Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017


Εικόνα: Από το παλιό Αναγνωστικό της Γ΄ Δημοτικού (1965)

     «Αύριο και μεθαύριο, παιδιά, δεν θα κάνουμε μάθημα! Θα στολίσουμε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο της τάξης μας κι αμέσως μετά το μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου μας! Θα πούμε τα κάλαντα, θα τραγουδήσουμε και μεθαύριο θα κάνουμε τη Χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή! Θα περάσουμε πολύ ωραία!...», μάς είπε με πλατύ χαμόγελο η δασκάλα λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, στην πρώτη τάξη του δημοτικού.
     Δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα και πολλά πράγματα. Δεν ήξερα τί είναι το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και πρώτη φορά άκουγα γι’ αυτό! Κοίταζα γύρω μου να δω τις αντιδράσεις των άλλων παιδιών, αρκετά από τα οποία ένοιωσα πως είχαν κι αυτά τη δική μου απορία, ενώ λίγα ήταν εκείνα που άφησαν να φύγει ένα δυνατό και παρατεταμένο «ωωω!» ενθουσιασμού από το στόμα τους! Στα φτωχόσπιτά μας το έθιμο αυτό ήταν ασυνήθιστο έως άγνωστο. Οι προτεραιότητες δίνονταν σε θέματα επιβίωσης και οι εργασίες των γονιών μας ξεκίναγαν από το χάραμα και «τέλειωναν» αργά το βράδυ.
     Την άλλη μέρα ξεκίνησα για το σχολείο με μόνο περιεχόμενο στη σχολική τσάντα λίγο ψωμί και λίγες ελιές για το κολατσιό. Η νηστεία των Χριστουγέννων, ειδικά την τελευταία βδομάδα, ήταν αυστηρή και αδιαπραγμάτευτη, για μικρούς και μεγάλους.
     Με το που μπήκαμε στην τάξη, μετά την πρωινή προσευχή και την έπαρση της σημαίας, τα κορίτσια - οι συμμαθήτριές μας - άρχισαν να στολίζουν το δέντρο, με τη βοήθεια της δασκάλας, της Θεοπίστης Καρυανού-Παναγοπούλου. Ήταν ένα μικρομεσαίο κλωνάρι έλατου, στο οποίο στηριζόταν σε σανιδένια βάση που είχε φτιάξει ένας ξυλουργός, γείτονας του σχολείου. Αρκετοί παρακολουθούσαμε με έκσταση. Οι μπάλες, τα αστέρια, τα αγγελάκια, τα φαναράκια κι όλα τα άλλα στολίδια, ήταν πρωτόγνωρα για ορισμένους και μάλιστα πάνω σ’ ένα κλωνάρι έλατου!
     Εμείς τα αγόρια επιδοθήκαμε στο φούσκωμα μπαλονιών και στη χαρτοκοπτική, κόβοντας αστέρια από χρυσόχαρτα και ασημόχαρτα, που είχαν αγοραστεί από το ταμείο του σχολικού συνεταιρισμού. Η δασκάλα επέβλεπε και τις δυο «ομάδες εργασίας» και παρενέβαινε όπου χρειαζόταν, γιατί ήταν κάτι που το κάναμε για πρώτη φορά οι περισσότεροι και, φυσικά, αδέξια. Λίγο αργότερα, το δέντρο ήταν έτοιμο σ’ ένα από τα παράθυρα της τάξης, για να φαίνεται κι απέξω, ενώ τα τζάμια των άλλων παραθύρων είχαν γεμίσει αστέρια, κολλημένα με διάφανη αυτοκόλλητη ταινία. Τα κάλαντα και κάποια Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, όπως το «χιόνια στο καμπαναριό» και «στη γωνιά μας κόκκινο τ’ αναμμένο τζάκι», που μάς είχε μάθει η Θεοπίστη λίγες μέρες πριν, επισφράγισαν την εορταστική ατμόσφαιρα.
     Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο μαγευτική. Στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου, που ήταν μόνιμα στημένη και η σκηνή για τις εορταστικές εκδηλώσεις, η δασκάλα μας με τη βοήθεια μαθητριών των τελευταίων τάξεων στόλισαν το μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο: Μια κορυφή έλατου, ίσα με δυο φορές το μπόι ενός ανθρώπου, κατάλληλα στερεωμένη σε βάση. Δίπλα ακριβώς ήταν μια σκάλα, απαραίτητη για το στολισμό των ψηλών σημείων. Εμείς, οι μαθητές και οι μαθήτριες των μικρών τάξεων παρακολουθούσαμε καθισμένοι στα θρανία, τραγουδώντας και λέγοντας τα κάλαντα, υπό την επίβλεψη των άλλων δασκάλων. Δεν καταλαβαίναμε, όμως, γιατί μάλωναν τα μεγάλα αγόρια που προσπαθούσαν να κρύψουν τα πονηρά χαμόγελά τους, όταν κάποιο από τα κορίτσια ανέβαινε στη σκάλα να στολίσει!
     Μια ακόμα εικόνα που παραμένει για πάντα ολοζώντανη στα μάτια μου, είναι όταν η δασκάλα άνοιξε ένα κουτί που μέσα είχε κεριά, σαν αυτά της εκκλησίας, κι ένα-ένα τα έδενε «όρθια», με χάρη και χρωματιστές κορδελίτσες στο δέντρο! Ο πολιτισμός του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν άγνωστος ακόμα στον τόπο μας. Την άλλη μέρα, όταν άρχισε η Χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή, με προσκεκλημένους γονείς, κηδεμόνες και τις αρχές του χωριού, μια μαθήτρια μεγάλης τάξης άναψε τα κεριά αυτά και στεκόταν συνέχεια δίπλα στο δέντρο και τα παρακολουθούσε. Το φως τους στο μισοσκόταδο από τα κλειστά παράθυρα έδινε μια παραδεισένια εικόνα και ομορφιά, με Θείο δέος μαζί!
     Από τη στιγμή εκείνη, τα περισσότερα παιδιά επιδοθήκαμε στη συλλογή καρεμελόχαρτων και σολοκατόχαρτων, που την ιδέα έριξε η μια μαθήτρια μεγάλης τάξης. Δυσεύρετα, βεβαίως, μα ο μαραθώνιος αγώνας μας για τη συλλογή τους έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Με αυτά τυλίξαμε προσεκτικά διάφορα ελαφριά αντικείμενα, π.χ. φελλούς και μικρά ξύλα, τα δέσαμε με κλωστή κουβαρίστρας και στολίσαμε το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι μας! Η βοήθεια της μητέρας καταλυτική, βεβαίως. Άλλος έκοψε ένα μικρό κλωνάρι έλατο, άλλος πεύκο κι άλλος κυπαρίσσι. Οι ευχετήριες Χριστουγεννιάτικες κάρτες που μας είχαν στείλει συγγενείς από τις πόλεις, χρησιμοποιήθηκαν για φάτνη κι ένα φύλλο χαρτιού που έγινε «χωνί» και χρωματίστηκε με διάφορα χρώματα έκανε την κορυφή του!
     Όλες τις μέρες του δωδεκαημέρου, το κλωνάρι αυτό του κυπαρισσιού καμάρωνε σε περίοπτη θέση στη θαλπωρή του σπιτιού μας, προστατευμένο από τις κακές καιρικές συνθήκες που ταλάνιζαν τ’ αδέρφια του στο δάσος! Κλείνοντας, όμως, ο κύκλος των γιορτών, ξεστολίστηκε και κάηκε ταπεινωμένο στο τζάκι! Πού να μπορούσε λίγο πριν να φανταστεί, μόλις πλησίαζε τις αδηφάγες φλόγες, πως η δόξα και η λάμψη των τελευταίων ημερών θα είχε τόσο τραγική κατάληξη για το ίδιο! Τα… στολίδια του όμως φυλάχθηκαν προσεκτικά σ’ ένα χάρτινο κουτί, για «και του χρόνου»!


Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 17.12.1017