Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Ο Τζίμης ο καρδιοκατακτητής


     Από μικρό παιδί, από το δημοτικό σχολείο ο Δημητράκης αρεσκόταν σε υπερθετικό βαθμό για την ηλικία του να αυτοπροσδιορίζεται ως εκκολαπτόμενος γυναικοκατακτητής και αφηγούνταν συχνά και με πολύ γλαφυρό τρόπο τις πολλές  μικρές ερωτικές περιπέτειές του στους φίλους του.
     Όσο τα χρόνια πέρναγαν και μεγάλωνε, «μεγάλωναν» και πλήθαιναν και οι ιστορίες του, αφού ήταν δυνατός στην περιγραφή, με χαρακτηριστικά πάντα την αγωνία και την απρόσμενη εξέλιξη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όλη η παρέα του να τον παρακολουθούσε με το στόμα ανοιχτό. Εκεί που πραγματικά τον άκουγαν όλοι με κομμένη την ανάσα, ήταν στις στα «δύσκολα» κορίτσια, που αργά ή γρήγορα ενέδιδαν. Στις σχολικές εκθέσεις, όμως, υστερούσε ο καημένος ο Δημητράκης και η βαθμολογία του στα νέα Ελληνικά ήταν δυσανάλογη των αφηγήσεών του. Το μόνιμο παράπονό του ήταν που τα θέματα των εκθέσεων δεν ήταν ερωτικά, που σίγουρα εκεί θα είχε πάντα άριστη βαθμολογία!
     Στα χρόνια του γυμνασίου, κάπου στα δεκαπέντε του, έκανε και το όνομά του «καλλιτεχνικό», σε «Τζίμης». Αυτό έγινε ύστερα από μια παράσταση που έδωσε στο κεφαλοχώρι της περιοχής του ο παλαιστής Τζιμ Αρμάος και πήγαν μια παρέα παιδιών, μεταξύ αυτών και ο ίδιος, και την παρακολούθησαν. Θεώρησε ότι έτσι θα φάνταζε πιο «δυνατός» στα μάτια των «ακροατών» του και θα τους γοήτευε περισσότερο με τις ιστορίες του. Οι ίδιοι στην αρχή  τον περιέπαιζαν, γρήγορα όμως τον αποδέχθηκαν και, άλλοι στ’ αστεία κι άλλοι στα σοβαρά, κανείς δεν τον αποκαλούσε πλέον με το πραγματικό του όνομα.   
      Στην ηλικία εκείνη, των δεκαπέντε χρόνων, περίπου, που άρχισε να ανδρώνεται, ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και είχε τον τρόπο να εμφανίζεται συχνά με διαφορετική αμφίεση και πάντα προσεγμένη. Αν και το σχολείο ήταν σε μεγάλη απόσταση και τα νερά και οι λάσπες το χειμώνα ήταν καθημερινή πραγματικότητα, τα παπούτσια του ήταν πάντα προσεγμένα, φρεσκοβαμμένα, και γυαλισμένα. Με μια λέξη αξιοπρόσεκτα. «Τα κορίτσια θα πρωτοκοιτάξουν πρώτα στα μάτια, ύστερα στα παπούτσια και μετά οπουδήποτε αλλού», έλεγε! Αν και οι καθηγητές του τού έκαναν συχνά παρατήρηση να ξυρίζεται, εκείνος έμενε με περιποιημένο το πρώτο καστανόξανθο χνούδι στις παρειές του και στο πηγούνι του, που η αντίθεση με τα μαύρα καλοχτενισμένα μαλλιά του με το μπριγιόλ της εποχής, του έδινε παραπάνω γοητεία.
    Όταν είχε παραπάνω χαρτζιλίκι και μπορούσε να αγοράσει τσιγάρα, τα άναβε, τα κράταγε και το κάπνιζε με χάρη και ανδροπρέπεια. Άλλοτε, που ήταν οικονομικά στεγνός, τον κέρναγαν οι φίλοι του, περισσότερο για να αντιγράψουν τις κινήσεις του και να επιδεικνύονται κι εκείνοι ανάλογα στις παρέες τους και προπάντων στα κορίτσια που ονειρεύονταν να κατακτήσουν!
     Στη γειτονιά του και στο χωριό του απέφευγε να συνάψει ερωτικές σχέσεις, είτε γιατί σεβόταν εκείνα τα κορίτσια(!), είτε, πολύ περισσότερο, επειδή δεν ήθελε περιπέτειες με τους δικούς τους που όλοι τον γνώριζαν, όπως έλεγε. Αλλά όσα… πήγαιναν γυρεύοντας, δέχονταν τις  συνέπειες των ικανοτήτων του! 
     Ύστερα από κάθε σκασιαρχείο από το σχολείο, γύριζε με νέες περιπέτειες! Η συνεύρεσή του με τις κατακτήσεις του στο διπλανό ή στο παραδιπλανό χωριό, έφερναν κι άλλες πικάντικες αφηγήσεις, που πάντα προκαλούσαν και το ενδιαφέρον των φίλων του. Έτσι, συνέχεια η παρέα του αύξανε και μαζί με αυτή και οι θαυμαστές του, που έδειχναν να «υποκλίνονται» στις ερωτικές του δεξιοτεχνίες. Άλλα παιδιά της ηλικίας του πάλι, προσποιούνταν φιλία μαζί του, πιστεύοντας πως θα μπορέσουν να κλέψουν μία από τις εύκολες κατακτήσεις του! Πολλές φορές, όμως, ο ίδιος ένοιωθε τη ζηλοφθονία τους, όχι μόνο των υποκρινόμενων φίλων του, αλλά και των πραγματικών κι αυτό τον ικανοποιούσε αφάνταστα.
     Όσες φορές διηγιόταν τις ιστορίες του και τύχαινε να περάσει κάποια κοπέλα από δίπλα τους, σταματούσε την κουβέντα, κάρφωνε τα μάτια του επάνω της, την κοίταζε και την… έγδυνε από πάνω μέχρι κάτω, μαζί και οι περισσότεροι της παρέας, και μόλις εκείνη απομακρυνόταν λίγο, έλεγε ψιθυριστά, να μην τον ακούσει η ίδια: «Εσένα γρήγορα θα σε φέρω βόλτα!».
     Οι αμφισβητήσεις όμως και η ολοφάνερη δυσπιστία που έδειχναν σχεδόν πάντα οι φίλοι του, ήταν μόνιμη, αλλά αυτά δεν πτοούσαν το Τζίμη, που ολοένα είχε κάτι καινούργιο να πει. Ο μεγαλύτερος αντίπαλός του ήταν ο Δήμος, ένας από τους καλύτερους φίλους του και γείτονάς του κι ας μεγάλωσαν μαζί, κι ας μοιράστηκαν και τη μια καραμέλα. Εκείνος τον πίστευε περισσότερο από τους άλλους, αν και ποτέ δεν τον είχε δει να συζητάει πονηρά με κοπέλα. Δεν τον άφηνε ποτέ σε χλωρό κλαρί! Το πείραζε, τον υποτιμούσε, τον ειρωνευόταν, τον χλεύαζε και όλ’ αυτά γίνονταν πολύ εντονότερα, όσο μεγαλύτερη ήταν και η παρέα στην οποία ο Τζίμης αφηγούνταν τις περιπέτειές του. Ήθελε πάντα ο Δήμος με αυτόν τον τρόπο να υπονοηθεί ότι ο ίδιος είναι ανώτερός του και είχε περισσότερες επιτυχίες σε κατακτήσεις!
     Η πραγματικότητα όμως δεν ήταν οι περιγραφές και η εικόνα που έδειχνε ο Τζίμης. Δεν ήταν ούτε κάπου στη μέση. Ήταν ένα φιλήσυχο και άτολμο παιδί, που όλες κι όλες οι κατακτήσεις να ήταν μία, άντε δύο. Αλλά ούτε και τα φλερτ του ήταν συνηθισμένα. Του άρεσε μόνο να επιδεικνύεται και οι ιστορίες και οι περιπέτειές του δεν ήταν τίποτα άλλο από προϊόντα μυθοπλασίας! Και δεν παραμύθιαζε μόνο τους φίλους του, αλλά από τη δύναμη της σκέψης για να τις δημιουργήσει, μπορεί να τις πίστευε και ο ίδιος μερικές φορές!
     Μετά το σχολείο και την αναζήτηση βιοποριστικών πόρων στις μεγαλούπολη, απομακρύνθηκε από τους περισσότερους φίλους του, όπως και οι ίδιοι μεταξύ τους. Πέρασαν χρόνια και κοντά στα τριάντα του τα μαλλιά του άρχισαν να γκριζάρουν, όπως και το μουστάκι του. Τότε ο Τζίμης αποφάσισε να τα βάψει, παρ’ όλο που αυτό ήταν ακόμα πολύ ασυνήθιστο για τους άνδρες, αρκετά παρεξηγήσιμο και σχεδόν πάντα προκαλούσε άσχημα και καθόλου επαινετικά σχόλια.
     Μια μέρα, κατεβαίνοντας την οδό Σταδίου στην Αθήνα, όπου εργαζόταν και ζούσε, είδε με τη γωνία του ματιού του στο απέναντι πεζοδρόμιο το φίλο του το Δήμο. Για να μην τον δει και ο ίδιος, γύρισε την πλάτη του προς το μέρος του και στάθηκε μπροστά από ένα εμπορικό κατάστημα, τάχα πώς έβλεπε τα ρούχα της βιτρίνας. Έλα όμως που τον είδε κι ο Δήμος και παρατήρησε πολύ εύκολα την αλλαγή στο κεφάλι του! Μη χάνοντας, λοιπόν, την ευκαιρία να τον υποτιμήσει για άλλη μια φορά, παρ’ όλο που είχαν καιρό να συναρτηθούν, πέρασε κάθετα και γρήγορα το δρόμο, που έτυχε εκείνη τη στιγμή να έχει ανάψει και ο «Σταμάτης» και είχαν σταματήσει τα αυτοκίνητα. Πήγε πίσω και αριστερά από την πλάτη του, τον χτύπησε με το δάχτυλο του δεξιού του χεριού στον αριστερό ώμο, με τρόπο που και το χτύπημα ακόμα εξέφραζε ειρωνεία και του λέει:   
     «Ε, ψιτ! Φαίνεται πως αρχίζει να μην περνάει η μπογιά σου! Δεν μπορείς να κάνεις δουλειά με τη δική σου και προσπαθείς με ξένη;».


                     Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 14.1.2018

2 σχόλια: