα μου. Πολύ προσεγµένη και η «Άννα», απόδειξη της αξιοσύνης της νοικοκυράς, αλλά και µαρτυρία μιας κάποιας οικονοµικής δύναμης.   
     Κι άλλες εικόνες, άπιαστα όνειρα, όπως αυτές µε αυτοκίνητα: Ένα που το κυνηγούσε το σκυλί, η «Αύρα», κι άλλο ένα, στο οποίο είχε ανεβεί όλη η οικογένεια και πήγαιναν στη θάλασσα. Η γιαγιά που έµενε πίσω και τους χαιρετούσε καθώς έφευγαν... Κι εγώ φανταζόµουν... εκείνους που κάποια στιγµή θα χαιρέτετούσαν κι εµένα, όταν θα έφευγα αναζητώντας την δική μου τύχη και όταν πάλι θα µε περίµεναν στο γυρισµό!
     Πόσο ονειρευόµουνα τη στιγµή που θα είχα µεγαλώσει και θα µπορούσα να φύγω, όχι απαραίτητα µε δικό µου αυτοκίνητο, γιατί κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο τότε. Οι φιλοδοξίες για την απόκτηση ενός µεταφορικού µέσου, έφταναν µέχρι... ένα συµπαθητικό τετράποδο! Μέχρι εκεί µπορούσαµε ν’ «απλώσουμε τα χέρια μας», κάτι που είχαµε συνειδητοποιήσει πολύ καλά και τα παιδιά της πρώτης σχολικής ηλικίας. Ονειρευόµουνα, λοιπόν, να ταξιδέψω µε τον πολιτισµό και χωρίς κόπο να βρεθώ έξω από τον τόπο µου, να γνωρίσω και κάτι διαφορετικό, κάτι άγνωστο, κάτι σαν αυτά που έβλεπα στα παραμύθια και στο αλφαβητάριο!.
     Και προς το τέλος το αλφαβητάριό µου, είχε ακόµα µια πολύ φανταστική εικόνα, που µου εξήπτε περισσότερο την φαντασία: ένα µεγάλο τραίνο! Ήθελα να μπορούσα να στριμωχτώ κι εγώ μέσα σε ένα από τα βαγόνια του να δω πώς είναι και μέχρι πού πάει. Καταλάβαινα ότι µπορεί να φτάσει κάπου πολύ µακριά κι εκεί ήθελα να βρεθώ κι εγώ, να δω πως ζούνε αλλού οι άνθρωποι!
     Πόσες και πόσες φορές πάλι, ζωγράφιζα αυτές τις εικόνες «ξεπατικοσούρα»! Αυτό µου έδινε κάποια ικανοποίηση, γιατί συµµετείχα «ενεργά» στα «ταξίδια» και αφηνόµουν στις απολαύσεις τους!
     Όσα βιβλία και να πέρασαν από τα χέρια µου σε όλα τα επόµενα χρόνια µέχρι σήµερα, κανένα δε µε ταξίδεψε και δε µε σαγήνευσε τόσο πολύ, όσο το «αγαπηµένο µου αλφαβητάριο»! Κα όσο για τη φυγή που αναζητούσα από το γενέθλιο τόπο, χρειάστηκε να περάσουν περισσότερο από τρεις δεκαετίες για να καταλάβω τη σηµασία των πέντε λέξεων που µού έλεγε ο παππούς µου κάθε φορά που έλεγα ότι θέλω να μεγαλώσω για να φύγω:
     «Σαν το τόπο σου, πουθενά!».

                                   Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 11 Σεπτ. 2017 

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Όταν η αγάπη και η ευαισθησία γίνονται έργο!



     Μεταξύ του μεγάλου αριθμού προσκεκλημένων που παρέστησαν στην εκδήλωση προς τιμή της ταπεινότητάς μου στο Λαογραφικό Μουσείο-Πύργο του Λεχουρίτη ήταν και ο Εκπαιδευτικός-Σχολικός Σύμβουλος κ. Θεόδωρος Θανόπουλος.
     Προσωπικός μου προσκεκλημένος στην εκδήλωση ο κ. Θανόπουλος, διήνυσε πολλές δεκάδες χιλιόμετρα να έλθει στο Λεχούρι, όπως και πολλοί φίλοι ακόμα. Μα δεν ήταν μόνο αυτό: όπως και ορισμένοι άλλοι, ήρθε με δώρα! Συγκεκριμένα, μου προσέφερε δύο καλαίσθητα και πολύ προσεγμένα βιβλία του με ιδιόχειρες προσωπικές αφιερώσεις, που καταδεικνύουν την αγάπη του και την εκτίμησή του προς το άτομό μου: το «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΤΟΞΟΥ»  και το «για την ειρηνη και την ελπιδα».
     Η εν αρχή διαδικτυακή γνωριμία μας με τον εκλεκτό κ. Θανόπουλο, εξελίχθηκε σε φιλία και οι εκ του σύνεγγυς συναντήσεις μας την ισχυροποιούν όλο και περισσότερο. Καταλυτικό ρόλο στην εν ενδυνάμωσή της παίζει και η πνευματική μας ενασχόληση και συμπόρευση. Φυσικά, δεν μπορώ να κρύψω και τα συναισθήματά μου, όταν μου είπε ότι ως δάσκαλος πρωτοδιορίστηκε στο χωριό μου και «πιάσαμε την κουβέντα» για κοινούς αγαπημένους, πολλοί από τους οποίους μας βλέπουν τώρα από ψηλά.
     Όχι μόνο δεν είναι υπερβολή, αλλά θα ήταν και λίγο να ειπωθεί πως ο κ. Θεόδωρος Θανόπουλος είναι η προσωποποίηση της αγάπης και της ευαισθησίας! Με μεγάλη ευχέρεια και μέσα από μικρές αληθινές ιστορίες που συνάντησε στην εκπαιδευτική του πορεία σε ειδικά σχολεία, ξεδιπλώνει στις σελίδες των βιβλίων του τη δύναμη της θέλησης των παιδιών και των «μικρών» ανθρώπων, την αξία της επιμονής, το δικαίωμα στην ελπίδα, αν και η ζωή δεν τους έδειξε το καλό της πρόσωπο, όπως σε άλλους! Πόσο, στ’ αλήθεια, σε καθηλώνουν και οι τιτάνιοι αγώνες φτωχόπαιδων, που οι ανάγκες τα καλούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, πριν ακόμα κι από την πρώτη εφηβεία! Και τα πρωινά να ρουφούν τη γνώση στο φυσικό τους χώρο, στο σχολείο!
     Με την ίδια ευχέρεια ξεδιπλώνει και τις ενοχές κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου, για την κάθε κατάντια, την κάθε αναλγησία, την κάθε αδιαφορία, την κάθε απαξίωση, την ίδια στιγμή που ορισμένοι θεωρούμε φυσιολογικό και δεδομένο να έχουμε κάθε δικαίωμα στη ζωή!
     Αλλά και η αισιοδοξία και η ελπίδα σε όλο της το μεγαλείο στα βιβλία του πολύ αγαπητού Θεόδωρου. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού όταν μιλάς σ’ ένα παιδί, έτσι επιβάλλεται να μιλάς. Να το ενθαρρύνεις, να του δώσεις δύναμη, να του ενισχύσεις την πίστη, να ποτίσεις την ελπίδα του.
     Ως λειτουργός σε έναν άλλο ευαίσθητο τομέα της ζωής και ο γράφων, την υγεία, συνηθίζω πάντα να υπενθυμίζω στους συνεργάτες μου, στους υφισταμένους μου, αλλά και να «δείχνω» διακριτικά και στους προϊσταμένους μου, ότι πάντα η ηθική αμοιβή έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από την υλική. Και βλέπει με τον πλέον ευδιάκριτο τρόπο μέσα από τα βιβλία ο αναγνώστης, ότι ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας κ. Θεόδωρος Θανόπουλος εισπράττει πολύ συχνά μεγάλες ηθικές αμοιβές! Μεγάλες ηθικές αμοιβές, που μπορεί να εκδηλώνονται πολύ απλά μέσα: με το χαμόγελο του μαθητή του, τη θερμή χειραψία από τον πατέρα του παιδιού και το ευχαριστώ της καρδιάς της μητέρας του! Τόσο απλά πράγματα, που όμως έχουν πολύ μεγάλη δύναμη: σε ενισχύουν ψυχικά, σε οπλίζουν με δύναμη να συνεχίσεις, σε απογειώνουν συναισθηματικά! Μεγάλες πάντα οι ηθικές αμοιβές, όταν καμαρώνεις την επιτυχία με σάρκα και οστά!
     Ακάματος εργάτης της παιδείας, συνεχίζει να την υπηρετεί με τον ίδιο ζήλο και την ίδια αγάπη και μετά τη συνταξιοδότησή του. Διδάσκει μέσα τα βιβλία του, την πολύ πλούσια αρθρογραφία του και, φυσικά, με το ήθος του και το παράδειγμά του.
     Αγαπητέ μου Θεόδωρε, Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ για την αγάπη σου και τα ανεκτίμητα δώρα σου! Διαβάζοντάς τα, συλλογιέμαι πως ο «σπόρος» δεν φυτρώνει αμέσως, ούτε και όλος. Όσο όμως πιο πολύ σπέρνεις, τόσο περισσότερο θα θερίσεις, εσύ ή οι «κληρονόμοι» σου. Πάντα υπάρχει «γη αγαθή» και το σε αυτή «φυέν ποιεί καρπόν εκατονταπλασίονα».
     Με πολλή συγκίνηση να σου πω, πως διάβασα ορισμένα από τα ποιήματά σου (επικεντρώνοντας στην «άνοιξη»), σ’ ένα παιδάκι πολύ φιλικής μου οικογένειας, που αυτόν τον καιρό περνάει μια μεγάλη δοκιμασία. Το σχόλιό του μαζί με το χαμόγελό του, με το που τελείωσα, ήταν: «Αχ! πόσο μού αρέσει η άνοιξη!». Και πιστεύω ακράδαντα πως πολύ πριν (ξανα)έρθει η άνοιξη, θα έχει έρθει στο Γιωργάκη η δική του άνοιξη! 

     Δείτε για την εκδήλωση στο Λαογραφικό Μουσείο-Πύργο του Λεχουρίτη εδώ:
και εδώ:
και εδώ:
και εδώ:


                                           Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 6.9.2017

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Οι ακακίες πίσω από γυμνάσιο του Σοπωτού και η ιστορία τους

(Αποσπάσματα από το αφήγημα «Η τελευταία µέρα στο «Γυµνάσιο Α΄ Κύκλου Αροανίας» του βιβλίου μου «Η Φωτογραφία», εκδόσεις «ΑΠΕΙΡΟΣ ΧΩΡΑ», 2012)

Το «Γυμνάσιον Α΄ Κύκλου Αροανίας»

     […]Θυµάµαι ήταν Σάββατο προς το τέλος του Ιούνη του 1973, όταν γράφαµε εξετάσεις στο τελευταίο µάθηµα, στα θρησκευτικά. Επιτηρητής µας ο ίδιος ο καθηγητής του µαθήµατος – και διευθυντής του γυµνασίου –, ο θεολόγος Γεώργιος Πανουτσόπουλος, από το γειτονικό Πεύκο[…].
     Τελειώνοντας ένας – ένας, περιµέναµε απελευθερωµένοι και ξένοιαστοι στο προαύλιο και τους υπόλοιπους φίλους και συµµαθητές, να αποχαιρετιστούµε. Ήταν ακόµα νωρίς και το λεωφορείο ήθελε περισσότερο από δυο ώρες να περάσει. Περιµένοντας, λοιπόν, βγήκε από το γραφείο ο Πανουτσόπουλος και φώναξε δυνατά να ακούσουν και όσοι ήσαν µακριά.
     «Από τους µαθητάς της τρίτης να µη φύγει κανείς! Όταν τελειώσουν όλοι, σας θέλω... Οι µαθήτριες µπορούν να φύγουν...».
     «Θα χάσουµε το «λεφορείο», κύριε καθηγητά!», φώναξε κάποιος.
     «Μην ανησυχείτε... Θα το προλάβετε! Μόνο για λίγο σας θέλω... Θα είστε ελεύθεροι πολύ πριν έλθει το λεωφορείο», απάντησε ν’ ακούσουν και όσοι άλλοι είχαν κάποια αντίρρηση.
     Άρχισαν τα «τι θέλει πάλι αυτός», αφού µας είχε συνηθίσει σε αγγαρείες. Πιθανολογούσαµε ότι θέλει να µεταφέρουµε θρανία, να είναι έτοιµα για τις εισαγωγικές των µαθητών του δηµοτικού, που θα γίνονταν σε λίγες µέρες. Η µεταφορά θρανίων, άλλως τε, ήταν η πιο συχνή και συνηθισµένη δουλειά που µας έβαζε να κάνουµε.
     Σε λίγη ώρα βγήκε και πάλι ο Πανουτσόπουλος από το γραφείο και µας κάλεσε να µαζευτούµε κοντά του. Στην προσπάθειά µας να κάνουµε «γραµµές», µας είπε:
     «Όχι, παιδιά µου! ∆εν χρειάζεται να κάνετε γραµµές! ∆υο λόγια θέλω να σας πω µόνο».
     Πολυσυνηθισµένη και πολυεπαναλαµβανόµενη η προσφώνηση «παιδιά µου!», που πάντα τον κοροϊδεύαµε καλοπροαίρετα γι’ αυτό, χωρίς, φυσικά, να το ξέρει...!
     Αµέσως µετά την πρώτη του κουβέντα, να µην κάνουµε «γραµµές», συνέχισε:
     «Παιδιά µου, σήµερα είναι η τελευταία µέρα στο σχολειό σας αυτό, που για τρία χρόνια σας φιλοξένησε και σας έδωσε φτερά και εφόδια για τη ζωή. Αν και παύετε από αυτή τη στιγµή να είστε στη δική µας δικαιοδοσία, θέλω, παιδιά µου να σας παρακαλέσω να κάνετε µια καλή πράξη σήµερα! Θεωρείστε το ότι είναι µια αποχαιρετιστήρια πράξη, µια πράξη σαν ένδειξη ευγνωµοσύνης στο σχολείο σας και σε όσα σας έµαθαν εδώ οι καθηγηταί σας. Αυτό που θα κάνετε σήµερα, θα φέρνει νοσταλγίες και µνήµες, πρώτα απ’ όλα και σε σας του ίδιους, όταν µεγαλώσετε. Θα σας θυµίζει περισσότερο έντονα τα γυµνασιακά σας χρόνια, τις εµπειρίες σας και κάποιες περισσότερο ή λιγότερο ευχάριστες στιγµές σας εδώ. Μα θα είναι όµως και µια πράξη για το περιβάλλον, που τόσο πολύ ο άνθρωπος το µαστιγώνει.
     »Από τη δεντροφύτευση που κάναµε στις αρχές της άνοιξης, παιδιά µου, µας έµειναν ορισµένες ακακίες, που τις διατηρήσαµε στο νερό να µην ξεραθούν. Σκέφτηκα, λοιπόν, αυτές τις λίγες ακακίες – δεν πρέπει να είναι παραπάνω από πενήντα –, να τις φυτέψετε σήµερα στο πίσω µέρος του σχολείου µας. Μας δάνεισε η κοινότητα πέντε τσάπες γι’ αυτή τη δουλειά. ∆εν είναι, βέβαια, εποχή δεντροφύτευσης, αλλά µας υποσχέθηκε ο κύριος πρόεδρος της κοινότητος ότι θα φροντίσει ο ίδιος να ποτίζονται τακτικά το καλοκαίρι για να µην ξεραθούν. Σε µισή ώρα, τρία τέταρτα το πολύ, πιστεύω να τελειώσετε και θα είσθε ελεύθεροι.
     »Καλό καλοκαίρι, παιδιά µου, και καλή πρόοδο, όσοι συνεχίσετε το σχολείο, και καλό είναι να το συνεχίσετε όλοι. Σε όλους σας, βεβαίως, εύχοµαι κι εγώ και οι άλλοι δύο συνάδελφοι καλή πρόοδο και στη ζωή και να µην ξεχνάτε ποτέ ότι µε μόνο με έργα αρετής ανεβαίνει ψηλά ο άνθρωπος και ξεχωρίζει. Έργα που γίνονται για το θεαθήναι, ή µε ιδιοτέλεια, είναι εφήµερα και γρήγορα ξεχνιούνται...».
     Τα λόγια του µας συγκίνησαν, αλλά µας «έριξε» και στο φιλότιµο. ∆υο – τρεις είπαν αργότερα ότι αυτό επεδίωκε. Όµως, δεν ήταν έτσι. Συγκινηµένος και ίδιος και αυτά που µας έλεγε έδειχνε να βγαίνουν από την ψυχή του. Σε δυο – τρία σηµεία, µάλιστα, νοιώσαµε τη φωνή του να πάλλεται. Ήξερε κι αυτός ότι από την επόµενη σχολική χρονιά θα έπαιρνε µετάθεση για την Πάτρα κι αυτό τον φόρτιζε. Είχε υπηρετήσει κάπου µια δεκαετία στο Σοποτό, µπορεί και εκεί να πρωτοδιορίστηκε και, οπωσδήποτε, είχε δεθεί µε τον κόσµο και τον τόπο.
     Κανένας µας δεν του έφερε αντίρρηση. Αλλά και τι αντίρρηση θα µπορούσαµε να φέρουµε, αφού τέτοια περιθώρια δεν µας έπαιρνε να έχουµε, είτε από σεβασµό, είτε και από φόβο. Το µόνο που επιδιώκαμε πάντα σε παρόµοιες περιπτώσεις, ήταν να βρούµε έναν τρόπο να τελειώνουµε γρήγορα τη δουλειά για να µας µείνει καιρός να «λουφάρουµε»[...]
     Σηκώσαµε το µεγάλο βαθύ καζάνι που είχε τις ακακίες σε νερό, πιάνοντάς το από χερούλια, και όχι µε ιδιαίτερη διάθεση αρχίσαµε τη «δεντροφύτεση», πίσω από το γυµνάσιο και κάτω από τον καυτό ήλιο. Μία φυτεύαµε, τρεις πετάγαµε στο ρέµα, έξω από το συρµατόπλεγµα! Επειδή η πρώτη από τις ακακίες που φύτεψα εγώ ήταν ακριβώς στη νοτιοανατολική γωνία, είχα στο µυαλό µου πάντα ποια είναι και ήξερα πως αν πήγαινα, θα τη «γνώριζα» αµέσως!
     Τα χρόνια περνούσαν. Κάποιες φορές κατεβαίνοντας µε το λεωφορείο από την Αθήνα για το χωριό µου, έβλεπα τις ακακίες κάθε χρόνο και μεγαλύτερες και το µυαλό µου γύρναγε στα θρανία και στην εποχή που τις φυτέψαµε. Την άνοιξη και το καλοκαίρι που η φυλλωσιά τους έδινε περισσότερο όγκο και χάρη, µου θύµιζαν πιο έντονα την τελευταία µέρα στο γυµνάσιο του Σοποτού.
     Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα από τότε, που η µεγάλη µου κόρη είχε τελειώσει το δηµοτικό, την πήρα και πήγαµε στο Σοποτό να της δείξω το σχολείο µου. Κατηφορίσαµε την οδό «Γυµνασίου» και µια βουβαµάρα κυριαρχούσε παντού. Κλειστά τα περισσότερα σπίτια, χωρίς να βλέπεις ρούχα απλωµένα στα σύρµατα, ούτε και τις αυλές φροντισµένες, ούτε κάτι άλλο που να δείχνει ότι οι καιροί δεν έχουν αλλάξει. Οι πινακίδες µε την ονοµασία του δρόµου είχαν σκουριάσει από τα χρόνια και τα γράµµατα είχαν µισοσβηστεί. Κρατώντας το παιδί από το χέρι, συντροφιά µας έκαναν τα πουλιά µε τα τζιτζίκια και καµιά σαύρα που έτρεχε να κρυφτεί, ενοχληµένη από το πέρασµά µας. Το δροµάκι µέχρι το γυµνάσιο, αν και κάπως συντηρηµένο, είχε πνιγεί από τα ξεροχόρταρα και τους θάµνους που ήθελαν µε κάθε τρόπο να το καταργήσουν. Κι όλα αυτά, µόνο µέσα σε λίγα χρόνια!
     Μπαίνοντας στη µεγάλη σιδερένια µισογκρεµισµένη αυλόπορτα, βλέπαµε ότι ήµαστε πιο κοντοί από τα χορτάρια, αν και λίγο καιρό πριν το τεράστιο προαύλιο του γυµνασίου και το γήπεδο κολλητά σε αυτό, χρησιµοποιούνταν για βοσκότοπος!
     «Γνώρισα» αµέσως την πρώτη ακακία που φύτεψα, µόλις φτάσαµε εκεί και την έδειξα στην κόρη µου! Την κοίταζε από πάνω µέχρι κάτω, ψιθυρίζοντας:
     «Πολύ συγκινητικό!...».
     Την καµάρωνα κι εγώ, βλέποντας ότι έχει θεριέψει, όπως και όλες οι άλλες, και έχουν γίνει δύο και τρεις φορές ψηλότερες από το κτίριο του γυµνασίου! Μια λουρίτσα ήταν τότε η καθεµιά τους και όλες µαζί έκαναν – δεν έκαναν ένα δεµάτι πού χώραγε στη µια αµασχάλη!
     Περπατήσαµε γύρω – γύρω στο γυµνάσιο και τα περισσότερα τζάµια του ήταν σπασµένα, είτε από όπλα κυνηγών, είτε από των παιδιών τον πετροπόλεµο, είτε από τον αέρα, που τα ανοιγόκλεινε κάθε φορά που φύσαγε. Πολλά από τα θρανία του έλλειπαν από τη θέση τους, ενώ κάποια άλλα ήταν σπασµένα ή αναποδογυρισµένα. Κάποια γράµµατα, κάποιες λέξεις – µερικές ανορθόγραφες – και κάποιες ζωγραφιές υπήρχαν ακόµα στους πίνακες και των τριών τάξεων, ποιος ξέρει από πότε και από ποιους επίδοξους «µαθητές» ή «καλλιτέχνες». Πολλή µούχλα απλωµένη από την υγρασία στους τοίχους και τα ταβάνια, ενώ τα σπασµένα κεραµίδια φαίνονταν από πολύ µακριά, από το δρόµο!
     Λίγο καιρό αργότερα, μια ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη µε περίµενε, όταν ξαναπήγα και είδα να έχουν αλλαχθεί όλες οι πόρτες και τα παράθυρα, µε καινούργια αλουµινένια και να έχουν τοποθετηθεί σώµατα καλοριφέρ. Οι τοίχοι και τα ταβάνια δεν είχαν µούχλα, αλλά και οι πίνακες δεν ήσαν πια στη θέση τους! Ο δρόµος από τον Άγιο Γεώργιο µέχρι τη σιδερένια αυλόπορτα έχει στρωθεί µε τσιµέντο και η εύκολη πρόσβαση µε αυτοκίνητο είναι πλέον γεγονός! Κατάλαβα ότι για «κάτι καλό» ετοιµάζεται!


                                 Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3 Σεπτ. 2017

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

1η Σεπτέμβρη-Αρχή Ινδίκτου: Ιστορικά, θρησκειολογικά και λαογραφικά στοιχεία




     Ο όρος «Ίνδικτος» προέρχεται από τη λατινική λέξη «indictio», που σημαίνει «ορισμός», επειδή η 1η Σεπτεμβρίου είχε ορισθεί να πληρώνονται κάθε δεκαπενταετία στους αυτοκράτορες της Ρώμης οι φόροι των πολιτών.
     Εκτός αυτού, στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η  Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως την ημέρα αυτή ήταν τα γενέθλια του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στην προηγούμενη, δηλ. στις 23. Έτσι ίνδικτος επεκράτησε να σημαίνει το έτος και αρχή της ινδίκτου η πρωτοχρονιά.
     Αργότερα, αφού ο Μέγας Κωνσταντίνος ανακήρυξε επίσημη θρησκεία το Χριστιανισμό, έγινε χρήση της ινδίκτου ως χρονολογίας και από τότε ορίσθηκε να γιορτάζει η εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως την 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή του εκκλησιαστικού έτους. Πιθανότατα αυτό δεν έγινε τυχαία, ούτε για λόγους διευκόλυνσης, αλλά είχε βαθύτερη συμβολική έννοια: Επειδή ο Σεπτέμβριος είναι μήνας συγκομιδής καρπών και προετοιμασίας για τον νέο κύκλο βλαστήσεως και καρποφορίας, καθιερώθηκε έτσι, ώστε να γιορτάζουν και οι Χριστιανοί την έναρξη της νέας γεωργικής περιόδου. Για το λόγο αυτό αποδίδονται ευχαριστίες στο Δημιουργό για τη χρονική περίοδο που παρήλθε και τελούνται δεήσεις για τη νέα που ξεκινάει.
     Στο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στο Φανάρι, τελείται πάντα κάθε 1η του Σεπτεμβρίου πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία, με κάθε τυπικότητα και μεγαλοπρέπεια.
      Μεταξύ των ευχών που αναγιγνώσκονται στη Θεία Λειτουργία της ημέρας για την ευλογία του νέου έτους, είναι και η παρακάτω του Μεγάλου Βασιλείου. Η ίδια ευχή αναγιγνώσκεται από τον επίσκοπο ή τον ιερέα και στην αρχή του ημερολογιακού έτους (1η Ιανουαρίου):

     «Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος, ὁ ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος καὶ ἐπέκεινα παντὸς χρόνου νοούμενός τε καὶ ὑπάρχων, ὁ πάσης ἐκτὸς μεταβολῆς τε τῶν ὄντων καὶ ἀλλοιώσεως, ὁ τὸν πάντα χρόνον τόν τε γεγονότα τόν τε ὄντα καὶ τὸν ἐσόμενον πληρῶν, ὁ ἐν τῇ ἀφάτῳ σου μακροθυμίᾳ καταξιώσας ἡμᾶς εἰς νέον ἐνιαυτὸν τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητός σου εἰσελθεῖν, αὐτός, πανάγαθε Δέσποτα, τὴν εἴσοδον ταύτην τῇ θείᾳ σου χάριτι εὐλόγησον· ὄμβρους εἰρηνικοὺς πρὸς καρποφορίαν τῇ γῇ δώρησαι· τοὺς ἀέρας ὑγιεινοὺς καὶ εὐκράτους ἀνθρώποις τε καὶ κτήνεσι κατασκεύασον· δὸς ἡμῖν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ βεβαίᾳ τὸν κύκλον αὐτοῦ διελθεῖν, τῷ στεφάνῳ τῆς δόξης τῶν ἀρετῶν κοσμουμένους, τῷ φωτὶ τῶν ἐντολῶν σου εὐσχημόνως ὡς ἐν ἡμέρᾳ καλῶς ὁδεύοντας· τὸ εὐσεβὲς ἡμῶν ἔθνος τῇ δυνάμει σου κραταίωσον· τὴν νεότητα παιδαγώγησον· τὸ γῆρας περικράτησον· τοὺς ὀλιγοψύχους παραμύθησον· τοὺς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε· τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καὶ σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου ᾿Εκκλησίᾳ, ἣν τῇ θείᾳ σου χάριτι καλῶς διαφύλαξον· λάλησον ἀγαθὰ ἐν ταῖς καρδίαις τῶν ἀρχόντων ἡμῶν, ἐνίσχυσον καὶ ἐνδυνάμωσον αὐτούς τε καὶ τὸν φιλόχριστον ἡμῶν στρατόν· ἐλθέτω ἐφ᾿ ἡμᾶς, Κύριε, ἡ βασιλεία σου, βασιλεία ἀγάπης, χρηστότητος, δικαιοσύνης καὶ εἰρήνης, καὶ ἀξίωσον ἡμᾶς ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ ὑμνεῖν σε καὶ δοξάζειν σε τὸν ἐν Τριάδι ἄναρχον καὶ αἰώνιον Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.».

     Ομοιότητες με τη Χριστιανική λατρεία συναντάμε και στους Ιουδαίους, όπου, σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, τελούσαν την πρώτη ημέρα του εβδόμου ιουδαϊκού μηνός (αρχές Σεπτεμβρίου), τη γιορτή της Νεομηνίας ή των Σαλπίγγων. Την ημέρα αυτή απείχαν από κάθε εργασία και προσέφεραν θυσίες ολοκαυτωμάτων «εις οσμήν ευωδίας τω Κυρίω», όπως μας πληροφορούν τα βιβλία «Λευτικόν» και «Αριθμοί», τρίτο και τέταρτο αντίστοιχα της «Πεντάτευχου» της Παλαιάς Διαθήκης.
     Ομοιότητες συναντάμε, επίσης, και στην αρχαία Ελλάδα, όπου οι πρόγονοί μας εξέφραζαν τις ευχαριστίες τους στους θεούς για τις ευεργεσίες που με κάθε τρόπο τους παρείχαν: Τις κατάλληλες βροχές που έστειλαν και είχαν ως αποτέλεσμα την καλή καρποφορία, τη δικαιοσύνη και την ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους, την καλή γονιμότητα των ζώων κλπ. Τις ευχαριστίες ακολουθούσαν δεήσεις για τη νέα καρποφορία της γης, την επικράτηση ευνοϊκών ανέμων, τις καλές συζυγικές σχέσεις, την καλή αναπαραγωγή των ζώων, την προστασία των πόλεων, την ασφάλεια των πλοίων στις θάλασσες. 
     Ανάλογες λατρείες συναντάμε σε θεότητες κι άλλων αρχαίων πολιτισμών.
    
     Αν αναζητούσαμε κάποιες ομοιότητες και στο πρόγραμμα της προσωπικής μας ζωής, είτε της ζωής του κοινωνικού συνόλου, σίγουρα θα βρίσκαμε, αφού το τέλος Αυγούστου σηματοδοτεί και το τέλος της περιόδου των διακοπών και της χαλάρωσης για εμάς. Σηματοδοτεί και ο Σεπτέμβριος, όμως, την αρχή μιας νέας περιόδου, μιας «νέας χρονιάς» με τον κάθε είδους αγώνα (εργασιακό, εκπαιδευτικό, πνευματικό, αθλητικό κλπ), που κάποιες φορές, ή σχεδόν πάντα, πρέπει να ενταθεί για το προσωπικό και για το γενικότερο καλό.
     Κατ’ ανάλογο τρόπο με την Εκκλησία μας, λοιπόν, οι ευχές που ανταλλάσσουμε με αγαπημένα και φιλικά πρόσωπα στο τέλος της χαλάρωσης και των διακοπών και στην αρχή της «νέας χρονιάς», φέρνουν (ή επιδιώκουν να φέρουν) και στη δική μας ζωή θετική ενέργεια και αισιοδοξία για το χειμώνα που έρχεται και, οπωσδήποτε, αναμένεται να έχει τις δυσκολίες του. Πασίγνωστη και η ευχή «καλό χειμώνα» στο τέλος των διακοπών ή του καλοκαιριού, που σε πολλούς καθόλου δεν αρέσει!
     Να σημειώσουμε, τέλος, ότι η πρωτοχρονιά (1η Ιανουαρίου) έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή αρκετά αργότερα.
--------------------------------------------   

Πηγές:
Ορθόδοξος Συναξαριστής
Εγκυκλοπαίδεια ΓΙΟΒΑΝΗ

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 31.8.2017

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Θωρηκτό «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ», αντιτορπιλικό «ΒΕΛΟΣ» και τριήρης «ΟΛΥΜΠΙΑΣ»: Σύντομο αφιέρωμα




     Αν κάνει κανείς ένα περίπατο μέχρι το Τροκαντερό, στο Παλιό Φάληρο, θα δει στο Πάρκο Ναυτικής Παράδοσης το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», το αντιτορπιλικό «Βέλος» και την τριήρη «Ολυμπιάς, τα οποία μπορεί και να επισκεφθεί.
     Θεωρώντας χρέος μας τη γνώση και τη διαφύλαξη της ιστορίας μας, κάνουμε ένα σύντομο αφιέρωμα στα τρία αυτά ιστορικά πλοία. Ένα δεύτερο σκεπτικό που με οδήγησε στην ανάρτηση του παρόντος άρθρου, είναι ότι θα μπορούσε αυτό να αποτελέσει κίνητρο σε σχολεία, συλλόγους, φορείς, ομάδες, αλλά και στον καθένα και στην καθεμία μια επίσκεψη στα πλωτά αυτά μουσεία. Σίγουρα θα αποζημιωθεί και θα μάθει πολλά, που ίσως να μην γνωρίζει. Άλλωστε, μια τέτοια επίσκεψη, θα είναι και απότιση φόρου τιμής στους ζωντανούς αυτούς θρύλους της ναυτικής μας ιστορίας.

Θωρηκτό «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ»

     Μεγάλοι είναι οι συναισθηματικοί δεσμοί με συνδέουν με τον ζωντανό αυτό θρύλο το πολεμικού μας ναυτικού, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η ευγνωμοσύνη που νοιώθω για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα και ο δεύτερος γιατί μ’ αυτό είχε ταξιδέψει και ο βετεράνος των Βαλκανικών πολέμων και Α΄ παγκοσμίου πολέμου παππούς  Κωνσταντίνος Παπακωνσταντόπουλος, ο οποίος πάντα το ανέφερε με πολύ σεβασμό στις πολεμικές του αφηγήσεις.



    Αξέχαστη μένει πάντα στη μήνη μου και η πρώτη μου επίσκεψη το 1987, όταν έτυχα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της αφήγησης ενός ναύτη, του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, που με πολύ έντονα συναισθήματα περιέγραφε στο κατάστρωμα του θρυλικού πλοίου τις αναμνήσεις/εμπειρίες/περιπέτειές του! Στις δύο επόμενες επισκέψεις μου, με τελευταία το 2012, τα συναισθήματά μου δεν ήταν ούτε λιγότερα, ούτε μικρότερα από την πρώτη. Μόλις τελειώσουν οι εργασίες συντήρησης που γίνονται σήμερα  στο πλοίο,  θ’ ακολουθήσει κι άλλη.
     Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» είναι ιστορικό πλοίο της νεότερης Ελλάδας. Πρόκειται για το μοναδικό δείγμα του τύπου (θωρακισμένο καταδρομικό) που διατηρείται στο κόσμο ως σήμερα. Ναυπηγήθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας την περίοδο 1908 - 1911, και εντάχθηκε στο τότε Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό.
     Η τότε κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη δαπάνησε περισσότερες από 23.600.000 δρχ. για την απόκτησή του. Οι 8.000.000 προέρχονταν από το 20% της συνολικής κληρονομιάς Μεγάλου Ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, που παραχώρησε με τη διαθήκη του στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το 1899, στην οποία όριζε ότι το ποσό αυτό διατίθεται για την ναυπήγηση μεγάλου πολεμικού πλοίου που θα φέρει τ’ όνομά του. Το υπόλοιπο ποσό για την προμήθειά του, καλύφθηκε από το Ταμείο Εθνικού Στόλου. Η Ελληνική Κυβέρνηση μάλιστα, πέτυχε ευνοϊκότερους όρους και τιμή αγοράς, έναντι άλλων ενδιαφερομένων.
     Κατά την αρχική του διαμόρφωση, η καύσιμη ύλη του ήταν ο άνθρακας, η ενδεικτική ιπποδύναμη 19.000 ίπποι και η ταχύτητά του 23 κόμβοι. Το πλήρωμά του αποτελούσαν 670 άνδρες, είχε εκτόπισμα 10.118 τόνους  και οι διαστάσεις του ήταν: μήκος 140,5 μ., πλάτος 21 μ., βύθισμα 7,5 μ. Τον οπλισμό του αποτελούσε μεγάλος αριθμός πυροβόλων διαφόρων διαμετρημάτων και τορπιλοσωλήνων.
     Η καθέλκυση του πλοίου έγινε το Μάρτη του 1910 και παραλήφθηκε από την Ελλάδα ένα χρόνο μετά, ύστερα από τις προβλεπόμενες δοκιμές. Πρώτο του ταξίδι ήταν στην Αγγλία, όπου έλαβε μέρος στις εορτές στέψης του Βασιλιά Γεωργίου του Ε΄ και εφοδιάσθηκε με πυρομαχικά. Στις 1 του Σεπτέμβρη του 1911 κατέπλευσε στο Φάληρο, όπου τού επιφυλάχθηκε πρωτοφανής μεγαλειώδης υποδοχή από όλα τα πλωτά μέσα της περιοχής, που ήταν γεμάτα κόσμο.
     Από τη στιγμή εκείνη το «Γεώργιος Αβέρωφ» ήταν το πιο σύγχρονο και το πιο ισχυρό πολεμικό πλοίο στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στο Αιγαίο.
     Με την έναρξη των εχθροπραξιών των Βαλκανικών πολέμων τον Οκτώβριο του 1912, ο Ελληνικός στόλος κλήθηκε να πετύχει έναν ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό στόχων: να εμποδίσει την έξοδο του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, να αποκτήσει την κυριότητα των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου, να εμποδίσει τη μεταφορά οθωμανικών στρατευμάτων και εφοδίων προς τα ηπειρωτικά μέτωπα των Βαλκανίων, καθώς και να προστατεύσει τις θαλάσσιες μεταφορές της Ελλάδας και των συμμάχων της. Η περίοδος εκείνη υπήρξε  αναντίρρητα η πλέον ένδοξη για το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», που τέθηκε επικεφαλής του Στόλου του Αιγαίου υπό τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και απέπλευσε προς τα Δαρδανέλια. Η νικηφόρα ναυμαχία της Έλλης, η κατάληψη του Αγίου Όρους, της Λήμνου και των άλλων νησιών του βορείου Αιγαίου (Θάσου, Σαμοθράκης, Ίμβρου, Τενέδου, Αγίου Ευστρατίου, Μυτιλήνης, Χίου) διέλυσε τις προσδοκίες του Σουλτάνου και της Υψηλής Πύλης για τον έλεγχο του Αιγαίου. Το «Γεώργιος Αβέρωφ» είχε γίνει για την Ελλάδα σύμβολο, ενώ για την Τουρκία «το διαβολοκάραβο» (σεϊτάν παπόρ).
     Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπηρεσίες του ήταν ελάχιστες, καθώς ο Τουρκικός Στόλος παρέμεινε κλεισμένος στα Δαρδανέλλια λόγω της ναυτικής υπεροχής των συμμάχων. Με το τέλος του πολέμου εισέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποθεώθηκε από τον Ελληνικό πληθυσμό της περιοχής.
     Κατά τις επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία, η κύρια προσφορά του ήταν η μεταφορά στρατιωτών και η κάλυψη των αποβατικών επιχειρήσεων στην Ανατολική Θράκη.
     Το 1925 το θωρηκτό αναβαθμίστηκε στα ναυπηγεία της Τουλόν της Γαλλίας, για να ανταποκρίνεται στις καινούργιες απαιτήσεις. Το 1928 όλες οι εργασίες είχαν αποπερατωθεί και το πλοίο ήταν και πάλι επιχειρησιακά έτοιμο. Εννιά χρόνια αργότερα (1937) βρέθηκε ξανά στην Αγγλία, αυτή τη φορά για την τελετή στέψης του βασιλιά Γεωργίου του ΣΤ΄.
     Κατά την κήρυξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, την μετέπειτα εισβολή και ραγδαία προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού σχεδίαζε να το βυθίσει, λόγω της παλαιότητάς του. Το πλήρωμά του τότε εξεγέρθηκε και με δική του πρωτοβουλία διέφυγε στην Αλεξάνδρεια. Το «Γεώργιος Αβέρωφ» ήταν ένα από τα λίγα Ελληνικά πλοία που κατάφεραν να φτάσουν σώα στην Αιγυπτιακή πόλη, αφού τα περισσότερα βυθίστηκαν από τις επιδρομές γερμανικών αεροπλάνων.
     Στις 17 Οκτωβρίου του 1944, επικεφαλής για άλλη μια φορά του Στόλου, μετέφερε την τότε Ελληνική κυβέρνηση από την εξορία στην απελευθερωμένη Αθήνα, με πλοίαρχο τον μετέπειτα Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας  Σπυρίδωνα Μάτεση, ο οποίος υπήρξε και ο τελευταίος πλοίαρχος του θωρηκτού, το οποίο αποσύρθηκε το 1952 και μέχρι το 1984 ήταν αγκυροβολημένο στον Πόρο.
     Το 1984 το Πολεμικό Ναυτικό αποφάσισε να το μετατρέψει σε πλωτό μουσείο και το μετέφερε στο Φάληρο. Εκεί βρίσκεται από τότε και τιμάει με την παρουσία του το Ελληνικό Ναυτικό και την ναυτική κληρονομιά της Ελλάδος.
     Όσα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού εισέρχονται στο λιμάνι του Φαλήρου τού αποδίδουν τιμές: Ο κυβερνήτης διατάζει το πλήρωμα από στάση προσοχής να κάνει κλίση κεφαλής προς το «Γεώργιος Αβέρωφ» και, με το σχετικό σφύριγμα του πλοίου στο οποίο επιβαίνουν, στρέφονται οι κεφαλές όλων στο θρυλικό θωρηκτό, ενώ οι αξιωματικοί το χαιρετούν στρατιωτικά.
     Το 2003 βραβεύτηκε για τις υπηρεσίες που στην πατρίδα με το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.
     Από τον Απρίλιο 2017 έγιναν στο «Γεώργιος Αβέρωφ» οι απαραίτητες  εργασίες συντήρησης. Για το λόγο αυτό ταξίδεψε με τη βοήθεια ρυμουλκών από το Φάληρο έως τα ναυπηγείο Σκαραμαγκά. Τρεις μήνες μετά επέστρεψε στο Τροκαντερό, όπου συνεχίζονται εκεί οι εργασίες συντήρησης. Όταν περατωθούν, θα ανοίξει και πάλι τις πόρτες του στους επισκέπτες του.
     Πρόσφατα διαβάσαμε ότι η τελευταία αυτή συντήρησή του αναθέρμανε το όνειρο να αποκτήσει πάλι τη δυνατότητα να ταξιδέψει σε νησιά του Αιγαίου τα οποία και απελευθέρωσε! Ποιος δεν θα συγκινηθεί όταν γίνει αυτό! Ποιος δεν θα ριγήσει όταν ξαναδεί τον δοξασμένο «γέροντα» του πολεμικού μας ναυτικού να βγαίνει υπερήφανος στο Αρχιπέλαγος!  
Συμπληρωματικά ιστορικά στοιχεία στο άρθρο (2019):             
     Στις 5 Οκτωβρίου 2017 το θωρηκτό για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, για τους εορτασμούς της επετείου απελευθέρωσης της πόλης, του ΟΧΙ και της εορτής του αγίου Δημητρίου. Τότε, 26 Οκτωβρίου 2027, η πολεμική σημαία του  τιμήθηκε με με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας επί του πλοίου, που βρισκόταν στο λιμάνι της συμπρωτεύουσας.               

Ο ναός του αγίου Νικολάου του θωρηκτού Αβέρωφ



     «Τα χριστιανικά αισθήματα της τότε Ελληνικής κοινωνίας αλλά και οι προσωπικές πεποιθήσεις των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού και της ηγεσίας του, φρόντισαν ώστε στη ναυαρχίδα του Ελληνικού στόλου να υπάρχει εκκλησία επί του καταστρώματος, παρότι δεν προβλεπόταν από τα αρχικά σχέδια του πλοίου, τα οποία προσαρμόστηκαν κατόπιν σχετικής επιθυμίας και παραγγελίας του Πολεμικού Ναυτικού», περιγράφει ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Μαρμαρινός, συνταγματάρχης - ιερέας του ΓΕΝ. Το εκκλησάκι έγινε στο σημείο που ήταν σχεδιασμένη η πυριτιδαποθήκη. Πρόκειται για το μοναδικό πολεμικό πλοίο με ναό και μάλιστα πάντα υπηρετούσε ιερέας.
     Ο ναός του αγίου Νικολάου στο θωρηκτό επέδρασε ουσιαστικά στην ψυχολογία του πληρώματος και συνετέλεσε στην επιτυχία της αποστολής του. Καθ’ όλη τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, επέβαινε του πλοίου στρατιωτικός ιερέας ως κανονικό μέλος του πληρώματος, λειτουργούσε Κυριακές και γιορτές και εμψύχωνε το πλήρωμα τις δύσκολες στιγμές. 
     Στο μικρό αυτό ναό τελέσθηκαν και μυστήρια, όπως γάμοι και βαπτίσεις, ιδιαίτερα παιδιών ομογενών κατά τα ταξίδια του θωρηκτού στη βόρεια Αφρική.
     Για κάποιους ο ναός του πλοίου και η προστασία του αγίου Νικολάου ήταν ο λόγος που το «Γεώργιος Αβέρωφ» δεν έχασε ούτε μία μάχη και δεν υπέστειλε ποτέ τη σημαία του από την ημέρα της καθέλκυσής του.

Αντιτορπιλικό «ΒΕΛΟΣ»



     Το «Βέλος» είναι ένα από τα τέσσερα όμοια αντιτορπιλικά, που παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ κατά την περίοδο 1959-60. Κατά την διάρκεια εκπαιδευτικών ασκήσεων του ΝΑΤΟ το 1973, το πλοίο αποστάτησε υπό τον Αντιπλοίαρχο Νικόλαο Παππά και ζήτησε άσυλο στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, ως μια εκδήλωση αντίδρασης προς τη στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα. Ο Κυβερνήτης, 6 αξιωματικοί και 25 υπαξιωματικοί και ναύτες παρέμειναν στο εξωτερικό ως πολιτικοί φυγάδες. Η ενέργεια αυτή επέφερε μεγάλο πλήγμα στο εδώ στρατιωτικό καθεστώς. Όταν το 1974 εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, το αντιτορπιλικό «Βέλος» έσπευσε να βοηθήσει στην άμυνα του νησιού.
     Στις 26 Μαρτίου 1991 παροπλίσθηκε και το 1994 το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό το ανακήρυξε σε μουσείο για τον αγώνα ενάντια στην δικτατορία και το πλοίο αγκυροβόλησε στον Πόρο. Τον Δεκέμβριο του 2000 μεταφέρθηκε στην Ναυτική βάση της Σαλαμίνας για επισκευή και ανάπλασή του σε επισκέψιμο ναυτικό μουσείο.
     Από τον Ιούνιο του 2002 ευρίσκεται αγκυροβολημένο στο Πάρκο Ναυτικής Παράδοσης στο Παλαιό Φάληρο.

Τριήρης «ΟΛΥΜΠΙΑΣ»

Η τριήρης "ΟΛΥΜΠΙΑΣ"
(Φωτογραφία από το κατάστρωμα του "Βέλος")

     Η τριήρης «Ολυμπιάς» παραγγέλθηκε για λογαριασμό του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και το 1987 ολοκληρώθηκε η ναυπήγηση και καθέλκυσή της, σε ομοίωμα αρχαίας ελληνικής τριήρους και σύμφωνα με όλα τα αρχαιολογικά στοιχεία και τους νόμους της  ναυπηγικής μηχανικής. Μετά τη ναυπήγηση αυτή, δόθηκε τέλος σε ορισμένες αντιρρήσεις και διαφωνίες, τόσο ως προς τις πραγματικές διαστάσεις, όσο και προς τη λειτουργικότητα που είχε αυτός ο τύπος σκάφους κατά την αρχαιότητα.
     Στις δοκιμές που ακολούθησαν την καθέλκυση, οι επιδόσεις της «Ολυμπιάδος» ήταν αξιοθαύμαστες. Ανέπτυξε ταχύτητα εννέα κόμβων και έπλεε επί ώρες με 4-5 κόμβους και με το μισό αριθμό κωπηλατών, εκ περιτροπής.
     Το μήκος της είναι 37 μέτρα, το πλάτος της 5,5, το βύθισμα 1,25, το εκτόπισμά της 70 τόνοι και το υλικό κατασκευής ξύλο (δρυς). Έχει δύο ιστούς, έναν μεγαλύτερο κι έναν μικρότερο, πάνω στους οποίους των φέρονται ισάριθμα τετράγωνα πανιά. Η κωπηλασία γίνεται από ίδιο αριθμό κωπηλατών, όπως και στην αρχαιότητα.
     Tο «Ολυμπιάς» συμμετείχε σε πολλές πολιτιστικές δραστηριότητες. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
- 1988: Ταξίδια σε νησιά του Αργοσαρωνικού, Θεσσαλονίκη και Αλεξανδρούπολη και συμμετοχή στις εκεί πολιτιστικές εκδηλώσεις.
- 1989 (Αύγουστος): Μεταφορά της ολυμπιακής φλόγας από την Ελευσίνα στο Φάληρο.
- 1993 Συμμετοχή στις εκδηλώσεις του εορτασμού των 2.500 ετών του δημοκρατικού πολιτεύματος στο Λονδίνο.  
 1994: Συμμετοχή σε εκδηλώσεις στην Κέρκυρα.
- 2004: Ύστερα από επισκευές, εργασίες συντήρησης και δοκιμές, παραδίδεται στο Δήμο Πειραιώς, όπου και συμμετείχε στη μεταφορά της Ολυμπιακής φλόγας (11 Αυγούστου). Ένα μήνα μετά παραδόθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό.
- 2005: Το υψηλό κόστος συντήρησης, ο μεγάλος αριθμός πληρώματος που απαιτείται και η έλλειψη πρακτικού οφέλους για το Πολεμικό Ναυτικό, οδήγησαν στην απόφαση να τεθεί σε εκθεσιακή χρήση στο Τροκαντερό, δίπλα στο θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», στο οποίο υπάγεται και οργανικά.

Η θέα προς τον Πειραιά, τον Αργοσαρωνικό και το Φάληρο από το κατάστρωμα των πλοίων είναι μαγευτική!

Πηγές:
Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ»
Εγκυκλοπαίδεια «ΓΙΟΒΑΝΗ»
Επίσημη ιστοσελίδα Πολεμικού Ναυτικού


                                   Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 24.8.2017

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

«Μεθ’ υπολήψεως κι ευγνωμοσύνης»! (*)

«ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ»! 

     Αμέσως μετά τον αιφνιδιασμό που ένοιωσα, περίπου ένα χρόνο πριν, όταν η ιδιοκτήτρια του Λαογραφικού Μουσείου-Πύργου του Λεχουρίτη κ. Ελένη Πορετσάνου μού πρότεινε η φετινή πολιτιστική εκδήλωση στον ιστορικό αυτό χώρο να γίνει προς τιμή μου, αναλογιζόμουν πως κάτι τέτοιο θα είναι πολύ βαρύ για τους ώμους μου. Όμως, μια τόσο τιμητική πρόταση δεν έχεις δικαίωμα να την περιφρονήσεις, γιατί, αν μη τι άλλο, θα ήταν προσβολή προς τη μεγάλη αρχόντισσα, την κ. Ελένη Πορετσάνου.  
     Καθοριστικά στην αποδοχή της τιμητικής αυτής πρότασης συνέβαλε και ο οικείος χώρος του Λαογραφικού Μουσείου–Πύργου του Λεχουρίτη, αφού εκεί συμμετείχα ως ομιλητής σε προηγούμενες εκδηλώσεις, προς τιμήν των πολύ αγαπητών μου συμπατριωτών λογοτεχνών, κ.κ. Κωνσταντίνου Νικολόπουλου-Καμενιανίτη και Νίκου Σακελλαρόπουλου και το μοναδικό άγχος μου με διακατείχε όσο οι μέρες πλησίαζαν, ήταν η επιτυχία για τη διοργανώτρια και τον ιστορικό πύργο-μουσείο.
     Η τριακονταετής εμπειρία, όμως, της κ. Ελένης Πορετσάνου στη διοργάνωση και το συντονισμό τέτοιων εκδηλώσεων, δεν άφηνε περιθώριο αποτυχίας κι αυτό με όπλιζε με θάρρος. Η προσωπική μου συμβολή, αν μπορεί να θεωρηθεί συμβολή, ήταν οι προσωπικοί μου προσκεκλημένοι, που πραγματικά ανταποκρίθηκαν υπεράνω των προσδοκιών μου! Δυναμική παρουσία είχε και το χωριό μου, το Λειβάρτζι, με πολύ κόσμο και τους Προέδρους και Μέλη του Τοπικού Συμβουλίου και των Συλλόγων Αθήνας και Πάτρας. Δυναμική και η παρουσία από το χωριό της μητέρας μου, το Αγρίδι, που είναι κι αυτό χωριό μου, αφού πέραν των δεσμών αίματος, τα τρία γυμνασιακά χρόνια στο Σοπωτό φιλοξενήθηκα εκεί από την μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου, την «θειά-Φώτω» και τον άντρα της του «μπάρμπα-Σωτήρη» Ασημακόπουλο. Δυναμική, βεβαίως, η παρουσία και άλλων χωριών, όπως των Καμενιάνων, του Σοπωτού, του Μανεσίου κ.ά.
     Αρκετοί ήταν οι προσκεκλημένοι και από την πλευρά της κ. Πορετσάνου και από τη δική μου, που διήνυσαν πολλές δεκάδες χιλιόμετρα για να έλθουν. Η αγάπη και τα δυνατά συναισθήματα έκδηλα στα πρόσωπα όλων! Ορισμένοι, μάλιστα, ήρθαν με τα δώρα τους!

Οι κ.κ. Παναγιώτης Φράγκος, Κωνσταντίνος Νικολόπουλος-Καμενιανίτης
και Κατερίνα Γεωργάτου βασικοί ομιλητές της εκδήλωσης,
με τον τέλειο συντονισμό όλης της εκδήλωσης του Στέφανου Σκαρπέλου
(Φωτογρ.: Λευτέρης Αβραμίδης, Ιωάννης Κακαβάς)
    
   Από τη στιγμή της έναρξης της εκδήλωσης με το καλωσόρισμα της οικοδέσποινας κ. Πορετσάνου, μέχρι και τη λήξη της, όλοι παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον και χωρίς να ακούγεται ο παραμικρός ψίθυρος, που θα έλεγε κανείς ότι επρόκειτο για μυσταγωγία! Μεταξύ των σύντομων χαιρετισμών των επισήμων προσκεκλημένων και αυτός του Δημάρχου Καλαβρύτων κ. Γεωργίου Λαζουρά, που λόγω της μετάβασής του στην Κρήτη για τον εορτασμό της επετείου του ολοκαυτώματος των Ανωγείων, δεν μπόρεσε να παραστεί ο ίδιος και αναγνώστηκε από την κ. Ελένη Πορετσάνου. Οι βασικοί ομιλητές της εκδήλωσης κ.κ. Παναγιώτης Φράγκος, Πρόεδρος του Συλλόγου Λειβαρτζινών Αθήνας, και Κωνσταντίνος Νικολόπουλος-Καμενιανίτης, συμμαθητής μου στα γυμνασιακά θρανία, αδελφικός μου φίλος και πνευματικός μου συνοδοιπόρος, πραγματικά καθήλωσαν με το λόγο τους, όχι μόνο εμένα, αλλά και όλο το κοινό. Η επίσης βασική ομιλήτρια, δικηγόρος (και ανιψιά μου) κ. Κατερίνα Γεωργάτου, έκανε με τον τεκμηριωμένο λόγο της μια επιστημονική προσέγγιση στο επίσης αγαπημένο κομμάτι της συγγραφής μου, τη λαογραφία.

Οι προσκεκλημένοι κατέκλυσαν όλο το χώρο γύρω από τον Πύργο-Μουσείο!
(Φωτογρ.: Λευτέρης Αβραμίδης)

     Όπως ειπώθηκε από πολλά στόματα, ιδιαίτερο τόνο έδωσαν και οι απαγγελίες ποιημάτων μου από τις κόρες μου, τη Μαρίνα και την Αγγλική. Πολλές και καλές κριτικές έλαβε και μια μικρή έκπληξη που αφήσαμε για το τέλος, σε συνεργασία με την κ. Πορετσάνου και τον καταξιωμένο εκφραστή της δημοτικής παράδοσης κ. Γιώργη Δαλιάνη: Ενώ απήγγειλα το ποίημα μου «εικόνες από τη ζωή του τσοπάνη», ο Γ. Δαλάνης έπαιζε με τη φλογέρα του τον ποιμενικό σκοπό «ο σκάρος»!

Χαιρετισμός κ. Δημ. Βαρβιτσιώτη, Προέδρου της Παγκαλαβρυτινής Ενώσεως
(Φωτογρ.: Λευτέρης Αβραμίδης)

     Αμέσως μετά τη λήξη, οι χαιρετισμοί, οι ευχές, τα κολακευτικά σχόλια και τα τιμητικά λόγια για τη διοργανώτρια, την εκδήλωση και τον τιμώμενο περίσσευαν! Ορισμένοι δήλωναν ότι ρίγησαν από συγκίνηση και εν κατακλείδι ένα ακόμα πολύ σημαντικό πολιτιστικό γεγονός του καλοκαιριού στο γενέθλιο τόπο είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία! 
     Τέλος, η Αβραμιαία φιλοξενία που είχε επιμεληθεί με πολλή τέχνη και μεράκι η οικοδέσποινα, επισφράγισε την εκδήλωση, όπως πάντα.  

Μεγάλο μου ευχαριστώ και από βήματος
(Φωτογρ.: Λευτέρης Αβραμίδης)

     Αφού εκφράσω τις θερμότερες των ευχαριστιών μου στην κ. Ελένη Πορετσάνου, σε όλους τους συντελεστές, τους ομιλητές και τους προσκεκλημένους και μέσα από το σύντομο αυτό άρθρο, παραθέτω ως επίλογο αποσπάσματα από την σύντομη ευχαριστήρια ομιλία μου που έκλεισε την εκδήλωση:

     «Απ’ όλα όσα έχουν ειπωθεί μέχρι σήμερα και απ’ όλα όσα θα ειπωθούν από σήμερα και μετά για την ελαχιστότατά μου, για ένα να είστε σίγουροι: Πως η ζεστασιά της αγάπης σας εδώ απόψε θα μείνει αμετακίνητη στο κεντρικότερο σημείο της καρδιάς μου!
……………….
     Μοναχική ενασχόληση το γράψιμο και κάποιες φορές αισθάνομαι «παρών-απών» από την οικογένειά μου. Θα μου επιτρέψετε να εκφράσω κι ένα δημόσιο ευχαριστώ στις μούσες μου, που με εμπνέουν με την αγάπη τους και την ομορφιά τους: τη σύζυγό μου Ελένη και τις κόρες μας Μαρίνα και Αγγελική. Τις ευχαριστώ για την κατανόησή τους για την ταυτόχρονη παρουσία «παρουσία-απουσία» μου.
……………….
     Απευθυνόμενος στην κ. Πορετσάνου:
     Συγκέντρωση πνευματικών και άλλων προσωπικοτήτων του τόπου μας εδώ σήμερα κι αυτό υπογραμμίζει πως στους δύσκολους καιρούς που μας ξημερώσανε, εκδηλώσεις όπως αυτή απόψε, είναι φάρος ελπίδας και προσανατολισμού..
……………….
     Παρακάλεσα τρία νέα παιδιά να έχουν ενεργό συμμετοχή στην αποψινή εκδήλωση: Τις κόρες μου που έκαναν τις απαγγελίες και την Κατερίνα. Δικό μας παιδί, Καλαβρυτινόπουλο και η Κατερίνα, ανιψιά μου, με ρίζες από το Αγρίδι Καλαβρύτων, της μεγάλης οικογένειας των «Πουρναραίων». Δεν θέλω να σταθείτε στο ότι είναι συγγενείς μου. Θέλω να σταθείτε στο ότι αποδέχθηκαν με προθυμία και ενθουσιασμό την πρότασή μου, κάτι που δείχνει πως οι νεότερες γενιές βαδίζουν στις ράγες των Αξιών».
=========================================

     (*) Τον τίτλο του άρθρου δανείστηκα από «κλείσιμο» επιστολής του αείμνηστου πατέρα μου, τον Ιούνιο του 1972. Ο «Έπαινός» μου στην πρώτη τάξη του γυμνασίου του Σοπωτού, συνοδευόταν από χρηματικό έπαθλο τετρακοσίων πενήντα (450) δραχμών - αξιόλογο ποσό για την εποχή του - από την οικογένεια Σοφιανοπούλου. Θέλοντας ο σχεδόν αγράμματος πατέρας μου να εκφράσει τις ευχαριστίες του στη μεγάλη αυτή οικογένεια του Σοπωτού, συμβουλεύθηκε το συγχωριανό μας μπάρμπα-Γιάννη Μυλωνά, εγγράμματο για την εποχή του (απόφοιτος Ελληνικού σχολείου), και έστειλε επιτολή, την οποία έκλεινε με τα λόγια του τίτλου του άρθρου και την υπογραφή του.


Με αγαπημένους φίλους η χαρά πολλαπλασιάζεται!
Όταν μια μεγάλη στιγμή περιστοιχίζεται από την οικογένειά σου, γίνεται μεγαλύτερη!

Λίγα λόγια για τον ιστορικό Πύργο του Λεχουρίτη

«[…]Ντουφέκια ήταν στους τοίχους του δαφνοστεφανωμένα και στις αυλές, στις σάλες του σκιές του Εικοσιένα. Σακούλια μπαρουτόβολα κρέμονταν σε καρφιά και λάφυρα απ’` τον Δράμαλη, πιστόλες και σπαθιά[…]». (Προσωπικές αναμνήσεις του Χρήστου και του Γιώργη Πορετσάνου,- τον Πύργο αγόρασε ο πατέρας τους Ανδρέας, το 1905).

     Ο ιστορικός Πύργος του Λεχουρίτη κτίστηκε, αρχικώς ο μισός, το 1740 έως το 1760, όταν διορίστηκε ο Αναγνώστης Λεχουρίτης άρχοντας των τριάντα δύο χωριών της Ερυμάνθειας περιοχής. Και ο άλλος μισός το 1785 έως το 1790, όταν πάλι διορίστηκε άρχοντας ο εγγονός του Αναγνώστης, αγωνιστής του 1821 μαζί με τους τέσσερις γιους του.




     Ο Πύργος είχε υπόγεια κρυφή διάβαση προς το τότε παράρτημά του – σημερινό σπίτι του Ν. Σακελλαρόπουλου (η διάβαση διακρίνεται και σήμερα). Ο Πύργος γνώρισε μεγάλες δόξες, φιλοξένησε στις σάλες του μεγάλες μορφές του Εικοσιένα, καθώς και τον Τούρκο διοικητή των Καλαβρύτων ως αιχμάλωτο. Το μεγάλο αυτό εθνικό μνημείο επισκέφθηκαν το 1840 προς τα μέσα της Άνοιξης ο Όθωνας και η Αμαλία, πρώτοι Βασιλείς της Ελλάδος, για να τιμήσουν και να γνωρίσουν από κοντά τον καπετάν Γιώργη Λεχουρίτη.



      Ο Πύργος έμεινε σφαλισμένος μετά την επιδημία του 1854 για πολλά χρόνια, έως ότου πουλήθηκε από τον γιο του καπετάν Γιώργη Λεχουρίτη Γιάννο, δήμαρχο για πολλά χρόνια στην Κ. Αχαΐα, στον πατέρα του αειμνήστου Γ. Πορετσάνου, το έτος 1905. Το Λεχούρι οφείλει πολλά στον Γ. Πορετσάνο, διότι διέσωσε και κατέγραψε πολλά ιστορικά στοιχεία για το χωριό του το Λεχούρι, σε μερικά από τα οποία βασίζουμε σήμερα την έρευνά μας. Ο Πύργος ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου το 1990, σε δε τμήμα αυτού λειτουργεί σήμερα Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο, ενώ κάθε χρόνο στον κήπο του δίδονται διαλέξεις από σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους και διοργανώνονται διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.



     Ο κύριος χώρος του μουσείου Παραδοσιακή κρεβατοκάμαρα Λαϊκά σκεύη, Εξαρτήματα αργαλειού, σίδερα και μηχανή της βασίλισσας Όλγας. Με πέτρες από τα αναθέματα των παλιών και νεότερων διχασμών μας: των ετών 431 π.Χ., 1825, 1916, 1936, 1946 κ.λπ., όπως επιγράφονται στην πλάκα του μνημείου. Το μνημείο, που είναι προσφορά του Γ. Πορετσάνου, απέσπασε βραβείο από τον Μιλτιάδη Έβερτ ως (τότε) Δήμαρχο Αθηναίων, το 1986, που είχε ανακηρυχθεί «παγκόσμιο έτος ειρήνης». Επί της πλάκας του ηρώου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων κατά τους διάφορους πολέμους του Ελληνισμού.
    
     Υ.Γ.: Τα ανωτέρω ιστορικά στοιχεία ανήκουν στα αρχεία του Μουσείου «Πύργος Λεχουρίτη», του οποίου ιδιοκτήτρια είναι η κ. Ελένη Γ. Πορετσάνου. Είναι συγκεντρωμένα από τα ιστορικά ντοκουμέντα των Γ. Παπανδρέου, Ντουντούμη, επετηρίδων Καλαβρύτων, Γ. Πορετσάνου, από έρευνες στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών κλπ.
     Κάθε χρόνο κατά τον μήνα Αύγουστο στο περιβάλλοντα χώρο του Μουσείου διοργανώνονται εξαιρετικές φιλολογικές βραδιές και εκδηλώσεις με καλεσμένους ανθρώπους του πνεύματος, συγγραφείς, ιστορικούς, μελετητές σε μια μυσταγωγία που τιμά τον τόπο και την ιστορία του. 

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 20.8.2017
                         https://nikolpapak.blogspot.com/2021/08/blog-post_29.html