Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018


Της Πλάκας το γιοφύρι*



                  Μαύρο πρωί ξημέρωσε την πρώτη του Φλεβάρη!
                  Μοιρολογάει η Ήπειρος και κλαίνε τα Τζουμέρκα:
                  Ο Άραχθος εθύμωσε κι επήρε στο θυμό του
                  της Πλάκας το περήφανο και ξακουστό γεφύρι.
                  Με πόνο και παράπονο ρωτάνε το ποτάμι:
               -  Ποτάμι, γιατί θύμωσες κι επήρες το γιοφύρι;
               -  Καμάρι τα γιοφύρια μου, καμάρι τα νερά μου,
                  μα ξέρετε τη βιάση μου, ξέρετε το θυμό μου,
                  που φύγανε τ’ αδέρφια μου κι εμέ με παρατήσαν.
                  Κι εσείς δεν το νοιαστήκατε το τοξωτό γιοφύρι.
                  Τ’ αφήσατε και γέρασε και το ’γειρ’ η ορμή μου.
                  Νοιώθω κι εγώ τον πόνο σας, μ’ αυτό θα ξαναγίνει.
                  Φωνάξτε πρωτομάστορα μαζί με τους βοηθούς του
                  κι αυτοί το ξαναχτίζουνε περήφανο ’πως ήταν!
                  Μα μη στοιχειώσετ’ άνθρωπο, σαν στ’ άλλα τα γιοφύρια.
                  Μόν’ πείτε νάρθουν  όργανα, να ’ρθούνε λαλητάδες,
                  δεξιά, ζερβά στις όχθες μου να στήσουν πανηγύρι!
                  Εκεί που φεύγει μια ζωή, άλλη ζωή γεννιέται!

                   Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 30.1.2017
 ======================

* Σύντομη ιστορική αναδρομή:

     Στο σημείο που είναι χτισμένο το ιστορικό πέτρινο γεφύρι της Πλάκας, στην περιοχή των Τζουμέρκων της Ηπείρου, υπήρχε και παλαιότερο, που καταστράφηκε το 1860. Το 1863 ξαναχτίστηκε από την αρχή αλλά ξανακαταστράφηκε για δεύτερη και τρίτη φορά μέσα σε λίγα χρόνια. Το 1866 ο πρωτομάστορας Κώστας Μπέκας από το χωριό Πράμαντα, χρειάστηκε 20.000 αυγά, που μαζί με τον ασβέστη έγιναν το συνδετικό υλικό της πέτρας. Το άνοιγμα του τόξου του είναι περισσότερο από 40 μέτρα, το ύψος του 21 και έχει χαρακτηρισθεί ως το μεγαλύτερο μονότοξο των Βαλκανίων.
     Το Φλεβάρη του 1878, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης κατά των Οθωμανών, τα Ελληνικά στρατεύματα επεκράτησαν της τουρκικής φρουράς της γέφυρας, η οποία αναγκάσθηκε σε συνθηκολόγηση.
     Στη δεκαετία του 1880 ο ποταμός Άραχθος ήταν και όρια με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκεί λειτούργησε και το τελωνείο από την ελεύθερη Ελλάδα στη σκλαβωμένη Ήπειρο. Σημαντικό, επίσης, ρόλο έπαιξε το γεφύρι αυτό και στην αντίσταση κατά των γερμανικών στρατευμάτων. Αν και με την αποχώρησή τους οι γερμανοί κατακτητές από την Ελλάδα το βομβάρδισαν, υπέστη μικρές μόνο ζημιές, τις οποίες επισκεύασαν ντόπιοι.
     Η έλλειψη συντήρησης, όμως, της σπουδαίας και ανεκτίμητης αυτής αρχιτεκτονικής, πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς, απέβη μοιραία στη μανία της φύσης. Την 1η του Φλεβάρη του 2015 τα ορμητικά νερά του Άραχθου ποταμού το παρέσυραν, προκαλώντας την δικαιολογημένη κατάθλιψη σε όλη την περιοχή. Τις μέρες εκείνες κινδύνευσε και το επίσης ιστορικό γεφύρι της Άρτας. Το έσωσαν οι εργασίες συντήρησης που είχαν προηγηθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980.
     Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μετά την καταστροφή του μνημείου αυτού του Άραχθου το 2015, οικογένεια μεγαλοευεργετών, απογόνων των χορηγών των ανακατασκευών του 1863 και λίγο μεταγενέστερα, ανέλαβε τη χρηματοδότηση της αναστήλωσής του, υπό την επίβλεψη το Ε.Μ.Π. και σε συνεργασία με την Περιφέρεια Ηπείρου. Ήδη οι εργασίες έχουν ξεκινήσει και προχωρούν.

Μυθολογία:

     Το όνομα Άραχθος έχει τη ρίζα του στο ρήμα της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας αράττω, δηλαδή χτυπάω με πολλή δύναμη, συντρίβω. Ήταν ποτάμιος θεός, γεννημένος στην Πίνδο. Ξυπνώντας κάποια μέρα συνειδητοποίησε ότι τα αδέρφια του, ο Αχελώος, ο Αλιάκμονας και ο Αώος ξεκίνησαν ταξίδι χωρίς αυτόν. Πάνω στη βιασύνη του να τους προλάβει, παράσερνε θυμωμένος ότι έβρισκε στο δρόμο του προς τον Αμβρακικό κόλπο/Ιόνιο πέλαγος, όπου και πνίγηκε.
     Ο Άραχθος εικονίζεται σε αρχαία νομίσματα με κέρατα που συμβολίζουν την αφθονία και τη γονιμότητα. Είναι καθισμένος σε ταύρο, ο οποίος συμβολίζει την ορμητικότητά του.

Επιμέλεια κειμένου: Ν. Π., 30.1.2018.
Πηγές:
- Βικιπαίδεια