Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Εύθυμες ιστορίες του χωριού
Οι τσιγαρίδες* του μπάρμπα-Γιάννη


     Ο μπάρμπα-Γιάννης ήταν ένας εβδομηντάχρονος γεροντάκος με πολλή σοφία στο κεφάλι του. Είχε φτάσει πολεμώντας μέχρι την Οδησσό στο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και οι δυσκολίες της ζωής τον είχαν μάθει να μετράει το κάθε τι πριν αποφασίσει, κι αυτό όλοι του το αναγνώριζαν κι ήταν ο λόγος που τον σέβονταν.
     Εχθρούς δεν είχε. «Εχθρούς» όμως έκανε όσους του έλεγαν να βγάλει την τραγιάσκα, ή να κοντύνει το μεγάλο, αλλά πάντα περιποιημένο μουστάκι του. Δεξί του χέρι η γυναίκα του, δώδεκα χρόνια νεότερή του και πολύ πιο κοτσονάτη από τον ίδιο, που τελευταία δουλειά πριν ξαπλώσει το βράδυ, ήταν να του φυλάξει το πορτοφόλι του, μια συνήθεια από τα νιάτα τους.
     Πολυδουλεμένος άνθρωπος ήταν ο συμπαθής γεροντάκος και με την ανημπόρια και τις δυσκολίες που φέρνει η ηλικία, είχαν περιοριστεί και οι δραστηριότητές του. Πέρα από τις όποιες μικροδουλειές του σπιτιού που μπορούσε να κάνει, ένα από τα ενδιαφέροντά του ήταν η εκκλησία, στην οποία ήταν επίτροπος και πότε-πότε βοηθούσε και τον ψάλτη. Άλλο μεγάλο ενδιαφέρον του ήταν το καφενείο, όπου βρισκόταν κάθε απόγευμα με την παρέα του.
     Τα πέντε από τα έξι παιδιά του, όλα αγόρια, είχαν αναζητήσει τις τύχες τους στις κοντινές μεγαλουπόλεις και ζούσε με το μικρότερο γιό του, το Βασίλη. Ο Βασίλης ακολούθησε τη γραμμή της ζωής του πατέρα του, χωρίς να δοκιμάσει να κάνει κάτι καινούργιο. Τα λίγα αλλά εύφορα χωράφια τους είχαν ένα ικανοποιητικό εισόδημα, το οποίο ενίσχυε το μικρό κοπάδι πρόβατα, με τη βοήθεια της γυναίκας του και των τριών παιδιών του, μέχρι που θα ξεπεταγόντουσαν και θα έπαιρναν κι εκείνα το δρόμο τους. Όλοι έμεναν στο ίδιο σπίτι, πατρικό του μπάρμπα-Γιάννη, ύστερα από τη διαμόρφωση που του έκαναν μετά το γάμο του Βασίλη. Ήσαν πάντα αγαπημένοι και κανείς δεν βρέθηκε να τους κουβεντιάσει ή να τους δείξει με το δάχτυλο.
     Ένα χινοπωριάτικο απόγευμα στο καφενείο, που το κρύο είχε αρχίσει να τσούζει, λέει ο κατά δύο χρόνια μικρότερος του μπάρμπα-Γιάννη, ο μπάρμπα-Θανάσης, την ώρα που ο τρίτος της τετραμελούς παρέας ανακάτευε την τράπουλα για τη δηλωτή:
     «Ρε, λεβέντες, τι λέτε; Να ειπώ στη νοικοκυρά μου να βγάλει αύριο μεθαύριο λίγες τσιγαρίδες που έχουνε μείνει και να τις φτιάσει με αυγά; Καλός μεζές τώρα που πιάνει το κρύο… Να μαζευτούμε να τις πελεκήσουμε και να πιούμε και κάνα κρασάκι;».
     Οι άλλοι κοιτάχτηκαν και δήλωσαν πρόθυμοι.
     «Έχεις ακόμα τσιγαρίδες, ρε Θανάση;», ρώτησε ο τρίτος της παρέας, ο μπάρμπα- Χρήστος, συνομήλικός του και συμπλήρωσε: «Εμείς δεν είχαμε φτιάσει πολλές και τις τελειώσαμε από το Μάη».
     «Έχω, πως δεν έχω!... Αλλά όχι πολλές… Για να φάμε τρεις-τέσσερες φορές είναι… Το πήραμε κάπως αργά το γουρούνι και δεν πρόκαμε να μεγαλώσει πολύ μέχρι την τσικνοπέμπτη», ήταν η απάντησή του.
     «Άμα φάμε τις δικές σου, θα πάμε στου μπάρμπα-Γιάννη! Απ’ ότι ξέρω κάνει κάθε χρόνο καλό κουμάντο!», είπε ο τέταρτος της παρέας και κατά πολύ μικρότερός τους, ο Θοδωρής, πενήντα-πενήντα δύο χρονών, με διάθεση καλοπροαίρετου πειράγματος.
     «Α! Όχι! Τι δικές μου δεν τις πειράζω! Το μικρότερο από τα τρία λαήνια που φτιάσαμε το φυλάω κάτω από το κρεβάτι μου και θα το βάλουμε μπροστά άμα πιάσει χιόνι!», απάντησε ορθά κοφτά ο μπάρμπα-Γιάννης και συμπλήρωσε: «Τότε, μάλιστα! Να ρθείτε να το γλεντήσουμε!».
     «Και γιατί το φυλάς κάτω από το κρεβάτι σου;», ρώτησε ο μπάρμπα-Χρήστος.
     «Γιατί εγώ κοιμάμαι ελαφρά! Και ψύλλος να περάσει θα τον ακούσω! Γι’ αυτό ό,τι θέλουμε να είναι καλά ασφαλισμένο, το βάνουμε κάτω από το δικό μου το κρεβάτι!».
     Οι τρεις τους χαμογέλασαν, αλλά η συμφωνία για τις τσιγαρίδες του μπάρμπα-Θανάση είχε γίνει νωρίτερα. Απόμενε η μέρα που θα οριζόταν η συνεύρεση για τη λαχταριστή απόλαυση.
     Η ώρα πέρναγε και είχε νυχτώσει καλά. Με μια κίνηση ο μπάρμπα-Γιάννης έριξε το πανωφόρι του στην πλάτη του και λέει στου άλλους, αφού είχε τελειώσει λίγο πριν και η τελευταία παρτίδα δηλωτή:
     «Πάω να πιάσω το Τζάκι… Περνάει κι η ώρα και δεν έχω όρεξη για γκρίνια από την κυρά! Σκιάζεται όταν αργώ, μην παραπατήσω πουθενά και “ψέλνει”!... Κι εδώ που τα λέμε δεν της ρίχνω κι άδικο… Νύχτα, σκοτάδι και κάνα δυο ποτηράκια παραπάνω μπορεί να την κάνουνε τη ζημιά. Γέροι ανθρώποι είμαστε και πρέπει να προσέχουμε κι όλας…».
     Καληνύχτισε, πήρε τη μαγκούρα του κι έφυγε. Σε λίγο τον ακολούθησε και ο μπάρμπα-Θανάσης και έμειναν στο καφενείο ο μπάρμπα-Χρήστος και ο Θοδωρής. Σε λίγο ο μπάρμπα-Χρήστος πλησιάζει με την καρέκλα του κοντά στο Θοδωρή και του λέει χαμηλόφωνα και συνωμοτικά:
     «Ρε, Θοδωρή, δεν κάνουμε μια δουλειά;… Δηλαδή εσύ να την κάνεις…»
     «Τι δουλειά, μπάρμπα-Χρήστο;», ρώτησε, αντιλαμβανόμενος από το βλέμμα και το ύφος του συνομιλητή του, ότι για κάτι πονηρό πρόκειται.
     «Μωρέ, εκείνος ο Γιάννης, πολύ μας σκοτίζει ολοένα ότι κοιμάται ελαφρά και καμαρώνει γι’ αυτό! Τι θα έλεγες να του κάνουμε ένα χουνέρι;».
     «Σαν τι χουνέρι;».
    «Να, εσύ που είσαι νέος και σβέλτος, να πήγαινες ένα βράδυ να του έκλεβες το λαήνι με τις τσιγαρίδες κάτω από το κρεβάτι!».
     Ο Θοδωρής χαμογέλασε, αλλά αμέσως απάντησε αρνητικά:
     «Α, πα πα! Δεν γίνεται αυτό, μπάρμπα-Χρήστο! Τόσοι κοιμούνται εκεί μέσα! Πώς θα μπω;… Κι ο ίδιος ακούει και τον ψύλλο! Α, πα πα! Δεν γίνεται!».
     «Ρε, άκου δω: Οι άλλοι κοιμούνται σε άλλο δωμάτιο. Η γριά του κοιμάται αλλού, μόνη της, κι ο ίδιος δεν ξυπνάει ούτε με κανόνια! Μην ακούς τι λέει! Εγώ τον ξέρω! Για σκέψου το λίγο καλύτερα! Πλάκα θα έχει!».
     Παρ’ όλο που ήταν αρνητικός ο Θοδωρής, δεν άργησε να μπει στον πειρασμό. Και τούτο όχι για την κλεψιά, αλλά για το αστείο, για το «χουνέρι». Όλη νύχτα το έφερνε από δω, το έφερνε από κει στο μυαλό του. Γνώριζε καλά και με κάθε λεπτομέρεια το σπίτι του μπάρμπα Γιάννη, αφού με το Βασίλη ήσαν πολύ φίλοι και συνέχεια μπαινόβγαινε. Άρχισε λοιπόν και κατάστρωνε σχέδια: “Σκυλί δεν έχουνε… Την πόρτα δεν την κλειδώνουνε… Θα την αφήσω μισάνοιχτη κι αν καταλάβω κάτι θα τρέξω να φύγω… Σκοτάδι θα είναι, κι αν ξυπνήσει κανείς δεν θα προκάμουν να με δούνε…”!».
     Περάσανε δυο μέρες κι αφού το σχέδιο είχε καταστρωθεί καλά, το βράδυ μπήκε σε εφαρμογή. Έφτασε ξυπόλυτος στην πόρτα ο Θοδωρής και το ροχαλητό του μπάρμπα-Γιάννη ακουγόταν και έξω! Με πολλή προσοχή την άνοιξε, χωρίς να ακουστεί το παραμικρό «τσικ» και κατευθύνθηκε πατώντας σαν τη γάτα στο δωμάτιό του. Ανοιχτή και η μεσαία πόρτα, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Έσκυψε κάτω από το κρεβάτι, έφεξε με το μικρό φακό του, τράβηξε σιγά-σιγά το λαήνι, αλλά και μαζί με αυτό ένα μικρό τενεκέ, που υπολόγιζε ότι έχει τυρί! Ο μπάρμπα-Γιάννης συνέχισε να κοιμάται του καλού καιρού κι εκείνος έφυγε με τα «λάφυρά» του και με την ίδια άνεση που μπήκε, χωρίς να γυρίσει «πλευρό» κανείς από τους νοικοκυραίους! 
     Το επόμενο απόγευμα στο καφενείο ο μπάρμα-Θανάσης με τους άλλους τρεις της παρέας του κανόνισαν να μαζευτούν στο σπίτι του δυο μέρες μετά, που ήταν και οι απόκριες του αγίου Φιλίππου. Έμπαινε σαρακοστή για τα Χριστούγεννα και θα «πελέκαγαν» τις τσιγαρίδες με αυγά, όπως τους είχε πει από την αρχή. Η γυναίκα του, η Ευθαλία, αρχόντισσα πάντα στην κουζίνα, τα είχε ετοιμάσει όλα με τη βοήθεια της εγγονής της.
     Αφού άρχισε να «ζεσταίνεται» η δουλειά, τα πονηρά χαμόγελα δεν μπορούσαν εύκολα να κρυφτούν.
     «Σας αρέσουνε, οι τσιγαρίδες μου;», ρώτησε τους υπόλοιπους ο νοικοκύρης».
   «Ωραίες είναι!», απάντησε ο Θοδωρής και συμφώνησε μαζί του ο μπάρμπα-Χρήστος, γελώντας και οι τρεις τους κάτω από τα μουστάκια τους.
     «Ρε λεβέντες, ωραίος μεζές! Γεια στα χέρια σου, μωρ’ Ευθαλία!», είπε στη νοικοκυρά ο μπάρμπα-Γιάννης και συνέχισε: «Πολλά χρόνια έχω να βάλω στο στόμα μου τόσο νόστιμο φαΐ! Φτιάνουνε κι εκείνες οι νοικοκυρές οι δικές μου, αλλά έτσι πετυχημένες δεν είναι!».
     Οι άλλοι τρεις δεν κρατήθηκαν άλλο! Τα μεγάλα γέλια τους ακούστηκαν έξω από το σπίτι! Το ίδιο έκανε και η κυρά-Ευθαλία, που ενώ μέχρι εκείνη την ώρα πηγαινοερχόταν να τους εξυπηρετήσει, είχε μείνει μέσα στην κουζίνα και είχε διπλωθεί από τα γέλια! Ο μπάρμπα-Γιάννης σταμάτησε να τρώει, κοιτάζοντας πότε τον έναν και πότε τον άλλον γεμάτος απορία και με τη μπουκιά μέσα στο στόμα.
     Ξέροντας όλοι ότι του άρεσαν τα καλοπροαίρετα πειράγματα και τα αστεία, του είπαν ότι οι τσιγαρίδες και το τυρί ήταν δικά του! Του είπαν ακόμα με ποιόν τρόπο έγιναν όσα έγιναν και πως την επόμενη μέρα το πρωί θα του τα πήγαινε ο Θοδωρής στο σπίτι, εκτός, βέβαια χωρίς εκείνα που έτρωγαν το βράδυ της αποκριάς!   
     «Δεν πιστεύω, ρε μπαγάσηδες, να μου κάνατε τέτοια δουλειά, και να μην το πήρα χαμπάρι, αλλά αν μου κάνατε, χαλάλι σας!» και σήκωσε το ποτήρι με το κοκκινέλι και ήπιε στην υγεία τους, γελώντας και ο ίδιος!
===========================

* Το παστό χοιρινό, το οποίο διατηρούσαν σε πήλινα σταμνιά, τα λαήνια.


                       Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 15.1.2017