Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018


     Ήταν οι τελευταίες μέρες του πατέρα μου, το Φλεβάρη του 2007 και αναπολώντας τη ζωή του, εμπνεύστηκα αυτό το ποίημα, αφιερωμένο πάντα σ’ εκείνον.


Φωτογραφία του 1969 στο αμπέλι μας, τη μεγάλη λατρεία του πατέρα! 
Εκείνος σκάβει κι εγώ δοκιμάζω τα πρώτα ώριμα σταφύλια!


                     Να ’ρχονταν τα χρόνια πίσω

                    Πώς να ’ταν να γινότανε με μιας να ξανανιώσω,
                    να ’μουν να ζούσα στο χωριό, ποτέ μη μετανιώσω.
                    Στο σπίτι μου το πατρικό, στα πρώτα όνειρά μου,
                    στην ξενοιασιά την όμορφη, στην παιδική χαρά μου.
                    Κι ο κόσμος όλος να ’τανε αγνός όπως και τότες
                    και ανοιχτές διάπλατα κάθε καρδιάς οι πόρτες.
                    Να ’χα του Αύγουστου τυρί στου Γεναριού τα βράδια,
                    του χινοπώρου τους καρπούς, του Μάη τα βλαστάρια.
                    Ν’ ακούω γύρω τα πουλιά να κάνουν Λειτουργία
                    και να ν’ η φύση το πρωί σαν Τράπεζα Αγία.
                    Να παίρνω αύρα του βουνού, δροσιά από τον κάμπο,
                    απ’ τα μεσούρανα το φως, ολόκληρος να λάμπω.
                    Μυσταγωγίες και χαρές της φύσης να μαθαίνω,
                    καθημερνά να προσκυνώ, να τις μεταλαβαίνω.
                    Να ν’ οι γονιοί μου ζωντανοί και να με προξενεύουν
                    και να ’χω άλλη στην καρδιά, σκέψεις να με παιδεύουν.
                    Στο πανηγύρι τα’ αϊ-Λιά να βγω να χορέψω
                    για να την κάνω να με δει να πάω να τη γυρέψω.
                    Αχάραγα να σηκωθώ να πάω στο χωράφι,
                    ν’ ανοίξω το δισάκι μου να βγάλ’ η γης χρυσάφι.
                    Κι όταν ο τρύγος έρχεται, που νέα χέρια θέλει,
                    να ’μουνα και να δούλευα ολημερίς στ’ αμπέλι.
                    Μεστά σταφύλια να τρυγώ, το μούστο τους να παίρνω,
                    στο Θρόνο του Δημιουργού δοξολογιά να στέλνω.
                    Και να γυρνώ απ’ τη δουλειά, λόγο πριν βγούνε τα’ άστρα
                    και να ’χει η μανούλα μου ζεστό φαί στη γάστρα
                    κι από το φούρνο το ψωμί, που να μοσχοβολάει,
                    γεύση από Παράδεισο, που νους δεν τη χωράει!
                    Την Κυριακή και τη γιορτή να ’μαι στην Εκκλησία
                    και να περνώ στο σχόλασμα λίγο απ’ την πλατεία.
                    Ν’ ακούω γέρους να μιλούν, τη γνώση τους να παίρνω,
                    να βλέπω και τους νιότερους και νιότερος να μένω.
                    Τέτοια ζωή να έκανα, ποτέ νε μην γεράσω,
                    Να ’μουνα πάντα δυνατός, το χρόνο να γελάσω.

                         Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος,
(Από την ποιητική μου συλλογή «Έμμετρα», εκδόσεις «ΑΠΕΙΡΟΣ ΧΩΡΑ», 2008)