Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ (ΠΟΙΗΜΑ)

                        

                             Επιτυχίες και χαρές ο Οκτώβρης να χαρίσει,
                             μ' ελπίδες και χαμόγελα όλους να μας αφήσει.
                             Και στην αποταμίευση, στο τέλος, να γεμίσουν
                             αμπάρια οι καλοσύνες μας και να μοσχομυρίσουν!
 
Φωτογραφία: Αυτοφυή Οκτωβριανά κυκλάμινα του χωριού μου.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 1.10.2023

Παρασκευή (Βούλα) Μέμου: Η εκ Σκεπαστού Καλαβρύτων σκηνοθέτις, ποιήτρια και πρέσβειρα των Καλαβρύτων σε όλο τον κόσμο!

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, φύλλο Αυγούστου 2023, την οποία θερμά ευχαριστώ.

Η σκηνοθέτις, ποιήτρια και πρέσβειρα των Καλαβρύτων σε όλον τον κόσμο
Παρασκευή (Βούλα) Μέμου,
στη μεγάλη στιγμή της διάκρισής της στο Pozarevac της Σερβίας

     Κάθε χρόνο τον Αύγουστο πραγματοποιείται στο Pozarevac της Σερβίας το Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης, με την ονομασία «ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟ ΔΟΥΝΑΒΗ». Την διοργάνωση αναλαμβάνει ο Majdan και ο Δήμος Kostolac. Στο φετινό φεστιβάλ (2023), πρόεδρος διετέλεσε η γνωστή στους Καλαβρυτινούς ποιήτρια εκ Σερβίας Slavica Pejovic, η οποία ήταν επίσημη προσκεκλημένη τον περασμένο Μάρτιο (2023) στις εκδηλώσεις στην Αθήνα και στο Σκεπαστό Καλαβρύτων, θέμα για το οποίο είχαν γράψει το ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ ΝΕWS και η ΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ.
     Φέτος οι συμμετοχές στη Σερβία ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Κατά την διάρκεια του φεστιβάλ διοργανώνονται εκδηλώσεις και σε διάφορα άλλα μέρη της Βαλκανικής αυτής χώρας και η Βούλα Μέμου ήταν προσκεκλημένη. Μάλιστα, υπήρχε και στις αφίσες το λογότυπο των εκδηλώσεων του Μαρτίου στο Σκεπαστό Καλαβρύτων!
     Στην πόλη  Pozega  έγινε εκτενής αναφορά στα Καλάβρυτα και στην εκδήλωση τον Μάρτιο. Οι εκδηλώσεις του Μαρτίου στα Καλάβρυτα και στην Αθήνα συμπεριελήφθησαν και παρουσιάστηκαν και στο βιβλίο του διοργανωτή Majdan, που εκδίδεται κάθε χρόνο!

Αναφορά στο βιβλίο του διοργανωτή Majdan στα Καλάβρυτα!


     Στο φεστιβάλ «ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟ ΔΟΥΝΑΒΗ 2023» η Βούλα Μέμου απέσπασε το βραβείο «ONA», ένα βραβείο που δίνεται σε γυναίκες που προάγουν τον πολιτισμό, εργάζονται για την ειρήνη και προβάλλουν την χώρα τους σε διεθνή φεστιβάλ. Την συγχαίρουμε, την ευχαριστούμε και της ευχόμαστε να συνεχίσει το ίδιο δυναμικά!
     Με την ευκαιρία της αναφοράς στα Καλάβρυτα στην πόλη  Pozega, η Slavica Pejovic, η Βούλα Μέρμου και ο καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Pozarevac, ο Miroljub Manojlovic, χαιρέτισαν την εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου «Η Ανάσταση στον καιρό της Πανδημίας» του γράφοντος, που έγινε στις 17 Αυγούστου στα Γιάννενα. Εκ βαθέων οι ευχαριστίες μου σε όλους!
     Εκτός από αυτή την καθιερωμένη ετήσια εκδήλωση «ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟ ΔΟΥΝΑΒΗ», στο Pozarevac της Σερβίας, η Βούλα Μέμου συμμετέχει συχνά και σε συναντήσεις ποιητών σε διάφορα μέρη του πλανήτη, όπως Τυνησία, Ινδία και αλλού, με θέματα την προβολή των πολιτισμών και των λαών και την ειρήνη στον πλανήτη.
 
Λίγα λόγια για την ποιήτρια και σκηνοθέτιδα:
 
     Η Παρασκευή (Βούλα) Μέμου γεννήθηκε στο Σκεπαστό Καλαβρύτων. Σπούδασε σκηνοθεσία, ενώ παράλληλα από το 1984 άρχισε να δημοσιεύει ποιητικές της συλλογές. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται και στην εγκυκλοπαίδεια ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ. Είναι Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και οι λογοτεχνικές της διακρίσεις είναι πάρα πολλές, όπως επανειλημμένα έχει λάβει το ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ σε παγκόσμιους διαγωνισμούς ποίησης. Έχει σκηνοθετήσει ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, ντοκιμαντέρ και video clip συνθετών και τραγουδιστών. Συνεργάστηκε με κορυφαίους Έλληνες ηθοποιούς και έχει λάβει μέρος σε πολλά φεστιβάλ, καθώς και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ως μοντέρ. Ως χρονογράφος έχει συνεργαστεί με τοπικές εφημερίδες της Αχαΐας. Έχει συνεργαστεί και σε παιδικές ψυχαγωγικές εκπομπές στο κρατικό κανάλι, καθώς και με ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.
    
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 1.10.2023



Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Προεκλογικές «διελκυστίνδες»

Διελκυστίνδα ως παιδικό παιχνίδι (εικόνα από το διαδίκτυο)


     Η διελκυστίνδα είναι ένα άθλημα, που πολύ συχνά γινόταν και ομαδικό παιδικό παιχνίδι. Και αναφερόμαστε σε παρελθόντα χρόνο, γιατί με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και με την απασχόληση των παιδιών στο κινητό τηλέφωνο και το τάμπλετ, πολύ σπάνια έως καθόλου βλέπουμε φυσικά ομαδικά παιχνίδια. Στο παιχνίδι, δύο αντίπαλες παιδικές ομάδες τραβούσαν ένα σχοινί από αντίθετη κατεύθυνση και καθεμιά προς το μέρος της, για το ποια θα επικρατήσει. Στον αθλητισμό, η διελκυστίνδα είνα αγώνισμα, που είχε συμπεριληφθεί και στους Ολυμπιακούς αγώνες, από το 1900 ως το 1920 στην Μεσολυμπιάδα, δηλαδή δύο χρόνια μετά την Ολυμπιάδα και δύο χρόνια πριν την επόμενη.
     Όσο κι αν όλοι μιλάμε για «πολιτικό πολιτισμό», είναι ωμή πραγματικότητα πως, όχι μόνο κάθε φορά που έχουμε εκλογές, αλλά πολύ συχνότερα οι πολιτκές κόντρες και οι εντάσεις ανεβαίνουν. Κάθε πολιτική ομάδα τραβάει προς το μέρος της το «σχοινί» και «μαίνεται» ο «πόλεμος χαρακωμάτων» στις αντίπαλες παρατάξεις. Παραμονές εκλογών, βεβαίως, ο «πόλεμος» αυτός εντείνεται. Και μιλάμε για εκλογές σε όλες τους τις εκφάνσεις: Από την «ανώτερη» πολιτική, στις δημοτικές παρατάξεις, στις εκλογές οργανισμών, ακόμα και στις εκλογές μικρών σωματείων. 
     Πολλοί από τους υποψηφίους «ξοδεύουν» μεγάλο μέρος της προεκλογικής τους εκστρατείας, στο να κατηγορούν και να καταγγέλλουν τους αντιπάλους τους, ενώ αφιερώνουν μόνο το έλασσον της δραστηριότητάς τους στην ανάπτυξη και ανάλυση του δικού τους προγράμματος.
     Το ερώτημα, αλλά και η διαπίστωση που προκύπτει εδώ, είναι ότι με την τακτική του «κατηγορώ» αρκετές/πολλές φορές πείθουν και αποκτούν οπαδούς. Το επόμενο ερώτημα, όμως, είναι τούτο: Πόσο επικοινωνιακός είναι και πόσο «πουλάει» αυτός ο «τρόπος» για να επικρατήσει; Γιατί φαίνεται ότι πράγματι «πουλάει» και αφού «πουλάει», σημαίνει και ότι στην «αγορά» αυτό το «προϊόν» ζητείται.
     Εύκολα διαπιστώνει κανείς, ότι η τακτική αυτή βρίσκει εφαρμογή και στην καθημερινή μας ζωή. Συχνά κατηγορούμε κάποιον, υπονοώντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι «εμείς στη θέση του θα χειριζόμαστε τα θέματα καλύτερα από εκείνον». Πρόκειται, δηλαδή, για μια τακτική, που προβάλλει αποκλειστικά και μόνον το «εγώ», σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που θυμίζει το «κάνε με εμένα πρωθυπουργό για είκοσι τέσσερις ώρες και θα δεις πόσα πράγματα θ’ αλλάξω».
     Και με την ευκαιρία της αναφοράς στο «εγώ», μπορείτε να δείτε/διαβάσετε κι ένα σατιρικό ποίημα μου, με τίτλο «εγώ κι οι άλλοι», ΕΔΩ.  
 

Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 28.9.2023

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

Βιβλιοπαρουσίαση: «Δάφνες, προδοσία και λευκή κλωστή», της Άρτεμις Παπανδρέου

 


     Γνωρίζοντας την συγγραφέα Άρτεμις Παπανδρέου, τόσο από το προηγούμενο βιβλίο της «Ίσκιοι στο φως», όσο και από διάφορες/πολλές αναρτήσεις της στο διαδίκτυο, μου δόθηκε η ευκαιρία να τη γνωρίσω και εκ του σύνεγγυς στις 9.9.2023, στο Φεστιβάλ του Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως.  Ήταν μια σύντομη, αλλά όμορφη και πολύ ζεστή  γνωριμία, που μου έδωσε ιδιαίτερη χαρά, όπως και στην ίδια.
     Στην τελευταία πνευματική της δημιουργία, το 582 σελίδων μυθιστόρημά της, με τίτλο «Δάφνες, προδοσία και λευκή κλωστή», από τις εκδόσεις ΜΙΧΑΛΗ ΣΙΔΕΡΗ-Ιούνιος 2022, η ιδιόχειρη αφιέρωσή της στην ταπεινότητά μου, είναι εξόχως τιμητική.
     Το «Δάφνες, προδοσία και λευκή κλωστή», είναι πράγματι ένα έργο αξιαγάπητο. «Παρακολουθεί» τη ζωή τριών οικογενειών και των απογόνων τους στο Βόλο και στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, από τις αρχές μέχρι και αρκετά μετά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Είναι ένα βιβλίο, που, πραγματικά «τα έχει όλα»: Πληθώρα ιστορικών στοιχείων, μεγάλο άνοιγμα στη λαογραφία και στην παράδοση, εκτενείς αναφορές στις περιπέτειες των πολέμων του αιώνα, στα περάσματα και στα γυρίσματα της ζωής των πρωταγωνιστών. Λύπες, χαρές, έρωτες, αρραβώνες, γάμοι, βαπτίσεις, «πικάντικες» ιστορίες, ανατροπές της ζωής, θάνατοι και πολλές ακόμα αναφορές, που προσφέρουν ξεκούραστη ανάγνωση, χωρίς να λείπει και η συνεχής εγρήγορση για τον αναγνώστη.
     Μέσα από τις εξαιρετικές περιγραφές και τα άπειρα καλολογικά στοιχεία της συγγραφέως, ξεπηδούν ολοζώντανες εικόνες και παραστάσεις, που εναλλάσσονται αρμονικά στις παραγράφους του έργου και μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, ο οποίος ταξιδεύει στο χρόνο και αισθάνεται να τις ζει «από κοντά». Χωρίς ίχνος υπερβολής, το μυθιστόρημα της Άρτεμις Παπανδρέου είναι από τα βιβλία εκείνα που σε κάνουν να βιάζεσαι να τελειώσεις τις δουλειές σου, για να γυρίσεις στο σπίτι και να συνεχίσεις το διάβασμα, αγωνιώντας για τη συνέχεια και την έκβαση των περιπετειών!
     Μέσα, τόσο από το τελευταίο βιβλίο της, όσο και από το εν γένει πνευματικό της έργο η Άρτεμις Παπανδρέου, καταδεικνύει και καταθέτει την απέραντη τιμή της και τον μεγάλο σεβασμό της στους προγόνους μας, που μένουν «φάροι άσβεστοι» και σε διαρκή λειτουργία «πυξίδες για τις επόμενες γενιές».
     Αγαπητή, Άρτεμις, ύστερα από αρκετή διαδικτυακή γνωριμία και φιλία, γνωριστήκαμε και από κοντά και «κατορθώσαμε» να μιλάμε στον ενικό! Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό, όπως σ’ ευχαριστώ και για την τιμητική στο πρόσωπό μου ιδιόχειρη αφιέρωσή σου στο βιβλίο σου! Σου εύχομαι πάντα να μεγαλουργείς, τόσο πνευματικά, όσο και σε κάθε άλλη δραστηριότητα που αγαπάς!
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 24.9.2023
( Σύντομο βιογραφικό σημείωμα δείτε ΕΔΩ )

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Ο πλάτανος κι η βρύση

Ένα "αχώριστο" ζευγάρι: Πλάτανος και βρύση στο Λειβάρτζι!


                       Μού ήρθε κι αναστέναξα, σαν στάθηκα στη βρύση.
                       Τα παιδικά, θυμήθηκα, τα χρόνια που ’χω ζήσει,
                       παρέα με τα ξάστερα, τα κρύα τα νερά της
                       και τις δροσιές του πλάτανου που έχει συντροφιά της.
                       Μαζί μου παρασύρθηκε κι αυτή στις θύμησές της,
                       στα νιάτα, στη ζωντάνια της, στις χάρες κι όμορφιές της.
                       Την άκουσα που μίλαγε με μάτια δακρυσμένα,
                       για μυστικά που μέσα της έχει καλά κρυμμένα.
                       Kαι έλεγε στον πλάτανο που στέκεται κοντά της,
                       κι εκείνος με τα γάργαρα ψηλώνει τα νερά της,
                       που σύντροφος αχώριστος από τα πρώτα χρόνια
                       και την πρωταγκαλιάσανε τα τρυφερά του κλώνια:
 
                  –   Ό,τι κι αν μούδωσ’  ζωή, μοιράστηκα με σένα,
                       πιστέ μου, γεροπλάτανε! Τι χρόνια περασμένα
                       ομόρφαιναν τις μέρες μας! Μα τώρα στα στερνά μας
                       μαύροι και δίσεκτοι καιροί φανήκανε μπροστά μας.
                       Πού είν’ εμάς ο κόσμος μας; Που είναι οι χαρές μας;
                       Μονάχοι απομείναμε, χωρίς τις όμορφιές μας.
                       Θυμάσαι, τί γινότανε μπρος στην κορμοστασιά σου,
                       εδώ, στα κρύα μου νερά και στην παχιά σκιά σου;
                       Οι λυγερές τις στάμνες τους που ’ρχόταν να γεμίσουν,
                       με τί λαχτάρα πρόσμεναν τους νιους να συναντήσουν!
                       Πόσες φορές δεν γίναμε και μάρτυρες στους όρκους,
                       σε υποσχέσεις κι όνειρα και στους κρυφούς τους πόθους!
                       Σαν πόσα τέτοια μυστικά κρατάμε φυλαγμένα,
                       καημούς και λύπες και χαρές, στα σπλάχνα μας κρυμμένα.
                       Πώς τραγουδούσανε οι νιές, λεβέντες πώς χορεύαν!
                       Αγωνιστές της Λευτεριάς απ’ τ’ άτια ξεπεζεύαν,
                       μ’ ευγνωμοσύνη έσκυβαν εδώ και ξεδιψούσαν,
                       τη φύση και τον Ύψιστο με την ψυχή υμνούσαν.
                       Σαν λαμπερό χαμόγελο, τότε, το θρόισμά σου,
                       με χάρη μού κρυφόγνεφε κι ένοιωθα τη χαρά σου.
                       Και τι να πεις που κίναγαν στο σκάρο τα κοπάδια
                       και βγαίνανε για τη βοσκή κι ανέβαιναν στα πλάγια.
                       Θαρρούσες τα κουδούνια τους πως μελωδίες βγάζαν,
                       που συμφωνίες μουσικές, τέλεια συνταιριάζαν.
                       Πόσοι δεν ξαποστάσανε εδώ στην αγκαλιά μου,
                       πόσοι δεν επαινέψανε τα δροσερά νερά μου,
                       ξένοι και φίλοι και γνωστοί και ντόπιοι και διαβάτες,
                       του μόχθου άνθρωποι αγνοί, της ξωμαχιάς εργάτες.
                       Πόσοι δεν με παινέψαμε πως είμ’ εγώ η «μία»,
                       «μνημείο» μ’ ονομάσανε, με γράψαν σε βιβλία!
                       Κι ύστερα με ξεχάσανε κι εγώ γερνάω μόνη
                       και νοιώθω να ’χω στα μαλλιά βαρύ-βαρύ το χιόνι.
                       Παρέα, γεροπλάτανε, τον πόνο μας τον λέμε,
                       θυμόμαστε τα νιάτα μας και κάπου κάπου κλαίμε.


                  –   Μαλαματένια βρύση μου, η τέχνη σου στολίδι!
                       Τραγούδι το κελάρυσμα στης φύσης το φτιασίδι!
                       Δώρο Θεού το νάμα σου θα τρέχει κρουσταλλένιο,
                       όπως και ως τα σήμερα, από ψηλά δοσμένο.
                       Και τα πουλιά στους κλώνους μου ποτέ δεν θα σωπάσουν,
                       ύμνοι οι μελωδίες τους, τον Πλάστη θα δοξάζουν.
                       Τι κι αν οι δρόμοι κλείσανε κι οι στράτες δεν περνάνε
                       ζώα κι αγρίμια του βουνού μαζί μας πάντα θα ’ναι.
                       Αυτές είναι οι χάρες μας, αυτές και οι χαρές μας!
                       Τα νιάτα μας μάς λείπουνε και όχ' οι ομορφιές μας.
 
                       Άκουσαν την κουβέντα τους της ρεματιάς τ’ αηδόνια
                      κι αλλάζουν το κελάηδημα, τους λένε με συμπόνια:
                  –  Τα χρόνια κι αν εφύγανε κι αν καιροί περνάνε,
                      οι άνθρωποι τις ρίζες τους, εύκολα δεν ξεχνάνε!


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, από παλαιότερη έκδοσή μου
                              https://nikolpapak.blogspot.com/2021/08/blog-post_29.html

Στέλιος Καζαντζίδης: Ο τραγουδιστής που μας μεγάλωσε! (+ 14.9.2001)


     Συμπληρώνονται σήμερα 14 Σεπτέμβρη 2023, ανήμερα του Σταυρού, είκοσι δύο χρόνια από το ταξίδι του μεγάλου Στέλιου Καζαντζίδη για τις ουράνιες γειτονιές. Σύντομο και με υποκειμενικό μάτι το αφιέρωμά μας στον τραγουδιστή που ερμήνευσε τους πόθους και τους καημούς ενός ολόκληρου λαού και των Ελλήνων της ξενιτιάς.
     Ήταν η εποχή που το μόνο μέσο ψυχαγωγίας στον τόπο μας και σε κάθε ορεινή περιοχή ήταν το ραδιόφωνο κι αυτό βρισκόταν σε λίγα μόνο σπίτια. Η λήψη, ακόμα κι από τους κοντινότερους σταθμούς της Πάτρας, της Τρίπολης, της Αμαλιάδος, του Πύργου και του Μεσολογγίου ήταν κάπως έως πολύ προβληματική, αλλά δεν χορταίναμε να ακούμε, έστω και με παράσιτα τις αγαπημένες μας εκπομπές.
     Τα πολύ γνωστά τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη υπερτερούσαν θα έλεγε κανείς στις «αφιερώσεις ακροατών», «αφιερώσεις» και «η ώρα των ακροατών μας» από τον Πύργο, την Αμαλιάδα και το Μεσολόγγι, αντίστοιχα. Κάθε φορά, λοιπόν, που η εκφωνήτρια/εκφωνητής έλεγε ότι το τραγούδι που ακολουθούσε είναι του Καζαντζίδη, σηκώναμε την κεραία του ραδιοφώνου, ανοίγαμε περισσότερο την ένταση της φωνής του και απαιτούσαμε από την παρέα μας να κάνει ησυχία ν’ ακούσουμε καλύτερα και να σιγο-συνοδέψουμε στους στίχους και στη μελωδία! Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, κάθε φορά που φτάνει στ’ αυτιά μας η φωνή του, μάς έρχεται πάντα στο νου και κάποια ιδιαίτερη στιγμή στο το πατρικό μας σπίτι, τη γειτονιά μας, το χωριό μας και η νοσταλγία ξεχειλίζει!
     Λίγες μέρες πριν το θάνατό του, είχαν προηγηθεί τα γεγονότα στους δίδυμους πύργους (11 του Σεπτέμβρη 2001) και η μεγάλη αναστάτωση σε όλον τον κόσμο μας απέσπασε τη προσοχή και δεν μπορέσαμε να κλίνουμε τότε όσο ευλαβικά έπρεπε το γόνυ στο μεγάλο καλλιτέχνη. Είναι όμως σίγουρο ότι τον έχουμε πάντα στην πρώτη θέση στην καρδιά μας.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.9.2023

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2023

Μια παλιά σχολική τσάντα λέει την ιστορία της και δεν ξαφνιάζει τους μεγαλύτερους...

     Η «διήγηση» έγινε σ’ έναν επισκέπτη του λαογραφικού μουσείου κάποιου ορεινού χωριού της Στερεάς Ελλάδος, στο οποίο η γερασμένη σχολική τσάντα αποτελούσε έκθεμα. Ο επισκέπτης αυτός, το πιθανότερο της κοντινής ηλικίας με αυτή, πέρασε από πολλά άλλα εκθέματα, μπροστά της, όμως, σταμάτησε περισσότερο, το βλέμμα του έμεινε αρκετή ώρα κολλημένο επάνω της και τα χείλη του κάτι να ψέλλιζαν. Μια μικρή πλαστικοποιημένη ετικέτα που ήταν καρφιτσωμένη επάνω της έγραφε: «Η πρώτη σχολική τσάντα του Αρεοπαγίτη Αριστείδη Βάλαρη στο δημοτικό. Σχολικό έτος 1955-56». Φαίνεται πως κάποιες προσωπικές του αναμνήσεις του επιασκέπτη άρχισαν μέσα του να ξυπνάνε κι αυτό η τσάντα το κατάλαβε. Χωρίς χρονοτριβή άρχισε αμέσως να του διηγείται τη δική της ιστορία:
 
     «Καλώς ήρθατε, κύριε! Βλέπω τα μάτια σας που με κοιτάνε με συμπάθεια και νοσταλγία και κάτι θέλετε να μου πείτε. Απ' αυτό παίρνω το θάρρος να σας μιλήσω για τη ζωή μου...

    Γέρασα, καλέ μου κύριε, και γέρασα ξεχασμένη και περιφρονημένη! Πάνε κάπου περισσότερα από πενήντα χρόνια τώρα, που το αφεντικό μου με παράτησε μέσα σε μια παλιά αποθήκη με πολλά άλλα άχρηστα πράγματά του. Για καλή μου τύχη, είχα και δυο βιβλία κι ένα τετράδιο μέσα και δεν ένοιωθα πολλή μοναξιά, αλλά καταπλακωμένη καθώς ήμουν, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Έλεγα πως θα σαπίσω εκεί. Σκοτάδι, πυκνό σκοτάδι εκεί, σκοτάδι που το έκοβες με το μαχαίρι! Το φως της ημέρας είχα ξεχάσει πώς είναι. Άσε που με είχε πνίξει η σκόνη! Ένα παχύ στρώμα είχε κάτσει επάνω μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε το χρώμα μου! Σύννεφο σηκώθηκε με το που δυο χέρια με έβγαλαν και με τίναξαν! Το ότι άντεξα το χρωστάω στο καλό δέρμα με το οποίο είμαι φτιαγμένη και την καλή επεξεργασία που του έκανε ο τεχνίτης που μ' έφξιαξε. Και ευτυχώς πώς, που χρειάστηκε να διαμορφώσουν και να φτιάξουν δωμάτιο την αποθήκη τους για το εγγονάκι τους, που πριν λίγο καιρό είχε γεννηθεί κι έτσι είχα κι εγώ καλή τύχη και βρήκα μια θέση που νομίζω ότι  μού αξίζει!

     Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ήμουν σ’ ένα ράφι μεγάλου βιβλιοπωλείου στην Αμερική και καμάρωνα για την περίοπτη θέση μου. Πολλοί πελάτες ρωτούσαν για την αξία μου το βιβλιοπώλη, αλλά πάντα προτιμούσαν κάποια άλλη, φθηνότερη. Ένα φθινοπωρινό πρωινό, μπήκε ένας φίλος του βιβλιοπώλη στο μαγαζί, που πέρναγε συχνά από εκεί και τα λέγανε. Θυμάμαι ακόμα την κουβέντα τους, στα Ελληνικά εκείνη την ημέρα:
     “Καλημέρα, Σάββα! Τί κάνεις;…”.
     “Καλώς τον Πέτρο! Καλά! Εσύ;… Έχεις κάνα νέο από την Ελλάδα;”.
     “Χτες είχα γράμμα από τον αδελφό μου το Σωτήρη και πολύ το χάρηκα! Ο γιος του ο Αρίστος είναι πολύ καλός μαθητής και θέλω να τού στείλω μια καλή τσάντα για το σχολείο, έτσι σαν έπαθλο για τις επιδόσεις του”!
     “Μπράβο! Συγχαρητήρια στον ανιψιό σου! Καλή πρόοδο! Αν θες να με ακούσεις, θα πάρεις αυτή την τσάντα, που είναι αθάνατη. Θα την έχουν και όλα τα μικρότερα αδέλφια του”, κι έδειξε εμένα.
     Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο κύριος Πέτρος, έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε κάμποσα δολάρια.
     “Αφού μου το λες εσύ, θα την πάρω! Κατέβασε τη!”, είπε στο φίλο του το Σάββα.
     Σε λίγο βρισκόμουν προσεκτικά πακεταρισμένη από τα χέρια του βιβλιοπώλη, έτοιμη για το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι μου, που κράτησε κάνα μήνα. Κουνήθηκα, κτυπήθηκα μαζί με άλλες αποσκευές, συνταξιδιώτες στο υπερωκεάνιο, αλλά φτάσαμε όλοι σώοι στον Πειραιά. Μαζί με άλλες αποσκευές και πολύ κούνημα μέσα στο καράβι, ούτε που καταλάβαινα αν ήταν μέρα ή νύχτα. Ούτε και πόσες μέρες ταξιδαύαμε. Πάντως, ήταν πολλές... Κάνας μήνας, όπως είπα. Με το που άνοιξαν το δέμα στο σπίτι του νέου μου φίλου, του Αρίστου, επιφωνήματα ενθουσιασμού γέμισαν τον αέρα! Προσωπικά να σου πως απογοητεύτηκα, με το που βγήκα και είδα το φτωχόσπιτό τους, γιατί εγώ ήμουνα αλλιώς μαθημένη… Ακολούθησαν ευχές από τους γονείς και τους παππούδες του Αρίστου, μόλις με έδωσαν στα χέρια του, μα εκείνος ο καημένος είχε μείνει αποσβολωμένος.
     “Θα με κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά, που εκείνα θα εξακολουθούν να έχουν ταγάρια για τα βιβλία τους και τα τετράδιά τους…”. “Και το δικό μου το ταγάρι, που έχω μέχρι σήμερα, τί θα το κάνω;…”. “Έπειτα, αυτή η τσάντα είναι μεγάλη για μένα…”, ήταν κάποιες από τις αντιρρήσεις του.
     “Αν είναι λίγο μεγάλη τώρα, σε λίγο που θα μεγαλώσεις περισσότερο, θα σου είναι τέλεια για το γυμνάσιο. Τ’ άλλα παιδιά δεν θα σε κοροϊδεύουνε. Θα σε θαυμάζουνε και θα ζηλεύουνε”, του απάντησαν εκείνοι.
     Όμως, τ’ άλλα παιδιά ποτέ δεν έδειξαν θαυμασμό για τον Αρίστο! Από την πρώτη στιγμή που με είδαν στα χέρια του, ομαδική καζούρα και χειρονομίες και πράξεις εκφοβισμού, μέχρι και άγριο μπούλινγκ γνώριζε από τους “φίλους” του και συχνά γύριζε κλαμένος στο σπίτι. Μέχρι και οι γονείς του τον συνόδευαν στο σχολειό, για να εμποδίσουν τις φραστικές επιθέσεις και τις χειρονομίες των άλλων εναντίον του. Χρειάστηκε πολύς καιρός να εκτονωθεί αυτή η κατάσταση και να ξεπεράσει τους φόβους και τις ντροπές ο Αρίστος…
     Μετά τον Αρίστο με πήρε ο αδελφός του ο Θανάσης και μετά η αδελφή τους η Σωτηρία. Μαζί με τα λίγα βιβλία που είχε μέσα μου ο Αρίστος, είχα και ένα δυο μολύβια, γόμα, που και που καμιά ξύστρα, μα αυτά όλα σπάνια. Τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Ελλάδα, είχα και πλάκα με κοντύλι! Καθημερινά μου έβαζαν μέσα, μαζί με τα βιβλία, και το κολατσιό του Αρίστου και των άλλων παιδιών που με πήραν μετά, για το διάλειμμα: Ήταν λίγο ψωμί, τις πιο πολλές φορές μπομπότα, και ένα κομμάτι τυρί, δεμένα σε μια πετσέτα. Πόσο διαφορετική και πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή μου, αν είχα μείνει στην Αμερική! Άλλαξα κάνα δυο χέρια ακόμα σε ξαδέλφια τους και τελικά κατέληξα σε μια αποθήκη, όπου εκεί έμεινα πολλά χρόνια. Πόσα, μην με ρωτάς. Δεν ξέρω!... Μα και τι να πρωτοθυμηθώ. 
Μαζί με τα λίγα βιβλία που είχε μέσα μου ο Αρίστος, είχα και ένα δυο μολύβια, γόμα, που και που καμιά ξύστρα, μα αυτά όλα σπάνια. Τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Ελλάδα, είχα και πλάκα με κοντύλι! Καθημερινά μου έβαζαν μέσα, μαζί με τα βιβλία, και το κολατσιό του Αρίστου και των άλλων παιδιών που με πήραν μετά, για το διάλειμμα: Ήταν λίγο ψωμί, τις πιο πολλές φορές μπομπότα, και ένα κομμάτι τυρί, δεμένα σε μια πετσέτα.

     Πέρασαν χρόνια που ήμουν καταχωνιασμένη στην αποθήκη και κάποια στιγμή μπήκαν δύο άνθρωποι να καθαρίσουν το χώρο. Τα χέρια που με βρήκαν, ήταν έτοιμα να με πετάξουν μαζί με τ’ άλλα άχρηστα αντικείμενα στα σκουπίδια. Τότε ακούστηκε η φωνή του δεύτερου ατόμου που βοηθούσε στον καθαρισμό και με είδε:
     “Τί είναι’ αυτό;”.
     “Για παλιά σχολική τσάντα μοιάζει…”.
     Αμέσως με πήρε εκείνος στα χέρια του και με χτύπησε δυο τρεις φορές στον τοίχο να φύγει από πάνω μου η σκόνη. Δεν άργησε ν' αρχίσει να φτερνίζεται πολλές φορές. Με άνοιξε με δυσκολία, αφού η μικρή κλειδαριά μου είχε σκουριάσει και ξεφύλλισε τα δυο παλιά βιβλία και το τετράδιο που ήταν στις θήκες μου.
     “Ρε συ! Αυτή είναι η τσάντα του θείου του Αρίστου από το δημοτικό!”, είπε με πολύ ενθουσιασμό! Βλέπεις; Το όνομά του δεν έχει ξεθωριάσει ακόμα από την ετικέτα!
     “Ε, και;”, απάντησε ο άλλος.
     “Τί ΄΄ε, και΄΄”; Θα συγκινηθεί πολύ άμα τη δει!”.
     Με φύλαξαν σε μια γωνιά του σπιτιού και σε λίγες μέρες βρισκόμουν στα χέρια του πρώτου αφεντικού μου, του Αρίστου, παππούς πλέον, που με χάιδευε, μου μίλαγε με πολλή συγκίνηση και στοργή, σαν να ήμουν παιδί του! Πόσα θυμηθήκαμε μαζί από τα νιάτα μας! Πόσες συγκινήσεις νοιώσαμε!... Ευχάριστα, δυσάρεστα, εύκολα, δύσκολα, ανακατεύτηκαν όλα στις θύμησές μας, που θα γέμιζαν πολλές βιβλιοθήκες, αν καθόμουν να τα γράψω!...
      Σε λίγο που ήρθε και η γυναίκα του και της ανακοίνωσε την απόφασή του:
     “Αύριο κιόλας, θα την παραδώσω στον υπεύθυνο του λαογραφικού μουσείου! Πιστεύω να τον ενδιαφέρει…”.
     Έτσι κι έγινε! Με καθάρισε με πολύ προσοχή και πατρική αγάπη το παλιό μου αφεντικό. Μου μίλαγε συνέχεια και με χάιδευε συγκινημένος. Ύστερα φρεσκάρισε το χρώμα μου με βερνίκι και, όπως βλέπετε, κύριε, εδώ βρήκα παλιούς και καλούς φίλους μου: Δυο θρανία δεξιά μου, τον παλιό σχολικό πίνακα απέναντι κι από την άλλη μεριά κάποια βιβλία της εποχής μας. Ξανασμίξαμε όλοι μαζί ύστερα από τόσα χρόνια στην ίδια σχολική αίθουσα που ανταμώναμε και τότε. Λέμε συχνά τα δικά μας, τις αναμνήσεις μας τα παράπονά μας, τις χαρές μας και τις στενοχώριες μας… Άλλοτε κλαίμε κι άλλοτε γελάμε… Περνάμε πολύ καλά, όμως! Γνωρίσαμε και κάναμε και πολλούς άλλους φίλους εδώ, συνομίληκούς μας, μεγαλύτερους, αλλά και μικρότερους: Υφαντά, πλεκτά, εργόχειρα, εργαλεία της γης, σκεύη του σπιτιού, εθνικές και πολεμικές ενδυμασίες, όπλα από τους πολέμους… Ευτυχώς που κάποιοι άνθρωποι έχουν παραπάνω ενέργεια και ευαισθησίες και φροντίζουν για τα μουσεία, γιατί αλλιώς, ούτε κι εσείς θα μας γνωρίζατε, ούτε κι εγώ θα μπορούσα να σας διηγηθώ την ιστορία μου, καλέ μου ευγενικέ και ευαίσθητε κύριε!...».
-------------------------------------------
Σημείωση: Πιθανή ομοιότητα με ονόματα, είναι τυχαία.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 10.9.2023