Ένα βιβλίο με τίτλο «ΕΓΩ, Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ»,
από τις εκδόσεις «ΙΑΝΟΣ», Α΄ έκδοση Μάρτιος 2023, μου χάρισε πρόσφατα η βιβλιοπώλης
- συγγενής και εξαιρετική φίλη Δήμητρα Λυμπεροπούλου-Γάλλιου, πολλά υποσχόμενο
από την δική της προφορική κριτική. Αν και ήμουν κάπως επιφυλακτικός από τον
τίτλο του και μόνο, πείστηκα στα λόγια της κι άρχισα να το διαβάζω.
Πρόκειται για ένα διήγημα, όπως το χαρακτηρίζει και η συγγραφέας, που ομολογώ ότι από τις πρώτες κιόλας παραγράφους του το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Άγγελος του φωτός ο Εωσφόρος, «επαναστάτησε» κατά του Πατέρα του, του Δημιουργού, και θέλησε να φτιάξει το δικό του βασίλειο και να γίνει ίδιος με Εκείνον. Στον διάλογο που ακολούθησε ο Πατέρας-Δημιουργός, του παρείχε απόλυτη ελευθερία, προειδοποιώντας τον και για τις δυσκολίες που θα συναντήσει.
Με τη θέλησή του «έφυγε αυτό το υπέρλαμπρο πλάσμα. Δεν εκδιώχθηκε, μα το αποτέλεσμα ήταν ένα», ήταν το ίδιο. Κάλεσε ακολούθους του αγγέλους, που τον ακολούθησαν. Η παρέμβαση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, με τις λέξεις «στώμεν καλώς», πρόλαβε και συγκράτησε γύρω από το Θρόνο Του Θεού πολλούς Αγγέλους, που είτε πρόθυμα, είτε απερίσκεπτα, είτε με δισταγμό ήταν έτοιμοι να ταχθούν μαζί του.
Ο τόπος προορισμού για τον Εωσφόρο, ήταν «ευλογημένος» και όχι άλλος από τη γη. «Ήθελε να τα δει και να τα γνωρίσει όλα, να περιεργαστεί τα πάντα γύρω από τον άνθρωπο, ν’ αφουγκραστεί, ν’ ανακαλύψει από κοντά το καινούργιο αυτό πλάσμα». Φανταζόταν, «έβλεπε το πλάσμα αυτό με όλα όσα συνθέτουν την ανθρώπινη φύση», από καλοσύνη και ευγένεια, μέχρι υπερηφάνεια, αλαζονεία και μίσος. Από ματαιοδοξία και κακία, μέχρι ταπεινότητα και φιλοδοξία.
Πολύ σύντομα «κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος» ο Εωσφόρος, αφού ο άνθρωπος «διώκει το ίδιο του το είδος». Τις ίδιες ακριβώς διαπιστώσεις έκαναν και οι ακόλουθοί του. Ορισμένα «ανθρωποειδή κανόνιζαν τις τύχες των λαών. Δημιουργούσαν πολέμους, βία, φτώχια, σεισμούς, ασθένειες. Και γελούσαν και ένοιωθαν ικανοποίηση, αλλά το γέλιο δεν είχε χαρά μέσα τους. Ήταν αρρωστημένο».
«Και καλά τα ανθρωποειδή, αλλά οι άνθρωποι; Πώς μπήκαν, πώς ενσωματώθηκαν τόσο εύκολα στο ρόλο που τους ετοίμασαν;».
Ο Άγγελος του φωτός, που δεν είχε τίποτα αρνητικό στο ενεργητικό του, έπεσε από τον ουρανό. «Κάνοντας τόσες κτηνωδίες ο άνθρωπος», από βιασμούς γονιών στα παιδιά τους, μέχρι μεγάλους και καταστροφικούς πολέμους με αναρίθμητα θύματα, «από πού θα έπρεπε να πέσει; Και πού να πάει;… “Εγώ με το πέσιμο μεταμορφώθηκα σε διάβολο και ο άνθρωπος με το δικό του πέσιμο σε κτήνος. Κι αφού από μια κουβέντα μου και μόνο έπεσα, ο άνθρωπος με τόσες φρικαλεότητες, πόσα επίπεδα έχει κατέβει στα τάρταρα;”», αναλογίζεται ο Εωσφόρος.
Κοντολογίς, και ύστερα από πολλές περιπέτειες στη γη και πολύ απογοητευμένος από το ανθρώπινο είδος, αποφάσισε να επιστρέψει πάλι στο θρόνο του, δίπλα στον Πατέρα, «που με τόση αρχοντιά και ευγένεια του είχε δώσει αυτό που πάντα επιθυμούσε, μέχρι και την απόλυτη ελευθερία». Ξανασκέφθηκε, όμως: «Με τί μούτρα θα γυρίσω πίσω; Με αυτά που έχω», απάντησε στον εαυτό του. Δεν αρνήθηκα, ούτε ακύρωσα ποτέ Το Θεό Πατέρα μου!... Πώς, λοιπόν, να μην θέλω να γυρίσω σε μια τέτοια αγάπη;».
«Λίγο πριν τη Μεγάλη Πόρτα, τον αγκάλιασαν τα Χερουβείμ», κι ας ήταν «βρώμικα και σκισμένα τα ρούχα του»! Τον άλλαξαν και τον «σουλούπωσαν».
«Συγγνώμη για την εμφάνισή μου, αλλά το μόνο που ήθελα ήταν να σ’ αγκαλιάσω… Τον πήραν τα κλάματα και όσο έκλαιγε, τόσο δεν χόρταινε την αγκαλιά Του δακρυσμένου Πατέρα, που Εκείνος πάντα το ήξερε ότι θα επέστρεφε… Κάτι πήγε να πει ο Εωσφόρος, αλλά δεν χρειάστηκε… Όλες οι απορίες και οι απαντήσεις υπήρχαν στα πέντε μαγικά γράμματα: Αγάπη!».
Το βιβλίο «ΕΓΩ, Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ», έχει τη δύναμη να «επαναφέρει εις την τάξιν», να δείξει το δρόμο της «επιστροφής» σε κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο, που μπορεί να έχει «παρασυρθεί». Περικλείει έντονα το θρησκευτικό στοιχείο και το μήνυμα της αγάπης, κάτι που καταδεικνύει και το επίπεδο γνώσης της συγγραφέως στο αντικείμενο. Ολοζώντανη εδώ και η παραβολή του ασώτου, που σύμφωνα με του πατέρες της Εκκλησίας, «όλα τα Ευαγγέλια να είχαν χαθεί και να είχε σωθεί μόνο αυτή, είναι αρκετή για την ανθρώπινη σωτηρία». Θυμίζει, επίσης, το βιβλίο και την προφητεία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, σύμφωνα με την οποία, «οι άνθρωποι θα γίνουν τέρατα».
Πρόκειται για ένα διήγημα, όπως το χαρακτηρίζει και η συγγραφέας, που ομολογώ ότι από τις πρώτες κιόλας παραγράφους του το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Άγγελος του φωτός ο Εωσφόρος, «επαναστάτησε» κατά του Πατέρα του, του Δημιουργού, και θέλησε να φτιάξει το δικό του βασίλειο και να γίνει ίδιος με Εκείνον. Στον διάλογο που ακολούθησε ο Πατέρας-Δημιουργός, του παρείχε απόλυτη ελευθερία, προειδοποιώντας τον και για τις δυσκολίες που θα συναντήσει.
Με τη θέλησή του «έφυγε αυτό το υπέρλαμπρο πλάσμα. Δεν εκδιώχθηκε, μα το αποτέλεσμα ήταν ένα», ήταν το ίδιο. Κάλεσε ακολούθους του αγγέλους, που τον ακολούθησαν. Η παρέμβαση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, με τις λέξεις «στώμεν καλώς», πρόλαβε και συγκράτησε γύρω από το Θρόνο Του Θεού πολλούς Αγγέλους, που είτε πρόθυμα, είτε απερίσκεπτα, είτε με δισταγμό ήταν έτοιμοι να ταχθούν μαζί του.
Ο τόπος προορισμού για τον Εωσφόρο, ήταν «ευλογημένος» και όχι άλλος από τη γη. «Ήθελε να τα δει και να τα γνωρίσει όλα, να περιεργαστεί τα πάντα γύρω από τον άνθρωπο, ν’ αφουγκραστεί, ν’ ανακαλύψει από κοντά το καινούργιο αυτό πλάσμα». Φανταζόταν, «έβλεπε το πλάσμα αυτό με όλα όσα συνθέτουν την ανθρώπινη φύση», από καλοσύνη και ευγένεια, μέχρι υπερηφάνεια, αλαζονεία και μίσος. Από ματαιοδοξία και κακία, μέχρι ταπεινότητα και φιλοδοξία.
Πολύ σύντομα «κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος» ο Εωσφόρος, αφού ο άνθρωπος «διώκει το ίδιο του το είδος». Τις ίδιες ακριβώς διαπιστώσεις έκαναν και οι ακόλουθοί του. Ορισμένα «ανθρωποειδή κανόνιζαν τις τύχες των λαών. Δημιουργούσαν πολέμους, βία, φτώχια, σεισμούς, ασθένειες. Και γελούσαν και ένοιωθαν ικανοποίηση, αλλά το γέλιο δεν είχε χαρά μέσα τους. Ήταν αρρωστημένο».
«Και καλά τα ανθρωποειδή, αλλά οι άνθρωποι; Πώς μπήκαν, πώς ενσωματώθηκαν τόσο εύκολα στο ρόλο που τους ετοίμασαν;».
Ο Άγγελος του φωτός, που δεν είχε τίποτα αρνητικό στο ενεργητικό του, έπεσε από τον ουρανό. «Κάνοντας τόσες κτηνωδίες ο άνθρωπος», από βιασμούς γονιών στα παιδιά τους, μέχρι μεγάλους και καταστροφικούς πολέμους με αναρίθμητα θύματα, «από πού θα έπρεπε να πέσει; Και πού να πάει;… “Εγώ με το πέσιμο μεταμορφώθηκα σε διάβολο και ο άνθρωπος με το δικό του πέσιμο σε κτήνος. Κι αφού από μια κουβέντα μου και μόνο έπεσα, ο άνθρωπος με τόσες φρικαλεότητες, πόσα επίπεδα έχει κατέβει στα τάρταρα;”», αναλογίζεται ο Εωσφόρος.
Κοντολογίς, και ύστερα από πολλές περιπέτειες στη γη και πολύ απογοητευμένος από το ανθρώπινο είδος, αποφάσισε να επιστρέψει πάλι στο θρόνο του, δίπλα στον Πατέρα, «που με τόση αρχοντιά και ευγένεια του είχε δώσει αυτό που πάντα επιθυμούσε, μέχρι και την απόλυτη ελευθερία». Ξανασκέφθηκε, όμως: «Με τί μούτρα θα γυρίσω πίσω; Με αυτά που έχω», απάντησε στον εαυτό του. Δεν αρνήθηκα, ούτε ακύρωσα ποτέ Το Θεό Πατέρα μου!... Πώς, λοιπόν, να μην θέλω να γυρίσω σε μια τέτοια αγάπη;».
«Λίγο πριν τη Μεγάλη Πόρτα, τον αγκάλιασαν τα Χερουβείμ», κι ας ήταν «βρώμικα και σκισμένα τα ρούχα του»! Τον άλλαξαν και τον «σουλούπωσαν».
«Συγγνώμη για την εμφάνισή μου, αλλά το μόνο που ήθελα ήταν να σ’ αγκαλιάσω… Τον πήραν τα κλάματα και όσο έκλαιγε, τόσο δεν χόρταινε την αγκαλιά Του δακρυσμένου Πατέρα, που Εκείνος πάντα το ήξερε ότι θα επέστρεφε… Κάτι πήγε να πει ο Εωσφόρος, αλλά δεν χρειάστηκε… Όλες οι απορίες και οι απαντήσεις υπήρχαν στα πέντε μαγικά γράμματα: Αγάπη!».
Το βιβλίο «ΕΓΩ, Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ», έχει τη δύναμη να «επαναφέρει εις την τάξιν», να δείξει το δρόμο της «επιστροφής» σε κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο, που μπορεί να έχει «παρασυρθεί». Περικλείει έντονα το θρησκευτικό στοιχείο και το μήνυμα της αγάπης, κάτι που καταδεικνύει και το επίπεδο γνώσης της συγγραφέως στο αντικείμενο. Ολοζώντανη εδώ και η παραβολή του ασώτου, που σύμφωνα με του πατέρες της Εκκλησίας, «όλα τα Ευαγγέλια να είχαν χαθεί και να είχε σωθεί μόνο αυτή, είναι αρκετή για την ανθρώπινη σωτηρία». Θυμίζει, επίσης, το βιβλίο και την προφητεία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, σύμφωνα με την οποία, «οι άνθρωποι θα γίνουν τέρατα».
Δημητρούλα μου, «πατρίδα», σ’ ευχαριστώ
από καρδιάς για το υπέροχο δώρο σου, όπως ευχαριστώ και συγχαίρω και τη συγγραφέα για την
προσφορά της στα Γράμματα!
Νίκος
Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.3.2025
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου