Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Στις Γυναίκες της Πίνδου (ποίημα)


                                Σαν η Πατρίδα σάλπισε, να τρέξουνε κοντά της,
                                τα δίκια να κρατήσουνε, σαν πάντα τα παιδιά της,
                                μαζί και σεις ετρέξατε, Μεγάλες Ηρωίδες
                                και τον Αγώνα δώσατε, Ένδοξες Ελληνίδες!
 
                                Φόβους δεν λογαριάσατε σε παγωμένους μήνες.
                                Στις πλάτες σας ξανάζησαν και πάλι Μπουμπουλίνες!
                                Χρυσές σελίδες γράψατε με πίστη, με σβελτάδα,
                                ένα με Ήρωες και σεις, «Παιδιά» είστε της Ελλάδας!
 
                                Στον κόσμο όλο δείξατε τη γυναικεία ανδρεία.
                                Στον πόλεμο τον άνισο αλλάξατε πορεία.
                                Για την ανδρεία σας αυτή, με θέρμη στην καρδιά μας,
                                μ’ ευγνωμοσύνη περισσή θα λέμε στα παιδιά μας.
 
Εικόνα ανάρτησης: Μνημείο στον Πεντάλοφο Κοζάνης
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 27.10.2024

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Η πρώτη έκθεση στο γυμνάσιο (διήγημα)


     Δεν μπορεί να πει κανείς εύκολη την προσαρμογή από το δημοτικό στο γυμνάσιο, ειδικά κάποια χρόνια πριν, με τις αναμνήσεις από το δημοτικό έντονες και νοσταλγικές. Μακρινό παρελθόν έμοιαζε και το καλοκαίρι, που εκτός από την ξενοιασιά, η υπερηφάνεια του τίτλου «μαθητής γυμνασίου» ήταν μεγάλο συναίσθημα, αφού το προνόμιο δεν το είχαν όλοι. Με το άνοιγμα των σχολείων, όμως, ο τίτλος συγκρουόταν έντονα με τη νέα πραγματικότητα. Ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου είχε μείνει κι αυτός πίσω και τα πρωτάκια στο νέο τους και μη γνώριμο περιβάλλον, αν και δύσκολα, είχαν αρχίσει να μπαίνουν στο πρόγραμμα και στο κλίμα των γυμνασιακών σπουδών. 
     Κάπως συνοφρυωμένη μπήκε η φιλόλογος στην αίθουσα της Α΄ τάξης εκείνου του ορεινού χωριού στις αρχές του Νοέμβρη, όπως και τα περισσότερα πρωινά. Αυστηρή και με την ειρωνεία πάντα έτοιμη για τους μαθητές και τις μαθήτριές της, αφού δεν είχαν τον δικό της πρωτευουσιάνικο «πολιτισμό». «Χωριατόπαιδα.... Τι περιμένεις;...», την είχε ακούσει μια μαθήτρια, η Αριστέα, που είπε σε μια τηλεφωνική συνομιλία της από το περίπτερο της πλατείας, πιθανότατα με κάποιον φίλο ή κάποια φίλη, μπορεί και συνάδελφό της, ή συγγενή της στην πρωτεύουσα του νομού, αφού είχε την «ατυχία» να πρωτοδιοριστεί στο απομακρυσμένο από εκεί κεφαλοχώρι.
     Και τί χώριζε τους μαθητές της από την νεαρή καθηγήτρια; Λιγότερα από δέκα χρόνια στην ηλικία τους. Όμως, ήταν του χαρακτήρα της να φέρεται ψυχρά κι απόμακρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σίγουρα θα είχε και τις σχετικές οδηγίες από μεγαλύτερους συναδέλφους της «να είναι προσεκτική και να μην δίνει πολύ αέρα στα παιδιά, για να μην της ανέβουν στο σβέρκο».
     Εκείνο το πρωινό, δεν έβγαλε τον κατάλογο από την τσάντα της να εξετάσει στο μάθημα των Νέων Ελληνικών κι ένα κρύο-προσποιητό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Δεν θα εξετάσω σήμερα», είπε και οι καρδιές των περισσότερων μαθητών έκατσαν στη θέση τους. Δεν πέρασαν δυο δευτερόλεπτα και συνέχισε: 
     «Έχετε όλοι τετράδιο εκθέσεων, έτσι»;
     «Μάλιστααα!», απάντησαν όλα τα παιδιά μαζί.
     «Βγάλτε, λοιπόν, το τετράδιο εκθέσεων, να το εγκαινιάσουμε σήμερα και να γράψουμε μια έκθεση!».
     Οι περισσότεροι μαθητές κοιτάχτηκαν, αναρωτώμενοι «ποιο θα ήταν το θέμα». Η φιλόλογος έκανε λίγα βήματα προς τον πίνακα και έγραψε εκεί με κιμωλία το θέμα, μέσα σε εισαγωγικά: «Ένα βράδυ χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα». Τα περισσότερα παιδιά κοιτάχτηκαν και πάλι με κάποια ανακούφιση αυτή τη φορά, αφού το θέμα τους φάνηκε εύκολο. Τους έδωσε κάποιες γενικές και τυπικές κατευθύνσεις για την έκθεση και επιδόθηκε από την έδρα της στο... βάψιμο των νυχιών της, ενώ παράλληλα με συνεχείς και γρήγορες ματιές προς την τάξη, έκανε επιτήρηση. Αν έβλεπε κάποιους μαθητές ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα στην «νοηματική», ή να ψιθυρίζουν, επενέβαινε αυστηρά. Τον Παπαδόπουλο με τον Παπαδάκη που τους «συνέλαβε» για τρίτη φορά, τους άλλαξε θέση, μετακινώντας τον πρώτο στην άλλη γωνία της αίθουσας.
     Αφού πέρασε η ώρα, λέει, με αυστηρότητα πάντα: «Σε πέντε λεπτά τελειώνουμε. Θα χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα».
     Κανείς και καμία δεν κατάλαβαν πότε πέρασε μια διδακτική ώρα, όπως δεν κατάλαβαν πότε πέρασε και το τελευταίο πεντάλεπτο.
      «Κάτω τα μολύβια! Ότι γράψατε, γράψατε!», φώναξε δυνατά και αυστηρά, χτυπώντας παλαμάκια, και το βλέμμα της ερευνούσε όλη την αίθουσα, μήπως και κάποιος δεν υπάκουσε στην προσταγή της. Αμέσως μετά, έδωσε εντολή στους δύο επιμελητές να μαζέψουν τα τετράδια «με τάξη και χωρίς φωνασκίες» και να τα πάνε στην έδρα. Σε λίγο χτύπησε και το κουδούνι για το διάλειμμα.
     Κάμποσα πηγαδάκια μαθητών και μαθητριών σχηματίστηκαν στο προαύλιο και με αγωνία αντάλλασσαν απόψεις για το θέμα της έκθεσης και τι έγραψε ο καθένας. Αρκετοί οι κατηφείς απογοητευμένοι, αρκετοί και οι αισιόδοξοι για την επιτυχία τους. Στο σχόλασμα, η φιλόλογος κράταγε στον ένα ώμο την τσάντα της και στο άλλο χέρι τα καμιά σαρανταριά τετράδια εκθέσεων της Α΄ γυμνασίου, βοηθώντας συνεχώς με το άλλο να μην της πέσουν και βαδίζοντας για το σπίτι της, στο κέντρο του χωριού.
     «Τι μας περιμένει, τι μας περιμένει!», ήταν το σχόλιο και απορία μαζί του Παπαδόπουλου προς τον Παπαδάκη.
     «Ρε, πώς μας “τσίμπησε”, ρε;», απάντησε ο δεύτερος.
     «Και ήμαστε και τόσο προσεκτικοί! Σαν του αστρίτη παίζαν τα μάτια της! Την είδες;», ανταπάντησε  ο Παπαδόπουλος.
     Το ίδιο συνοφρυωμένη μπήκε στην τάξη και στο επόμενο μάθημα των Νέων Ελληνικών και όλοι περίμεναν με αγωνία τις παρατηρήσεις της. Μετά την τυπική καλημέρα, ρώτησε:
     «Ποιοι είναι επιμελητές αυτή τη βδομάδα;».
     «Εμείς», απάντησαν η Παυλίδου και η Γρηγοράκου και σήκωσαν το χέρι τους.
     «Πήγαινε, Γρηγοράκου, στο γραφείο των καθηγητών και ζήτα από την κυρία Βγενοπούλου να σου δώσει τα τετράδια των εκθέσεων. Να τα φέρεις αμέσως! Άκουσες; Αμέσως!», ήταν η εντολή της, υπονοώντας την πιθανότητα τα ανοίξει και να ρίξει μια ματιά σε ένα-δυο στα γρήγορα.
     «Ρε, θα της πέφταν τα νεφρά να τα φέρει μόνη της;», ρώτησε ψιθυριστά η Κοτάκη την Ευγενίδου. Η αυστηρή προσταγή και με δυνατή φωνή, «σκασμός!», της καθηγήτριας και χτυπώντας ταυτόχρονα την παλάμη της στο γραφείο, τις τρόμαξε κι αυτές και όλη την τάξη.
     Μόλις πήρε τα τετράδια από τα χέρια της Γρηγοράκου, άρχισε ένα «ψαλτήρι», γνωστό και από το δημοτικό για τα γραπτά των μαθητών της.
     «Θα έλεγε κανείς ότι αντιγράψατε όλοι από έναν. Διάβασα και βαθμολόγησα τόσες εκθέσεις και ήταν τόσο απογοητευτικές. Σαν να διάβαζα πάλι και πάλι την ίδια. Τί σας δυσκόλεψε;... “Ένα βράδυ που κόπηκε το ρεύμα, όλοι στο σπίτι κοιμηθήκαμε νωρίς”, είναι η τοποθέτηση όλων στην έκθεσή σας, ευτυχώς με διαφορετικά λόγια κάποιοι. Αλλά, στους στραβούς βασιλεύει μονόφθαλμος και οι “μονόφθαλμοι” ανάμεσά σας είναι οι κάποιοι που βρήκαν κι έγραψαν λίγο διαφορετικά λόγια από του πολλούς. Θα μπορούσατε να γράψετε πολλά περισσότερα, ουσιωδέστερα και ενδιαφέροντα πράγματα, όπως, π.χ., τη διακοπή λειτουργίας των εργοστασίων, το πρόωρο κλείσιμο των καταστημάτων, την κυκλοφορική συμφόρηση στους δρόμους εξ αιτίας των φαναριών που δεν λειτουργούσαν και πολλά ακόμα… Αλλά τι ξέρετε εσείς απ’ αυτά;», ήταν ο επίλογος των παρατηρήσεών της, θέλοντας να προβάλει την πρωτευουσιάνικη προέλευσή της, κάτι που δεν έχανε ευκαιρία να κάνει!
     Τα παιδιά άκουγαν αποσβολωμένα και μόνο ένας, ο Τεγόπουλος, μπόρεσε να «σηκώσει ανάστημα». Σήκωσε δειλά το χέρι του και η φιλόλογος του έδωσε το λόγο:
     «Τι έχεις να μας πεις, Τεγόπουλε;».
     «Μα, κυρία, Τι ξέρουμε εμείς απ’ αυτά, από δρόμους με φανάρια, από εργοστάσια που σταμάτησαν να δουλεύουν κι από καταστήματα που έκλεισαν νωρίς; Κι εδώ, κυρία, πολύ λίγο καιρό έχει που ήρθε το ρεύμα...».
     «Το δικό μου το χωριό δεν έχει ρεύμα... Τι ξέρουμε εμείς από ρεύματα!...», συμπλήρωσε ο Δούκας, διακόπτοντας τον Τεγόπουλο και χωρίς να σηκώσει χέρι. Η πολύ αυστηρή στιγμιαία ματιά της καθηγήτριας προς τον μαθητή, ήταν και η απάντησή της.
    «Έπρεπε να βάλετε τη φαντασία σας να δουλέψει κι αυτό ήθελα να δω, αλλά απ’ ότι φαίνεται κι αυτήν την έχετε και κοιμάται», ήταν η απαξιωτική απάντησή της.
     «Τι φαντασία να έχουμε, χωρίς να τα έχουμε δει όλ’ αυτά, κυρία;», συμπλήρωσε την ερώτησή του ο Τεγόπουλος.
     «Κάποιος άλλος ή κάποια άλλη θέλει να ρωτήσει κάτι», είπε προσπερνώντας περιφρονητικά τον μαθητή και παίρνοντας το βλέμμα της από πάνω του. Αφού κανείς άλλος δεν «βρήκε» να πει κάτι, έδωσε εντολή στις επιμελήτριες να μοιράσουν τα τετράδια στην τάξη κι αυτή άνοιξε τον κατάλογο να καλέσει μαθητές για εξέταση στο μάθημα.  
-----------------------------------------
Σημείωση: Πιθανή ομοιότητα με ονόματα είναι τυχαία.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 20.10.2024

 

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2024

Εύθυμες ιστορίες του χωριού: «Άνθρακες ο θησαυρός»!

                                                                                                                                                         
     Αποφασισμένη γύρισε από την πόλη η Αμαλία, που είχε πάει για λίγες μέρες να βοηθήσει τη λεχώνα μικρότερη αδελφή της, την Ευγενία. Δεν σήκωνε καμία αντίρρηση από τον άντρα της κι άλλοτε λίγο, άλλοτε πολύ φαντασμένη, συνέχεια τον πίεζε φορτικά:
     «Δόξα τω Θεώ, από πέρσι έχουμε και ρεύμα στο χωριό μας. Ματώνουν τα χέρια μου κάθε φορά με τις αλισίβες και το τρίψιμο στη μπουγάδα. Καιρός να τα ξεκουράσω και λίγο. Πρέπει να πάρουμε ηλεκτρικό πλυντήριο, που πλένει και γρήγορα και καθαρά τα ρούχα, χωρίς να ταλαιπωρείται από το πρωί ως το βράδυ η νοικοκυρά, κάθε φορά που πλένει. Έχει η γειτόνισσα της Ευγενίας. Μεγάλη ευκολία!».
     Εκείνος, ο Βαγγέλης, αισθανόταν να τον έπνιγε η επιμονή της, όταν άκουγε απαιτητικά την ίδια κουβέντα, κάθε μέρα και πολλές φορές την ημέρα.
     «Βρε γυναίκα, και η μάνα σου και η μάνα μου και όλες οι νοικοκυράδες σήμερα στο χωριό, στο ποτάμι και στις βρύσες πάνε και πλένουνε τα ρούχα τους. Τί σ’ έχει πιάσει εσένα και μου θέλεις “ηλεκτρικό πλυντήριο”;… Χώρια που κάθε δίμηνο θα μας τραβάμε τα μαλλιά μας, όταν θα μας έρχεται ο λογαριασμός της ΔΕΗ φουσκωμένος…».
     «Έχουμε τη σειρά μας, άντρα μου, δόξα τω Θεώ και τα χωράφια μας και τα ζωντανά μας καλά μας πάνε. Λίγο κι εγώ με τη μοδιστρική, κάτι βγάζω. Δεν έχουμε στερηθεί και τίποτα από τα αναγκαία για τη ζωή μας. Γιατί να μην ανακουφίσω λίγο και τα χεράκια μου;… Και στο κάτω-κάτω, σαν τις άλλες μ’ έχεις εμένα; Γιατί να μην είμαι εγώ εκείνη που θα τους “βάλω γυαλιά”;…».
     Φούσκωνε και ξαναφούσκωνε ο Βαγγέλης, αλλά η Αμαλία δεν έκανε πίσω με τίποτα. Παρηγοριά εύρισκε μόνο στο καφενείο, που μόλις το άκουσαν κάποιοι φίλοι και συνθαμώνες του, έβαλαν τα γέλια:
     «Έστειλες τη γυναίκα σου στην πόλη και πήραν τα μυαλά της αέρα, μου φαίνεται!», είπε γελώντας ο Θόδωρος και το γέλιο όλων «βγήκε» έξω από το μαγαζί!
     Η Αμαλία «το βιολί της». Επιμονή στην επιμονή. «Πέσε-πέσε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει», λέει η παροιμία κι αυτό ήθελαν να πετύχουν τα «αερισμένα» μυαλά της. Είχε αρχίσει ο Βαγγέλης να σκέπτεται σοβαρά το θέμα, μόνο και μόνο να ησυχάσει από τη γκρίνια. Εκείνη θεώρησε καλή την ευκαιρία να μιλήσει και στον Αχιλλέα, ένα γειτονόπουλο που ήρθε για λίγες ημέρες στο χωριό, στην οικογένειά του. Γνωρίζοντας αυτός τις ευκολίες στη ζωή της πόλης και τη βοήθεια της νοικοκυράς από το ηληκτρικό πλυντήριο, του έκανε κουβέντα, με σκοπό να τον πάρει με το μέρος της, να ενισχύσει τη δύναμή της και να μεταπείσει τον άντρα της.
     «Αμαλία», της απάτησε ορθά κοφτά εκείνος, «για να πάρεις πλυντήριο, πρέπει να έχεις νερό μέσα στο σπίτι. Να έχεις παροχή με πίεση. Το πλυντήριο συνδέεται κατ’ ευθείαν στη σωλήνα της παροχής…».
     «Θα του ρίχνω εγώ νερό μέσα και θα κάνω μια χαρά τη δουλειά μου!» απάντησε αποφασιστικά η πάντα ετοιμόλογη και σε πολλά «ξερόλας» Αμαλία!
     «Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, Αμαλία», της έκοψε την κουβέντα ο Αχιλλέας. «…Εκτός αν θέλεις να πάρεις «μίνι πλυντήριο», που δεν έχει να σου προσφέρει και πολλά πράγματα, αφού με τα χέρια σου θα τα ξεβγάζεις και με τα χέρια σου θα τα στύβεις. Άλλωστε, τα μεγαλύτερα ρούχα το πλυντήριο αυτό δεν τα πλένει. Είναι για λίγα και μικρά μόνο…».
     Κατσούφιασε η Αμαλία και έτσι κατσουφιασμένη την βρήκε ο Βαγγέλης το βράδυ, που γύρισε από τα χωράφια.
     «Τι έπαθες; Γιατί είσαι έτσι;», την ρώτησε.
     Εκείνη κούναγε προβληματισμένη το κεφάλι της και έσφιγγε τα χείλη. Ανησύχησε ο άντρας της, μέχρι που άκουσε την απάντησή της:
     «…Άσε!... Πάει το ηλεκτρικό πλυντήριο!... Δεν μπορούμε να το πάρουμε, αν δεν έχουμε νερό μέσα στο σπίτι! Και πάνω που έλεγα ότι θα σου άλλαζα μυαλά, μου είπε σήμερα ο Αχιλλέας του μπάρμ’-Αντώνη ότι δεν δουλεύει, αν δεν έχουμε νερό στο σπίτι!».
     Εκείνος προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελο της ανακούφισής του, ύστερα από τον πόλεμο των πιέσεων που είχε δεχθεί όλες τις προηγούμενες μέρες, από τότε που γύρισε η γυναίκα του από την πόλη και ψιθύρισε μέσα του για τον Αχιλλέα:
     «Ο Θεός τον έφερε!... Να είναι καλά!...».
     Την άλλη μέρα κιόλας, μη μπορώντας να συγκρατήσει τη χαρά του, είπε τα «νέα» στους φίλους του στο καφενείο.
     «Δηλαδή, “άνθρακες ο θησαυρός της Αμαλίας”;», ρώτησε με χαμόγελο και χαριτολογώντας ο μπάρμπα-Ζώης, που είχε πάει και μια χρονιά στο γυμνάσιο και ήταν κάπως διαβασμένος.
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 19.10.2024

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Μια κριτική για το πρώτο μου βιβλίο, το «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!»


     Σχετικά πρόσφατα γνώρισα έναν υπέροχο άνθρωπο: Τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα Ευθύμιο Ρέντζιο, από το ορεινό χωριό Ανώγειο Πρεβέζης. Η γνωριμία μας ξεκίνησε ως συνομιλητές σε μια σπουδαία πολιτιστική εκδήλωση, στα εγκαίνια του Λαογραφικού Μουσείου Γυμνοτόπου Πρεβέζης «ο πάτερ Κοσμάς»  Γνωριστήκαμε πολύ περισσότερο σε κατ’ ιδίαν επικοινωνίες μας και συναντήσεις μας και πλέον μας συνδέουν ισχυροί και αμοιβαίοι δεσμοί εκτίμησης, σεβασμού και φιλίας.
     Ο Ευθύμιος, Θύμιος για τους φίλους του, υπηρέτησε στα πρώτα χρόνια του λειτουργήματός του ως εκπαιδευτικός σε χωριά των Καλαβρύτων, απ’ όπου έχει πολλές όμορφες και νοσταλγικές αναμνήσεις. Ανταλλάξαμε βιβλία, όπως και σκέψεις, θέσεις και ανησυχίες και βρήκαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Έχοντας και ο Ευθύμιος για την γενέτειρά του μεγάλη και ιδιαίτερη αγάπη, σέβεται και εκτιμά και καθέναν με τα ίδια συναισθήματα για τον τόπο του. Παραθέτω εδώ με πολλές πολλές ευχαριστίες στον φίλο Θύμιο, μια σύντομη κριτική του για το πρώτο μου βιβλίο, το «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!», έκδοση 2002, όχι επειδή αναφέρεται στην ταπεινότητά μου, αλλά επειδή «έπιασε το σφυγμό μου» για την αγάπη μου στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, το Λειβάρτζι: 
     «Φίλες και φίλοι, τα καλά νέα σήμερα έρχονται από το ηρωικό Λειβάρτζι Καλαβρύτων και έχουν τίτλο «ΛΕΙΒΑΡΤΖΙ, Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!». Αυτόν τον τίτλο επέλεξε να βάλει στο πρώτο του βιβλίο ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ο Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος στο πρώτο του βιβλίο, έκδοση 2002.  Πρόκειται για ένα σπουδαίο και σπάνιο ιστορικό, ηθογραφικό και λαογραφικό έργο. Ο Νίκος πιστεύει ακράδαντα ότι για ό,τι είναι και ό,τι έχει κάνει και συνεχίζει να κάνει, καθοριστικό ρόλο έχουν οι ρίζες του. Η οικογένειά του και το χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Το Λειβάρτζι Καλαβρύτων. Εκεί χρωστάει πολλά και είναι ευγνώμων.
     «ΛΕΙΒΑΡΤΖΙ Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!», λοιπόν. Κι εμείς σ ευχαριστούμε, Νίκο και υποκλινόμαστε στην Λειβαρτζιανή ιστορία!
 
Ευθύμιος Ρέντζιος, Εκπαιδευτικός-Διευθυντής Α/βάθμιας Εκπαίδευσης».
 
Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 3.10.2024