Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Στις Γυναίκες της Πίνδου (ποίημα)


                                Σαν η Πατρίδα σάλπισε, να τρέξουνε κοντά της,
                                τα δίκια να κρατήσουνε, σαν πάντα τα παιδιά της,
                                μαζί και σεις ετρέξατε, Μεγάλες Ηρωίδες
                                και τον Αγώνα δώσατε, Ένδοξες Ελληνίδες!
 
                                Φόβους δεν λογαριάσατε σε παγωμένους μήνες.
                                Στις πλάτες σας ξανάζησαν και πάλι Μπουμπουλίνες!
                                Χρυσές σελίδες γράψατε με πίστη, με σβελτάδα,
                                ένα με Ήρωες και σεις, «Παιδιά» είστε της Ελλάδας!
 
                                Στον κόσμο όλο δείξατε τη γυναικεία ανδρεία.
                                Στον πόλεμο τον άνισο αλλάξατε πορεία.
                                Για την ανδρεία σας αυτή, με θέρμη στην καρδιά μας,
                                μ’ ευγνωμοσύνη περισσή θα λέμε στα παιδιά μας.
 
Εικόνα ανάρτησης: Μνημείο στον Πεντάλοφο Κοζάνης
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 27.10.2024

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Η πρώτη έκθεση στο γυμνάσιο (διήγημα)


     Δεν μπορεί να πει κανείς εύκολη την προσαρμογή από το δημοτικό στο γυμνάσιο, ειδικά κάποια χρόνια πριν, με τις αναμνήσεις από το δημοτικό έντονες και νοσταλγικές. Μακρινό παρελθόν έμοιαζε και το καλοκαίρι, που εκτός από την ξενοιασιά, η υπερηφάνεια του τίτλου «μαθητής γυμνασίου» ήταν μεγάλο συναίσθημα, αφού το προνόμιο δεν το είχαν όλοι. Με το άνοιγμα των σχολείων, όμως, ο τίτλος συγκρουόταν έντονα με τη νέα πραγματικότητα. Ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου είχε μείνει κι αυτός πίσω και τα πρωτάκια στο νέο τους και μη γνώριμο περιβάλλον, αν και δύσκολα, είχαν αρχίσει να μπαίνουν στο πρόγραμμα και στο κλίμα των γυμνασιακών σπουδών. 
     Κάπως συνοφρυωμένη μπήκε η φιλόλογος στην αίθουσα της Α΄ τάξης εκείνου του ορεινού χωριού στις αρχές του Νοέμβρη, όπως και τα περισσότερα πρωινά. Αυστηρή και με την ειρωνεία πάντα έτοιμη για τους μαθητές και τις μαθήτριές της, αφού δεν είχαν τον δικό της πρωτευουσιάνικο «πολιτισμό». «Χωριατόπαιδα.... Τι περιμένεις;...», την είχε ακούσει μια μαθήτρια, η Αριστέα, που είπε σε μια τηλεφωνική συνομιλία της από το περίπτερο της πλατείας, πιθανότατα με κάποιον φίλο ή κάποια φίλη, μπορεί και συνάδελφό της, ή συγγενή της στην πρωτεύουσα του νομού, αφού είχε την «ατυχία» να πρωτοδιοριστεί στο απομακρυσμένο από εκεί κεφαλοχώρι.
     Και τί χώριζε τους μαθητές της από την νεαρή καθηγήτρια; Λιγότερα από δέκα χρόνια στην ηλικία τους. Όμως, ήταν του χαρακτήρα της να φέρεται ψυχρά κι απόμακρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σίγουρα θα είχε και τις σχετικές οδηγίες από μεγαλύτερους συναδέλφους της «να είναι προσεκτική και να μην δίνει πολύ αέρα στα παιδιά, για να μην της ανέβουν στο σβέρκο».
     Εκείνο το πρωινό, δεν έβγαλε τον κατάλογο από την τσάντα της να εξετάσει στο μάθημα των Νέων Ελληνικών κι ένα κρύο-προσποιητό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Δεν θα εξετάσω σήμερα», είπε και οι καρδιές των περισσότερων μαθητών έκατσαν στη θέση τους. Δεν πέρασαν δυο δευτερόλεπτα και συνέχισε: 
     «Έχετε όλοι τετράδιο εκθέσεων, έτσι»;
     «Μάλιστααα!», απάντησαν όλα τα παιδιά μαζί.
     «Βγάλτε, λοιπόν, το τετράδιο εκθέσεων, να το εγκαινιάσουμε σήμερα και να γράψουμε μια έκθεση!».
     Οι περισσότεροι μαθητές κοιτάχτηκαν, αναρωτώμενοι «ποιο θα ήταν το θέμα». Η φιλόλογος έκανε λίγα βήματα προς τον πίνακα και έγραψε εκεί με κιμωλία το θέμα, μέσα σε εισαγωγικά: «Ένα βράδυ χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα». Τα περισσότερα παιδιά κοιτάχτηκαν και πάλι με κάποια ανακούφιση αυτή τη φορά, αφού το θέμα τους φάνηκε εύκολο. Τους έδωσε κάποιες γενικές και τυπικές κατευθύνσεις για την έκθεση και επιδόθηκε από την έδρα της στο... βάψιμο των νυχιών της, ενώ παράλληλα με συνεχείς και γρήγορες ματιές προς την τάξη, έκανε επιτήρηση. Αν έβλεπε κάποιους μαθητές ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα στην «νοηματική», ή να ψιθυρίζουν, επενέβαινε αυστηρά. Τον Παπαδόπουλο με τον Παπαδάκη που τους «συνέλαβε» για τρίτη φορά, τους άλλαξε θέση, μετακινώντας τον πρώτο στην άλλη γωνία της αίθουσας.
     Αφού πέρασε η ώρα, λέει, με αυστηρότητα πάντα: «Σε πέντε λεπτά τελειώνουμε. Θα χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα».
     Κανείς και καμία δεν κατάλαβαν πότε πέρασε μια διδακτική ώρα, όπως δεν κατάλαβαν πότε πέρασε και το τελευταίο πεντάλεπτο.
      «Κάτω τα μολύβια! Ότι γράψατε, γράψατε!», φώναξε δυνατά και αυστηρά, χτυπώντας παλαμάκια, και το βλέμμα της ερευνούσε όλη την αίθουσα, μήπως και κάποιος δεν υπάκουσε στην προσταγή της. Αμέσως μετά, έδωσε εντολή στους δύο επιμελητές να μαζέψουν τα τετράδια «με τάξη και χωρίς φωνασκίες» και να τα πάνε στην έδρα. Σε λίγο χτύπησε και το κουδούνι για το διάλειμμα.
     Κάμποσα πηγαδάκια μαθητών και μαθητριών σχηματίστηκαν στο προαύλιο και με αγωνία αντάλλασσαν απόψεις για το θέμα της έκθεσης και τι έγραψε ο καθένας. Αρκετοί οι κατηφείς απογοητευμένοι, αρκετοί και οι αισιόδοξοι για την επιτυχία τους. Στο σχόλασμα, η φιλόλογος κράταγε στον ένα ώμο την τσάντα της και στο άλλο χέρι τα καμιά σαρανταριά τετράδια εκθέσεων της Α΄ γυμνασίου, βοηθώντας συνεχώς με το άλλο να μην της πέσουν και βαδίζοντας για το σπίτι της, στο κέντρο του χωριού.
     «Τι μας περιμένει, τι μας περιμένει!», ήταν το σχόλιο και απορία μαζί του Παπαδόπουλου προς τον Παπαδάκη.
     «Ρε, πώς μας “τσίμπησε”, ρε;», απάντησε ο δεύτερος.
     «Και ήμαστε και τόσο προσεκτικοί! Σαν του αστρίτη παίζαν τα μάτια της! Την είδες;», ανταπάντησε  ο Παπαδόπουλος.
     Το ίδιο συνοφρυωμένη μπήκε στην τάξη και στο επόμενο μάθημα των Νέων Ελληνικών και όλοι περίμεναν με αγωνία τις παρατηρήσεις της. Μετά την τυπική καλημέρα, ρώτησε:
     «Ποιοι είναι επιμελητές αυτή τη βδομάδα;».
     «Εμείς», απάντησαν η Παυλίδου και η Γρηγοράκου και σήκωσαν το χέρι τους.
     «Πήγαινε, Γρηγοράκου, στο γραφείο των καθηγητών και ζήτα από την κυρία Βγενοπούλου να σου δώσει τα τετράδια των εκθέσεων. Να τα φέρεις αμέσως! Άκουσες; Αμέσως!», ήταν η εντολή της, υπονοώντας την πιθανότητα τα ανοίξει και να ρίξει μια ματιά σε ένα-δυο στα γρήγορα.
     «Ρε, θα της πέφταν τα νεφρά να τα φέρει μόνη της;», ρώτησε ψιθυριστά η Κοτάκη την Ευγενίδου. Η αυστηρή προσταγή και με δυνατή φωνή, «σκασμός!», της καθηγήτριας και χτυπώντας ταυτόχρονα την παλάμη της στο γραφείο, τις τρόμαξε κι αυτές και όλη την τάξη.
     Μόλις πήρε τα τετράδια από τα χέρια της Γρηγοράκου, άρχισε ένα «ψαλτήρι», γνωστό και από το δημοτικό για τα γραπτά των μαθητών της.
     «Θα έλεγε κανείς ότι αντιγράψατε όλοι από έναν. Διάβασα και βαθμολόγησα τόσες εκθέσεις και ήταν τόσο απογοητευτικές. Σαν να διάβαζα πάλι και πάλι την ίδια. Τί σας δυσκόλεψε;... “Ένα βράδυ που κόπηκε το ρεύμα, όλοι στο σπίτι κοιμηθήκαμε νωρίς”, είναι η τοποθέτηση όλων στην έκθεσή σας, ευτυχώς με διαφορετικά λόγια κάποιοι. Αλλά, στους στραβούς βασιλεύει μονόφθαλμος και οι “μονόφθαλμοι” ανάμεσά σας είναι οι κάποιοι που βρήκαν κι έγραψαν λίγο διαφορετικά λόγια από του πολλούς. Θα μπορούσατε να γράψετε πολλά περισσότερα, ουσιωδέστερα και ενδιαφέροντα πράγματα, όπως, π.χ., τη διακοπή λειτουργίας των εργοστασίων, το πρόωρο κλείσιμο των καταστημάτων, την κυκλοφορική συμφόρηση στους δρόμους εξ αιτίας των φαναριών που δεν λειτουργούσαν και πολλά ακόμα… Αλλά τι ξέρετε εσείς απ’ αυτά;», ήταν ο επίλογος των παρατηρήσεών της, θέλοντας να προβάλει την πρωτευουσιάνικη προέλευσή της, κάτι που δεν έχανε ευκαιρία να κάνει!
     Τα παιδιά άκουγαν αποσβολωμένα και μόνο ένας, ο Τεγόπουλος, μπόρεσε να «σηκώσει ανάστημα». Σήκωσε δειλά το χέρι του και η φιλόλογος του έδωσε το λόγο:
     «Τι έχεις να μας πεις, Τεγόπουλε;».
     «Μα, κυρία, Τι ξέρουμε εμείς απ’ αυτά, από δρόμους με φανάρια, από εργοστάσια που σταμάτησαν να δουλεύουν κι από καταστήματα που έκλεισαν νωρίς; Κι εδώ, κυρία, πολύ λίγο καιρό έχει που ήρθε το ρεύμα...».
     «Το δικό μου το χωριό δεν έχει ρεύμα... Τι ξέρουμε εμείς από ρεύματα!...», συμπλήρωσε ο Δούκας, διακόπτοντας τον Τεγόπουλο και χωρίς να σηκώσει χέρι. Η πολύ αυστηρή στιγμιαία ματιά της καθηγήτριας προς τον μαθητή, ήταν και η απάντησή της.
    «Έπρεπε να βάλετε τη φαντασία σας να δουλέψει κι αυτό ήθελα να δω, αλλά απ’ ότι φαίνεται κι αυτήν την έχετε και κοιμάται», ήταν η απαξιωτική απάντησή της.
     «Τι φαντασία να έχουμε, χωρίς να τα έχουμε δει όλ’ αυτά, κυρία;», συμπλήρωσε την ερώτησή του ο Τεγόπουλος.
     «Κάποιος άλλος ή κάποια άλλη θέλει να ρωτήσει κάτι», είπε προσπερνώντας περιφρονητικά τον μαθητή και παίρνοντας το βλέμμα της από πάνω του. Αφού κανείς άλλος δεν «βρήκε» να πει κάτι, έδωσε εντολή στις επιμελήτριες να μοιράσουν τα τετράδια στην τάξη κι αυτή άνοιξε τον κατάλογο να καλέσει μαθητές για εξέταση στο μάθημα.  
-----------------------------------------
Σημείωση: Πιθανή ομοιότητα με ονόματα είναι τυχαία.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 20.10.2024

 

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Μια κριτική για το πρώτο μου βιβλίο, το «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!»


     Σχετικά πρόσφατα γνώρισα έναν υπέροχο άνθρωπο: Τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα Ευθύμιο Ρέντζιο, από το ορεινό χωριό Ανώγειο Πρεβέζης. Η γνωριμία μας ξεκίνησε ως συνομιλητές σε μια σπουδαία πολιτιστική εκδήλωση, στα εγκαίνια του Λαογραφικού Μουσείου Γυμνοτόπου Πρεβέζης «ο πάτερ Κοσμάς»  Γνωριστήκαμε πολύ περισσότερο σε κατ’ ιδίαν επικοινωνίες μας και συναντήσεις μας και πλέον μας συνδέουν ισχυροί και αμοιβαίοι δεσμοί εκτίμησης, σεβασμού και φιλίας.
     Ο Ευθύμιος, Θύμιος για τους φίλους του, υπηρέτησε στα πρώτα χρόνια του λειτουργήματός του ως εκπαιδευτικός σε χωριά των Καλαβρύτων, απ’ όπου έχει πολλές όμορφες και νοσταλγικές αναμνήσεις. Ανταλλάξαμε βιβλία, όπως και σκέψεις, θέσεις και ανησυχίες και βρήκαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Έχοντας και ο Ευθύμιος για την γενέτειρά του μεγάλη και ιδιαίτερη αγάπη, σέβεται και εκτιμά και καθέναν με τα ίδια συναισθήματα για τον τόπο του. Παραθέτω εδώ με πολλές πολλές ευχαριστίες στον φίλο Θύμιο, μια σύντομη κριτική του για το πρώτο μου βιβλίο, το «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!», έκδοση 2002, όχι επειδή αναφέρεται στην ταπεινότητά μου, αλλά επειδή «έπιασε το σφυγμό μου» για την αγάπη μου στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, το Λειβάρτζι: 
     «Φίλες και φίλοι, τα καλά νέα σήμερα έρχονται από το ηρωικό Λειβάρτζι Καλαβρύτων και έχουν τίτλο «ΛΕΙΒΑΡΤΖΙ, Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!». Αυτόν τον τίτλο επέλεξε να βάλει στο πρώτο του βιβλίο ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ο Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος στο πρώτο του βιβλίο, έκδοση 2002.  Πρόκειται για ένα σπουδαίο και σπάνιο ιστορικό, ηθογραφικό και λαογραφικό έργο. Ο Νίκος πιστεύει ακράδαντα ότι για ό,τι είναι και ό,τι έχει κάνει και συνεχίζει να κάνει, καθοριστικό ρόλο έχουν οι ρίζες του. Η οικογένειά του και το χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Το Λειβάρτζι Καλαβρύτων. Εκεί χρωστάει πολλά και είναι ευγνώμων.
     «ΛΕΙΒΑΡΤΖΙ Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!», λοιπόν. Κι εμείς σ ευχαριστούμε, Νίκο και υποκλινόμαστε στην Λειβαρτζιανή ιστορία!
 
Ευθύμιος Ρέντζιος, Εκπαιδευτικός-Διευθυντής Α/βάθμιας Εκπαίδευσης».
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.10.2024

 

 

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ! «Τρίτη Ανάσταση», του Ελευθέριου Αναστ. Τσιρώνη


     Από τις εκδόσεις «ΤΟ ΔΟΝΤΙ» (Α΄ έκδοση το 2022) κυκλοφορεί το βιβλίο του εξαιρετικού φίλου και «εξ αγχιστείας» πατριώτη Λευτέρη Τσιρώνη. Ένα βιβλίο καλογραμμένο, που εύκολα διαβάζεται και δεν κουράζει τον αναγνώστη. Πρόκειται για μια συλλογή είκοσι ενός (21) βιωματικών διηγημάτων του συγγραφέα από τα παιδικά, κυρίως, χρόνια του, που φέρνει πάμπολλες παρόμοιες ή και πανομοιότυπες αναμνήσεις, ειδικά στον «συν-πλην» συνομήλικό του αναγνώστη, από μια όμορφη, ρομαντική και νοσταλγική εποχή. Φτωχικοί, αλλά όμορφοι καιροί, που «γέμιζαν» τις ψυχές των ανθρώπων και που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
    Το τρίτο διήγημα της συλλογής, «Τρίτη Ανάσταση», «δάνεισε» τον τίτλο του και σε όλο το βιβλίο. Και τούτο επάξια, γιατί πάντα η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης μας συνδυάζει μεγάλα συναισθήματα με τις περισσότερες και αισιόδοξες γιορτινές αναμνήσεις.
     Διαβάζοντας ένα βιβλίο-το κάθε βιβλίο-, είναι φυσικό να «στέκεσαι» περισσότερο σε κάποιες παραγράφους του, σε κάποιες σελίδες του ή σε κάποια θέματά του. Η γλαφυρή και πολύ περιγραφική πένα στιγμών και γεγονότων από τον συγγραφέα εδώ, δε σε αφήνει να εστιάσεις κάπου λιγότερο, αφού το ενδιαφέρον παραμένει πάντα υψηλό και ακέραιο. Άλλωστε, οι «εκρήξεις» συναισθημάτων είναι συνεχείς!
     Δεν λείπουν από την υπέροχη αυτή συλλογή διηγημάτων και τα μειδιάματα ή και τα δυνατά γέλια του αναγνώστη κάποιες φορές, ειδικά όταν πολύ δεξιότεχνα ο συγγραφέας περιγράφει παιδικές ζαβολιές στα παιχνίδια τους, αλλά και παγιωμένες συμπεριφορές μεγάλων, π.χ. στο διήγημα «Η κυρία “Δεσποινίς”». Άλλα πάλι, δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηριστούν και ευθυμογραφήματα, π.χ. «Η εύθυμη χήρα και ο δασονόμος».
     Πολλά και τα λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία του βιβλίου, μέσα από τα οποία ο συγγραφέας εκφράζει το θαυμασμό του και υποκλίνεται στους απλούς και αφανείς στο ευρύ κοινό αγωνιστές του τίμιου ιδρώτα και των άοκνων και σκληρών αγώνων τους, όχι μόνο για τη ζωή, αλλά και κάποιες φορές για την επιβίωση.
     Μεγάλη η ευχέρεια και η χάρη του Λευτέρη Τσιρώνη να ζωντανεύει με πανέμορφες εικόνες της εποχής τις γλαφυρές περιγραφές του. Με την ίδια αξιοθαύμαστη ευχέρεια στολίζει το έργο του και μ’ έναν αμύθητο πλούτο καλολογικών στοιχείων, από την αρχή μέχρι το τέλος. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο διασώζει λέξεις και διαλόγους της Αρτινής/Ηπειρώτικης ντοπιολαλιάς, που όσο κι αν φαίνεται ότι έχουν παραμεριστεί από νεότερους, παραμένουν αναλλοίωτες και ανθοβολούν και μοσχοβολούν ακόμα από τους μεγαλύτερους, ιδίως στα χωριά μας.
     Κλείνοντας αυτή την σύντομη παρουσίαση του βιβλίου του Λευτέρη Τσιρώνη, θέλω να τον συγχαρώ θερμά και να του ευχηθώ σύντομα να έχουμε στα χέρια μας και το επόμενο πνευματικό του «παιδί», το οποίο με πολύ ενδιαφέρον περιμένουμε!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 26.9.2024
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Κώστας Κρυστάλλης. Η ζωή του και το έργο του», του Εκπαιδευτικού Ευθύμιου Ρέντζιου


     Είναι μεγάλη η συγκίνηση, όταν κρατάς στα χέρια σου ένα «ευαγγέλιο» και το συγκεκριμένο «ευαγγέλιο» μου το χάρισε με ιδιόχειρη αφιέρωση ο πολύ αγαπητός και πολύτιμος φίλος, συγγραφέας, εκπαιδευτικός και προϊστάμενος Α/βάθμιας εκπαίδευσης Ευθύμιος Ρέντζιος, προερχόμενος από το ορεινό χωριό Ανώγειο Πρεβέζης. Πρόκειται για ένα θαυμάσιο βιβλίο-μια πολύ σπουδαία και εμπεριστατωμένη μελέτη, που αφορά τον «τραγουδιστή του βουνού και της στάνης», αυτό «το εθνικό κεφάλαιο της ποίησής μας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο συγγραφέας, τον Κώστα Κρυστάλλη.
     Ο χαρακτηρισμός «ευαγγέλιο» στη μελέτη του Ευθύμιου Ρέντζιου, δεν πρέπει να θεωρηθεί καθόλου υπερβολή. Πέρα από τη σπουδαιότητα του βιβλίου, είναι και προσωπική η σχέση μου με τον Κώστα Κρυστάλλη. Λάτρης του έργου του, μεγάλος θαυμαστής της «κρυσταλλένιας» ποίησής του, καθοδηγεί πάντα και την φτωχή και ταπεινή προσωπική μου ποιητική πένα. Στίχους του, άλλωστε, δανείζομαι συχνά στα κείμενά μου, όπως και στίχοι του έχουν γίνει μότο στην ποιητική μου συλλογή «έμμετρα»:
                          «Εδώ κι εγώ γεννήθηκα, εδώ τον ήλιο είδα
                          αυτά τα βράχια τα ψηλά έχω κι εγώ πατρίδα»
     «Εδώ», σ’ αυτόν τον τόπο και μ’ αυτές τις Αξίες.
     Να σημειώσω, ακόμα, ότι την αγάπη μου για τον ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, μου την εμφύτευσε πρώτος ο αείμνηστος φιλόλογός μου στη Δ΄ γυμνασίου (Α΄ λυκείου) Αθανάσιος Δελκοτζάκης, από τη Βέροια. 
     Γνωρίζοντας ο αναγνώστης το συγγραφέα Ευθύμιο Ρέντζιο, είναι βέβαιος για το υψηλό επίπεδο του βιβλίου του. Όμως εδώ, ο αναγνώστης συναντάει από την πρώτη κιόλας σελίδα την έλξη του βιβλίου, τόσο με το ιδιαίτερα γλαφυρό και συγκινητικό κείμενο του συγγραφέα Βαγγέλη Κούτα που το προλογίζει, όσο και με την «κατάθεση ψυχής» του Ευθύμιου Ρέντζιου στο σημείωμα της εισαγωγής του.  
     Αναφερόμενος βιογραφία του Κώστα Κρυστάλλη ο μεγάλος θαυμαστής του Ευθύμιος Ρέντζιος, παραθέτει πολλά στοιχεία από τα πρώτα χρόνια που έζησε στο χωριό του, στο Συρράκο Ιωαννίνων, τις δυσκολίες ειδικά μετά τον πρόωρο θάνατο της μητέρας του, το διωγμό του από τους τούρκους κατακτητές εξ αιτίας των μηνυμάτων που εξέπεμπαν τα ποιήματά του και ειδικά το «Σκιαί του Άδου», αναγκάζοντας και τον μεγαλέμπορο πατέρα του να τον αποκηρύξει. Η ζωή του συνεχίστηκε με μεγάλες δυσκολίες και στερήσεις στην Αθήνα. Το τελευταίο διάστημα της ζωή του έζησε στην Κέρκυρα και στην Άρτα, όπου και πέθανε μόλις 27 χρονών, έχοντας προσβληθεί από την ανίατη τότε φυματίωση, αφήνοντας πολύ μεγάλο κενό στο έργο του. Κι αναρωτιέται εύκολα κανείς: Αν δεν έφευγε τόσο πρόωρα από τη ζωή, πόσο μεγαλύτερες παρακαταθήκες-πραγματικούς ογκόλιθους θα άφηνε στην Ελληνική λογοτεχνία!
     Στη μελέτη παρατίθενται πολλά ποιήματα ή αποσπάσματα ποιημάτων του Κώστα Κρυστάλλη, με παράλληλη αναφορά σε κριτικές συγχρόνων του ή και μεταγενέστερων μεγάλων προσωπικοτήτων των γραμμάτων που αναγνώρισαν το έργο του και βαθιά υποκλίθηκαν σ' αυτό, καθώς και βαθιές αναλύσεις του συγγραφέα Ευθύμιου Ρέντζιου. Ενδεικτικά και μόνο θα παραθέσουμε κι εμείς μερικές.
     Ι. Από αναφορές μεγάλων προσωπικοτήτων των γραμμάτων:
               α. Ο Κωστής Παλαμάς:
                          «Από την πέτρα ένας ανθός, άχρονος, λες προβάλλει,
                          μέσα στο χρόνο κι είν’ ο ανθός η εικόνα σου Κρυστάλλη
                          […]
                         Κρυστάλλη, το τραγούδι σου στέκουν το ηχολογάνε
                         και των καιρών το πέρασμα και των ωρών οι γύροι
                         και το κρατάν αχάλαστο και το κυττάν’ ως να νάναι,
                         στο κύμα απάνου του ρυθμού, της Άρτας το γιοφύρι[…]».
        β. Ο οπαδός του δημοτικισμού, φιλόλογος και συγγραφέας Περικλής Καλοδίκης:
        «[…]ζώντας στις δύσκολες συνθήκες προσφυγιάς στην Αθήνα… έκαναν να γίνει ένας από τους καλύτερους μιμητές του δημοτικού τραγουδιού και εκφραστής του πνεύματος του δημοτικισμού».
    ΙΙ. Από αναφορές του ίδιου του συγγραφέα Ευθύμιου Ρέντζιου:
     «Το έργο του Κώστα Κρυστάλλη είναι πολυσύνθετο, όπως πολυσύνθετο είναι και το ταλέντο του και η προσωπικότητά του. Λίγοι είναι οι δημιουργοί-λογοτέχνες που συνδύασαν με τέτοιο, μοναδικό τρόπο τον ποιητικό με τον πεζό λόγο[…]».
     «[…]Η θεματογραφία του έχει δυο βασικούς άξονες. Τον πατριωτικό, που έχει την αφετηρία του στα παιδικά του χρόνια, όταν βίωνε τις συνάξεις των καπεταναίων στο σπίτι του και τον βουκολικό – ειδυλλιακό, που ξεπηδάει από την αγάπη για την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της[…]».
     «[…]Ο Κρυστάλλης το δημοτικό τραγούδι το κουβαλούσε μέσα του και αυτό σε κάθε περίσταση χαράς, λύπης ή στενοχώριας, “έβγαινε στην επιφάνεια”[…].
     Το βιβλίο του ντύνει ο συγγραφέας με φωτογραφίες προτομών του μεγάλου ποιητή από την Άρτα και από την πλατεία της Πεντέλης. Στην Πεντέλη σύχναζε ο Κώστας Κρυστάλλης, ως το βουνό που του θύμιζε τον τόπο του και τον ενέπνεε, το δε ποίημα του «Πεντέλη» είναι ένα από τις ωραιότερες και μεγαλύτερες παρακαταθήκες του. Παραθέτουμε ορισμένους στίχους (το ποίημα συμπεριλαμβάνεται και στην παρουσιαζόμενη μελέτη):
                       «[…]Νάξερες, όμορφο βουνό, τι μου θυμίζει εμένα
                       ένα κεδρί, ένας πεύκος σου, μια ρεματιά, μια βρύση!
                       […]
                       Νάξερες, όμορφο βουνό, τί ενθύμησες μου φέρνουν
                       τ’ απάτητα τα βάθητα της μαύρης λαγκαδιάς σου.
                      […]
                      Νάξερες, όμορφο βουνό τί κελαϊδεί σε μένα,                    
                      της βρύσης σου γάργαρο και δροσερό νεράκι
                     […]
                     Γι’ αυτό, βουνό μου, σ’ αγαπώ περίσσ’ απ’ όλα τ’ άλλα[…]
     Φωτογραφίες, παραθέτει επίσης ο συγγραφέας, και από το μεγάλο αρχοντικό-πατρικό σπίτι του Κώστα Κρυστάλλη στο Συρράκο, που τόσο στερήθηκε και τόσο νοστάλγησε ο ποιητής.
     Κλείνοντας, να σημειώσουμε ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 2018, με χορηγία της γνωστής γαλακτοβιομηχανίας «ΗΠΕΙΡΟΣ ΑΕΒΕ».
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 25.9.2024
( Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2024

«Καλό αποκαλόκαιρο»: Ευχή, σημασία, πραγματικότητα και υπερβολές


   Το διαδίκτυο έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, τόσο «καλά», όσο, ίσως, κανένα άλλο «εργαλείο» του σύγχρονου πολιτισμού. Και είναι κοινή η διαπίστωση ότι κάποιοι «βαρύγδουποι» τίτλοι ειδήσεων, χωρίς και η τηλεόραση να αποτελεί εξαίρεση κάποιες φορές, επιδιώκουν να προσελκύσουν τον επισκέπτη/αναγνώστη του διαδικτύου ή και τον τηλεθεατή, για να αυξήσουν την επισκεψιμότητά τους ή την τηλεθέαση, μακριά από κάθε μέτρο. Εδώ στην πραγματικότητα ισχύει και το «ώδινεν όρος και έτεκεν μυν», αν και όχι λίγες φορές ούτε και «μυν»!
     Ανέκαθεν και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο μιλούσαν και μιλούν για επιδείνωση του καιρού, όταν έχει προβλεφθεί μια σύντομη βροχούλα, ή ακόμα και «ψιχάλα» και για «βελτίωση» όταν αυτή παρέλθει. Αν και η κλιματική αλλαγή με ακραία καιρικά φαινόμενα μπαίνει κι αυτή στη ζωή μας σε όλον τον πλανήτη, από αλόγιστες, κακές και χείριστες ανθρώπινες παρεμβάσεις, η υπερβολή ορισμένων ΜΜΕ στις «προβλέψεις», ειδικά του διαδικτύου, ξεπερνούν κάθε λογική και κάθε μέτρο, μέχρι σημείου εκνευρισμού και αποστροφής: Συννεφιάζει ή πρόκειται να βρέξει λίγο το επόμενο διάστημα; «Έρχεται μεγάλη ανατροπή στον καιρό», «συναγερμός» και άλλα παρόμοια, που περιμένεις να διαβάσεις «καταστροφή»! Υποχωρεί αυτή η σύντομη «κακοκαιρία»; «Υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες»!
     Θυμούνται οι μεγαλύτεροι και όσοι τους ακολουθούμε σε ηλικία, ότι κάθε τέλος Αυγούστου, ο καιρός «γυρίζει». Θυμούνται/θυμόμαστε ακόμα, ότι ο Σεπτέμβρης ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστός μήνας. Το ίδιο θυμόμαστε ότι τα πρωτοβρόχια στις αρχές του φθινοπώρου εκδηλώνονται με μπόρες, καταιγίδες, κεραυνούς και ενισχυμένους ανέμους. Αλλά θυμόμαστε και τούτο: Προς το τέλος Σεπτέμβρη και το πρώτο δεκαήμερο του Οκτώβρη ο καιρός πισωγυρίζει και θυμίζει καλοκαίρι και όχι λίγες φορές κατακαλόκαιρο. Προερχόμενος από τα Καλάβρυτα, που είναι ορεινή περιοχή, γνωρίζω πολύ καλά ότι η ωρίμανση των σταφυλιών καθυστερεί και ο τρύγος γίνεται στο τέλος του Σεπτέμβρη, μέχρι και αρχές του Οκτώβρη εκεί, στο «μικρό καλοκαιράκι», δηλαδή, ή «αποκαλόκαιρο» ή και για ορισμένους «γαϊδουροκαλόκαιρο», με πολύ ζεστό καιρό.
     Επειδή ο χειμώνας είναι, ομολογουμένως, μια δύσκολη εποχή, με τον ερχομό του φθινοπώρου πολλοί εύχονται «καλό φθινόπωρο» ή «καλό αποκαλόκαιρο» ή και «καλό μικρό καλοκαιράκι», για να «εξευμενίσουν» τις δυσκολίες που έρχονται και να μην «πέσουμε» στο «από Αύγουστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι».
     Συνηθίζεται, επίσης, με το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών και την επιστροφή στις εργασίες μας/υπηρεσίες μας, πολλοί να εύχονται «καλό χειμώνα». Και δεν μπορώ να ξεχάσω, όταν το 1989 πήρα νωρίς την καλοκαιρινή μου άδεια και επέστρεψα στην υπηρεσία μου τέλος Ιουλίου. Κάποιοι συνάδελφοί μου μού εύχονταν «καλό χειμώνα»! Τότε εξέφραζα την δυσαρέσκειά μου χαριτολογώντας: Αντευχόμουν κι εγώ «καλό χειμώνα» σε όσους ξεκίναγε τότε η άδειά τους! 
     Μήπως στο ίδιο «μήκος κύματος» δεν κινούνται πολλά μέσα ενημέρωσης του διαδικτύου με τους σεισμούς; «Ισχυρός σεισμός(!) στην Ελλάδα, εντάσεως... 2.8 Ρίχτερ»! Χώρια αυτές οι... σεισμοπροβλέψεις
    
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 23.9.2024

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Οι δυο «φωνόγραφοι», οι «παρεγγελιές» και οι «αφιερώσεις» (διήγημα)


                                                                         Αφιερωμένο
                                                 στον ομότεχνο και φίλο Λευτέρη Τσιρώνη,
                                                           που με «ώθησε» με το βιβλίο του
                                                 «Η Τρίτη Ανάσταση» - συλλογή διηγημάτων,
                                                           στη συγγραφή αυτού του διηγήματος
 
     Ήταν ένα Κυριακάτικο απόγευμα στις αρχές του καλοκαιριού, που ξαναμαζεύτηκε σ’ ένα ταβερνάκι στην άκρη της πλατείας η παρέα, αποτελούμενη από πέντε άτομα, κάπου στα εξήντα όλοι τους σήμερα. Το συνήθιζαν και θέλεις με τον καφέ, θέλεις με το ουζάκι ή το τσιπουράκι, έλεγαν διάφορα. «Ανέλυαν» την πολιτική κατάσταση της χώρας, ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις, μιλούσαν και για παγκόσμια πολιτική κατάσταση και την οικονομική κρίση, αλλά και πολύ συχνά πισωγύριζαν στα παιδικά τους χρόνια. Εκείνο το απόγευμα, ο κυρ-Απόστολος άρχισε να διηγείται μια ιστορία του από τα δικά του παιδικά χρόνια στο χωριό.
     …Ένα προπολεμικό κουρδιστό γραμμόφωνο είχαν στο σπίτι τους, στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα που γεννήθηκε και μετά απ’ αυτόν η αδελφή του. Το είχε πάρει ο πατέρας του, ο Γρηγόρης, στα χρόνια της κατοχής, όπως τους έλεγαν. Με αυτό ξεχνούσαν τα ντέρτια τους όλοι στην οικογένεια. Το χειριζόταν μόνο ο πατέρας του, απαγορεύοντας αυστηρά στα παιδιά του να το αγγίξουν, για να μην το χαλάσουν.  Μα ούτε και η μάνα τους, η Αγλαΐα, το άγγιζε, ούτε και παππούς, ούτε και η γιαγιά. Όταν ήθελαν ν’ ακούσουν κάνα τραγούδι, στον πατέρα του έδιναν τις «παραγγελιές» τους.
     Το είχε πάρει από έναν μακρινό συγγενή του στο διπλανό χωριό, ανταλλάσσοντάς το μ’ ένα σακί γεμάτο καλαμπόκι στην κατοχή. Μερακλής ο πατέρας του, είχαν και τον τρόπο τους κι εκείνη την πολύ δύσκολη εποχή δεν πολυπεινάσανε, όπως άλλοι. Το νέο του αυτό  απόκτημα το πρόσεχε καλύτερα από τα μάτια του ο πατέρας του ο Γρηγόρης.
     «Καλό το μηχάνημα, κληρονομιά από τον πατέρα μου και πονάω που το αποχωρίζομαι, αλλά το καλαμπόκι είναι καλύτερο, να φάνε τα παιδιά μου λίγο ψωμί να σταθούνε στα πόδια τους», του είπε την ώρα της ανταλλαγής των προϊόντων τους ο συγγενής του-πωλητής του. Μαζί με το «εργαλείο» του έδωσε και τρεις «πλάκες» (δίσκους) με δημοτικά τραγούδια και του έδειξε τη λειτουργία του: Το κούρδισμα, την τοποθέτηση των δίσκων, την αλλαγή της βελόνας, την προσεκτική μετακίνηση της μεμβράνης παραγωγής ήχου και την γενικότερη φροντίδα του.    
     «Ρε, που το βρήκες αυτό “φωνόγραφο”», τον ρώτησε ένας γείτονάς του με το που έμπαινε στο σπίτι του και το νέο μαθεύτηκε αστραπιαία από τη μια άκρη του χωριού στην άλλη και με αυτή την ονομασία, που και αυτή έμεινε.
     Κατοχή ήταν και οι χίλιες δυο επιφυλάξεις είχαν καθημερινή προτεραιότητα. Μα και μετά την κατοχή, ήρθε και ο εμφύλιος και οι επιφυλάξεις ήταν ακόμα μεγαλύτερες, γιατί κανείς δεν ήξερε ποιος είναι ο φίλος του και ποιος ο εχθρός του. Και τούτο, γιατί κάποιες «καλές γλώσσες» στο χωριό έλεγαν ότι «ο Γρηγόρης έχει ράδιο(!) και η ενημέρωση μέσω των ερτζιανών ήταν αυστηρά απαγορευμένη. Σαν να του είχαν φιμώσει το στόμα με ταινία ένοιωθε ο πατέρας του, αλλά δεν είχε κι άλλη επιλογή. Σπάνια το έβαζε τα βράδια πολύ χαμηλόφωνα, με τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού του ερμητικά κλειστά, για να ακούγεται μόνο «ψιθυριστά» μέσα στο σπίτι. Ήταν κι αυτό ένας λόγος που η ελάχιστη χρήση του γραμμοφώνου του παρέτεινε πολύ τη ζωή του.
     Μετά τον εμφύλιο, το γραμμόφωνο «έπαιρνε φωτιά». Αγόρασε κι άλλες «πλάκες» ο πατέρας του και πλούτισε αρκετά τη συλλογή του, που δεν την έλεγες και μικρή. Φτώχεια, πολλή φτώχεια, αλλά και «η φτώχεια θέλει καλοπέραση». Κάτι χαρούμενες και γιορτινές μέρες που τάχα άνοιγαν το σπίτι τους, αλλά και πολλά απογεύματα, όλος ο μαχαλάς μαζευόταν εκεί. Τραγούδια με το γραμμόφωνο, τραγούδια με το στόμα, κέφι, χοροί… Ένα πραγματικό πανηγύρι! Δεν υπήρχε κι άλλο «τέτοιο μηχάνημα» στο συνοικισμό τους και το σπίτι τους γινόταν το κέντρο του ενδιαφέροντος. Φτωχικά και τα κεράσματα, με κάθε νοικοκυρά που έφερνε το «κατιτίς» της, μα όλα ήταν με πολλή αγάπη. Δεν έλειπαν μερικές φορές και κάτι… μικροαψιμαχίες, που άλλα τραγούδια ήθελαν κάποιοι επισκέπτες κι άλλα κάποιοι άλλοι. Μη μπορώντας ο πατέρας του ν’ ανταποκριθεί ταυτόχρονα σε όλες τις «παραγγελιές», «άκουγε» κι αυτός κάτι «γαλλικά»!
     Περνούσαν τα χρόνια και το κουρδιστό μηχάνημα από την πολλή χρήση, το κούρδισμα εξασθενούσε γρήγορα, πριν καλά καλά τελειώσει ένα τραγούδι, και η μουσική και η φωνή του τραγουδιστή ακουγόταν «μακρόσυρτα», κάνοντας ένα χαρακτηριστικό «αααα» και «ιιιι», που όλο και γινόταν πιο αδύναμο! Τα παιδιά, ο Απόστολος με την Ελένη, ξεκαρδίζονταν από τα γέλια με αυτό! Ο πατέρας τους αμέσως το  ξανακούρδιζε και το γλέντια συνεχίζονταν σαν να μην είχαν σταματήσει, αν κι εδώ δεν έλειπαν κάποια «γαλλικά», στο «φωνόγραφο» αυτή τη φορά.
     Κατά το τέλος δεκαετίας του 1960, ο πατέρας του είχε πάει στα καμποχώρια μετά τα Χριστούγεννα, εργάτης στη συλλογή πορτοκαλιών, όπως έκανε κάθε χρόνο. Βέβαιο το αφεντικό του για την εντιμότητά του και την εργατικότητά του, τον περίμενε πάντα από τους πρώτους. Τόσα χρόνια τον ήξερε. Τέλος του Γενάρη που γύρισε σπίτι του, στο χωριό του, είχε αγοράσει ένα μικρό ραδιόφωνο με μπαταρίες, αφού το θαύμα της προόδου, το ηλεκτρικό, δεν είχε φτάσει ακόμα σε πολλές ορεινές περιοχές. Μαζί και κάμποσες ακόμα μπαταρίες, για να έχει απόθεμα. Μα και τότε το νέο μαθεύτηκε από τη μια άκρη του χωριού μέχρι την άλλη, με την ίδια ταχύτητα, όπως και με τον πρώτο «φωνόγραφο»: «Ο Γρηγόρης έφερε νέο “φωνόγραφο”, που δουλεύει χωρίς να θέλει κούρδισμα»!
     Σπουδαίο και το νέο αυτό απόκτημα του σπιτιού, με φειδώ όμως η χρήση του, για να μην τελειώνουν γρήγορα οι μπαταρίες! Χειριστής πάντα ο πατέρας του, όπως δασκαλεύτηκε από το μαγαζί που το πήρε. Δειλά δειλά δασκάλεψε και τη μάνα του. Τα παιδιά τους, ο Απόστολος με την Ελένη, δεν χρειάστηκαν «ιδιαίτερα μαθήματα»: Παρακολουθώντας διακριτικά, αλλά με πολλή προσοχή τους γονείς τους, έμαθαν κι ανακάλυψαν πολλά περισσότερα στη λειτουργία του από αυτούς!
     Κάπως ή και αρκετά προβληματική η λήψη του νέου «φωνόγραφου» στο απομακρυσμένο από την πόλη χωριό, ιδιαίτερα όταν είχε κακοκαιρία. Ο παππούς συνέχεια έκανε παρατηρήσεις, να μην το ανοίγουν άλλες ώρες, παρά το βράδυ μόνο, στην εκπομπή «τα χρονικά της ημέρας» στο «ενόπλων», για να μαθαίνουν τα νέα. Μα όλη την ημέρα που έλειπε με το κοπάδι, το ραδιόφωνο έπαιζε ασταμάτητα και οι παρατηρήσεις της μητέρας για τον ίδιο λόγο με του παππού ήταν συνεχείς. Η γιαγιά ήθελε μόνο τις Κυριακές να ακούει τη Λειτουργία, αφού η ανημπόρια της δεν της επέτρεπε να εκκλησιαστεί. Χαιρόταν να «λειτουργιέται» το σπίτι! Μόνο ο πατέρας δεν τους έλεγε τίποτα, αφού του άρεσαν πολύ τα τραγούδια και πάντα συγοσυνόδευε, όταν ήταν σπίτι. Είχε πλέον βεβαιωθεί και για την επιδεξιότητα του χειρισμού του από τα παιδιά του και συγκρατούσε και τη γυναίκα του:
     «Άστα να  το απολαύσουνε!... Τι σε πειράζουνε;… Σάμπως έχουνε τίποτ’ άλλο να διασκεδάσουνε;…».
     Το «άστα να το απολαύσουνε», έκρυβε και τις δικές του λαχτάρες για ακούσματα! Πολλές φορές, μάλιστα, το έπαιρνε μαζί του στις δουλειές στα χωράφια. Το έβαζε κάπου κοντά του εκεί που δούλευε και η δουλειά ήταν «μετά μουσικής»! Πραγματικά το απολάμβανε! «Μετά μουσικής» ήταν και το πήγαινε και το έλα, πρωί και βράδυ στα χωράφια: Μέσα στο ταγάρι και φορτωμένο στο γάιδαρο το «νέο φωνόγραφο», ψυχαγωγούσε τον ίδιον κι άλλους ακόμα που βάδιζαν μαζί! Στεναχωρημένα και θυμωμένα έμεναν στο σπίτι τα παιδιά τότε κι έλεγαν το ένα στο άλλο το «απωθημένο» τους: «Όταν μεγαλώσουμε θα πάρουμε δικό μας και πολύ καλύτερο ράδιο κι αυτό δεν θα το έχουμε ανάγκη»!
     Λίγοι οι σταθμοί και πολλά τα παράσιτα, όμως ο «ραδιοφωνικός σταθμός της ιεράς κι ενδόξου πόλεως Μεσολογγίου», με την πολύ ζεστή της εκφωνήτριας, «έπιανε» καλά. Μα και πάλι, αν η λήψη ήταν προβληματική, σήκωναν την κεραία κι αυτό κάπως βοηθούσε. «Βρε, να μην είναι λίγο μεγαλύτερη, να πιάνει καλύτερα», έλεγαν με κάποια αγανάκτηση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πολύ γρήγορα ο Απόστολος ανακάλυψε και μια πολύ σπουδαία εκπομπή στο σταθμό αυτό: Την «ώρα των ακροατών»! Από κάθε γωνιά των περιοχών που «έπιαναν» Μεσολόγγι, τρεις ολόκληρες ώρες το πρωί και άλλες δύο το απόγευμα, ακροατές αφιέρωναν σε άλλους ακροατές – φίλους, γείτονες, συγγενείς, ξενιτεμένους – αγαπημένα τους τραγούδια. Ο Απόστολος δεν ξεκόλλαγε πάνω από ραδιόφωνο τις ώρες εκείνες, ειδικά τα καλοκαίρια, το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, που το σχολείο έκλεινε.
     Ακούγοντας την εκφωνήτρια, γρήγορα έμαθε με ποιόν τρόπο κι αυτός να κάνει τις δικές του αφιερώσεις: Γράφοντας στο ραδιοφωνικό σταθμό τους τίτλους των τραγουδιών που επιθυμούσε και εσωκλείοντας στο φάκελο το «αντίτιμο» κάθε τραγουδιού σε γραμματόσημα: Για κάθε τραγούδι, γραμματόσημο των τεσσάρων δραχμών! Σε λίγες μέρες η κάθε του επιθυμία ακουγόταν από την εκφωνήτρια και με τ’ όνομά του και το όνομα στο οποίο ήταν αφιερωμένη κι αμέσως ακολουθούσε το τραγούδι της επιλογής του! Ειδικά την πρώτη φορά, ένοιωσε πως βρισκόταν στ’ αστέρια!
    Ανείπωτη πάντα η χαρά του Απόστολου και της αδελφής του, πρωτίστως του Απόστολου όμως! Κάθε του χαρτζιλίκι γινόταν γραμματόσημα που στέλνονταν στο Μεσολόγγι, για τις αφιερώσεις σε αγαπημένα του πρόσωπα, συγγενείς του, γείτονες, φίλους συγχωριανούς του, μα περισσότερο στον εαυτό του και στην αδελφή του! Μα και πόσο χαιρόταν όταν εκείνοι τον συναντούσαν και του έλεγαν πως την άκουσαν και τον ευχαριστούσαν! Ήταν και η χρυσή εποχή του λαϊκού τραγουδιού κι αυτό έκανε την απόλαυση πολύ μεγαλύτερη. Σίγουρα, όμως, αρκετά από τα αγαπημένα του εκείνα πρόσωπα δεν τις άκουγαν! Τον έφτανε μόνο που τις άκουγε ο ίδιος!
     Δεν χρειάστηκε και πολλή σκέψη: Αντιγράφοντας την τακτική του πατέρα του, κάποιες φορές το έπαιρνε μαζί του στις δουλειές που τον βοηθούσε στα χωράφια και κάποιες άλλες στο βουνό με τον παππού του στα πρόβατα, παρά τη «γκρίνια» τους να μην του πέσει και σπάσει. Δεν ήθελε να χάσει εκπομπή για εκπομπή, αφιέρωση για αφιέρωση, τραγούδι για τραγούδι. Μα και πώς να ξεχάσει εκείνη την «αποφράδα» Τρίτη, που του έπεσε το ραδιόφωνο μέσα στο αυλάκι με το νερό που πότιζε το περιβόλι! Κόντεψε να σκάσει από τη στενοχώρια του. Στενοχώρια για το ραδιόφωνο που χάλασε, στενοχώρια για το τι θα άκουγε από τους δικούς του. Στην απόγνωσή του και στην απελπισία του, το άνοιξε με προσοχή μ’ ένα αιχμηρό μαχαίρι που χρησιμοποίησε για κατσαβίδι και το άφησε αρκετή ώρα στον καυτό ήλιο να στεγνώσει. Όταν το «ξαναέδεσε» και του έβαλε τις μπαταρίες, ώ, του θαύματος! «Ούτε γάτα, ούτε ζημιά»!
     Με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια χαρά δεχόταν κι αυτός αφιερώσεις που του έκαναν φίλοι του! Αφιερώσεις, που σημάδεψαν με όμορφα συναισθήματα και αναμνήσεις τα χρόνια της νιότης του. Μεγαλώνοντας και πλησιάζοντας στα χρόνια του στρατού, η στενή αυτή επαφή με το ραδιόφωνο σιγά-σιγά χάθηκε, όπως χάθηκαν και οι αφιερώσεις. Γεννήθηκαν, όμως, άλλα μεγαλύτερα και πολύ σπουδαιότερα ενδιαφέροντα. Μετά το στρατό, είκοσι οκτώ μήνες θητεία τότε, πολλά είχαν αλλάξει. Η ζωή, στην πόλη πλέον, του έδινε πολλά άλλα πλεονεκτήματα και ενδιαφέροντα και οι «αφιερώσεις» γίνονταν στις ντισκοτέκ, στις παμπ και σε νεανικές συγκεντρώσεις σε σπίτια και σε πλατείες με βερμούτ. Τη χάρη, όμως, τη νοσταλγία και τα συναισθήματα που του έχουν αφήσει οι πρώτες εκείνες αφιερώσεις, μέσω του «ραδιοφωνικού σταθμού της ιεράς κι ενδόξου πόλεως Μεσολογγίου», τις θεωρεί πάντα κάτι «πολύ δικό του» και ούτε θα τις ξεχάσει ποτέ, αλλά ούτε βρήκε, ούτε και θα βρει καλύτερες, όπως και όλοι μας.
--------------------------------
Πηγές εικόνων ανάρτησης:
https://koukouvagiaki.gr/product/
και
https://www.did.ie/products/lloytron-fm-am-rechargeable-portable-vintage-radio-wood-effect-pp6403
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 21.9.2024
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ)