Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Τα πιατίνια του ντραμς

Σύντομος πρόλογος:
    Δεκέμβρης. Μήνας μνήμης του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής (13-12-1943). Το επετειακό διήγημα «τα πιατίνια του ντραμς» είναι εμπνευσμένο από την αποφράδα εκείνη ημέρα και το παρόν είναι μια περιληπτική προδημοσίευση (η δεύτερη) του ομώνυμου έργου, το οποίο φιλοδοξούμε να εκδοθεί, αφού ολοκληρωθεί. Η πρώτη έχει γίνει στο περιοδικό της ΠΑΓΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ «ΠΑΓΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟΝ ΒΗΜΑ», (τεύχος 154-155, 2016). 
Ν.Π.



     Η Έλλη ήταν μοναχοκόρη και άριστη μαθήτρια και σημαιοφόρος στο δημοτικό σχολείο των Καλαβρύτων. Οι αγρότες γονείς της ονειρεύονταν να την κάνουν δασκάλα, που ήταν και δική της φιλοδοξία. Από τις πρώτες τάξεις του σχολείου θαύμαζε τη δασκάλα της και ήθελε όταν μεγαλώσει να της μοιάσει.
     Μια μέρα, στα μέσα του Μάρτη του 1937, που στο σχολείο έκαναν πρόβες για την Εθνική Γιορτή, πήγε και η μουσική μπάντα της μικρής πόλης και συμμετείχει, αφού θα έπαιζε κι αυτή στο θεατρικό που η Έλλη πρωταγωνιστούσε. Τότε εκεί τη μάγεψε μια νεαρή μουσικός με το ταλέντο της και τη χάρη της και της γιγαντώθηκε μέσα της η επιθυμία που από καιρό στριφογύριζε στο μυαλό της: να σπουδάσει μουσική, παράλληλα με τις άλλες σπουδές της.
     Τις αντιδράσεις των γονιών της έκαμψε η επιμονή της, αλλά και οι θετικές προς την επιθυμία της παρεμβάσεις της θείας Αντιγόνης, δασκάλας μουσικής στην Πάτρα. Έτσι η Έλλη βρέθηκε σε ηλικία μόλις δεκατριών χρονών στην πρώτη τάξη του δευτέρου γυμνασίου της Αχαϊκής πρωτεύουσας, υπό την προστασία και τη φιλοξενία της αγαπημένης θείας.
     Από τις πρώτες κιόλας μέρες της σχολικής χρονιάς, οι καθηγητές της μίλαγαν με τα καλύτερα λόγια στη θεία Αντιγόνη, για την πρόοδο και την αγωγή του κοριτσιού. Λίγες βδομάδες αργότερα, μέσα στον Οκτώβρη, η θεία τής ανήγγειλε την εγγραφή της στο ωδείο Πατρών μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο: Μόλις γύρισε από το σχολείο, τής είχε επάνω στην τραπεζαρία ένα πολύ σημαντικό δώρο, που ήταν πολύ νωρίς να περάσει από τη φαντασία της Έλλης: ένα βιολί! Το κορίτσι χύθηκε στην αγκαλιά της, μη ξέροντας με τι τρόπο να την ευχαριστήσει!
     Της Έλλης τής άρεσε πολύ και το ντραμς και μαζεύοντας πενηνταράκι-πενηνταράκι από το χαρτζιλίκι της, πήρε ένα ζευγάρι πιατίνια χειρός. Η υπερηφάνεια της θείας για όλ’ αυτά έφτανε πολύ γρήγορα στους γονείς του παιδιού στα Καλάβρυτα, που γίνονταν  κι αυτοί όλο και πιο πολύ υπερήφανοι.
     Ο καιρός περνάει χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς και τα Χριστούγεννα του 1939 ήρθαν. Με το βιολί στις αποσκευές της η Έλλη, έφτασαν με τη θεία στο σπίτι της στα Καλάβρυτα, να γιορτάσουν όλοι μαζί.
     Αυτό που είχε στο μυαλό της για τη γιορτή του πατέρα της, το οργάνωνε από καιρό και είχε κάνει πολλές πρόβες. Αφού φάγανε και τραγουδήσανε το βράδυ των Χριστουγέννων, η Έλλη έβγαλε από τη θήκη το βιολί της. Όλων τα βλέμματα έπεσαν επάνω της και δεν ακουγόταν ούτε οι ανάσες! Τότε άρχιζε να παίζει το αγαπημένο τραγούδι του πατέρα της, τον «αμάραντο», και όλοι την παρακολουθούσαν με θαυμασμό! Η ίδια ένοιωθε πως έδινε την πρώτη της μουσική παράσταση, μα τα συναισθήματά της κορυφώθηκαν μόλις είδε τον πατέρα της να δακρύζει από συγκίνηση! Το παρατεταμένο χειροκρότημα των καλεσμένων στο τέλος ήταν η μεγάλη της αμοιβή, μα ακόμα πιο μεγάλη ήταν οι αγκαλιές, τα φιλιά και τα πνιγμένα από τη συγκίνηση λόγια των γονιών της και πιο πολύ του πατέρα της που γιόρταζε!
     Ο πόλεμος το 1940 αποδιοργάνωσε κάθε δραστηριότητα. Η Αχαϊκή πρωτεύουσα βομβαρδίστηκε ανελέητα, μα ο καθένας προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του. Με το άγρυπνο βλέμμα της θείας Αντιγόνης η Έλλη συνέχιζε τις σπουδές της στο γυμνάσιο και στο ωδείο, αφού σιγά-σιγά η κατάσταση έδειχνε να καλυτερεύει. Ήρθαν όμως οι γερμανοί και τα πράγματα χειροτέρεψαν. Στα μέσα του Δεκέμβρη του 1943 το νέο έπεσε σαν κεραυνός και στην Πάτρα: Στα Καλάβρυτα οι Γερμανοί εκτελέσανε όλον τον αντρικό πληθυσμό και κάψανε όλα τα σπίτια!
     Τί να πει κανείς και πώς να το πει. Με τι τρόπο να δώσει λίγη δύναμη και λίγη ελπίδα η θεία Αντιγόνη στο κορίτσι, που έμοιαζε τελείως, μα τελείως χαμένο. Αφού πέρασαν λίγες μέρες και κάπως τα πράγματα ηρέμησαν, πήραν με χίλιους φόβους και άλλες τόσες επιφυλάξεις το τραίνο, κατέβηκαν στο Διακοφτό και με τον οδοντωτό έφτασαν παραμονές Χριστουγέννων στα Καλάβρυτα. Με το που σταμάτησαν στη Ζαχλωρού και άνοιξαν οι πόρτες, ένοιωσαν έντονα τη μυρωδιά του καμένου και η καρδιά τους σφίχτηκε περισσότερο. Από τα στόματα των σαράντα, περίπου, επιβατών του τραίνου ακουγόταν μόνο αναστεναγμοί και βαριές ανάσες πόνου, χωρίς καμία κουβέντα. Με μια τελευταία και πολύ βιαστική κίνηση η Έλλη είχε βάλει μέσα στη μικρή βαλίτσα της και το βιολί της, πριν ξεκινήσουν. Ήταν κάτι τόσο απρογραμμάτιστο, σαν να είχε περάσει κάποια αστραπιαία σκέψη τη στιγμή εκείνη από το μυαλό της…
    Κόλαση παντού! Η πόλη φάντασμα, πλέον, και η μυρωδιά του θανάτου ανακατεμένη με τα αποκαΐδια έφερνε περισσότερη φρίκη. Που και πού έβλεπαν καμιά γυναίκα χαμένη μέσα στα μαύρα και παιδιά μικρής ηλικίας να βγαίνουν για λίγο, βιαστικά και φοβισμένα από τα χαλάσματα. Με γρήγορο βήμα θεία και ανιψιά κατευθύνονταν προς το σπίτι τους. Φοβόντουσαν πως η καρδιά τους δεν θα αντέξει μόλις το αντικρίσουν.  
    Το βρήκαν γκρεμισμένο, αγνώριστο και το μόνο που διακρινόταν ήταν οι μαυρισμένοι από τους καπνούς τέσσερις τοίχοι, που κι αυτοί μόλις έστεκαν.  Από τα κλάματα και τις φωνές απελπισίας φάνηκε η μάνα της Έλλης πίσω από το βορεινό τοίχο. Εκεί είχε βάλει και είχε στηρίξει πρόχειρα ένα φύλλο τσίγκο, να κρατάει την πολλή βροχή. Κάτω ακριβώς δυο-τρεις κουβέρτες κατάχαμα και μια παλιά κατσαρόλα πάνω στην πυροστιά. Αυτό ήταν όλο της το νοικοκυριό πλέον!
     Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις μαζί και το μόνο που ακουγόταν ήταν το δυνατό και γοερό κλάμα τους και οι κατάρες στους δήμιους, πνιγμένες στ’ αναφιλητά. Ύστερα τις οδήγησε η μάνα της στο λόφο του Καπή και στο σημείο που είχε θάψει με τα χέρια της τον πατέρα, σύζυγο και αδελφό. Εκεί, πάνω από τον τάφο, ανάμεσα σε τόσους άλλους, κανείς δεν ξέρει πώς η Έλλη βρήκε τη δύναμη κι έβγαλε σε λίγο το βιολί της κι άρχιζε κλαίγοντας να παίζει το αγαπημένο τραγούδι του πατέρα της, τον «αμάραντο», αλλά αυτή τη φορά σαν μοιρολόι! Ένοιωσε ν’ ανακουφίστηκε λίγο, αλλά της φάνηκε πως το ποτισμένο με φρέσκο αίμα χώμα που τον σκέπαζε σαν ν’ αναταράχτηκε! Ποιος ξέρει; Μπορεί να ένοιωσε κι εκείνος κάτω εκεί τα συναισθήματά της και αυτή να ήταν η αντίδρασή του!
     Λίγο πριν φτάσουν επιστρέφοντας και οι τρεις στο «σπίτι», η Έλλη ξαφνικά μαρμάρωσε και κόλλησε το βλέμμα της στην πρόχειρη «κουζίνα», έξω από το καμένο σπίτι της θεια-Ανδρομάχης, της γειτόνισσας, που κι αυτή έθαψε με τα χέρια της τα δυο μεγαλύτερα αγόρια της και τον άντρα της. Πριν καλά-καλά να καταλάβουν μάνα και θεία τι συμβαίνει, η Έλλη είχε γονατίσει κάτω, χτύπαγε με απελπισία τις παλάμες στο βρεγμένο και παγωμένο χώμα κι έκλαιγε δυνατά. Οι δυο γυναίκες κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, προσπαθώντας μαντέψουν η μία από την άλλη τί μεσολάβησε και τήν έκανε να ξεσπάσει έτσι. Εκείνη, συνεχίζοντας τις κινήσεις απελπισίας, φώναζε κι έκλαιγε γοερά, επαναλαμβάνοντας πολλές φορές την ίδια φράση:
- Σαν το σπίτι μας και τη ζωή μας καταντήσανε κι αυτά!
     Ήταν η στιγμή που είδε ένα από τα πιατίνια του ντραμς, που τόσο αγαπούσε, να έχει γίνει καπάκι στον παραμορφωμένο και μουτζουρωμένο τέντζερη της θεια-Ανδρομάχης, για να φτιάξει κάτι πρόχειρο να φάνε τα δυο μικρότερα παιδιά που της είχαν απομείνει!


                          Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 1.12.2017