Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Οι πρώτες μέρες στο σχολείο
(Παιδικές αναμνήσεις)


     Ο πατέρας πολύ λίγα γράµµατα ήξερε και καθόλου η µάνα. Πού ευκαιρίες εκείνη την εποχή και πού οικονοµικές δυνατότητες για τέτοιες δουλειές, λίγο πριν το Β΄ παγκόσµιο πόλεµο. Τού άρεσε πολύ όµως του πατέρα το διάβασµα και τα γράµµατα γενικότερα. Δεν άφηνε αδιάβαστο κανένα χαρτί που πέρναγε από τα χέρια του, αν και δυσκολευότανε ακόµα και να συλλαβίσει. Αυτό του το µεράκι κοίταζε µε κάθε τρόπο να το περάσει και σε µας, τα παιδιά του, πριν ακόµα πάµε σχολείο.
     Η µάνα και η γιαγιά µάς λέγανε πολλές φορές παραµύθια το βράδυ που µάς βάζανε για ύπνο κι αυτό µάς άρεσε, όπως αρέσει σε κάθε παιδί. Η τελετουργική διαδικασία του πατέρα όµως ήταν το κάτι άλλο: Έβγαζε µόλις ξαπλώναµε ένα από τα µικρά βιβλία µε παραµύθια που είχε µέσα σ’ ένα ξύλινο  κασελάκι, κάτω από το κρεβάτι, καθότανε δίπλα µας και µας το διάβαζε! Πόσο µε µάγευε και µε ικανοποιούσε η τελική επικράτηση του αδύναµου, όταν ο «κακός» προσπαθούσε µε κάθε τι να τού καταπατήσει το δίκιο! Πόσο µε µάγευαν και η πλοκή, η δράση, η περιπέτεια, που όσο κι αν το παραμύθι μού ήταν γνωστό από τιςπολλές φορές που είχα ακούσει, πίστευα πως θα µπορούσαν πολλά ν’ ανατραπούν και να έχει άλλη έκβαση! Πόσο περισσότερο ακόµα µε µάγευαν τα βιβλία των παραµυθιών με εικόνες στις σελίδες τους! Εκεί που διάβαζε ο πατέρας, τον σταµάταγα και τού ζήταγα να τις δω και να τις ξαναδώ, αχόρταγα κάθε φορά, όπως όταν τις πρωτοέβλεπα. Φαντασιωνόμουν τότε και βρισκόμουν σε ονειρεμένους κόσµους, όπως όλα τα παιδιά που στερούνται και τα απαραίτητα για τα προς το ζην και γίνονται ευτυχισμένα με το νου τους.
     ∆εν σταματούσαν όµως εδώ οι φιλοδοξίες του πατέρα. ∆εν άφηνε την κάθε ευκαιρία που του δινότανε και μας μάθαινε σιγά-σιγά πώς να πιάνουµε το µολύβι. Κι ύστερα, µε πολλή θέληση και πολύ υποµονή, µας έβαζε να γράφουµε µικρές λεξούλες.
     Όταν ήλθε ο καιρός του σχολείου µε πήρε από το χέρι να µε πάει να µε «γράψει». Με το που µπαίνουµε, µας καλωσόρισε ο διευθυντής στο γραφείο του. Ήταν ο πρώτος µου δάσκαλος, ο αείµνηστος «Τάσος» Παναγόπουλος:
     «Βρε, καλώς το µαθητή!».
     «Καληµέρα σας!», είπε ο πατέρας, απευθυνόµενος και στον άλλο δάσκαλο και στη δασκάλα που ήταν στο γραφείο, με χαρακτηριστική κλίση της κεφαλής του που έδειχνε σεβασμό.
     «Θέλεις να µάθεις γράµµατα;», µε ρώτησε χαµογελώντας!
     «Ξέρω γράµµατα!», απάντησα µε σχετικό θάρρος και περισσότερη αυτοπεποίθηση.
     «Για να δούµε, ποιά γράµµατα ξέρεις να µας τα γράψεις», µου είπε και µου έδωσε ένα χαρτί κι ένα µολύβι.
     Τα πήρα, έκατσα στη γωνία του γραφείου του, που εκεί µού έβαλε µια καρέκλα η δασκάλα και έγραψα τις λέξεις: «Νίκοσ» και «∆άσοσ». Το έδωσα πάλι στο διευθυντή, το κοίταξε και επαίνεσε τους γονείς µου για την προετοιµασία.
     Όλες αυτές οι προσπάθειες των γονιών µας, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ανατροφή µας. Λίγες µέρες µετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, πήρα και το πρώτο µου σχολικό βιβλίο, το Αλφαβητάριο, και συνειδητοποίησα ότι είχα κι εγώ κάτι που ήτανε εντελώς δικό µου κι ένοιωθα τόση ευτυχία, όση λίγες φορές µέχρι τότε είχα νοιώσει! Τι όµορφο, τι καθαρό, τι πολλές «ζωγραφιές», τι προσεγµένο και µε χοντρό εξώφυλλο να µη... «χαλάει»! Το πήρε κι ο παππούς στα χέρια του το βράδυ που γύρισε από τα πρόβατα και το ξεφύλλιζε, θαυµάζοντάς το.


     «Αυτό είναι βιβλίο, όµορφο και γερό! Αυτό μάλιστα! Βιβλίο που σε μαθαίνει γράμματα!» είπε, κι εγώ καµάρωνα που ανήκε σε µένα.
     Τα πρώτα βράδια το ξεφύλλιζα για πολλή ώρα και ταξίδευα µε τις εικόνες του και τη φαντασία µου κι όταν ο ύπνος βάραινε τα µάτια µου το έβαζα κάτω από το µαξιλάρι µου. Λίγη ώρα µετά, που είχα πλέον κοιµηθεί, ερχότανε ο πατέρας και το «τράβαγε» σιγά – σιγά, να µη µε ξυπνήσει. Την άλλη µέρα το πρωί το έψαχνα και, ξέροντας ότι µού το «ξαναπήρε», τον μάλωνα!
     Τι ήταν κι αυτή η µυρωδιά του καινούργιου βιβλίου! Το άνοιγα, «έχωνα» τη µύτη µου στα φύλλα του, έσφιγγα µε τις παλάµες µου τα χοντρά εξώφυλλα στο πρόσωπό µου και «ρούφαγα» αχόρταγα και µε βαθιές ανάσες τη µυρωδιά του, κλείνοντας τα µάτια για περισσότερη απόλαυση!
     Στα µεγάλα γράµµατα των πρώτων σελίδων του, δεν έδωσα και πολλή σηµασία. Οι εικόνες του με ενθουσίαζαν πολύ περισσότερο. Η µία καλύτερη και οµορφότερη από την άλλη! Τι η οικογένεια, που πήγαιναν όλοι µαζί στην Εκκλησία, τι που ήταν όλοι καθισµένοι στο τραπέζι και τρώγανε, τι τα παιδιά που παίζανε... Και το πόσο γελούσα κάθε φορά που έβλεπα δεµένα κι ανακατεµένα τα γράµµατα µέσα σε ένα σακί! Πόσο χάζευα και τη γριούλα που καθότανε και ζεσταινότανε στο τζάκι! Μού θύµιζε τη δική μας γιαγιά, που όταν κρύωνε πολύ και «χωνότανε» ολόκληρη κάτω από το τζάκι μας να ζεσταθεί! Σε άλλη εικόνα η ίδια γριούλα µε µια κατσαρόλα γάλα και η γάτα να γυροφέρνει και να χαϊδεύεται στα πόδια της. Από τα πολύ αγαπηµένα µου ζώα η γάτα, µαζί µε τα αρνάκια και τα κατσικάκια, που πολλές φορές «συµµετείχαν» στο παιχνίδι µου. Πάντα ήθελα να τα φροντίζω περισσότερο από τα άλλα ζωντανά, δείχνοντάς τους τα συναισθήµατά µου. Ήθελα όµως και να τα «αναγκάζω» με τον τρόπο αυτό να µου ανταποδίδουν και τη δική τους αγάπη και να... έρχονται πρόθυµα να παίζουµε!
     Ζωγραφισµένη λίγο-πολύ η ίδια µας η ζωή, η ζωή των µικρών και των µεγάλων, µέσα σ’ εκείνο το αλφαβητάριο. Σε κάθε σελίδα του, σε κάθε κείµενό του η έµφαση στην οικογένεια και στη φύση δεν πέρναγε απαρατήρητη. Ακόµα και τα παιχνίδια των παιδιών ήταν τα ίδια µε τα δικά µας, χωρίς να προβάλλονται διαφορές και «παιδιά άλλων ταχυτήτων». Γι αυτό το αγάπησα και το ένοιωσα από την πρώτη στιγµή κάτι πολύ δικό µου, σαν κάτι που να µε εκφράζει.
     ∆εν εξέφραζε όµως µόνο εκείνα που ήξερα. Εξέφραζε και εκείνα που ήθελα και εκείνα που ονειρευόµουνα στα πολύ παιδικά µου όνειρα. Εικόνες λιγότερο ή καθόλου γνώριµες στη ζωή του τόπου µας που µού εξήπταν τη φαντασία. Εικόνες που τις κοίταζα πολύ πιο αχόρταγα από τις άλλες, τις γνώριµες, και ζήλευα, γιατί δεν είχα κι εγώ την τύχη να βρίσκοµαι σε τόπους που οι άνθρωποι ζουν καλύτερα. Εικόνες σαν κι αυτή µε τα τρία «κόκκινα» ψάρια σ’ ένα πιάτο, που το κράταγε µε τα δυο της χέρια η «κυρία Φανή» και πίσω να ακολουθεί η κόρη της, η «Άννα», κρατώντας αυτή το τηγάνι και τη µπουκάλα µε το λάδι. Πολύ προσεγµένη η «κυρία Φανή», με τα μαλλιά της κότσο, έμοιαζε της μητέρα μου. Πολύ προσεγµένη και η «Άννα», απόδειξη της αξιοσύνης της νοικοκυράς, αλλά και µαρτυρία μιας κάποιας οικονοµικής δύναμης.   
     Κι άλλες εικόνες, άπιαστα όνειρα, όπως αυτές µε αυτοκίνητα: Ένα που το κυνηγούσε το σκυλί, η «Αύρα», κι άλλο ένα, στο οποίο είχε ανεβεί όλη η οικογένεια και πήγαιναν στη θάλασσα. Η γιαγιά που έµενε πίσω και τους χαιρέταγε, καθώς έφευγαν... Κι εγώ φανταζόµουν... εκείνους που κάποια στιγµή θα χαιρέταγαν κι εµένα όταν θα έφευγα από το χωριό και όταν πάλι θα µε περίµεναν στο γυρισµό!
     Πόσο ονειρευόµουνα τη στιγµή που θα είχα µεγαλώσει και θα µπορούσα να φύγω, όχι απαραίτητα µε δικό µου αυτοκίνητο, γιατί κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο τότε. Οι φιλοδοξίες για την απόκτηση ενός µεταφορικού µέσου, έφταναν µέχρι... ένα συµπαθητικό τετράποδο! Μέχρι εκεί µπορούσαµε ν’ «απλώσουμε τα χέρια μας», κάτι που είχαµε συνειδητοποιήσει πολύ καλά και τα παιδιά της πρώτης σχολικής ηλικίας. Ονειρευόµουνα, λοιπόν, να ταξιδέψω µε τον πολιτισµό και χωρίς κόπο να βρεθώ έξω από τον τόπο µου, να γνωρίσω και κάτι άλλο, κάτι άγνωστο.
     Και προς το τέλος το αλφαβητάριό µου, είχε ακόµα µια πολύ φανταστική εικόνα, που µου εξήπτε περισσότερο την φαντασία: ένα µεγάλο τραίνο!
     Ήθελα να μπορούσα να στριμωχτώ κι εγώ μέσα σε ένα από τα βαγόνια του να δω πώς είναι και μέχρι πού πάει. Καταλάβαινα ότι
µπορεί να φτάσει κάπου πολύ µακριά κι εκεί ήθελα να βρεθώ κι εγώ, να δω πως ζούνε αλλού οι άνθρωποι!
     Πόσες και πόσες φορές δε ζωγράφιζα αυτές τις εικόνες «ξεπατικοσούρα»! Αυτό µου έδινε κάποια ικανοποίηση, γιατί συµµετείχα «ενεργά» στα «ταξίδια» και αφηνόµουν στις απολαύσεις τους!
     Όσα βιβλία και να πέρασαν από τα χέρια µου σε όλα τα επόµενα χρόνια µέχρι σήµερα, κανένα δε µε ταξίδεψε και δε µε σαγήνευσε τόσο πολύ, όσο το «αγαπηµένο µου αλφαβητάριο»! Και όσο για τη φυγή που αναζητούσα από το γενέθλιο τόπο, χρειάστηκε να περάσουν περισσότερο από τρεις δεκαετίες για να καταλάβω τη σηµασία των πέντε λέξεων που µού έλεγε ο παππούς µου κάθε φορά που ήθελα να μεγαλώσω για να φύγω:
     «Σαν το τόπο σου, πουθενά!».


                                   Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος, 11 Σεπτ. 2017 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου